Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
(γιορτη βιβλίου στην πλατεία του Άρεος, Ιούλης 2004)

Βιβλιοέκθεση! Να μια μεγάλη ευκαιρία
να ζεσταθεί λίγο η ψυχή του έλληνα η κρύα.
Ήρθα λοιπόν κι εγώ εδώ και σ’ έναν πάγκο επάνω
άρχισα τα βιβλία μου με τη σειρά να βάνω.

Κι αφού τα ταχτοποίησα έτσι που να φαινώνται
πελάτες πια περίμενα ν’ αρχίσουνε να ’ρχώνται.
Την πρώτη μέρα τίποτα. «Έ», είπα, πρώτη μέρα,
ακόμα δεν τα είδανε. Θα δούμε παραπέρα».

Μα έμενε ο πάγκος μου και τρεις μετά ημέρες
πιο έρημος κι απ’ της καυτής της έρημου τις ξέρες.
Κι αφού έξη μέρες άθιχτη μου έστεκε η μόστρα,
την έβδομη έφερα μαζί και μια μυγοσκοτώστρα.

Κι ενώ ελπίδες για δουλειά μου γεννήθηκαν λίγες
Όμως εσβήσανε κι αυτές: δεν ήρθαν ούτε μύγες.
Την όγδοη πλησίασε δειλά ένα ζευγαράκι
κι ο άντρας: «μήπως ξέρετε πού θα ’βρω ένα σουβλάκι;»

Λέω: «πολλά δύο ευρώ για ένα βιβλίο θα ’ναι.
Νέα η δημοκρατία μας κι οι έλληνες πεινάνε.
Ας χαμηλώσω την τιμή κι ένα ευρώ ας τη βάλω
κι αν ανταπόκριση δε δω τη χαμηλώνω κι άλλο».

Και μια ταμπέλλα έβαλα «ΈΝΑ ΕΥΡΩ» να λέει.
Τότε σαν πλοία που γι αυτά πρίμο τ’ αγέρι πνέει
αρχίσανε να έρχονται προς τα εδώ οι πελάτες
κι είδα και στήθη αντί ως τα χτες που ’βλεπα μόνο πλάτες.

Μα κάπως, έρχοντας προς με, παράξενα φερόνταν. 
Για τα βιβλία διόλου αυτοί δεν ενδιαφέρονταν  
παλάμες μπρος μου ανοιχτές αντίκριζα μονάχα 
γιατί πως θα τους χάριζα ευρώ νομίζαν τάχα. 

Μα καθαρό ένα μυαλό κάτω-όχι-δεν το βάζει.
Λέω «Λεφτά δεν έχουνε; Εντάξει. Δεν πειράζει.
Εγώ τελείως δωρεάν θα δίνω τα βιβλία
δείχνοντας τη μεγάλη μου που ’χω γι αυτούς φιλία».

Και αποφάσισα δωρεάν βιβλία να μοιράζω.
Κι ας μ’ αποτρέπανε πολλοί, μα γνώμη δεν
αλλάζω.
Πήρα βιβλία μπόλικα λοιπόν κι εγώ υπό μάλης
κι ερίχτηκα στου πνεύματος το στίβο της βιοπάλης.

Πησίασα στον πρώτονε πολίτη τριπολίτη
κι ένα βιβλίο του ’βαλα ’πο κάτω από τη μύτη.
Μου λέει: «Τ’ ειν’ αυτό μωρέ;»- «Βιβλίο ρε!» του λέω
Μου λέει: «Βιβλίο; Τ’ ειν’ αυτό; Φρούτο κανένα νέο;»

«Βιβλίο! Που διαβάζουνε! «-«Και τι θα πει διάβάζουν;"
Υπάρχουν κάτι πράγματα που πια σε νευριάζουν.
Μια μούτζα του ’δωσα γερή, στο πάθος μου άλλη μία
Κι έφυγα παίρνοντας μαζί όλα μου τα βιβλία.

Και πλέον ύστερ’ απ’ αυτό την Τρίπολη θ’ αφήσω
και άλλη πόλη, βιβλιερή να έβρω θα ζητήσω,
να μη τη λέξη αγνοεί τουλάχιστον "βιβλίο"-
και αν τα ίδια βρω και κει, τότε και κει αντίο...
                                      -----