Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Φώτη τρία συμβάντα ή καταστάσεις του εικοσιτετραώρου που που πρέπει να μάθεις. Θα στα πω με συντομία.
Πρώτο.
Κοιτάχτηκα σε ολόσωμο καθρέφτη πρώτη φορά σήμερα μετά από χρόνια. Είμαι χάλια. Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Δήμητρα φέρθηκε όπως φέρθηκε. Έμενα τότε κάτω από τ’ αυλάκι στην Τρίπολη. Η Δήμητρα έμενε στην ίδια πολυκατοικία με μένα και λάτρευε κυριολεκτικά την ποίησή μου. Μια μέρα τη συνάντησα στο δρόμο. Ήταν με κάποιον άλλο. Μου τον σύστησε και είπε στον τύπο με θαυμασμό «δεν ξέρεις τι ποιήματα γράφει!» και αμέσως μετά γύρισε προς εμένα, στράβωσε το πρόσωπό της σε μια έκφραση απέχθειας και συνέχισε δείχνοντάς με στον τύπο «και κοίτα τον πώς είναι…»
Φαίνεται πως από τότε είμαι έτσι. Να μη στα πολυλογώ έτρεξα και πήρα ένα καινούργιο μπουφάν μήπως κρύψει τίποτα.
Δεύτερο.
Διαπίστωσα πως ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΑΖΟΣ. Πώς το διαπίστωσα;
Δυο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, για να μη σου πω δυο μερόνυχτα, αγωνιζόμουν να βρω στον κομπιούτερ μου πώς θα βάλω μερικές λέξεις αυτόματα σε αλφαβητική σειρά. Δεν τα κατάφερα. Είχα καταλήξει πως είμαι χαζός αφού δεν μπορώ να βρω κάτι που ξέρουν ως και παιδάκια πέντε χρονών. Ξαγρυπνισμένος και με πόδια να πονάνε πήρα τον κομπιούτερ υπό μάλης και επισκέφτηκα με τη σειρά έναν ειδικό στα κομπιούτερς, μία κυρία γειτόνισσα που η δουλειά της είναι να δουλεύει τον κομπιούτερ εννιά ώρες την ημέρα επί τριάντα χρόνια και ένα ίντερνετ καφέ. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΙ! Πήγα στο φαρμακείο της γειτονιάς που είμαι πελάτης. Εκεί υπάρχει μια κοπέλα που είναι επαγγελματίας του θέματος και προσωρινά εργάζεται στο φαρμακείο. Έλειπε. Η φαρμακοποιός «ήξερε από αυτά» Προσπάθησε για μισή ώρα. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ! Καταλαβαίνεις, αφού τόσοι άνθρωποι που δεν είναι χαζοί δεν κατάφεραν να το κάνουν, άραγε ούτε κι εγώ είμαι χαζός. Γύρισα σπίτι με ανικανοποίητη την ανάγκη μου αλλά με αγαλλίαση: δεν είμαι χαζός.
Τρίτο.
Χες βράδυ, για να ξεδώσω από την παραπάνω προσπάθεια, βγήκα έξω για μια βόλτα. Στο τραπεζάκι του καφενείου της πλατείας ένας παλιός συνάδελφος. Ενενηκοντούτης αλλά που κρατιέται ακόμα. Το βράδυ είχε έρθει και νύχτωνε γρήγορα. Ομιλίες γύρω, που ακούγονταν σαν να έρχονταν από κάπου μακριά. Ο φίλος μού ανακοίνωσε πως αυτό το καλοκαίρι θα πάει για τελευταία φορά στην ιδιαίτερη πατρίδα του γιατί από του χρόνου, μου είπε, δεν θα μπορεί να οδηγεί γιατί δεν θα βλέπει καλά. Η κοπέλα μέσα στο καφέ έτρεχε να προλάβει τους πελάτες. Δυο μικρούτσικα παιδάκια παίζαν τρέχοντας γύρω μας προφέροντας ακαταλαβίστικες λέξεις. Ένας λατερνατζής πέρασε, το μικρό κοριτσάκι του μας έτεινε το πιάτο για τις δεκάρες μας. Όλα αυτά εκτυλίσσονταν σαν μέσα σε μια χριστουγεννιάτικη νύχτα που μέσα στην ομίχλη της οι λέξεις έρχονταν πνιχτές και τα μάτια έβλεπαν θαμπά.
Και ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πώς, όλα φωτίστηκαν. Όλα. Σαν ένα εξώκοσμο φλας ξάφνω να άναψε. Και μέσα στη λάμψη του, τα είδα όλα. Όλα. Εκεί, λίγο πριν χωρίσουμε με το φίλο και ενώ μιλούσαμε ακόμα.Τα είδα όλα Φώτη. Τα είδα καθαρά και αναμφίβολα. Είδα την αλήθεια Φώτη. Και είδα ένα άδειο Φώτη. Είδα το τίποτα Φώτη. Όλα αφανισμένα. Είδα χαμένα όλα Φώτη. Σαν όσα δήθεν υπάρχουν να μην ήταν παρά εικόνες ασύστατες, φανταστικές, που όμως σε καμιά διάνοια μέσα δεν διαδραματίζονται και που μόνον η ανάγκη για επικοινωνία μας με κάνει να τις χαρακτηρίσω κάπως. Φώτη δεν μας ονειρεύεται καν κάποιος. Ούτε όνειρο δεν είμαστε.
Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
 Στην κόρη της Βάσως Κάθυ με αγάπη

Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω
και να τους πω: "Γιατί ψυχές
μπαίνετε μες στο σώμα;

Ποιο χέρι στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;

Και σεις γιατί την πρώτη σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι ακίνητες κι αμίλητες
δε στέκετε εκεί μέσα

μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά,
μάλαμα και ’φροσύνη-

μόνο το διαμαντένιο σας
το φως γλυκοσκορπάτε-
και  κάθε αχτίδα του χαρά
και λάμψη κι ομορφάδα;"

Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη τα ύψη
των καθαρών τους των κορφών
και μέσα να βυθίσω

στού νου τις πετροκάμωτες
και σκοτεινές χαράδρες
και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την τρανεύει

να του φωνάξω: "Πες μυαλό
κι συ με τη σειρά σου,
ποιος μες στο άδειο το καυκί
σε όρισε του ανθρώπου,

να τρως από την τέρψη του 
να πίνεις τη χαρά του,
κάθε του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις,

κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό
και απαλό κι ωραίο
με τα γαμψά να το ξεσκείς
και μυτερά σου νύχιά-

ποιος στο σερνόμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει στο λεύτερον αητό
πάνω, τον υψικράτη;"

Κι ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι μου λένε, 
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος τα χάη,

και πριν να πέσω να χαθώ,
και πριν ξαναγυρίσω
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι
στο τίποτα από όπου ’ρθα,

φριχτή να βγάλω μια κραυγή
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν
στριγγιά φωνή που ν’ ακουστεί
στα μάκρη των Συμπάντων:

"Ποιος σαδιστής δημιουργός
έπλασε τέτοια αμάχη
και μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού ανίερου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα
πανάθλιο σμιλέψει

και το ζωντάνεψε και μες
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο

ποδοπατάει αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ούτ’ ανθί να δώσει:

Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω."

Μα ούτε τότε απόκριση
θα έπαιρνα καμμία.
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία

ο αντίλαλος απ’ τις τρανές
φωνές μου που θα ’ρχόνταν
από μακριά κι από βαθιά
κάπου, σαν όπως φτάνει

στ’ αυτιά μας το υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.

                      L. A. 1995  

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΘΥΜΩΝΤΑΣ

Όπως κάτι λέξεις που με τον καιρό ξεχάστηκαν
και σαν θα τις ακούσουμε μένουμε για λίγο αμίλητοι
θυμώντας έξαφνα όσα πήρανε μαζί τους,
έτσι και Σύ, Ώρα Γεμάτη, τη συνείδηση
με τον αστραπιαίο,τον μοναδικό,
τον απόκοσμο ήχο Σου δονείς.

Και η ακοή μας συνταράζεται,
και φέρνει μες στα δέντρα της ψυχής πουλιά
και σκιόφως, και ανεμοψιθυρίσματα άλλα,
του καιρού που χαμένοι ήμασταν-
τότε που η άγρυπνη ελπίδα και η λίγη μας ευχαρίστηση
χτυπούσαν αδύναμα φτερά
στο δόκανο πιασμένες της ρυτιδιασμένης Σου επιφάνειας-
ανάμεσα σε δυο πτυχές της
που νερό δεν έβρισκαν ν’ αναταχτούν.

ΣΕΡΒΙΟΣ ΣΟΥΛΠΙΚΙΟΣ

Ζηλεύω τον ύπνο σου Σέρβιε Σουλπίκιε.

Ω! Τι ωφέλιμο! Ο ύπνος να είναι ο ψεύτικος,
βαθύτερος απ’ τον αληθινό!
Ω! Να μπορούσε κανείς τα μάτια του
μπροστά στην άλλην όψη της ζωής
-την ανυπόφορη-να κλείνει!
Μα τέτια πού πουλάν υπνωτικά;
Που σχήματα να μην υπάρχουν τότε άλλα
πέρα απ’ όσα’
τα μάτια τ’ ανοιχτά βλέπουνε μόνο... 

Ω! Ο κόσμος σου Σέρβιε Σουλπίκιε
ο τόσο ξέχωρος απ’ τους δικούς μας
που πάνω στο προσκέφαλο
σαν ένα μυρωδάτο κρίνο τον θάνατο αφήνει!

Και το πως έχεις μάτια
και ξυπνητός όταν θέλειςείσαι
αυτό πιότερο τον θαυμασμό μας μεγαλώνει
επειδή τυφλός αν ήσουν
φρούδα θα ήταν τότε η σοφία σου.
ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ

Ενώ αυτή ακίνητη και σαν μαρμαρωμένη έβλεπε,
η ανέραστη θεά 
με κινήσεις αργές 
θεϊκές 
το τόξο της τέντωσε,
και στο στήθος της τόξεψε.

Το βέλος
στα νωπά
που ακόμα Θησέα και βεβήλωση μυρίζαν χάδια,
βούλιαξε πρώτα,
ύστερα τον θώρακα σαν φύλλο δάφνης διαπέρασε,
και στο σιωπηλό έριξε χάος την Ερωτευμένη.
JULIE: WHAT DO I…WHAT I AM?
(from augyst strinberg’s «MRS JULIE»)

Μη μου χαρίσεις λουλουδάκια και τραγούδια
μη με στολίσεις με ποιημάτων τις στροφές
κι ούτε ζητώ να με συγκρίνεις με αγγελούδια
ούτε με χάρες ανοιξιάτικες κρυφές.

Μην ηγηθείς για το χατίρι μου λεγεώνων
μην ως του κόσμου συ την άκρη οδηγηθείς
σ’ ένα μικρούλι «σ’ αγαπώ» αρκούμαι μόνον
που έτσι απλό κι έτσι βαθύ συ θα μου πεις.

Μη με γεμίσεις με χρυσάφια και ασήμια
όρκους μην παίρνεις που δεν έχουνε ψυχή
με του ερωτά σου μη με πνίγεις τα ταξίμια
μη με ποτίζεις με γλυκόλογων βροχή.

Ένα μικρούλι «σ’ αγαπώ» ν’ ακούσω θέλω
και κράτα εσύ κάθε σου άλλον θησαυρό
γιατί αν αυτό δε θα μου πεις…τ’ είμαι δεν ξέρω
ούτε και πρόκειται ποτέ μου να το βρω.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο άνθρωπος είναι συμπύκνωση πόνων
κι ανώνυμη μια η ζωή ειν’ εταιρεία
που είναι το έργο της ένα και μόνον,
να σπάσει τον άνθρωπο στ’ απλά του στοιχεία.

Βαριές οπλισμένη, αξίνες, ξινιάρια,
σπαστήρες, λοστούς, δυναμίτες, φαγάνες,
το όλο οικοδόμημα κάνει λιθάρια
που παίρνουν σειρά για τις μαύρες χοάνες.

Και βλέπουν ένα ένα τους πόνους
και λένε οι άνθρωποι: «α! δε θα ’ν’ άλλος»
μα πριν σταματήσουν ακόμα να κλαίνε
καινούργιος τους βγαίνει ένας πόνος μεγάλος.
GABRIEDA MISTRAL
        (1889-1957)

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει.

Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.
               ΣΩΖΟΥΣΑ

Όταν περνώντας το στενό στόμιο
στην ευρυχωρία βρέθηκαν
απλώθηκαν γύρω. Μερικοί
κάρφωσαν ένα ξύλο, του ’βαλαν χορδές.
Άλλοι εζύμωναν, ψαρεύαν.
Κλωστές άλλοι ταιριάζαν
βότανα βρίσκαν, σπίτια χτίζανε.
Τέλος καθένας κάτι όριζε
και ψηλά το σήκωνε σα λάβαρο
ή σαν θυρεό
ή σαν θεωρία
ή σαν σώζουσα πίστη.

Κι έτσι προχωρώντας πλατυνόμενοι, ξάφνω
μπροστά σ’ ένα στενό στόμιο
πάλι βρέθηκαν.
Και καθώς πίσω
έρχονταν κι άλλοι ανεμίζοντας πανιά
και άτρομα βαδίζοντας,
και καθώς άλλο να διαλέξουν δεν μπορούσαν
χώθηκαν πάλι μες στο στόμιο το στενό
συμπυκνωνόμενοι.
29 ΑΠΡΙΛΗ,ΗΜΕΡΑ ΧΟΡΟΥ

Χορός! Το σώμα γίνεται αγέρας
και νότα χαρωπή στο φως της μέρας.
Και στρέφει, και λυγίζει, και πετάει.
Κι η Λευτεριά του νου μαζί του πάει.

Χορός! Ο χορευτής τα σκότη σχίζει
και άϋλος-σαν πνεύμα-φτερακίζει!
Χορός! Του Θεού ένα δώρο στους ανθρώπους
που πέρα κάνει βάσανα και κόπους!

Και το χορό αν χορεύει νιος λεβέντης
της γης και τ’ ουρανού ειν’ αυτός αφέντης.
Κι αν λυγερή κοπέλα τον χορεύει,
τους άντρες όλους γύρω της παιδεύει.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

                    ΤΟΤΕ...

Γυρίζω μες στην πόλη αυτή και ψάχνω.
Για να ’βρω τι; Δεν ξέρω να το πω.
Και λέω: δύναμη θα πρέπει να ’χω-
ακόμα για πολύ θα περπατώ...

Κάποτε κάτι πέτρες αντικρίζω
που η θέα τους με κάνει και σκιρτώ.
Τότε λιγάκι-μα του κάκου-ελπίζω:
κάτι άλλο μοιάζει να ’ναι που ζητώ.

Πιο πέρα μιαν αυλή χορταριασμένη
τα θαμπωμένα μάτια μου θωρούν
μ’ ακόμα η ψυχή είναι μουδιασμένη-
και τώρα τα φτερά της δεν πετούν.

Γνωστά τοπία βλέπω, παλιά κτίρια
που μένουνε ακόμα ζωντανά 
δρόμους με στοματάκια ακούω μύρια
στ’ αυτια μου να μιλούν τα ορφανά.

Μα ουτε τότε η ψυχή δε λέει
ν’ αρχίσει τον τρελό της το ρυθμό
και ο αγέρας πνιγηρός ως πνέει
κάτω απ’ τον ουρανό τον σκυθρωπό

μου λέει: «θα ψάχνεις άραγε ως πότε;
Φτάνει. Ποτέ δε θα το βρεις αυτό.
Γυρεύεις το παιδί που ήσουν τότε-
γυρεύεις τον αγνό σου εαυτό».
                  TO ΓΡΑΜΜΑ

Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις
να το κλείσεις στον φάκελο
που απορεί γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.

Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.

Να γράψεις ένα γράμμα.

Κι όταν τελειώσεις και τον φάκελο σφραγίσεις
να τονε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά
λικνίζοντας στον αέρα τον καπνό του
που εσύ τον αναπνέεις.
Και οι λέξεις του
στο αίμα σου αίμα πάλι να γίνονται
και στην ψυχή σου ψυχή.

Και αύριο
εκεί που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δεν θα έχει περάσει
να σκεφτείς «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».

Και να πάρεις πέννα και χαρτί,
και
σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.

     ΟΙ ΟΡΧΙΔΕΕΣ ΕΧΟΥΝ

Oι ορχιδέες έχουν ένα άνθος
που μοιάζει με το θήλυ κάποιου εντόμου.
To άρρεν κατακλύζεται από πάθος
στη θέα αυτού του θαύματος του εγχρώμου

νομίζει ότι βρήκε ερωμένη
κι αμέσως φλογερά την αγκαλιάζει.
Σα φεύγει, στο κορμί του κολλημένη
του λουλουδιού η γύρη αναγαλλιάζει.

