Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

(ΟΤΑΝ ΕΠΙ ΣΑΜΑΡΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΒΓΗΚΕ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΣΤΗΚΕ-από το περιοδικό «ΛΟΓΙΑ»)
Ο ΜΗΤΡΟΣ ΘΕΛΕΙ ΔΑΝΕΙΚΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΝΝΟ
ΚΙ Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΑΥΤΟ ΕΠΑΝΩ
Ο Μήτρος τις χερούκλες του κινώντας πάνω κάτω
και φτάνοντας οι φτέρνες του στους δυνατούς του ώμους,
κάνοντας μια δρασκελιά πλατείες, δρομάκια, δρόμους
στο σπίτι φτάνει που ήρεμο φιλοξενεί το Γιάννο.
«Γιάννοο!», φωνάζει δυνατά. «Γιάννοοο!», ξαναφωνάζει.
Κι όταν απ’ το παράθυρο μύτη ο Γιάννος σκάζει:
«Φίλε μου Γιάννο να χαρείς  άνοιξε να σε δω
κι αυτό που θέλω να σου πω δε λέγεται από δω.»
«Τι θες ρε Μήτρο να μου πεις που από κει δε λέγεται;»
«Γιάννο μου, ο πρώτος φίλος σου μπρος σου κοιτάς να καίγεται
και δεν…»
                       «Στάσου ρε Μήτρακα που καίγεσαι μου λες-
Αυτό το ’χω από σένανε ακουστά φορές πολλές:
όλο μου φτάνεις τρέχοντας και με σπουδή μεγάλη
μα δίχως να ’χεις τίποτα σπουδαίο στο κεφάλι
και καταλήγεις να μου λες κάτι πολύ κοινό,
κάτι που και για σήμερα το βλέπω πιθανό.»

-Γιάννο μου δε θα σου ειπώ αλλά θα σου ζητήσω
και σπίτι μου χωρίς αυτό, στο λέω, δε θα γυρίσω.

-Μπα μπα μπα μπα! Μωρ’ τι μου λες; Και σίγουρος πώς τόσο
είσαι πως ό,τι μου ζητάς εγώ θα σου το δώσω;

-Γιάννο μου έλα κι άνοιξε κι άσε τα λόγια τώρα.
Έλα γιατί έχω κουραστεί τρέχοντας τόσην ώρα.
Άνοιξε να καθίσουμε σαν άνθρωποι κι εμείς.
Έλα. Θα φύγω γρήγορα. Στο λέω λόγω τιμής.

-Αλήθεια αυτό με συγκινεί. Το πως θα φύγεις γρήγορα
είναι από τα λόγια σου που ακούγονται παρήγορα.
Λοιπόν ανοίγω. Έλα. Μπες.
και πες μου φίλε μου ότι θες.

Κι αφού καθίσανε κι οι δυο, ο Μήτρος ξαναμμένος
κι Γιάννος διερωτώμενος και λίγο απορημένος,
ο πρώτος, τέλεια αδιάφορος για ευγένειες και προσχήματα,
λέει στο Γιάννο ορθά κοφτά: «Γιάννο μου θέλω χρήματα!»

-Αυτό ήταν; δε μου το ’λεγες αυτό όταν ήσουν κάτω
να ’λεγα ένα όχι εγώ να πάμε παρακάτω;

-Μη μου αρνείσαι Γιάννο μου, γιατί αποφασισμένος
είμαι, σα φύγω από δω να φύγω ματσωμένος.
Και δε ζητάω μ’ αγύριστα λεφτά να με βοηθήσεις
αλλά ζητάω Γιάννο μου-μ’ ακούς;-ΝΑ ΜΕ ΔΑΝΕΙΣΕΙΣ!

-Σ’ ακούω. Δεν κουφάθηκα. Γι αυτό μη μου φωνάζεις-
με τις φωνές που μου ’βαλες νομίζεις πως με σκιάζεις;
Λοιπόν κι ας έχω χρήματα μα δε θα σε δανείσω.

-Γιαννάκο μου το λόγο σου αυτόν πάρτονε πίσω.
Για μια φορά ο φίλος σου τόση ανάγκη έχει
που για να σ’ έβρει πριν να βγεις δεν περπατεί μα τρέχει.
Δώσε μου Γιάννο δανεικά να ’χω κι εγώ ένα πρόσωπο
και να μπορώ την κοινωνία να βλέπω καταπρόσωπο.
Να με θαυμάζουν οι γνωστοί, οι εχθροί να μου ’χουν ζήλεια
και να ’μαι καλοπρόφερτος σε ολωνών τα χείλια.
Να τριγυρνώ περήφανα στης πόλης μας τους δρόμους
κι από διατάξεις άπιαστος να είμαι κι από νόμους.
Στην αγορά σαν περπατώ να μ’ υπολήπτονται όλοι
γιατί κρατώ με δανεικά γεμάτο πορτοφόλι,
και οι δουλειές μου από δω να γίνονται και πέρα
σα ρέντα να ’χω μαγική την κάθε μια ημέρα.
Δώσε μου Γιάννο χρήματα αν ευτυχή με θέλεις
Γιαννάκο μου μη αδάνειστον στο σπίτι μου με στέλνεις.