Με μια λοιπόν στενή συνεργασία
οι όρχεις oι ερωτύλοι κι η ορχιδέα
(θα έλεγα με μιαν ανθοβασία)
φυτά μας προμηθεύουν πάντα νέα.
          ΜΙΑ ΚΑΤΑΡΑ

Μία κατάρα του ’χει ορίσει
πίκρα να δίνει στους ανθρώπους.
Πάντα και σ’ όλη του τη ζήση
παντού-στης γης όλους τους τόπους.

Μα όσο λυπάται και πονάει
κι αυτός μ’ αυτή του τη συνήθεια
τόση χαρά και καρτεράει
να πλημμυρίσει του τα στήθια

όταν οι μέρες του σωθούνε
και οι κακίες όπου κάνει.
Aλήθεια πόσοι θα χαρούνε
σα θα ’ρθει η ώρα να πεθάνει...
                        Η ΡΙΖΑ

Ζω μες στα σκότη. Στα υπόγεια βύθη.
Σκουλήκια λασπωτά με τριγυρίζουν.
Και κάθε ώρα που ’ρχεται με βρίσκει
όλο και πιο στο χώμα να βυθίζω.

Όμως ψηλά, πάνω απ’ το μαύρο χώμα,
πλέοντας μες στο φως και στον αέρα
πανευτυχής υψώνεται ο ανθός μου.
          ΜΑΣ ΤΡΑΒΟΥΝ

Στην αρχή είμαστε σε μια βάρκα.
Σκύβοντας δε βλέπουμε νερό.
Σχήματα από ανθρώπινη σάρκα
ξεχωρίζουμε με τον καιρό.

Ύστερα ύφαλα και καρίνες
βλέπουμε κοιτάζοντας ψηλά
και ήρεμα ασταμάτητες δίνες
μας τραβούν όλο πιο χαμηλά.
                   ΤΟ ΠΡΑΟ

Χαμένες στου νου τα βαθιά τα υπόγεια
χαμένες μακριά απα’ στην άπλα της γης
κι αυτές κι όσα δε μου ψιθύρισαν λόγια
κι αυτές κι οι κενές τους ματιές οι αναιδείς.

Πώς μάκρυναν έτσι οι σκιες των Πραγμάτων-
οι άνθρωποι, οι τόποι, το Τώρα, το Εδώ...
πώς έχει θαμπώσει η υφή κι η έννοιά των
κι εγίνη η θωριά τους θολή, αναιμική…

Να είναι που τάχα όσο πάω γερνάω
και λιώνει το σώμα και μένει η ψυχή
και τώρα αρχινάν τα δικά της τα μάτια
να βλέπουν; Τα μάτια!.. Φαιδρά που αντηχεί!...
Γιατί στου τρανού Μηδενός τ’ άγια πλάτια
το Τίποτα βρίσκεται μόνο το πράο.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ

Κάποτε, παλιά, έπεσα.
Χτύπησα.
Μάτωσα.
Πόνεσα.
Φώναξα-κανένας δε μ’ απάντησε.

Σκιες περνούνε δίπλα μου.
Με σπρώχνουν.
Πέφτω πάλι και πάλι.
Έτσι είναι ο κόσμος τους.
Οι Καιροί σπέρνουν, οι Πόνοι θερίζουν.

Δε γεννήθηκα.
Κατάρα και Οργή με πλάσσνε
κι όταν η ώρα ήρθε
με φανέρωσαν.
Ο ουρανός Πέτρα.
Η Πέτρα Άβυσσος.
Ο Μεγάλος Προστάτης μ’ έριξε στον κόσμο γυμνή-
τη μόνη αλήθεια ανάμεσα στα ψέματα.

Περπατώ σαν πράγμα.
Είδωλα μ’ αγγίζουν.
Η Νύχτα με παίρνει και με πάει.
Η μέρα με ξερνάει κάθε πρωί μέσα στα παλιά της
εμέσματα.

Ξέρω. Βαθιά μου ξέρω.
Από το Δέντρο μαζεύω τα άνθη μόνη εγώ.
Τα μυστικά όλα γνωρίζω.
Περιβάλλω το Θείο όπως η φλούδα του το
βαλανίδι.
To Ανώτατο
χαλίκι κάτω από τα πόδια μου.
Βλέπω όπου κανείς δέν υποψιάζεται.
Είμαι μπροστά.
Είμαι Πρώτη.
Εγώ-η τελευταία.
Στέλνω το Φως και φωτίζω κάθε φορά κάτι.
Αυτό
τότε
υπάρχει.
Στην κορυφή όπου στέκω φαίνονται όλα: το Χάος, η Ντροπή, ο Φόβος η Απελπισία,.
Ο θεός από τον ουρανό του προσεύχεται σε μένα.

Κάποτε ,παλιά, έπεσα.
Και ρίζωσα και υψώθηκα θεόρατη πάνω απ’ Όλα.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΞΕΝΙΤΕΙΑ

Όπως πετρώνει το τσιμέντο
που φτιάχνουν οι χτίστες
(το ’δα μια μέρα στο Τολέντο
που χτίζαν τις πίστες

στων ταυρομάχων τις αρένες),
κι όπως η λάβα
φόρμες ταιριάζει πετρωμένες
με χρώματα μαύρα

(κάνοντας έτσι και πτυχώσεις
στης γης το δέρμα),
ίδιο ένα πέτρωμα θα νιώσεις
στο νου και στο αίμα

όταν στα χόρτα καθισμένος
που η Άνοιξη εγέννα
ταλαιπωρείς συλλογισμένα
μπλοκάκι και πέννα.

Απαραιτήτως βέβαια πρέπει
(νομίζω δεν το είπα)
άδεια από χρήμα να ’ναι η τσέπη
και να ’σαι στις ΗΠΑ.
            ΜΑΣ  ΕΙΠΕ

Μας είπε πως η κόρη της σκοτώθηκε
σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Η φωνή της χωρίς πνοή και χρώμα ηχούσε
σαν κάτω από τη γη να ’ρχόνταν. Και σαν
τα εικοστρία χρόνια της σκοτωμένης κόρης της
να προστεθήκαν στα δικά της,
έτσι τα πόδια έσερνε ως περπατούσε
λες ξάφνου έγινε πολύ γριά.
Και καφέ μας έφτιαξε με άλλα χέρια.

Μ’  ας πάει να λέει και να κάνει.
Την κόρη αυτήνε δεν την είχαμε ποτέ μας δει
άραγε κόρη δεν υπήρξε.

Ας πάει να λέει και να κάνει.
               ΟΥΤΕ  ΔΩΡΟ

Τόσο ανάξιος έμπορος ήμουν εγώ λοιπόν
που δεν επάτησε ποτέ κανείς στο μαγαζί μου
και το μεγάλο απόθεμα των τόσων υλικών
ακόμα ακέριο κι άθικτο μένει στην κατοχή μου;

Τόσο αδέξια ήτανε η δική μου τακτική
και τόσο διέφερε πολύ από αυτήν των άλλων
που όλοι προτιμούσανε και πήγαιναν εκεί
και αδιστάκτως μάλιστα και αυθορμήτως μάλλον;

Τόσο δεν ήθελε λοιπόν κοντά κανείς να  ’ρθει
στο χώρο που είχα όλη μου απλώσει την πραμάτεια
κι όταν την άπλωσα ήμουνα σαν λούλουδο που ανθεί
και τώρα βάζο αλάβαστρο που κείτεται κομμάτια;

Και τώρα που αποφάσισα να δώσω δωρεάν
τα πλούτη που αδιάθετα μου πιάνουνε το χώρο
στο κάλεσμά μου οι άνθρωποι φεύγουνε ως εάν
από εμέ δε θέλουνε να πάρουν ούτε δώρο.
      ΕΝ’  ΑΨΥΧΟ   ΚΟΥΦΑΡΙ

-Ποιος εισ’  εσύ που  ’ρθες εδώ
 στο σπίτι μου απόξω
 και περκαλείς γονατιστός
 την πόρτα να σ’  ανοίξω;

-Είμαι αυτός που ως τα χτες
 αγάπη σου ζητούσα
 κι εσύ δεν καταδέχοσουν
 ούτε να με κοιτάξεις.

-Εσύ  ’χες μάτια σκοτεινά
 πώς λάμπουν έτσι τώρα;
 εσύ  ’χες άσχημη θωριά
 και τώρα είσαι ωραίος.

 Πρώτα τα χείλια σου ήτανε
 στεγνά και μαραμένα
 κι ως χτες που σ’  ήξερα ήσουνα
 γέρος κοκκινοτρίχης.

-Χτες βράδυ στην απόκρυφη
 την αγορά επήγα
 και την ψυχή μου έδωσα
 για ομορφιά και νιάτα.

 Τρεις μέρες θα  ’μαι όμορφος
 τρεις μέρες θα  ’μαι νέος-
 τρεις μέρες-και την τέταρτη
 άσχημος πάλι-γέρος.

-Βάγια Βαγιώ Βαγιούλα μου
 κλείσε τα παραθύρια
 την πόρτα διπλασφάλισε
 κι άμα ρωτούν για μένα

 να λες πως είμαι άρρωστη
 με πυρετό μεγάλο
 κι ότι τρεις μέρες μοναχή
 πρέπει να μείνω τάχα.

 Τρεις μέρες-και την τέταρτη
 έλα να με βοηθήσεις
 να διώξουμ’  ένα γέρικο
 εν'  άψυχο κουφάρι.
    ΜΑΖΙ  ΤΟΥΣ

Μαζί με το σώμα
ο θάνατος παρασύρει
όλες τις λέξεις τις επιούσιες και επικλινείς
και όλες τις λέξεις
τις μη επιούσιες και μη επικλινείς.

Ύστερα, ούτε ο αέρας που πριν
αυτές γέμιζαν δε μένει
ούτε η ηχηρή προφορά
ούτε η αίσθηση του νοήματός τους.

Μαζί τους παίρνουν όλες τις πηγές τους
και βυθίζονται
αφήνοντας λευκή την επιφάνεια
για καινούργιες ψευδαισθήσεις.
         ΝΑ  ΖΗΣΟΥΜΕ

Στα στενάκια μας κλεισμένοι
στριμωγμένοι, διπλωμένοι
ανασαίνουμε
κέφι κι ώρα για κραιπάλη
δεν αφήνει η βιοπάλη
και πεθαίνουμε

ζαρωμένοι στο καυκί μας
και στην ώρα την κακή μας
διπλοκλείδωτοι.
Αχ και πότε θα ξανοίξει
και για μας-να μας αγγίξει
πρωτοείδωτη

μία νέα αλέγρα ζήση`
μακριά να μας κρατήσει
απ’  τα χώματα
ν’  απλωθούμε-ν’  ανοιχτούμε
στα ξενύχτια να ριχτούμε
και στα πιόματα…

να φουσκώσουνε τα στήθια
φλόγα όλο κι όλο αλήθεια 
ν’ αψηφήσουμε
τα μικρά και τιποτένια
και χωρίς καμία ένια
πια να ζήσουμε.
                                   ΜΕΛΙ
                 
Περνάν οι τουρκογύφτισσες να παν στο πανηγύρι.
Οι φούστες ανεμίζουνε. Oι μπούστοι αφροφουσκώνουν.
Aνάλαφρο περπάτημα τα ποδαράκια απλώνουν
και μια δροσιά ξεχύνεται στο καυτερό λιοπύρι.

Περνάν οι τουρκογύφτισσες κι όπου το μάτι γείρει
βλέπει χεράκια μελαψά σαν πλόκαμοι ν’ απλώνουν
και κόρφους ασημόχρυσους που πόθους ξεσηκώνουν-
πόθους που μοιάζανε νεκροί και που φαντάζαν στείροι.

Πετράδια ψεύτικα τ’  αυτιά και το λαιμό στολίζουν
κι έρωτες στα μαλλάκια τους τα μαύρα παιχνιδίζουν
κι όταν το λάστιχο κορμί ξεδιάντροπα λυγάνε
μοιάζουν θεές της ηδονής και της χαράς αγγέλοι
που αν τα δροσάτα χείλια τους δαγκώσεις στάζουν μέλι
και ζαχαρένιες σαϊτιές τα μάτια τους πετάνε.
SIEN WITH CIGAR IN WHITE
DRESS SITS NEXT TO STOVE
ON THE FLOOR 
(Van Gogh)

Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου-
δίπλα στη σόμπα καθιστή, επάνω στις σανίδες,
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.

Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου, 
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ηλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του ανθρώπου.

Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
Μόνη συντρόφια μες σε δυο σκελετωμένα χέρια
ένα τσιγάρο αμήχανα που στέκεται, σαν βέλος
που πεθαμένα τόξεψε-νεκρά δυο περιστέρια;

…Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δεν σου ’κλεψε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει. Μα ως για μας, για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΞΕΡΟΝΤΑΣ

Αύριο, λέγανε.

Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ.
Μόνο τα χτες ερχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο
όλο και πιο πυκνά
όλο πιο κοντινά
τόσο που δεν τα προλαβαίνανε
όπως οι εργάτριες στα εργαστήρια της ζαχαροπλαστικής
δεν προλαβαίνουν με χρυσόχαρτο να ντύσουνε
τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή σοκολατάκια.

Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε.
Να πούνε χτες το αύριο
να σβήσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το
να προχωρήσουνε πιο γρήγορα...

Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα
τα χτες τούς φτάσανε ως το λαιμό
και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε
ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί
ξέροντας όμως τώρα πια
πως αύριο δεν υπάρχει.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις
είναι χρυσάφι, αν με αξιοπρέπεια
στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο τη φορέσεις.

Αρκεί στις ειρωνίες να μην κιοτέψεις
και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς 
μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος
και μεγαλοπρεπής
ως βασιλέας.

Τότε, κάποιος, που ξαφνικά θα καταλάβει,
με σεβασμό μπροστά σου θα υποκλιθεί.
Και ύστερα
θα τον ακολουθήσουν ένας ένας
οι άλλοι όλοι-
πια θα είσαι βασιλιάς.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά του.
Ε και λοιπόν;
Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο.
Και ο βοσκός χτυπώντας με τη ράβδο του το χώμα.

Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα.
Ε και λοιπόν;
Και ο μονάχος μ’ ένα ω.
Και το κορίτσι μ’ ένα ε.

Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ.
ΧΑΜΕΝΟ

Ήρθε τα μεσάνυχτα καθαρά και χωρίς αμφισβήτηση
βγαίνοντας μέσα από κάτι γράμματα και μαγνητοταινίες.

Μιλάω για την αίσθηση πως είσαι μόνος-
καλίτερα ότι πάντα ήσουν μόνος και δεν το ’ξερες.

Και πίσω από την αίσθηση αυτή ακολουθούσε
η οριστική γνώση της πληρότητας
και της αυθυπαρξίας.

Κατάλαβα πια πως ό,τι είχα μαζέψει ως τότε
ήταν απόλυτα δικό μου
κι ό,τι είχα χάσει
οριστικά χαμένο ήταν.
         ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ποτέ μου δεν απόκτησα
σπίτι στη γη επάνω.
Μα έχω σχέδια πολλά
για όταν θα πεθάνω.

Θα 'χω ένα σπίτι τότε εγώ
που όλα θα χωράει.
Η γη σαν μια πετρούλα του
μικρούλα θα μετράει.

Ήλιους θα έχω λαμπερούς
για φώτα' και τα βράδια
όχι φτηνούς πολυέλεους
μα ολόγιομα φεγγάρια.

Αντίς χαλιά, στο πάτωμα
θα στρώνω Γαλαξίες.
Κομήτες μες στα βάζα μου
θα έχω για γαζίες.

Κι αν χρειαστώ και της βροχής
τις δροσερές σταγόνες
ωραία νεφελώματα
θα βρέχουν για αιώνες.

(Και θα 'χω για ενθύμιο
φυλάξει σε μιαν άκρη
απ' τη ζωή που 'ζησα 'δώ
μιαν αδικιά-ένα δάκρυ).

Πάρκα του και δωμάτια
αλλέες, σοφίτες, κήποι,
θα 'χουνε όλα τα καλά-
τίποτα δε θα λείπει.

Και στην κρεββατοκάμαρα-
θυμάμαι, ας μην το είπα-
θα 'χω σε μια γωνία της
κομψή μια μαύρη τρύπα.
ΤΟ ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ

Κάποιες φορές αιστάνομαι
σαν μελανοδοχείο
που κάποια πέννα μέσα του
βουτώντας ταχτικά
μαύρα αραδιάζει γράμματα
πάνω σε άσπρη κόλλα-
μαύρα αραδιάζει γράμματα
σε φύλλα ολολευκά.

Και κάποια μέρα μέσα μου
η πέννα σα χωθεί
μελάνι άλλο δε θα βρει
θε’ να ’χουνε σωθεί
οι στάλες της ολόμαυρης
κι ολόστιφης ζωής μου
και κάποιο χέρι νευρικό
θα σπάσει το γυαλί μου.
                   PINK PEACH   TREES
                           (Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς,  χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να  ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’  αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα  ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’  την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".
    ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝ

Όσους κι αν γνωρίσω ανθρώπους
(γνωριμιές που παν χαμένα),
όλοι τους ή κι ένας ένας
κάτι θέλουν από μένα.

Αλλά τη στιγμή την ίδια
κι ο θολός δικός μου ο νους
ξέρει πως το δίχως άλλο
κάτι θέλει από ’κεινούς.

Μα ουτ’ εγώ τι θέλω λέω
ούτε αυτοί τι θένε λεν
κι όλος ειμ’ εγώ ένα «όχι»
κι αυτοί όλοι είν’ ένα «δεν».

«Δεν» και «όχι» που ανοίγουν
τα ολομαύρα τους φτερά
και σκοτώνουν όποιας γνώρας
ελπιδότροφη χαρά.

Και για τον καιρό αφού πούμε
και για την πολιτική
στη μονιά του πάει καθείς μας
και ξανά μένουμε εκεί.

Και την κάθε μέρα έτσι-
άρνηση γεμάτοι ζώντας
και τα «θέλω» του ο καθένας
μέσα του σφιχτά κρατώντας,

σ’ ένα μνήμα μπαίνουμε όλοι
μαύρο, κρύο και μοναχό,
με τα «όχι», νεκροθάφτη,
κι άξιον του τα «δεν» βοηθό.
                                    ΠΕΣΜΕΝΟΣ

Πεσμένος στη καρέκλα του μ’  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δε δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’  αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.
ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
(1184 π.Χ: Οι Έλληνες καταλαμβάνουν την Τροία,
στην οποία εισέρχονται χρησιμοποιώντας τον Δούρειο Ίππο.)

Του κάκου την καταστροφή η Κασσάνδρα
είδε μες στ’ άλογο να κρύβεται.
Του κάκου ο Λαοκόοντας και οι γιοί του συμβουλέψαν.

Οι τρώες δεν τους δώσαν σημασία.

Ήταν γιατί ο Σίνων πειστικός εδείχτη;
Ήταν γιατί άδειο το στρατόπεδο από αχαιούς να δούνε
σκέψη στην τόση τους μέσα χαρά δεν εχωρούσε;
Ή τάχα μία βούληση ασύνειδη
εκβιαστικής προαγωγής της Μοίρας
για να χτιστεί απ’ τον Αινεία η Ρώμη;

Ότι κι αν ήταν, με τιμές μεγάλες
μπάσανε τ’ άλογο στην πόλη μέσα.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

24 ΑΠΡΙΛΗ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΖΩΑ
(στίχοι για παιδιά)

Εδώ δεν ξέρω φίλοι τι να πω.
Κι εγώ πολύ τα ζώα τ’ αγαπώ.
Μα όμως αγαπώ και τους ανθρώπους.
Ν’ αποφασίσω-όχι-δεν έχω τρόπους.

Καθείς ας απαντήσει μοναχός του
στο μέγα θέμα αυτό που στέκει εμπρός του.
Μη με ρωτήσετε-δεν έχω γνώμη.
Ίσως Θεός αν γίνω... μα όχι ακόμη...
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου  πες ποιον δε θα βρω
σα θα  ’ρθω στο χωριό μου;

-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός
πέθανε ψες το βράδυ
ένας αγέρας απαλός
τον πήρε ως τον Άδη.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
και πάνω του έτρεχ' αίμα
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
μες στης ζωής το ψέμμα;

-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις
την αγαπητικιά σου
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού
και ψίθυρος του δάσου.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα ’ρθω στα χώματά μου;

-Το στομα ας ήταν σφραγιστό
της μάνας σου της μαύρης
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.

                         L. A. 12 Μάη 1987

   ΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σαν πρόσωπα μου μοιάζουνε
τα φύλλα των βιβλίων
που σοβαρά κοιτάζουνε
αυτούς που τα διαβάζουν.
Άλλοτε άλλα μοιάζουν
με πρόσωπα αγίων
που βλοσυρά κι αμίλητα
μετράν την αμαρτία, 
άλλοτε με αφίλητα
πρόσωπα κοριτσιών
που βόλτα ομαδόν
βγήκανε στην πλατεία.
Κι έκπληξη άλλα μοιάζουνε
να ‘χουνε ή απορία
καθώς θωρούν να ψάχουνε
μέσα τους κάτι όντα
με ανύπαρκτα προσόντα
για τέτοιαν ιστορία.

ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ

Στο κελί όπου κλεισμένος είσαι
υπάρχει μυστική μια πόρτα
που ανοίγοντας σε δίνει έξω
στων Πραγμάτων τον κόσμο.

Υπάρχει μια πόρτα.

Μπορεί
σκέφτεσαι
κάποιο κουμπί να την ανοίγει.
Ή πάλι να προσμένει μία λέξη να ηχήσει
και συντρίμμια
στη δόνηση που εκείνη θα της φέρει
να σωριαστεί.

Και σηκώνεσαι
και τον τοίχο ψηλαφάς
και λέξεις μαγικές γυρεύεις.

Όμως μόνο ακινησία
και σιωπή αν γίνεις
η πόρτα όχι μόνο, μα και οι τοίχοι
θα γκρεμιστούν
και όλα τότε
φως και ζωή θα είναι.
             ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Όταν λοιπόν θα πάω στην Αθήνα
και θα 'μαι εκεί κοντά τους ένα μήνα
τα’ αδέρφια κάτι εμείς να πούμε πρέπει
το φως αμίλητα να μη μας βλέπει.

Λοιπόν ας πούμε όσα στριμωγμένα
μέσα μας βρίσκονται καιρό θαμμένα-
καθείς αυτό στον άλλο το χρωστά
έτσι που ζούμε χρόνια χωριστά.

Απ’ όσα κλει’ η καρδιά και η ψυχή μας
κι η δίψα όσα ποθεί η αδερφική μας
ας δώσουμε όσα πρέπει να δοθούν.
...Μα όχι,αυτά δεν πρέπει να ειπωθούν…

Του νου ας πούμε τότε τα παιχνίδια
της φαντασίας τ’ άσωστα παιχνίδια
τα όνειρα που πλαντούνε στη σιωπή.
...Μα ποιος ακούει τέτια αν ο άλλος πει…

Να λέγαμε για πάθη και για μίση;
Καθείς τον άλλο θα παρεξηγήσει.
Ισορροπία έτσι μια λεπτή
σε τέτοια δεν αντέχει κριτική...

Για ποίηση-που να ’ναι ξορκισμένη;
Όλων τα λέκτρα η σεπτή δεν χλιαίνει.
Για το ηλιοφώς τη φύση που μισεί;
Λόγο ποιος θα 'στεργε τέτοιον θρασύ;

Μα να! Ας πούμε για Φιλοσοφία!
Για Τέχνες! Για των άστρων την πορεία!
Τα τέτοια μάλλον λέγονται ευχερώς.
...Όμως κανείς μ’ αυτά είναι ανιαρός...

Λοιπόν στην πάντα τα απαγορευμένα.
Ας πούμε κάτι απ τα συνηθισμένα-
για χόμπυ, για συνήθειες, για δουλειές,
για γνωριμίες νέες και παλιές...

Ναι! Αυτά θα λέγαμε ανυπερθέτως
αν αιστανόμασταν κάπως ανέτως.
Μα κάτι άλλο και την ώρα αυτή
να γίνει από κάποιον θα βρεθεί….

Καλά. Κάτι θα βρούμε. Υπάρχουν τόσα.
Δεμένη δε θα μένει έτσι η γλώσσα.
Δε θ’ απομείνουμε βουβοί εντελώς.
...Ορίστε! Ο καιρός είναι καλός!
Ακόμα η γλώσσα κι άλλο θες να τρέξει;
Αμέσως: αύριο μάλλον θα βρέξει!...


                                                               L. A. 23-5-1997
           Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕ!

Σ' ευχαριστούμε Θε’ που πήγες κι έδεσες
στο άρμα του Φαέθοντα τη σφαίρα του Ηλίου.
Σ’ ευχαριστούμε Θε’ μου που μας έδωσες
τη ζέστα την ανήλεη-τη φλόγα του Ιουλίου.

Σ’ ευχαριστούμε Θε’ μου που δε γίνεται
κλεισμένοι μες στα σπίτια μας ολόημερα να ζούμε-
που πρέπει μες στην άσφαλτο που ψήνεται
τη μέρα οπωσδήποτε μια δυο φορές να βγούμε.

Κι απέ Θεέ την Πρόνοια Σου δοξάζουμε
και μύρια ευχαριστήρια Σου ψάλλουμε Κοντάκια
που όταν μέσα μπούμε ξεδιψάζουμε
μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό που ξεχειλάει παγάκια.

                                 K. A.   Ιούλιος 1989              
ΝΕΚΡΟΚΕΡΙΝΗ

Σ’ αυτό τον τάφο που άνοιξαν
οι κάτοικοι οι πρώτοι
μες στα υγρά του σκότη
τι να ’κρυψαν-τι να ’ριξαν;..

Ποτέ μου δεν εζήτησα
να γίνω τυμβωρύχος
μ’ αφού το θέλει ο στίχος
τον τάφο τον εσύλησα.

Μέσα η Αγάπη κλείνονταν.
Mε βιάση πεταμένο-
με σύρματα δεμένο
τ’ αβρό κορμάκι εκείτονταν.

Kι αντίς γι αγάπη αέρινη
που ήξερα εκεί πέρα
βρήκα σ’ αυτή την ξέρα
μια Αγάπη νεκροκέρινη.

Στ’ άσαρκο πλάϊ λείψανο
το σώμα μου ξαπλώνω…
μα πάλι μένει μόνο
και πάλι αξεδίψαγο...

              L. A. 1-9-87
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ

Αυτό το δανεικό μικρό βιβλίο-
αυτή η ποιητική ανθολογία –
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη και κρύα-

ετούτο το βιβλίο που επήρα
εχτές στη Δημοσία βιβλιοθήκη-
ετούτη η φωτερή ανθοπλημμύρα-
αυτά τα ονειρικά χερσαία τα φύκη-

ετούτο το μικρό βιβλιαράκι,
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε!
τι ανήκουστα θεριά! τι θείοι δράκοι!
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!

Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία-
τι κάστρα μαγικά κρύβει εντός του!
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία-
χορτάτες πώς οι ύαινες του Νόστου!

Και πώς μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που 'χει κρυμμένα...

Καθώς με κρύα χέρια ξεφυλλίζω
τα φύλλα τ’ απαλά σαν περιστέρια
εντός του άλλα πρόσωπα αντικρίζω
και βλέπω να σαλεύουν άλλα χέρια.

Και τρέμοντας τα χέρια μ' αγκαλιάζουν
κι ολόχαρα ματάκια με θωρούνε
και άϋλα κορμάκια πλησιάζουν
το φίλο τον καινούργιο για να δούνε.

Και μέσα τους αφήνομαι και σ’ άλλη
ζωή και κοινωνία φτερακίζω
και κει αναστηλώνομαι και πάλι
και πάλι προσπαθώ... και πάλι ελπίζω...

                               L. A   18-6-1991

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Καλώς τηνε. Κάθισε. Και πριν απόλα να σε ευχαριστήσω που διάλεξες την ημέρα του βιβλίου για να έρθεις και ν’ αρχίσουμε τη δουλειά. Κατά δεύτερο λόγο να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κυρία Κοντού που σ’ έστειλε. Μου είπε ότι ξέρει τι είδους κοπέλα μου χρειάζεται και ότι θα μου την έβρισκε. Και το έκανε. Δε θέλει πολλά ένας άνθρωπος στην ηλικία μου για να καταλάβει κάποιον μόνο βλέποντάς τον απέναντί του. Η έκφραση του προσώπου, το σχήμα του στόματος, η στάση του σώματος, ο τρόπος που μπήκες στο δωμάτιο, η χροιά, η ένταση και η ηρεμία της φωνής σου σωστά αξιολογημένα, τα μάτια σου που για μια στιγμή κοίταξα μέσα τους, είναι υπεραρκετά στοιχεία για κάποιον που διαθέτει παρατηρητικότητα, λογικό και διαίσθηση για να εννοήσει με τι άνθρωπο έχει να κάνει.
Κάθισε.
Όταν έμαθες για μένα της είπες πως δε θέλεις χρήματα γι αυτό που θα κάνεις εδώ. Εγώ θα σου δώσω ότι μπορώ. Και αν βρίσκεσαι εδώ ώρες φαγητού, θα σου προσφέρω ένα πιάτο από το φαγητό της ημέρας μου.
Ακόμα θα σου προσφέρω τη γνώρα ενός άλλου κόσμου. Τη γνώση μάλλον ότι υπάρχει κι άλλος κόσμος εκτός από τον γνωστό για όλους. Ο δικός μου κόσμος είναι αυτοί οι τέσσερες τοίχοι που βλέπεις με ό,τι κλείνουν ανάμεσά τους. Είναι ο κόσμος των βιβλίων. Είναι ο κόσμος της ποίησης και της φιλοσοφίας. Εδώ το χρήμα είναι οι λέξεις και τα εργοστάσια είναι το Χαρτί, το Χέρι και το Μολύβι όλα κι όλα. Αυτά παράγουν συνεργαζόμενα όλα τα απαραίτητα για τη ζωή προϊόντα. Η ενέργεια για όλα τους είναι το ταλέντο, ένας ήλιος όχι με υδρογόνο και ήλιο, αλλά που είναι φτιαγμένος από σκέψη, στοχασμό και φαντασία.
Όσο βρίσκεσαι μέσα εδώ καλά θα είναι για τη δουλειά μας να ξεχνάς τον έξω κόσμο.
Η διάρκεια που θα έχει η δουλειά μας θα είναι για σένα ένα ταξίδι ενός μηνός στον κόσμο που αγαπάς και που επιθυμείς να πας χωρίς να το έχεις καταφέρει μέχρι τώρα.
Σου δόθηκε αυτή η ευκαιρία με όσα σου είπε η κυρία Κοντού και συ δεν την άφησες να χαθεί.
Και ήρθες.
Πάντοτε ήθελα να πάω στο Παρίσι. Δεν τα κατάφερα. Εσύ ήρθες στο δικό σου Παρίσι. Και αν δεν δεις όλα τα μικρά και μεγάλα, κρυφά και φανερά θαύματά του, και αν δεν το ρουφήξεις όλο,  όμως θα γευτείς κάτι από το δικό σου Παρίσι με το ακροχείλι σου. Φτάνει η γεύση που για λίγο θα απλωθεί στη γλώσσα σου μετά από αυτή την στιγμιαία επαφή για να μπορείς να λές πώς είδες το Παρίσι και για να το ανακαλείς στη μνήμη σου όποτε επιθυμείς, θυμώντας τη γεύση εκείνη, όπως δεν ξεχνάς την γεύση του κρπουζιού  όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και όπως θυμάμενη το άρωμα του καρπουζιού ξεχύνεται μέσα σου το καλοκαίρι όλο, έτσι και από δω και ύστερα θα γεμίζεις με το Παρίσι μας, αναθυμώντας τον ένα μήνα που θα περάσουμε μαζί.
Εκείνο που θα κάνουμε είναι να βάλουμε σε τάξη το χάος των χαρτιών που βλέπεις ολόγυρά σου, παναπεί να βάλουμε σε τάξη τη ζωή μου. Ταξινόμηση και καταγραφή όλων των γραφτών μου. Τελειώνοντας θα έχουμε βάλει σε μια σειρά όλον αυτό τον όγκο ασπρόμαυρων επιφανειών που είναι η περιουσία μου, όλων αυτών που έκανα στη ζωή μου περιγράφοντάς την.
Ξέρεις, αυτό δεν το κάνω για εκείνους που θα μπουν στο δωμάτιο αυτό όταν εγώ θα λείψω. Όχι. Εκείνοι, ο σπιτονοικοκύρης δηλαδή, θα μπει μέσα με μια καθαρίστρια, θα δει τα χαρτιά και τα βιβλία,  θα στραβώσει τα μούτρα του και την ψυχή του και θα ψιθυρίσει «τι στο διάολο είναι όλα τούτα;» και μετά δυνατά στην καθαρίστρια «πέταξέ τα όλα αυτά στα σκουπίδια. Αύριο θέλω να είναι το δωμάτιο καθαρό!» Και η καθαρίστρια αυτό ακριβώς θα κάνει. Όχι λοιπόν για κανέναν άλλο παρά για μένα. Μαζί εδώ οι δυο μας θα βάλουμε Τάξη στο Χάος. Και μετά από αυτό θα κρατώ όμορφα ταχτοποιημένα τα πεπραγμένα μου και έτοιμος να τα δείξω στον πρώτο που θα μου πει «Για δείξε μου τι στο διάολο έκανες εκεί κάτου;» Γιατί τι να του έλεγα; «Ψάξε και δες μόνος σου»; Αυτός δεν θα έχει χρόνο να ψάξει εκεί που έχω ασφαλισμένα τα γραφτά μου-και τόσο μακριά αλήθεια-, αυτός θα θέλει να του δείξω τη δουλειά μου εκεί και τότε. Θέλει μασημένο φαί. Γιατί πίσω θα περιμένουνε κι άλλοι για εκτίμηση. Μια ατέλειωτη σειρά. 
Λοιπόν… Με συγχωρείς, δεν σε ρώτησα αν θέλεις έναν καφέ, ένα ποτήρι νερό πριν αρχίσουμε. Όχι; Καλά. Λοιπόν βλέπεις εκείνη τη στοίβα;.. Όχι αυτή, δεξιά… πιο δεξιά… αυτή! Φέρτην εδώ.
Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ

Εξετάζοντας τον εαυτό του κάθε μέρα
Παρατηρώντας κάθε αντίδραση
Κάθε πτυχή
Κάθε ανασασμό του
Πρόσεξε
Ότι αμέσως πρεπει ν’ αναιρεί
Αυτό που κάθε τόσο διαπιστώνει
Και άλλην αποτίμηση αυτού που είναι
Απ’ αρχής
κάθε φορά να κάνει. 