-Λεφτά δε θες αγύριστα. Κι εξάλλου ξέρω πως
κάποιον παρά ότι κρατάς μακριά ’πο ήλιου φως.
Να μου ζητάς λοιπόν λεφτά, κάπου δεν μου κολλάει.
Κάποιος που έχει ήδη λεφτά πώς δανεικά ζητάει;
Και πώς -αυτό εξήγησε-αγύριστα δεν δέχεσαι;
Τόσες φορές σου έδωσα. Και τώρα ξάφνου ντρέπεσαι;

-Γιάννο μου, αδιάβαστον θαρρώ, όπως σπανίως, σε πιάνω.
Δεν άκουσες τι έγινε με την Ελλάδα Γιάννο
που βγήκε χτες στις αγορές και χρήματα δανείστηκε;

-Ε και λοιπόν;

-                        Τι «ε και λοιπόν»; Γιάννο, δεν της χαρίστηκε
όποιο της δόθηκε ποσό, μα το ’χει δανειστεί.

-Ναι. Η πληροφορία σου αλήθεια είναι σωστή.
Λοιπόν;

             -«Λοιπόν!..»  Ε! Ύστερα δεν είδες μωρέ Γιάννο
πόσο απότομα η Ελλάς κι εύκολα πήγε πάνω;
Δεν είδες πόσο έλαμπε η μαγκιά του Αντωνάκη
σαν που φοράει μονόπαντα σακάκι κουτσαβάκι;
Δεν είδες που εγέλασε, με γέλιο έστω πλαστό
η φάτσα του Ευάγγελου που μοιάζει με παστό;
Κι όλες οι ξένες αγορές εύσημα μας φορτώνουν,
τα κράτη όλα πάψανε πλέον να μας μουντζώνουν,
οι υπουργοί μας χαίρονται σα να ’χανε γιορτή
με βουλευτάδες της Νου Δου απόκοντα ασορτί…
Ρίξε ένα βλέμμα γύρω σου. Διπλά δε λάμπει ο ήλιος;
Και αν προσέξεις και ο Ζεύς εγίνηκε πιο Φίλιος.
Η δυστυχία μας εχτές είδες πόσο ήταν χάλια;
Λέγανε άλλο τίποτε χτες βράδυ τα κανάλια;
Ως κι οι αχρείοι που βάλανε τη μπόμπα στη Σταδίου
δήλωσαν πως θα ντρέπονται μεγάλως και δια βίου.
Όλη η υφήλιος φίλε μου-κοίταξε- μας συγχαίρει
κι όλοι το βρώμιο μας ζητούν να πάρουνε το χέρι
και πάνω κάτω για πολλές φορές να το κουνήσουν
μέχρι και κείνωνε κι εμας τα χέρια κοκκινίσοουν.
Γιατί η Χίλαρι έκανε μια βόλτα όλο χάρη
ένα παπούτσι για να μη στο μάτι της την πάρει;
Κι ακούω πως σαν θαυμασμού ένδειξη από τον Πούτιν
στο θάμα αυτό που έκανε η Ελλάδα η μικρή
ήταν να πάρει -φεύγουνε την ώρα ακόμα ετούτη-
απ’ την Κριμαία τους άντρες του. Για σε είδηση πικρή.
Μα σκέψου-δείχνει πόσο αυτό που έκανε η Ελλάδα
σε όλους δημιούργησε χαρούμενη ζαλάδα.
Τώρα κατάλαβες λοιπόν τα δανεικά τι αξίζουν;
Πόσο οι δανειζόμενοι μα κι όσοι τους δανείζουν
κάνουν καλό και σε αυτούς μα και στην Πλάση όλη;
Λοιπόν θ’ ανοίξεις Γιάννο μου για με το πορτοφόλι-
την κίνηση τη μαγική να κάνεις που θα δώσει
στο φίλο σου τον θαυμασμό των γύρω του να νοιώσει;

-Μήτρο, σε πόρτα χτύπησες λάθος καλέ μου φίλε.
Την πόρτα χτύπα του Θεού-ήτοι σε κείνον στείλε
μια προσευχή και ζήτα του όχι ό,τι η Ελλάδα,-
λεφτά τουτέστιν δανεικά-μα… λίγη εξυπνάδα…
Κι ο Μήτρος πήγε προσευχή στον Ύψιστο να κάνει
γιατί σωστή του φάνηκε η συμβουλή του Γιάννη.