Έτσι μελετώντας για καιρούς 
Όλο και πιο βαθιά έμπαινε
σε μία σφαίρα μέσα όπου
Η απογραφή όλο και πιο απλή γινόταν
Των συστατικών του, 
Ώσπου τέλος είδε ότι
Ολόκληρος δεν ήτανε παρά
Ένα καθάριο
Πάρκο. Ένας δεκαπεντάρης ποδηλατεί στην πίσω ρόδα του ποδήλατου μόνο. Τον καλώ. Έρχεται. Καλοντυμένος, όχι αλήτης. Του συστήνομαι και του λέω: Ξέρεις παιδί μου πόσα κεφάλια έχω δει σπασμένα από αυτό που κάνεις εσύ τώρα; Και άλλα από αυτά τα κεφάλια γίνανε καλά και άλλα δεν γίνανε… Αμέσως μου απαντάει σοβαρά αλλά με γέλιο: Αυτό είναι- μια τρέλα η ζωή. Και φεύγει με ταχύτητα στην πίσω πάλι ρόδα του ποδήλατου.
Τι θαυμάσια συνάντηση δύο αντιλήψεων! Της «τρέλας» του νεαρού και της «λογικής» της δικής μου…
Και ποιος μπορεί να κρίνει ποιο είναι «σωστό» ή όχι;
Κανείς.
Ίσως αυτό να είναι το μεγαλείο της ζωής.
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Πώς έτσι έφυγε κάτω απ’ τα πόδια μας η γη
και μετέωροι βρεθήκαμε (και-ποια γη; ποια πόδια;)
Πώς έτσι χωρίς ψυχή κυκλοφορούμε (και τότε
τι ’ναι αυτό που μας σκοτώνει;)
Πώς έτσι στο κενό κενοί γυρνάμε;
Πως έτσι βυθιζόμαστε;

Πώς μνήμες κενών πραγμάτων μας εξουσιάζουν
(κάποτε αυτά έγιναν);
και πώς εικόνες του μέλλοντος μας διατρυπούν
(κάποτε αυτά θα υπάρξουν);

Η μνήμη και η φαντασία αρρώστιες του μυαλού είναι
αυτό που έγινε δεν έχει γίνει
εκείνο που θα γίνει δε θα γίνει
χτες ποτέ δεν υπήρξε, αύριο ποτέ δεν θα υπάρξει.

Κηρύσσω το Πολίτευμα του Τώρα
και τη νέα γραμματική Του.
Λέξεις όπως το "πάντα", το "ποτέ", το "θα"
το "αν", το "ίσως", το "κάποτε"
και όλες οι δηλωτικές
μέλλοντος και παρελθόντος λέξεις
πρέπει να διαγραφούν απ’ το λεξιλόγιό μας.
Οι χρόνοι των ρημάτων πλην του ενεστώτα το ίδιο.
Πρέπει τα φρούτα να ’ναι ώριμα η να μην είναι.
Πρέπει το φως να ’ναι αναμμένο ή σβηστό.
Πρέπει να τρέχει ή να μην τρέχει το νερό.
Πρέπει να ζεις ή να μη ζεις-και τίποτ’ άλλο.

Κηρύσσω το Πολίτευμα του Τώρα (οι πληγές του δεν είναι αρκετές;)
Η ζωή μας είναι Τώρα.
Από το "ταυ" μέχρι το "άλφα" του όλα διανύονται.
Μόνο όταν στα τέσσερα γράμματά του μέσα
πλέουμε,
μόνο τότε είμαστε.
Και ιδού η τελευταία πρόταση
σύμφωνα με τη νέα γραμματική μου:
στα τέσσερα γράμματά του μέσα πλέουμε,
είμαστε.
ΣΤΗ GALINA
(συνάδελφο στην κλινική του Caplan)

Αν ήξερες Galina
πώς φέγγει ο ήλιος κάθε πρωί...

Τα ξανθά μαλλιά των μικρών κοριτσιών παίρνει
και μ’ αυτά υφαίνει το στεφάνι του.
Τον πόνο παίρνει των ευκαλύπτων
φλόγα τον κάνει
και μας πυρπολεί.
Με τις εκτεταμένες αγωνίες μας αχτίδες
μας τοξεύει.
Από τη φλόγα μας καιγόμαστε Galina.
                          
                                 L. A. 8-10-1988
Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Κάποια βραδιά πεθύμησα το χέρι
της μάνας στοργικά να με σκεπάσει
κι ολονυχτίς σαν ήσυχο να κοιμηθώ πουλάκι.

Μα πίσω δεν μπορεί κανείς να φέρει
τα χρόνια που γοργά έχουνε περάσει
και γελαστό κι αμέριμνο να ’ναι ξανά παιδάκι.

Τέτοιο θα ζήσω πάλι εγώ ένα όμορφο βραδάκι
του θάνατου καθώς θα μ’ αγκαλιάσει
το κρύο κροταλίζον άσπρο χέρι.

Τότε το χώμα θα ’χω εγώ για κρεβατάκι
και κει δε θα μπορεί πια να με φτάσει
της ζήσης η φωτιά και το μαχαίρι.
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ;

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας-
που άνετα κάθονται στο πίσω κάθισμα του ταξί
και "Ρίτς Χοτέλ" διατάζουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας
και μας φθείρουνε και μας σκοτώνουν;
Ποιοι είναι αυτοί οι πάντοτε χαρούμενοι
οινγελαστοί κύριοι
που πάντα συνοδεύονται από κομψές κυρίες και δεσποινίδες;
Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι που ζουν με τη ζωή μας;
        ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΠΗΛΙΑ

Δε θέλω εγώ ενός ηλιού μόνο την καλημέρα
δε θέλω εγώ μιας μοναχά γυναίκας το φιλί.
Εγώ είμαι φως μέσα στο φως κι αγέρας στον αγέρα-
εμένα το σελάγισμα του Απείρου με καλεί.

Ο εραστής δεν είμαι εγώ της μιας νυχτιάς και μόνο
εγώ δεν είμαι μοναχά μιας πόρτας το κλειδί
εγώ φωτιά μες στη φωτιά και πόνος μες στον πόνο
κι από το δέντρο δε ζητώ μονάχα ένα κλαδί.

Δεν είμ’ εγώ ένα μικρό ρυάκι που κυλάει
τo λιγοστό νεράκι του πάνω στην έρμη γη
εγώ είμαι ο μόνος χείμαρρος που ακράτητος χυμάει
εγώ κι η θάλασσα-εγώ κι η αστείρευτη πηγή.

Δε θέλω το κελάδημα ενός μονάχα σπίνου
της φτερωτής εγώ ζωής γυρεύω τη μιλιά
δεν ψάχνω για το λούλουδο και τ’ άρωμα του σκίνου:
το πρώτο θέλω φύτρωμα στη σκοτεινή σπηλιά.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά του.
Ε και λοιπόν;
Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο.
Και ο βοσκός χτυπώντας με τη ράβδο του το χώμα.

Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα.
Ε και λοιπόν;
Και ο μονάχος μ’ ένα ω.
Και το κορίτσι μ’ ένα ε.

Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ.
ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματός σου τη γλυκειά φωλιά θα μ’ έβαζες;
-Φαγάκι θα ’σουν και θα σ’ έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν γίνομουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Πηρουνάκι θα ’σουν και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καημό με ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει...
-Λωλό μου μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-...Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Πώς τα ονόματα-του κόσμου εγώ την τάξη-
να την αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρα τα ματάκια σου τα ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου το αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι.
Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του ’κοψε ένα ρόδο.
-Αχ άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.
23 ΑΠΡΙΛΗ ΗΜΕΡΑ
ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
(στίχοι για παιδιά)

Βιβλία μικρά, βιβλία μεγάλα,
βιβλία έξυπνα, βιβλία κουτά,
βιβλία χαρούμενα ή λυπημένα,
βιβλία για μεγάλους και παιδιά.

Διαλέξτε φίλοι μου-πλήθος βιβλίων.
Πάρτε στα χέρια σας να τα κoιτάξτε.
Άλλα απ’ αυτά ωφελούν και άλλα βλάπτουν.
Πάρτε και όποιο θέλετε διαβάστε.

Κι ό,τι διαβάστε κρίνετε μονάχοι:
καλό είναι; ταιριάζει στο μυαλό σας;
Αν όχι, κάποιο άλλο βιβλίο βρέστε
ή γράψτε σεις ένα βιβλίο δικό σας.

Κι αν κάποιος κάποτε για ένα βιβλίο
σας έλεγε καλό ή άσχημο κάτι,
μη βγάλτε σεις απόφαση αν πρώτα,
δεν το  ’ξετάσει το δικό σας μάτι.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΛΙΒΑΝΙ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ

Μια φορά το δίμηνο περίπου
οι ξεριζωμένοι συναθροίζονται.
Με τα καλά τους ντύνονται σεντόνια
γεμίζουνε τις τσέπες τους σπερνά
λιβάνι και κρασί και πάνε...

Τα κόκαλά τους τρίζουνε στις χειραψίες...
Διστακτικά κι αμήχανα τρώνε
σαν κάτι αταίριαστο να κάνουν.
Το κρύο της βραδιάς μπαίνει στο δωμάτιο
σα να ’τανε το σπίτι ανοιχτό.

Ανάμεσα σε δυο άδειες καρέκλες η συνεχώς ομιλούσα κυρία.
Aνάμεσα σε δυο χιονισμένα βουνά σιωπής
μια χαράδρα στεγνού λόγου.

Και η Tζούλια με τη μετάφρασή της.

Μια κυρία
κρατώντας ένα ποτήρι ψεύτικο κρασί
λέει δυνατά
"ήμουν προϊσταμένη του κυρίου Κελέκη".
Και οι λέξεις της πέφτουνε αμέσως κάτω
κούφια-άδεια λόγια
γιατί η προϊσταμένη είναι κενή και γκρεμισμένη
και γιατί ποτέ δεν υπήρξε κύριος Κελέκης.

Λέξεις κενές.
νομίζεις ότι τις φαντάστηκες.
Όμως όχι.
Ο οικοδεσπότης -τρία δολάρια το κεφάλι-
νιώθει την παρουσία τους
κι ανοίγει διάπλατα την πόρτα.

Οι λέξεις, που δεν έχουν τι να κάνουν
ορμούν έξω.

Ομιλεί ο κύριος πρόεδρος:
"Έχουμε την ευτυχή συγκυρία.." (πού την έχουν άραγε;)
"...τον κύριο Κωνσταντόπουλο
τέως δημοσιογράφο της ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗΣ..."
Ο κύριος Kωνσταντόπουλος από συνήθεια μόνο
διορθώνει: "της KΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ!"
και ξανακοιμάται.

Κάποιος γιατρός φωνάζει: “στην Αμερική
πρέπει ν' αγωνιστείς για να περάσεις στην αντίθετη όχθη
μα όταν βρεθείς εκεί, αυτό είν’ όλο-σώθηκες”.
Τι να σημαίνει τάχα “σώζομαι” ’δώ πέρα;                                           

                                                      L. A. 27-10-1992
ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Ένας αλήτης πέθανε.
Στην ύστερή του ώρα
κανείς δεν παραστάθηκε
κι ακόμα μέχρι τώρα
δε βρέθηκε ένας χριστιανός
να κλάψει το χαμό του
να τόνε ψάλλει ευλαβικά
να κάνει το σταυρό του.

Γι αυτό μετά την προσευχή
που κάνω κάθε βράδυ
εκεί στου δρόμου τη γωνιά
μες στο πηχτό σκοτάδι
γι αυτούς που δεν τους έκλαψε
κανείς, εγώ θα κλαίω
και κάθε βράδυ και γι αυτούς
μια προσευχή θα λέω.

Μόνο που σκέφτομαι κανείς
αν θα βρεθεί να κλάψει
όταν και μένανε θα βρουν
πεσμένον-ποιος θα κλάψει
το ξυλιασμένο μου κορμί-
δε σκέφτομαι κανένα
γι αυτό μαζί με τους νεκρούς
θα κλαίω και για μένα.
                     Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γέρνουν πια οι χρόνοι πάνω μου βαρείς.
Άγνωρος εστήθη γύρω μου χορός.
Μια φωνή ακούω-μέσα μου θαρρείς-
«πέρασ’ ο καιρός-πέρασ’ ο καιρός».

Στάθηκαν οι μέρες πια δε συναλλάζουν
κι ένας φόβος γύρω είναι φανερός
και τα πράγματα όλα σαν να μου φωνάζουν-
«Πέρασ’ ο καιρός-πέρασ’ ο καιρός».

Πλέον δεν αρχίζει τίποτε-το τέλος
έχει σ’ όλα δώσει, κρύος, φθονερός,
ένας πικροχάρος όπου σαν Οθέλλος
κράζει τρομερός: «ΠΕΡΑΣ’ Ο ΚΑΙΡΟΣ!»
    ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ

Ιδιοκτήτης επιτέλους
έγινα κι εγώ ακινήτου.
Είναι βέβαια μονάχα
ένα τόσο δα κομμάτι
κι ασφαλώς σπουδαίο δεν είναι
αλλά όμως είναι κάτι.
επιτέλους ιδιοκτήτης
έγινα κι εγώ ακινήτου.

Επιτέλους! Είν’ αλήθεια!
Έχω γίνει γαιοκτήμων!
Ένα οικόπεδο επήρα
γύρω στα τρακόσα μέτρα
χώμα αφράτο-όσο κι αν ψάξεις
δε θα βρεις ούτε μια πέτρα.
Επιτέλους! Ειν’ αλήθεια
έχω γίνει γαιοκτήμων.

Ματαιοδοξία τόση
έκρυβα λοιπόν εντός μου
πόσο χαίρομαι μονάχα
δυο μου φίλοι το ’χουν δει
(ντρέπομαι να δουν οι ξένοι
ότι κάνω σαν παιδί)
Ματαιοδοξία τόση
έκρυβα λοιπόν εντός μου...

Μ’ αφού όλοι αγοράζουν.
δε θ’ αγόραζα κι εγώ;
Τώρα ξέρω πως κατέχω
τόσο χώμα όλο δικό μου
τόσα μέτρα γης ορίζω
κι όλο λέω στον εαυτό μου:
αφού όλοι αγοράζουν
δε θ' αγόραζα κι εγώ;

Λύπη μόνο με κατέχει
που επλήγωσα τη γη.
Με δοκάρια σιδερένια
που της έμπηξα βαθιά
την εξέσκισα κομμάτια
όπως σώμα τα σπαθιά.
Λύπη μόνο με κατέχει
που επλήγωσα τη γη.

…Και στο βάθος μια απορία:
τι τη θέλω τόση γη;
όλο κι όλο αυτό που θέλω
δύο μέτρα είναι χώμα-
τι τ’ αγόρασα διακόσα
και ογδόντα τόσα ακόμα;
Και στο βάθος μια απορία:
τι τη θέλω τόση γη;..
ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Στο μικρό το λιμάνι
ένα κότερο φτάνει
στο λιμάνι αράζει
την πόλη κοιταζει.


Με χαρωπά λικνίσματα
της στέλνει χαιρετίσματα
και στοργικά εκείνη
φιλιά γλυκά του δίνει.
       Ο ΜΙΣΕΜΟΣ

Αλαφροίσκιωτες κυρές
και νέοι μαρμαρωμένοι
για παραμύθια είναι καλοί
μα για την ποίηση ξένοι.

Η ποίηση είναι άστραμμα
σε φονικό λεπίδι
άξενος είναι μισεμός
γι αγύριστο ταξείδι.
                          ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ 

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1965

21 Οκτωβρίου 1965
Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας ζητεί επανάληψη του Έλληνοτουρκικου διαλόγου για το Κυπριακό.

23 Οκτωβρίου 1965
Κίνδυνο να προκληθεί πυρηνικό ολοκαύτωμα εξ αιτίας του Βιετνάμ, βλέπει ό Σοβιετικός ηγέτης Λ. Μπρέζνιεφ.

25 Οκτωβρίου 1965 
Ματαιώνεται ή έκτόξευοη του Αμερικανικού δορυφόρου με πλήρωμα δυο αστροναυτών.

27 Οκτωβρίου 1965 
Δικτατορία επιβάλλει στην Βραζιλία ό πρόε¬δρος Ουμπέρτο Καστέλλο Μπράνκο.

28    Οκτωβρίου 1965
    Φθάνει   στη   Μόοχα   για   συνομιλίες   ό   Γάλλος
υπουργός  των  Εξωτερικών  κ.   Κούβ  ντε   Μυρβίλ. 

29    Οκτωβρίου 1965
Ή Όρθόδοζη  Εκκλησία και το Βατικανό  επεξεργάζονται   σχέδιο   για   την   κατάργηση   του   αναθέματος μεταξύ τους.

30 Οκτωβρίου 1965
«Κύρια δύναμη της αντιδράσεως και της επιθέσεως» χαρακτηρίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε λόγο του ό Σοβιετικός ηγέτης Μ. Σουσλώφ.



ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1965

1 Νοεμβρίου 1965
Ή Γαλλία αρνείται να μετάσχει στην σύνοδο των υπουργών Αμύνης του ΝΑΤΟ.

3 Νοεμβρίου 1965
 Οι Τουρκοκύπριοι επιχειρούν να οργανώσουν φυλάκια πάνω στα τείχη της παλαιάς πόλεως της Αμμοχώστου.

4 Νοεμβρίου 1965    Ό στρατηγός Ντε Γκώλ δηλώνει ότι θα είναι και   πάλι   υποψήφιος  για   την   προεδρία   της   Δημοκρατίας.

5 Νοεμβρίου 1965    Απορρίπτουν τις  ειρηνευτικές προτάσεις  της Κυπριακής Κυβερνήσεως οι Τουρκοκύπριοι της Αμμοχώστου  καί  συνεχίζουν  τις  προκλήσεις  τους.

6 Νοεμβρίου 1965
Ο πρόεδρος της Ινδονησίας Δρ. Σουκάρνο καταγγέλλει ότι Αμερικανοί πράκτορες επιχείρησαν να τον δωροδοκήσουν.

7 Νοεμβρίου 1965
Οι Τουρκοκύπριοι οργανώνουν νέα φυλάκια έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου.

8 Νοεμβρίου 1965   
Ο  Ιταλός    πρωθυπουργός    κ.  Άλντο    Μόρο
φθάνει στο Βελιγράδι για συνομιλίες με τον στρατάρχη Τίτο.

9 Νοεμβρίου 1965   
Ή Τουρκική κυβέρνηση ζητεί με διάβημα της
την παρέμβαση της Ελληνικής για την κατάπαυση
των επεισοδίων στην Κύπρο.

11 Νοεμβρίου 1965
 Ή Ροδεσία ανακηρύσσει μονομερώς την ανε¬ξαρτησία της, παρά την εξέγερση των μαύρων.

13 Νοεμβρίου 1965
Χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία διακόπτονται οι συνομιλίες των υπουργών Εξωτερικών Γαλλίας καί Δυτικής Γερμανίας.

15 Νοεμβρίου 1965
 Ή Κυπριακή Κυβέρνηση εκφράζει την αντίθεσή της προς την συνέχιση του Ελληνοτουρκικού διαλόγου.

17 Νοεμβρίου 1965
Αρχίζουν   στη   Μόσχα   Αμερικανοσοβιετικές
συνομιλίες.

18 Νοεμβρίου 1965
 Ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών επισκέπτεται την Κύπρο για συνομιλίες με τον πρόεδρο Μακάριο.

20 Νοεμβρίου 1965
 Τερματίζονται οι επίσημες συνομιλίες ανάμεσα στον πρόεδρο Τίτο καί τον πρωθυπουργό της Πολωνίας Β. Γκομούλκα.
21 Απριλίου.
Από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα εγωισμός και αγάπη του πλούτου ωθούσαν πάντοτε τους έλληνες να ασχοληθούν με την πολιτική.
Το 1967 ένας στρατιωτικός τους πήρε το χρήμα από τα χέρια.
Ωρύονται οι δεξιοκεντροαριστεροί κατά της εφτάχρονης δικτατορίας.
Γιατί;
Η χούντα έφερε Μνημόνια; Όχι.
Η χούντα, λέει, σκότωσε ανθρώπους. Πόσους ανθρώπους έχουν σκοτώσει οι σημερινοί πολιτικοί;
Οι χουντικοί φασίστες, λέει, χώρισαν τους έλληνες σε δικούς τους, σε ουδέτερους και σε αριστερούς. Οι σημερινοί «δημοκράτες» δεν έχουν χωρισμένο το λαό σε πάμλουτους και πάμπτωχους;
Η χούντα, λέει, δεν διόριζε παρά τους δικούς της. Σήμερα δεν είναι αποκλεισμένοι οι χρυσαυγίτες από κάθε Δημόσιο; Και δεν τους αποκαλούν όλοι εγκληματίες;
Η χούντα, λέει, στέρησε την ελευθερία από τους έλληνες. Ας μου πουν αυτοί τι είναι ελευθερία. Κανείς δεν το μπορεί. Κι αν δεν μπορούν να απαντήσουν σε αυτό, ας μου απαντήσουν στην ερώτηση: ο πεινασμένος είναι ελεύθερος; Και ποιος έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό επί χούντας;
Η χούντα, λέει, έκλεισε το δρόμο προς την Ευρώπη. Γιατί την κατηγορούν γι αυτό σήμερα που όλοι θέλουν να βγουν από την Ευρώπη;  Να απαντήσω εγώ. Επειδή τώρα δεν στέλνει χρήμα η Ευρώπη αλλά ζητάει πίσω και τα δανεικά.
Μπορεί να μου απαντήσει κανείς πώς απόκτησαν τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ οι μεγαλοοικογένειες της πολιτικής και τα άλλα τόσα οι παρατρεχάμενοί τους;
Μπορεί να μου πει κανείς τα ονόματα των χουντικών, αρχηγών και μη, που πλούτισαν; 
«Βρε κακομοίρη», μου είπε κάποιος, «πήγε πίσω η Ελλάδα δεκάδες χρόνια με τη χούντα!» Ναι, πήγε πίσω. Τότε δεν είχε Υγεία και Παιδεία. Τώρα σφύζει από αυτά. Πρώτα το ρουσφέτι έδινε και έπαιρνε. Τώρα τα πράγματα αντιστράφηκαν, το ρουσφέτι παίρνει και δίνει. Πρώτα ήτανε χαμαιτυπείο η Βουλή. Σήμερα είναι τόπος ιερός. Ναι. Πήγε πίσω. Πρώτα οι έλληνες πολιτικοί παίρνανε εντολές από τους αμερικάνους. Σήμερα παίρνουν εντολές από τους γερμανούς. Ναι. Πήγε πίσω. Πρώτα οι ξένοι την θεωρούσαν μια φτωχούλα χώρα. Τώρα της δείχνουν υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Πρώτα την θεωρούσαν μια φτωχούλα χώρα. Σήμερα την φέρνουν σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Πρώτα η Ελλάδα ήτανε πρώτη από τους τελευταίους, σήμερα είναι τελευταία από τους τελευταίους. Σήμερα λένε οι ξένοι σοβαροί πολιτικοί: «Εγώ δεν είμαι Τσίπρας να κάθομαι επί δεκαεφτά ώρες να με φτύνουν.» Σήμερα ξέρει όλη η γη πόσο αναξιόπιστοι, ανεύθυνοι και κλέφτες είμαστε. Πράγματι, πολύ κακό μας έκανε η χούντα-αν δεν είχε υπάρξει η χούντα σήμερα θα ήμασταν Ελβετία.
22 ΑΠΡΙΛΗ, ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ
         (στίχοι για παιδιά)

Της μάνας Γης ημέρα.
Της Γης που όλους μάς κρατεί
καθώς στα χάη κρεμαστή
όλο πηγαίνει πέρα.

Να πούμε τι γι αυτήνε
παρά ότι πρέπει της φιλί
φιλί γλυκό γλυκό πολύ
κι αυτό λίγο θα είναι;

Ανάγκη λέτε να ’ναι
όπως τα μάτια μας τα δυο
να πούμε πως-κι ακόμα πιο-
πρέπει να την φυλάμε;

Γιατί καθείς γνωρίζει
πως αν κακό σ’ αυτήν συμβεί,
ή κάποια πάθει αλλαγή
καθώς στριφογυρίζει,

τότε και κείνη πάει,
αλλά μαζί μ’ αυτήνε πια
και μάς-κακότροπα παιδιά-
ο Άδης θα μας φάει.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

      ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Γη τόσα χρόνια προσπαθώ
δική μου να σε κάνω
μα δεν μπορώ. Μες στο υγρό
στοιχείο σου σαν μπαίνω

ή θα 'μαι καρυδότσουφλο
στα κύματά σου επάνω
ή κρύο θα 'ναι και απέ
αμέσως αρρωσταίνω.

Αν στα βουνά σου ν' ανεβώ
κάποτε προσπαθήσω
πρέπει καλά να με φυλάει
ο φύλαξ άγγελός μου

γιατί έτσι και στα βράχια σου
τα μυτερά γλιστρήσω
δε με γλιτώνει απ’ αυτά
η τύχη όλου του κόσμου.

Κι όλα το ίδιο: σα βρεθώ
μες σ’ έρημο διψάω,
στα χιόνια και στους πάγους σου
αμέσως ξεπαγιάζω,

στο φως του ηλιού σου καίγομαι,
κι αυτό που ’ναι να φάω
πρέπει από μέσα σου με ιδρώ
και μ’ αίμα να το βγάζω.

Απ’ τα δεντράκια θέλησα
που πάνω σου φυτρώνουν
ν’ αρχίσω την πολύπαθη
για με κατάκτησή σου-

με τις ριζούλες που γερά
στα σπλάχνα σου απλώνουν
να στείλω σήματα ζεστά
για με μες στην ψυχή σου.

Μα οταν πάνω τους βρεθώ
και πάω να τους μιλήσω
φυσάς και ο αέρας σου
με στελνει κάτω πάλι

και πάνω σου αναγκάζομαι
πάλι να περπατήσω
κάπου αφού πρέπει να πατώ
και γη δεν έχω άλλη.

Κι έτσι τα χρόνια φεύγουνε-
συ μια κακιά ερωμένη
που απρόθυμα με ανέχεσαι
κι εγώ ένας άθλιος πλάνης

που πρέπει τα καπρίτσια σου
όλα να υπομένει
και από πριν να σου σχωρνά
ό,τι κακό κι αν κανεις.

Όλα μου λένε όμως πως
η μέρα πλησιάζει
που τέλος το αβάσταγο
θα πάρει αυτό παιχνίδι.

Πως να! σε λίγο η κακιά
η μοίρα μου αλλάζει
καθώς το δέρμα το παλιό
αλλάζει ένα φίδι.

Όλα μου λεν πως γρήγορα
γι αντίδωρο θα δώσεις
σε μένα την κατάκτηση
ολόκληρης της Πλάσης:

τα ωχρά και κρύα χέρια σου
προς μένα πως θ’ απλώσεις
και το νεκρό μου το κορμί
με πάθος θ’ αγκαλιάσεις.
                  ΜΕ ΠΑΤΟΥΝΕ

Μακριά από τους ανθρώπους δεν τολμάω
τους άσπλαχνους κι αδίσταχτους να ζήσω 
μακριά από τους ανθρώpους που αγαπάω
δε γίνεται να φύγω-να χωρίσω.

Κι αφού στην κεφαλή τους δε με θε’ νε
και λεν ότι στη μέση τους στενεύω
κι αφού και στην καρδιά τους όπως λένε
αντί να τη μερεύω την παιδεύω

στο πέλμα τους μονάχα το τριζάτο
εβρήκα να κρυφτώ-κι ως περπατούνε
και φέρνουν τον πλανήτη άνω κάτω
με λιώνουν-με σκοτώνουν-με πατούνε.
ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ

Ντύσε όπως θέλεις την επιθυμία
Βάλ' της φορέματα φτηνά ή επιτηδευμένα
βάλ' της αρώματα λεπτά ή όπως των πορνών
(ντύοτηνε ακόμα με "αγάπης" ένα φόρεμα
τόσο αν είσαι διεφθαρμένος).
Ακομα ξάπλωσέ την στη βρωμιά τη γουρουνίσια
ή στη χλιδή παράδωσέ την-
αυτά ποικίλλουνε κατά τις περιστάσεις
και τις δυνατότητες του καθενός.

Αρκεί να έχεις πάντα στο μυαλό σου
πως η Επιθυμία είναι μια κι η ιδια πάντα
είτε έτσι τηνε ντύσεις είτε αλλιώς,
είτε αν εδώ τη βάλεις είτε παραπέρα.
Αρκεί να ξέρεις ότι όλα αυτά είναι ψιμμύθια
Και φτιασιδώματα και τσιριμόνιες
κι ότι η Επιθυμία στέκει από κάτω τους
αλύγιστη, ασυμβίβαστη και πάντα καθαρή-
λίγο αηδιασμένη μόνο από τα μασκαρέματα.
Αρκεί να ξέρεις ότι κάτω απ’ όλα αυτά στέκει ο πόθος
όπως μια τίγρις πεινασμένη στέκει
κάτω από μία χούφτα χαρτοπόλεμο.
Αρκεί να ξέρεις...
     ΑΠ’ ΤΟ ΧΩΜΑ

Τι θες το γέλιο άνθρωπε
αφού δεν ξέρεις πότε
και πόσο πρέπει να γελάς…
τη λύπη άφησέ την
αφού λυπάσαι πράγματα
που λύπη δεν αξίζουν...
Χαρά, θυμό, αφοσίωση,
έκπληξη, αδιαφορία,
πέταξ’ τα αφού δεν έμαθες
σε ποιόνε να τα δείξεις.
Ύστερα τα Ιδια πρόσωπα
που τώρα αξιζουν τούτο
αύριο τ' άλλο απαιτούν
και πάει πια χαμένο
κι άπρεπο μοιάζει όποιο πριν
αίσθημα είχες νιώσει.
Κάθισε μόνος στη γωνιά
του δωματίου σου κι άσε
ό,τι αισθάνεσαι, εκεί,
στους τοίχους να χτυπάει-
στο πάτωμα να σέρνεται
να πίνεται απ' το χώμα.
                               Ο ΒΩΜΟΣ

Σαν τους αρχαίους έλληνες έχω κι εγώ υψώσει
ένα βωμό στη μέγιστη την άγνοια μου την τόση
ένα βωμό που τον κρατώ μες στην ψυχή βαθιά μου-
ένα βωμό στο Άγνωστο και Μέγα ποίημά μου.

Υπάρχει ο άγνωστος θεός-όλα μου το φωνάζουν
και όλοι οι άλλοι μου θεοί το δρόμο του ’τοιμάζουν
ξέρω, σε κάποιο γύρισμα του βίου μου του φαύλου
θα ’γροικηθεί λυτρωτική η φωνή του Θείου Σαύλου.
ΣΤΗ ΓΑΛΗΝΗ

Από κει όπου ήρθα θα πάω
ως ποτέ να μην είχα
εις τη γη πάνω υπάρξει-
την ψυχή της ταράξει.

Όλα είναι στην τρίχα
και γι αυτό δε ρωτάω.
Θα βρεθώ σ’ ένα τόπον οικείο
σα βρεθώ στη Γαλήνη

και στο κρύο του Τίποτα
και θα πίνω ηδύποτα
’πό της Λήθης την κρήνη
σ’ ένα κύπελλο λείο.
          ΑΛΛΟΤΗΣ

Σαν να πετώ σε ουρανού
καινούργιου τους αιθέρες
σαν πια να μην υπάρχουνε
οι νύχτες και οι μέρες.

Σαν να σταμάτησε η ροή
του χαροκλέφτη χρόνου
και σαν η αίσθηση η καυτή
να χάθηκε του πόνου.

Σαν των κρυφών των λογισμών
να στέρεψε η πηγή
κι οι μαχαιριές στα σώματα
δεν κάνουνε πληγή.

Σαν σ’ άνθρωπων παράξενων
τη γη να ’χω βρεθεί
που μέσα τους άφατη μια
γαλήνη έχει χυθεί.

Κι οι απειλές των ισχυρών
για δες-δεν με τρομάζουν…
αλήθεια, τόσο μακρινά 
τα χτεσινά μου μοιάζουν!

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

21 ΑΠΡΙΛΗ-ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ

Υπείκοντας στο κέλευσμα της σημερνής ημέρας
και μιας υποδηλώνοντας κατάστασης το πέρας,
το αριστερό το πόδι του ο έλλην κατεβάζει
και στην καρέκλα το δεξί δημιουργικά ανεβάζει.
20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΗΜΕΡΑ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

的形容词。那么希腊朋友们,
如果你想要学习或者正在学习
中文普通话,或者你对中
中国文化很感兴趣,这里是资料

们倾心为你打造的网站。
我们乐于在此分享 我们对中
文及中国的了解与喜爱,
并且提供中文字典及书籍的连接

地址。美中不足的是,
由于希腊语汉语参考资料
有限,开始我们将使用英语。
如果你就是中国人而且愿意

帮 改

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

2 Μάη 1966
Ό Βούλγαρος υπουργός των Εξωτερικών υπογραμμίζει ότι τα Βαλκάνια έχουν γίνει περιοχή σταθερότητας.

 3 Μάη 1966
 Εξομάλυνση  στίς  σχέσεις  Ουάσιγκτον-Πεκίνου  ζητεί  ό γερουσιαστής   Έντουαρντ Κέννεντυ.

4 Μάη 1966   
Ό Πρόεδρος Ντε Γκώλ ανακοινώνει νέους περιορισμούς στίς πτήσεις των αεροπλάνων του ΝΑΤΟ πάνω  από το  γαλλικό  έδαφος.

5 Μάη 1966
Ή Λευκωσία εκφράζει ανησυχίες για την τροπή πού μπορεί να πάρει ό προετοιμαζόμενος Ελληνοτουρκικός διάλογος.

6 Μάη 1966
Τούρκοι φοιτητές εισβάλλουν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως.

8 Μάη 1966
 Εγγυημένη από τον ΟΗΕ ανεξαρτησία για πέντε χρόνια προτείνει για την Κύπρο ό κ. Θάντ.

9 Μάη 1966
Ή Κίνα πραγματοποιεί έκρηξη πυρηνικής βόμβας.

10 Μάη 1966
Ό Σοβιετικός πρωθυπουργός Α. Κοσύγκιν φθάνει στην Αίγυπτο για έπίσημην επίσκεψη.

11 Μάη 1966
Ό κ. Κ. Μπερνάρντες, έκτακτος απεσταλμένος του κ. Θάντ, αρχίζει οτήν Άγκυρα συνομιλίες για την μεσολάβηση στο Κυπριακό.

12 Μάη 1966
Ό σοβιετικός ηγέτης Λ. Μπρέζνιεφ έπισκέπτεται αίφνίδια το Βουκουρέστι.

13  Μάη 1966
Βασικές διαφωνίες εκδηλώνονται ανάμεσα στην Ρουμανία καί την Σοβιετική Ένωση.

14 Μάη 1966
Την έναρξη του Ελληνοτουρκικού διαλόγου για το Κυπριακό αναγγέλλουν οι Τούρκοι, ένω ή είδηση διαψεύδεται στην Αθήνα.

16 Μάη 1966   
Εμφύλιες   συγκρούσεις   βουδδιστών-καθολικών ξεσπούν στην Σαϊγκόν.

17 Μάη 1966   
Ή Ρουμανία  απαιτεί ν’  αποσυρθούν τα  Σοβιετικά στρατεύματα   από  την   Άνατολικήν  Ευρώπη. 

 18 Μάη 1966   
Προσέγγιση με το Πεκίνο για την αποτροπή του πολέμου, προτείνει ό Αμερικανός υπουργός Αμύνης.

19 Μάη 1966
Ανακοινώνεται επίσημα ή έναρξη του Έλληνοτουρκικού διαλόγου

   20
Ό Γάλλος υπουργός Εξωτερικών φθάνει στήν Βαρσοβία.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

ΠΑΡΑΠΟΝΟ
(Πάσχα 2017)

Άδειασ’ η πολυκατοικία-
πού πήγατε όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ’ την πόλη.

Δεν φέγγει τώρα φως ούτ’ ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες
φύγαν μανάδες.

Άηχα τις σκάλες ανεβαίνω,
μην ένα χτύπο
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ’ τον κήπο.

Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχετε πάει;
Το μάτι σας χαρές ποιες κι άλλες
τώρα τρυγάει;

Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω
σε σπίτι ξένο.

Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σα να χαράζω
πάνω σε τάφο.
16 ΑΠΡΙΛΗ-ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Ημέρα της φωνής
γιορτάζει ο Άδωνις.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ

Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Διπλά ειν’ οι άγγελοι ευτυχισμένοι
όταν μπορέσουνε να δουν μιαν άκρη
μονάχα, του χιτώνα του θεού τους.
*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου 
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.
*
Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;
*
Γιατί  μας  έπλασες θεέ  μου  θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι  ας  μην  μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και  για μας το "ευχαριστώ".
*
 Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.     
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
*
Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ κι όχι Εκείνος.
*
Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.
 *
-Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό Του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχεν εμπειρία.
 *
 Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
Γιατ’ ήμουν πριν ό,τι είναι.
 *
Τί ωραιότερο για ’με
από το να ’ναι ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;
*
Τι ’ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο Θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο Θεός
αυτός ο τόπος ήταν.
*
Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε να γίνουμε και πρέπει.
 *
Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν’ όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
 και τον ίδιο το θεό κι όλα για πάντα.


             ΠΕΣ…
 
Άφησες το θρόνο Σου
και το βασίλειό Σου,
άφησες τ’ αστέρια Σου
και τον ουρανό,

κι ήρθες και κατοίκησες
Θε, πάνω στη γη μας΄
κι ήρθες και γεννήθηκες
σε μικρή σπηλιά

Πες-πώς διάλεξες τη γη
μες σε τόσα αστέρια;
Τ’ ειν’ αυτό που Σ’ έκανε
να ’ρθεις κάτω εδώ;

Μην η δυστυχία της;
Μην η απονιά της;
Μη του ήλιου της το φως;
Μην η θάλασσά της;

Όχι. Δε Σε τράβηξε
τίποτε από τούτα
για να ΄ρθείς στον τόπο μας
τον εφιαλτικό.

Ως εδώ κατέβηκες
μοναχά για μένα-
μοναχά για χάρη μου
σήκωσες Σταυρό-

για ν’ ανοίξεις γύρω μου
μονοπάτια νέα.
Για ν’ ανοίξεις μέσα μου
Σωτηρίας οδό.



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΥΣΕΒΟΥΣ
ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥ ΚΟΡΗΣ

Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:

την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.

Και να ’ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ’ την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν’ ανασαίνει.

Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.


ΠΑΝΑΓΙΑ

Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.


          ΕΛΕΟΣ
Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.

Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...

Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.



ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Από νωρίς-πριν ξημερώσει-μια κίνηση παράξενη ακούω ακόμα ξαπλωμένος όντας. Θόρυβοι, βιαστικά πατήματα, φωνές εργατικές,
ήχοι από τρίξιμο καιόμενων κλαδιών.
Κουβέντες ασυνήθιστες από τον δίπλα κήπο:«Άναψε η φωτιά;» «Φέρε κι άλλες κληματόβεργες» «Χρόνια πολλά» «Χριστός ανέστη!»

Σηκώνομαι. Απ΄ το παράθυρο μου βλέπω καλά τώρα τους γείτονες που έχουν αρχίσει το αρνί να ψήνουνε.Προσκαλεσμένοι φτάνουνε σιγά σιγά.Όλων τα βλέμματα προς τη φωτιά στραμμένα.

Η θάλασσα από δίπλα βλέπει παραξενεμένη τ’ ανθρώπινα καμώματα.
Οι ελιές και τα πορτοκαλόδεντρα πνιγμένα μες σε τσίκνας σύννεφα.

Αλλά κι εμένα-όχι, δε θα με αγνοήσουν οι γειτόνοι μου. Σα βγω,μετά το τέλος της γιορτής τους, θα μου ειπούν χρόνια πολλά κι εμένα,
ήσυχα ήσυχα και φυσικά πολύ.
Με μια για χρόνια καλλιεργούμενη από μένα αναγκεμένη τακτική, έχουνε πλέον καταλάβει ότι και αν με είχανε καλέσει στη γιορτή τους δεν θα πήγαινα.
..........................................
Τώρα τρώνε. Γέλια, φωναχτές κουβέντες, τσουγκρίσματα, ευχές... (μα Θεέ μου, δεν ξέρουν ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα;)
Να! Μυρωδιές ψημένου κρέατος... πλησίασμα των εορταζόντων στον εσμό...
............................................................



ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ...


Χριστός ανέστη. Όλα καλά.
Όλα στον κόσμο φως και χαρά.
Χριστός ανέστη. Ο Άδης ’νικήθη
και των αγγέλων χαίρουν τα πλήθη.

Όλα ωραία. Όμως λεφτά
μονάχα βλέπουμε στα κλεφτά
κι η αδικία πηγαίνει γόνα
στου μεροκάματου τον αγώνα.

Λίγοι κατέχουνε τον παρά
κι εμείς βαράμε τον ταμπουρά
και μες στη ζήση καλοπερνάνε
σε πτώματα όσοι πάνω πατάνε.

Πρωί ως βράδυ δουλειά σκληρή.
Άμετρος  κόπος-κέρδος σπυρί.
Αλλού οι όρνιθες κακαρίζουν
κι αλλού τ’ αυγά τους παν και χαρίζουν.

Χριστός ανέστη. Μα η κοιλιά
ειν’ άδεια πάλι όπως παλιά.
Κι αν αναστήθηκε ο Σωτήρας
εμείς στα δίχτυα της ίδιας μοίρας.

Και περιμένουμε γιατρειά
για την που δέρνει μας δυστυχία
όταν θα πάψουμε πια να ζούμε-
όταν στο μνήμα μέσα θα μπούμε.

Χριστός ανέστη. Μέρα χρυσή.
Σε θλίψεων πόντους χαράς νησί.
Χριστός ανέστη. Μα ο πλησίον
«όχι» και «μείον» για τον πλησίον.

…Χριστέ αναστήθης αληθινά.
Κάθε τι γύρω μάς το μηνά:
πανηγυρίζοντας τα λουλούδια
δοξολογώντας Σε τ’ αγγελούδια.

Κι επειδή όταν πα’ στο Σταυρό
Σε δούμε, χάνουμε το μυαλό,
γι αυτό τη χάρη που προσδοκούμε
από τα τώρα Σ’ τήνε ζητούμε-

και μη Χριστέ μου μας αρνηθείς:
του χρόνου, όταν θ’ αναστηθείς-
το θάνατο όταν γερά χτυπώντας
βγεις απ’ τον τάφο ’στραφτοκοπώντας-

σήκωσ’ το χέρι και δυνατά
δώσε και μία κατραπακιά
στη χαροκλέφτρα Χριστέ μου φτώχεια
και χάλασέ της τ’ άτιμα βρόχια.





  Θ'  ΑΝΑΣΤΗΣΩ

Στρατιώτες λογχοφόρους θέλω εγώ-
δε θέλω Σίμωνες στην άγρια μάχη.
Κι ούτε με ψεύτικες ελπίδες ζω-
ξέρω-ανάσταση για μένα δεν υπάρχει.

Όχι πως Σίμωνες δεν έψαξα να βρω
ή δεν επάσκισα τις λόγχες ν' αποφύγω.
Μονάχος όμως σέρνω ακόμα το σταυρό
κι οι λογχισμοί πληθαίνουν λίγο λίγο.

Ποιος ξέρει… ίσως μέσα μου να κλείνω
τη δύναμη που θα  'ρθει να με σώσει-
που θα με κάνει τις πληγές να υπομείνω
και ίσως ίσως το σταυρό μου να σηκώσει.

Όχι!   Δε θέλω Σίμωνες εγώ! 
Μονάχος το σταυρό μου θε'  να στήσω
μονάχος μου διπλά θα σταυρωθώ
κι ένα Χριστό δικό μου θ'  αναστήσω.


      ΓΙΑ ΨΑΞΤΕ

Για ψάξτε στα τεφτέρια σας
και για ξαναδιαβάστε
κι ανοίξτε πάλι τις Γραφές
να τις ξαναταιριάστε.

Κοιτάξετε προσεκτικά
και εμβριθώς ιδείτε
και την αλήθεια ύστερα
σ’ όλο τον κόσμο πείτε:

Αλήθεια εκυλίστηκε
του τάφου Του ο λίθος
ή είναι η Ανάσταση
ένας μεγάλος μύθος;

Μήπως Αυτός που ανάστησε
άλλους, δεν αναστήθη;
Μη δε δοξάζουνε θεό
αλλ’ άνθρωπο τα πλήθη;

Αν πράγματι αναστήθηκε
κι ανάμεσά μας μένει
γιατί στα τόσα τα στραβά
ποτέ δεν επεμβαίνει;

Γιατί πολέμους φονικούς
στον κόσμο επιτρέπει;
Γιατί αφήνει πράγματα
να γίνουν που δεν πρέπει;

Γιατί αν υπάρχει κάθεται
και τ’ Άδικο κοιτάζει
μ’ αδιαφορία τραγική-
γιατί δεν το κολάζει;

Κι ας λένε ίσως οι πιστοί
ότι δι’ αυτού του τρόπου
μόνο, μπορεί να δοξαστεί
ο Υιός του Ανθρώπου-

δοξολογίες θα ’κουγε
πιο ζωηρές ακόμα
κι όχι από λίγους μοναχά
παρά από κάθε στόμα,

αν κάθε αρχικατέργαρο
στο πάγκο τον εκάθιζε
κι αν άλλαζε όλους τους κακούς
ή όλους τους καθάριζε.

Γι αυτό σας λέω-μη τυχόν
δεν ξέρετε καλά;
Στο κάτω κάτω είδατε
την πέτρα να κυλά;

Μην οι πιστοί οι Μαθητές
χωρίς να ερευνήσουν
έτρεξαν την Ανάσταση
παντού να διαλαλήσουν;

Και μήπως κάτι ήξερε
ο άπιστος Θωμάς
που όμως, ίσως σκόπιμα,
δεν έφτασε ως εμάς;

Δεν ξέρω. Κι ούτε έχω σκοπό
αυτά να τ’ αναδέψω
όμως κι εγώ δεν ξέρω τι
αλήθεια να πιστέψω:

Μπουρλότο η Ανατολή
φωτιά η Παλαιστίνη
«Ειρήνη υμίν» αλλά, θεέ,
πού είναι η ειρήνη;

Γι αυτό λοιπόν κοιτάξετε
και πέστε την αλήθεια-
έγινε η Ανάσταση
ή είναι παραμύθια;


ΑΝD ΝΟΕΜΙΝ SΕΕΙΝG ΤΗΑΤ SΗΕ WΑS  DEΤΕRΜΙΝΕD ΤΟ  GO WIΤΗ ΗΕR, CΈΑSED ΤΟ SΡΕΑΚ  ΤΟ HER ANY ΜΟRΕ
(BIBLE)

   ΡΟΥΘ
Μια επιμονή... Μία κουβέντα ακόμα…
την Ιστορία ν' αλλάξουν θα μπορούσαν-
αν της Νοεμίν τα χείλη δε σιωπούσαν…
αν δε της σφράγιζε ο Θεός το στόμα… 

Μα τι ωφελούν τα «αν»... η Ιστορία
γράφτηκε όπως Αυτός έχει θελήσει:
η Ρουθ την ίδια ακλούθησε πορεία
και τον Βοόζ επήγε να γνωρίσει. 

Μετά Ωβήδ... Ιεσσαί... κι ο Προφητάναξ!
Χωρίς της Ρουθ και της Νοεμίν τη φίλια
του αγέννητου θα έθαφτε η λάρναξ
τα που καλά στον κόσμο ήρθαν χίλια. 

Κι η ευλογία δε θα είχε υπάρξει
της Ρουθ, που αιώνες πριν την Πηνελόπη
του Σύμπαντος εχάραξε την Τάξη-
κι ας τήνε χάλασαν ξανά οι ανθρώποι.


"ΕΞΕΓΕΡΘΗΤΙ ΒΟΡΡΑ, ΚΑΙ ΕΡΧΟΥ ΝΟΤΕ, ΚΑΙ ΔΙΑΠΝΕΥΣΟΝ ΚΗΠΟΝ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΡΕΥΣΑΤΩΣΑΝ ΑΡΩΜΑΤΑ ΜΟΥ."
(Άσμα, 3,16)

Για πόσους ο Βορράς δεν εξεγείρεται…
 Για πόσους δεν προσέρχεται ο Νότος…
Κι αξέχυτα απομένουνε και άρρευστα
και αχρησίμευτα τ' αρώματα τους… 

Α! Πιο καλά κανείς πέτρα να ήτανε
και όχι ρόδου χάρη μες στον κόσμο-
βαριά τ' αρώματα που δε σκορπίζονται'
της αχρηστίας αφόρητη ειν'  η γνώση. 

 Βαριά τ’ αρώματα όταν τριγύρω σου
απ' ασιτία η όσφρηση πεθαίνει
κι αφόρητη η γνώση πως η άπνοια
τη δυστυχιά στον κόσμο μας πληθαίνει. 



Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΞΙΦΕΙ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ."
(Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης)

Θεέ, όταν στης γης τα σκότια βάθη
το σίδερο εδέησες να φανεί
ήξερες τάχα πως μια μέρα θα 'ρθει
που φονικό μαχαίρι θα γενεί;

Κι όταν τον άνθρωπο έδινες στην Πλάση
ήξερες πως ο ήλιος Σου θα δει
ότι  πατέρας κάποτε θα φτάσει
να μαχαιρώσει το ίδιο του παιδί; 
………………………………………………
……………………………………………...
………………………………………………
……………………………………………...

………………………………………………
……………………………………………...
………………………………………………
……………………………………………...


Ο ΘΕΟΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ

Πριν πάω για ύπνο κάθε βράδυ
παιδάκια μου καλά
το μάγουλό μου ένα χάδι
γλυκά γλυκά φιλά.

Η βραδινή ειν’ η προσευχή σας
Τ’ όμορφο χάδι αυτό
που με καλεί κι εμέ μαζί σας
στον ύπνο ν’ αφεθώ.

Και με ζεσταίνει ως μέσαθέ μου
αγνούλα μια φωνή:
"Kοιμήσου ήσυχα Θεέ μου-
όλα καλά στη γη…"

Α! Το χαδάκι αυτό μικρά μου
το θέλω αληθινά-
αλλιώς μεγάλη η μοναξιά μου
κι η νύχτα δεν περνά.

Λοιπόν σαν πάντα κάθε νύχτα
στον φίλο σας ψηλά
λέτε μικρή μια καληνύχτα
κι αυτός θα σας φυλά.    




ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία:

με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;

ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».

«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα.

Είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι..
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα ’ναι
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι».

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...

και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου κι εμέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα τη λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός'
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που χουμε τολμήσει

Δε θα το μπορεί αφού
θα ’μαστε θεοί, βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.

Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.





ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ

Καράβι ειν' η ζωή μας που το κύμα
μ' ασίγαστη μανία το χτυπάει'
στον τάφο λες μας πάει κάθε βήμα
και τ' άλλο στον αέρα μας ξερνάει.
 
Άγιε Νικόλα,της θαλάσσης Άγιε,
των ναυτικών προστάτη και σωτήρα
έλα την τρικυμία να κοπάσεις
και στης ξηράς την άξενην αρμύρα. 

Άκου πώς βαριοτρΐζουν οι αρμοί μας
δες τα πανιά μας τα κουρελιασμένα'
σε λίγο Άγιε η φτωχή ψυχή μας
ναυάγιο θα μετράει χωρίς εσένα.

                       -----
Φώτη ευχαριστώ και αντεύχομαι.  Σστην Ανάσταση δε θα πάω, αν και έχω φυλάξει βήματα προς και από την εκκλησία.
Για αυγά; Πέρσι εχα πάρει δυο αυγά και τσούγκρισα κρατώντας το ένα αυγό στο δεξιό και το άλλο στο αρισττερό χερι. Φέτος δεν πήρα αυγά γιατί φέτος δεν εχουν κανένα νόημα το δεξιό και το αριστερό: δεξιό η αριστερό ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙ;
Η Άννα πήγε στην πεθερά της για το Πάσχα, η Άντζελα δεν μπορεί να κάνει βήμα από τη δουλειά, η Βανέσα προσπαθεί να ξανακερδίσει το Βασίλη που της κάνει νερά, τη Ζέτα την έστειλα στο σπίτι μιας φίλης της.
Είμαι υπέροχα μόνος: σήμερα δεν πονάω πουθενά. Και χρήσιμα μόνος: η σπιτονοικοκυρά πήγε κι αυτή για διακοπές με τον άντρα της και την οικογένεια της κόρης της και φεύγοντας με παρακάλεσε να προσέχω το σπίτι τους. Είμαι χρήσιμος σε κάτι. Δυο όροφοι άδειοι-εγώ μόνον μέσα στο διαμέρισμά μου. Απόλυτη ησυχία. Νεκρική. Κατά τις δέκα χτύπησε το κουδούνι μου. Λάθος θα έγινε από κάποιον. Αύριο θα βλέπω από το μπαλκόνι να ψήνουν αρνί στον απέναντι κήπο.  Είμαι σίγουρος γι αυτό από την ακουστική κινητικότητα προετοιμασίας που έφτανε από το ανοιχτό παράθυρο το μεσημέρι. Κάθε χρόνο αυτοί συνεχίζουν το ψήσιμο αρνιού το Πάσχα. Άλλοι δυο που έψηναν, σταμάτησαν με την Κρίση.
Αλλά ήρθε η ώρα της Ανάστασης. Χριστός ανέστη Φώτη.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

“ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ”

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ’ όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και τι επαγγέλλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε Ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε Ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν’ αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ’ αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε... για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστε ευγενέστατοι εδώ…
Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετε ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε Ποιητές.
ΑΝΑΣΤΑΣΗ

"…Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!
Εγώ!
Η αειπαγής εγώ!
Εγώ η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου ’γινε;..
Εγώ! που ως κι ο σεισμός τρεις μέρες πριν
ούτε που μ’ έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
ξάφνω
κι ενώ φρουρούσα έναν Ναζωραίο
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν’ αφεθώ,
βρέθηκα απ’ το ’να μέρος στ’ άλλο στη στιγμή
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο…
Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε..."
ΠΑΣΧΑ 5

α.
ΤΖΕΛΣΟΜΙΝΑ
ή
TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Ήταν ένα θλιμμένο δειλινό στα αφιλόξενα Καλάβρυτα. Το πόδια βαρετά στήριζαν το σώμα των περιπατητών γύρω από την πλατεία. Μαζί με τον ήλιο που έγερνε λες για να μην ξαναφανεί ποτέ πάλι, έγερναν προς την πόλη και τα γύρω βουνά, κρύβοντας σιγά σιγά από το μάτι και τη θέα του μόνου παρήγορoυ σ’ αυτή την πόλη-του ουρανού.
Ο σταυρός του τόπου του μαρτυρίου έμοιαζε να είναι το μόνο όρθιο πάνω από μια ισοπεδωμένη έκταση που κάποτε ήταν πολλά υποσχόμενη. Κι έτσι που το νερό δίπλα στην πλατεία κελάρυζε, έμοιαζε μοιρολόγι και η πόλη τάφος.
Έβαλα το χέρι μου μέσα στην τσέπη και άγγιξα το κινητό τηλέφωνό μου, θέλοντας να πάρω λίγη σιγουριά από κάτι τόσο πραγματικό και να αλλάξω τις σκέψεις που μου γεννιόνταν στο μυαλό με άλλες, όπως της προόδου και της κατάκτησης από τον άνθρωπο γνώσεων, που δίχως άλλο έδειχναν τουλάχιστο πως κάτι άλλο υπάρχει έξω από τη θλίψη και την ανυπαρξία.
Τo κινητό μου, σαν αυτό το άγγιγμα να περίμενε, ήχησε τον γνωστό τραγουδιστικό ήχο του. Κάποιος με καλούσε. Το άνοιξα.
"Γιώργoς Tζελσoμίνα."
"Γεια σου Τζελσομίνα, πώς και με πήρες;"
"Γιώργος, πότε είναι;"
Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι η Τζελσομίνα και κυρίως να πω για τη γνώση που έχει της ελληνικής γλώσσας.
Η Τζελσομίνα είναι μια μετανάστρια. Μένει στην Αθήνα σε ένα υπόγειο που το μοιράζεται με τα τρία ανήλικα παιδιά της και με κατσαρίδες.
Είμαι μέλος του Συλλόγου Προστασίας Αναξιοπαθούντων Αλλοδαπών της Ελλάδας που αμερικανοί πολίτες έχουν δημιουργήσει με την προστασία και την υλική βοήθεια του υπουργείου Εξωτερικών της Αμερικής. Με την ιδιότητά μου αυτήν μεταξύ άλλων επισκέπτομαι κάποτε το σπίτι της Τζελσομίνας στην Αθήνα, για να της δώσω μερικά χρήματα κάθε φορά, τόσα όσα η οικονομική κατάσταση του Συλλόγου επιτρέπει.
Ο Σύλλογος δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα χρήματα στα χέρια του κάθε ταλαίπωρου αλλοδαπού. Εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να αποφεύγουν τα μέλη του Συλλόγου, είναι να δημιουργούν την εντύπωση στους αποδέκτες των χρημάτων, ότι τα χρήματα αυτά τους δίνονται σαν ελεημοσύνη, κάτι που θα πρόσβαλε την αξιοπρέπειά τους. Γιατί στην ουσία δεν πρόκειται καθόλου για ελεημοσύνη. Είναι μια βοήθεια ώσπου οι αλλοδαποί να μπορέσουν να ορθοποδήσουν βρίσκοντας μια δουλειά, κάτι για το οποίο επίσης ο Σύλλογος βοηθάει όσο μπορεί.
Μία από τις οικογένειες που εγώ έχω αναλάβει να βοηθώ με τα χρήματα του Συλλόγου, είναι και η οικογένεια της Τζελσομίνας. Και, όπως κάνω για κάθε αλλοδαπό την χρηματοδότηση του οποίου έχω αναλάβει, έτσι και στην περίπτωση της Τζελσομίνας, για να μειώσω το μέγεθος της ντροπής και εκείνης που δέχεται τα χρήματα, αλλά και εμένα που της τα δίνω, έχω προσπαθήσει να δημιουργήσω μια σχέση φιλίας ανάμεσά μας, ώστε τα χρήματα να φαίνεται πως έρχονται από ένα φίλο και πάνε σε έναν άλλο φίλο, παρά πως έρχονται από έναν «πλούσιο» που καταδέχεται από καπρίτσιο ή από έναν οποιοδήποτε υπολογισμό να πετάει από καιρό σε καιρό ένα ξεροκόμματο σε κάποιον φτωχό. Παρόλη τη φιλία όμως αυτού του είδους που είχα και με την οικογένεια της Τζελσομίνας , ποτέ ούτε την είχα πάρει τηλέφωνο, ούτε με είχε πάρει, αν και για δυο χρόνια τώρα περίπου είχαμε αυτή τη φιλική σχέση.
Η Τζελσόμίνα δεν ξέρει ελληνικά, παρά μόνο μερικές λέξεις, που όμως δεν τη βοηθάνε καθόλου να σχηματίζει φράσεις κατανοητές σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από την ίδια.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που έχασε και τις δύο δουλειές που της έχω μέχρι τώρα βρει. Και αν εγώ μπορώ και συνεννοούμαι με την Τζελσομίνα, αυτό έγινε με μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου και με την επιστράτευση όλων των ανορθόδοξων μεθόδων προσπέλασης μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά κύρια με τη χρησιμοποίηση της μεγάλης φαντασίας με την οποία είμαι προικισμένος. Μ’ αυτήν, αλλά και με τη βοήθεια του χρόνου μπορώ από τις λίγες λέξεις που με τόση δυσκολία ξεστομίζονται από την Τζελσομίνα να να σχηματίζω τις προτάσεις που αυτή θα μου έλεγε αν ήξερε ελληνικά. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κάθε φορά που μου μιλούσε να την προσέχω έτσι ώστε να βλέπω την έκφραση που έπαιρνε το πρόσωπό της όταν μου μιλούσε, καθώς και τον τόνο και τη χροιά που είχαν οι λέξεις που κατάφερνε να σχηματίσει. Τo τελευταίο αυτό, η χροιά που έδινε κάθε φορά στη φωνή της, μου επέτρεψε με τον καιρό να μπορώ να καταλάβω το νόημα των λεγομένων της Τζελσομίνας και όταν ακόμα θα έπρεπε να την ακούω χωρίς να την βλέπω, όπως ας πούμε όταν ήσαν κι άλλοι άνθρωποι στο σπίτι της όταν πήγαινα σ' αυτό. Γι αυτό και δεν είχα μεγάλη δυσκολία να καταλάβω τα λόγια της Τζελσομίνας από το τηλέφωνο.
Εκείνο που με δυσκόλευε περισσότερο στην προσπάθειά μου της κατανόησης της ελληνικής ομιλίας της Τζελσομίνας ήταν η χρησιμοποίηση από αυτήν των ρημάτων και των αντωνυμιών. Για την Τζελσομίνα φαίνεται πως θα ήταν κατόρθωμα και μόνο που μπορούσε να βάλει μετά από κάποιο ρήμα κάποιαν αντωνυμία. Ποια θα ήταν αυτή δεν το εξέταζε καθόλου. Το ίδιο αναλογικά συνέβαινε και με τα ρήματα. Φτάνει η Τζελσομίνα να ξεστόμιζε το ρήμα που της χρειαζόταν για να φτιάξει την πρότασή της και δεν την ενδιέφερε καθόλου το πρόσωπο, η φωνή, ο χρόνος του κύριου αυτού στοιχείου κάθε ανθρώπινης γλώσσας.
Μετάφρασα λοιπόν αμέσως το "πότε είναι;" του τηλεφωνικού διαλόγου μου με την Τζελσομίνα: "πού είσαι;" "Είμαι σ’ ένα χωριό», της απάντησα.
Η Τζελσομίνα καταλάβαινε από αυτά που άλλοι έλεγαν, περισσότερα από όσα άφηνε αυτή να καταλάβουν όσοι μιλούσαν μαζί της χωρίς να έχουν εξασκηθεί πρώτα στα ελληνικά της.
«Ήρθε Αθήνα;» (θα έρθεις στην Αθήνα;)
«Ίσως σε δυο τρεις μέρες».
«Εγώ επήγα χωριό" (θα έρθω εγώ στο χωριό)
"Γιατί; Τι συμβαίνει; Τα παιδιά είναι καλά;"
«Καλά. Έρχεται Αθήνα;» (Καλά είναι. Θα έρθεις στην Αθήνα;) "Για ποιο λόγο;"
 «Σε αγαπάω".
Για μια στιγμή έμεινα άφωνος. Μια φράση ειπωμένη τόσο σωστά αλλά και με τόση σιγουριά και τοποθετημένη μετά από την ερώτηση μου για τον λόγο που ύστερα από δυο χρόνια αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει, ήτανε άραγε κάποιο λάθος γλωσσικό της Τζελσομίνας ή αυτή ήξερε καλά τι έλεγε;
Αλλά ήταν η σειρά μου να μιλήσω. Και της απάντησα με τόνο φιλικόν και συνηθισμένον στις συνομιλίες μου μαζί της.
"Κι εγώ. Σ’ αγαπάω Τζελσομίνα και αγαπάω και τον Δημήτρη και τον Θανάση και την Κλειώ. Όμως μου είναι δύσκολο να έρθω τώρα."
"Πότε ώρα έρχεται;" (Τι ώρα έρχεσαι;)
Ο διάλογος συνεχίστηκε με μένα να θέλω να αποφύγω το που τόσο απρόσμενα βγήκε στη μέση ταξίδι στην Αθήνα χωρίς ένα σκοπό που δεν ήξερα καν αν το άξιζε, και με την Τζελσομίνα να προσπαθεί να μάθει τι ώρα θα πήγαινα και πότε-σήμερα ή αύριο. Και αφού κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αποφύγω χωρίς να φανώ ασυγκίνητος από το κάποιο πρόβλημα που η Τζελσομίνα πραγματικά θα είχε και το οποίο η εκεί παρουσία μου θα της έλυνε, αποφάσισα να πάω στην Αθήνα. Τουλάχιστον μπόρεσα να το υποσχεθώ για την επόμενη μέρα.
Πηγαίνοντας προς την Αθήνα έφερνα στη μνήμη μου την Τζελσομίνα όπως την γνώρισα στις επισκέψεις μου στο σπίτι της .
Καθιστή όλη την ώρα στον μισοξηλωμένο καναπέ, με τα χέρια της παλαιστή σταυρωμένα πάνω στη χοντρή κοιλιά της, με τα ασουλούπωτα πόδια της απλωμένα σταυρωτά μπροστά, κοιτάζοντας συνέχεια την τηλεόραση ότι κι αν αυτή έδειχνε και με τα παιδιά της να κρέμονται άλλο από τον λαιμό της, άλλο από κάποιο χέρι της και το τρίτο να κάθεται κάτω δίπλα στα πόδια της τα οποία αγκάλιαζε και με τα δυο του χέρια, όπως φαντάζομαι ότι θα αγκάλιαζαν τον στύλο ενός ναού οι αρχαίοι έλληνες ικέτες που έβρισκαν καταφύγιο σ’ αυτόν.
Το πρόσωπό της είχε πάντοτε μια έκφραση αδιάφορη, σαν να ήτανε μόνη της μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζοντας προς εμένα μόνον όταν άνοιγα το πορτοφόλι μου και όταν απευθυνόταν σε κάποιο από το παιδιά της όταν ήθελε να του πει να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση.
Μάγουλα χοντρά, στόμα που του έλειπαν τρία μπροστινά επάνω και δυο μπροστινά κάτω δόντια, μαλλιά μαύρα κακοχτενισμένα ίσα για να μη της σκεπάζουν τα μάτια και της στερούν την τηλεθέαση, συμπλήρωναν την εικόνα της φίλης μου.
Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως κάθε γυναίκα έχει κάτι όμορφο, όσο άσχημη κι αν είναι κατά τα άλλα και πως αυτό το κάτι την κάνει ικανή να γίνει αξιαγάπητη για κάποιους. Ο καλός Θεός έχει φροντίσει για όλα τα πλάσματά του.
Από Αγίους Θεοδώρους μέχρι Ασπρόπυργο έψαχνα με τη βοήθεια της μνήμης μου και της μικρής ικανότητας που έχω για παρατήρηση, να βρω τι αξιαγάπητο έχει η Τζελσομίνα, αν έχει, ή μήπως αυτή αποτελεί εξαίρεση και είναι η μόνη από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει, που τίποτα δεν έχει που να τραβήξει κάποιον άντρα.
Και το βρήκα.
Είναι το χαμόγελό της.
Ένα αθώο, γλυκό, όμορφο θα έλεγα χαμόγελο, παρά το άδειο που στο κέντρο του αφήνουν τα ελλείποντα δόντια. Όταν η Τζελσομίνα γελάει, τότε εκείνος που την βλέπει παραμερίζει άθελά του όλα τα άλλα, που για τον καθένα είναι απωθητικά και πάνω της βλέπει μόνο το χαμόγελο εκείνο. Ναι, όταν η Τζελσομίνα γελάει τότε όλη είναι αυτό της το γέλιο. Σαν το στόμα της μισανοίγοντας να καταπίνει κάθε άσχημο ή τέλος πάντων κάθε που οι άνθρωποι θεωρούν άσχημο, και να μένει μπροστά του μια γλύκα και μια ακαθόριστη αίσθηση γαλήνης, χαράς , μια εικόνα ευτυχίας θα έλεγα.  
Φτάνοντας στην Αθήνα πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Τζελσομίνας, όπου μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε: το σπίτι ήτανε καθαρό!
Άλλοτε τα πάντα βρωμούσαν εκεί μέσα-πάτωμα γεμάτο αποφάγια, παπούτσια και ρούχα βρώμικα πάνω σε κρεβάτι και σε καρέκλες, ο καναπές να δείχνει τα μπαμπάκια του κάτω από το μόλις συγκρατούμενο σε ένα σημείο του ακόμα μαύρο από τη βρώμα κάλυμμά του, το τραπεζάκι στη μέση του δωματίου να χρησιμεύει για φαγητό, για ακουμπιστήρι διαφόρων ετερόκλητων αντικειμένων και για άπλωμα πάνω του των πάντοτε βρωμερών και ξυπ
Τώρα όλα ήταν φτωχικά μεν αλλά πεντακάθαρα.Το τραπεζάκι ήταν καθαρό με μιαν άσπρη καθαροπλυμένη πετσέτα πάνω του, , ο καναπές σκεπασμένος μ’ ένα βυσσινί σεντόνι σεντόνι, το πάτωμα άδειο από πεταμένα αντικείμενα και σκουπισμένο, τοίχοι πλυμένοι, ο γιούκος πάνω στο μπαούλο σκεπασμένος κι αυτός μ’ ένα πολύχρωμο χοντρό ύφασμα και η Τζελσομίνα αντί να έχει τη συνηθισμένη της στάση, τώρα καθόταν στον καναπέ με τα πόδια μαζεμένα και είχε τα χέρια της πάνω στον καναπέ ακουμπισμένα με τις παλάμες πάνω του.
Αλλά η έκπληξη ή πιο μεγάλη ήτανε το ντύσιμο της ίδιας της Τζελσομίνας. Αντί για ένα βρώμικο παλιό υπόλειμμα φορέματος, τώρα φορούσε μια "τουαλέτα", που αν και φτηνή και ασουλούπωτη πάνω της, όμως της έδινε την όψη γυναίκας ντυμένης για κάποια σημαντική περίσταση. Κάτω από το φόρεμα το σκισμένο δεξιά και αριστερά από το ύψος του γόνατου και κάτω σύμφωνα με τη μόδα, πρόβαλαν τα χοντροκομμένα πόδια της φίλης μου, ένα σταυρωτό μεγάλο ντεκολτέ άφηνε να μισοφαίνονται τα μεγάλα κρεμάμενα στήθη και κάτω από το ύφασμα του φορέματος που κάλυπτε τον ώμο ξεπρόβαλαν τα χέρια παλαιστή. Η κοιλιά φαινόταν λιγότερο μεγάλη απ’ ότι ήταν, επειδή το φόρεμα, ίσως διαλεγμένο έτσι για τον λόγο ειδικά αυτόν, έπεφτε φαρδύ πάνω στο κοντόχοντρο σώμα της Τζελσομίνας.
Αφού χαιρετηθήκαμε όπως συνήθως με την Τζελσομίνα, ένα παιδί ξεπρόβαλε από την κουζίνα και με ρώτησε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς ούτε να με χαιρετήσει πρώτα: "σου αρέσει το καινούργιο φουστάνι;", μου είπε, δείχνοντάς μου προς το μέρος της μητέρας του. Είπα πως πράγματι ήταν ωραίο, ενώ δεν έκανα καμιά παρατήρηση για την καθαριότητα του σπιτιού, για να μη προσβάλω την Τζελσομίνα εννοώντας έτσι πως τις άλλες φορές ήτανε βρώμικο. Ρώτησα αν συμβαίνει τίποτε και μου τηλεφώνησε, και που δεν μπορούσε ίσως να μου το πει από τηλεφώνου. Όχι, δεν συνέβαινε τίποτε. Και αμέσως μετά: "Γιώργος πάει βόλτα μαζί Τζελσομίνα". Είπα ότι ήμουνα κουρασμένος, παρατήρησα πως είναι τόσο καλά να κάθεται κανείς στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση ή να συζητάει, μάταιος κόπος.
Βγήκαμε και αμίλητοι-τι να λέγαμε-προχωρήσαμε μέχρι τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπου τη ρώτησα: "τι λες; πάμε στον Πειραιά; " Σκέφτηκα πως θα ήτανε κάτι πρωτόγνωρο για την Τζελσομίνα η μετάβαση στον Πειραιά και πράγματι δεν έκανα λάθος. Τα μάτια της έλαμψαν και μου είπε πως δεν είχε ξαναπάει στον Πειραιά αν και άκουγε γι αυτόν από τα παιδιά της που ζητιάνευαν εκεί και από φίλες της.
Πήγαμε. Φυσούσε ένας διαβολεμένος νοτιάς, που έριχνε σκουπιδοτενεκέδες σους δρόμους, πέταγε από τα περίπτερα εφημερίδες στο πεζοδρόμιο, ανέμιζε το φουστάνι της Τζελσομίνας και έκανε τους καταστηματάρχες να κλείνουνε βιαστικοί πρόωρα τα μαγαζιά τους. Για μένα όμως ήτανε μια απόλαυση ένα τέτοιο φύσημα που χωρίς να με κρυώνει έστελνε κατεπάνω μου κύματα αέρα καθαρού από σκόνες και σκουπίδια που ήδη μετά από τόσης ώρας φύσημα είχαν εξαφανιστεί, και καθαρού από κάθε ασχήμια, καθώς η ταχύτητα του αέρα δεν άφηνε να σταθεί πάνω σου καμία σωματική ή ψυχική, ηθελημένη ή αθέλητη, υστερόβουλη ή όχι βρωμιά.
Βγαίνοντας από τον σταθμό του ηλεκτρικού προχωρήσαμε κατά μήκος της προκυμαίας, προς την κατεύθυνση της εκκλησίας των Ταξιαρχών. Βαδίζαμε ο ένας πίσω από τον άλλο λόγω της στενότητας του πεζοδρομίου. Συνήθως εγώ πήγαινα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε περαστικούς και περίπτερα και η Τζελσομίνα ακολουθούσε. Όταν φτάσαμε στο ύψος της εκκλησίας, όπου είχαμε ελεύθερον χώρο και ενώ περπατούσαμε δίπλα δίπλα τώρα, ξάφνω η Τζελσομίνα πέρασε το χέρι της κάτω από το δεξιό δικό μου, πιάνοντάς με έτσι "αγκαζέ". Δέχτηκα χωρίς αντίδραση την χειρονομία αυτή και πια περπατούσαμε έτσι από κει και πέρα.
Το χέρι της μόλις που βάραινε πάνω στο δικό μου, κάτι που μου έκανε εντύπωση.
Τα σώματά μας διατηρούσαν την απόσταση τους το ένα από το άλλο και αυτό βέβαια ήτανε φυσικό, αφού τίποτε δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσά μας που να δικαιολογούσε ένα πλησίασμα των δυο μας ενώ περπατούσαμε, έξω από την ανάγκη να μη χώριζαν από τον σημερινό αέρα δυο άνθρωποι που βάδιζαν παρέα.
Κατ’ αυτό τον τρόπο βαδίζοντας θα πρέπει να κάναμε μιαν, ελαφρά έστω, κωμική εντύπωση σε όποιον μας παρατηρούσε για λίγο-ένα αταίριαστο "ζευγάρι". Εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να μην αντιδρώ σε ό,τι έγινε, κι εκείνη να μην επιτρέπει στον εαυτό της περισσότερο πλησίασμα, καταλαβαίνοντας ίσως πως δεν είχε ούτε το "δικαίωμα" για κάτι τέτοιο, αλλά και μη θέλοντας ίσως να διακινδυνέψει μιαν αντίδραση από μέρους μου που δεν θα ήτανε καλόδεχτη από αυτήν.
Παρολαυτά, καθώς με κρατούσε, δυο τρεις φορές τα δάχτυλά της σύρθηκαν χαϊδευτικά πάνω στον πήχυ μου, μόλις ακουμπώντας επάνω στο δέρμα μου μια ή δυο φορές σε κάθε τους απόπειρα. Δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω την λεπτότητα του χειρισμού αυτού του αγγίγματος και αυτού του χαδιού, καθώς ήταν τέτοιος που μπορούσε κανείς να το θεωρήσει είτε σαν μια εκδήλωση κάποιου κρυφού αισθήματος, όπως φαινόταν ότι είναι, αλλά όμως και σαν μια τυχαία η ασυναίσθητη κίνηση χωρίς καμία άλλη σημασία, πλην ίσως της πιθανότητας χαρακτηρισμού του ατόμου που την έκανε σαν απρόσεχτου ή αγενούς. Ήταν μάλλον ένα σήμα που ήθελε να δώσει το έναυσμα μιας παρόμοιας απάντησης, με σκοπό να δημιουργηθεί ανάμεσα στους εμπλεκόμενους στο παιχνίδι αυτό περισσότερο θάρρος για πιο προχωρημένες κάθε φορά ενέργειες, στην περίπτωση που και τα δυο μέρη θα το επιθυμούσαν.
Μια πίτσα από το γειτονικό "Έβερεστ" αντικατάστησε το γεύμα που συνήθως είναι η κατάληξη μια τέτοιας εξόδου σε τέτοιες περιπτώσεις. Ύστερα πήγαμε στον ηλεκτρικό και φύγαμε για το σπίτι.
Ταιριάζοντας τώρα το τηλεφωνικό "σε αγαπάω" με όλα όσα είχαν γίνει αφότου πήγα στο σπίτι της Τζελσομίνας, κατάληξα στο συμπέρασμα πως κάποια χορδή είχε δονηθεί μέσα στο ογκώδες αυτό σώμα και μάλιστα στο μέρος εκείνο όπου λένε πως εδράζεται η λεγόμενη Ψυχή. Δεν είμαι ψυχολόγος ώστε να μπορώ να πω περισσότερα, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι πριν έρθω στην Αθήνα μου πέρασε από το μυαλό η πονηρή σκέψη πως ίσως το "σε αγαπάω" να ήταν μια κίνηση από κείνες-που όμως η Τζελσομίνα δεν με είχε συνηθίσει σ' αυτές-που γίνονται με σκοπό ιδιοτελή, στην περίπτωσή μου δηλαδή στην απόσπαση περισσότερων χρημάτων.
Τώρα όμως η αυθαίρετη αυτή σκέψη είχε παραμεριστεί και έμενε ανίσχυρη μπροστά στα καινούργια στοιχεία που η βόλτα καθώς και η κατάσταση της καθαριότητας της Τζελσομίνας και του σπιτιού είχαν φέρει στο φως. Αλλά τη χαριστική βολή σε όποιαν τέτοιου είδους πιθανότητα, την έδωσε η άρνηση της Τζελσομίνας να πάρει λεφτά, ενώ μέχρι τότε αυτή ήταν η μόνη σχέση μας και η μόνη αιτία όποιας συνάντησής μας: Όταν πια είχαμε φτάσει απέξω από το σπίτι της και έβγαλα το πορτοφόλι μου, αρχίζοντας να δικαιολογώ την πράξη μου αυτή σχετίζοντάς την με την ένδυση των παιδιών για τον χειμώνα που ερχόταν και αιτιολογώντας την σαν ένα δώρο από μένα προς αυτά και πριν ακόμα βγάλω από το πορτοφόλι τα λεφτά, η Τζελσομίνα, έκανε ένα βήμα πίσω λέγοντάς μου αποφασιστικά, ήρεμα και παραπονεμένα: «Δε θέλω λεφτά!»

β.

Η ψυχή αείζωο πνεύμα πέρα από το χρόνο είναι.
Ήδη ζει μες στο κορμί μας την αιώνια τη ζωή της.
*
Αγάπη ο Θεός, καί δεν μπορεί
παρά να αγαπάει.
Χωρίς "γιατί" θ’ αγάπαγες
και συ, Θεός αν ήσουν.
*
Θα ’ναι ο άνθρωπος Θεός αν γίνει το μοντέλο 
που ο Θεός από αυτό τον άνθρωπο έχει φτιάξει.
*
Ο σοφός μέσα στη θλίψη και τον πόνο δε
λυπάται.
Ούτε καν παρακαλάει να ξεφύγει από κει
μέσα.
*
Είναι η σταγόνα θάλασσα στη θάλασσα όταν πέσει.
Πώς η ψυχή δε θα ’ναι Θεός όταν στο Θεό θα πάει;
 *
Αν εκμηδενιστεί ο Θεός, εγώ θα πάω πάλι
εκεί που ήμουνα προτού Εκείνος να με πλάσει.
*
Είναι ο θεός ο μουσικός κι εμείς τα όργανά του.
Και ο καθένας μας ηχεί από το Πνεύμα Εκείνου.
 *
Απ’ τον πόλεμο η ειρήνη. Απ’ τον πόνο η χαρά.
Κι η κατάρα της ζωής μας ευλογία θα γενεί.
*
"Γιατί θα πρέπει ο χριστιανός δίκαιος να ’ναι κι ευσεβής;"
Ρωτάς γιατί ένα πρόβατο σαν τίγρις να μη φέρεται.
*
Γιος του θεού είμαι κι εγώ. Και κάθομαι  δεξά Του.
Και μέσα μου τη σάρκα Του και την ουσία Του βλέπει.
 *
Ο Θεός δεν είναι δίκιος. Πηγή του Δίκιου είναι.
*
Πότε τον κόσμο έφτιαξε ο Θεός;
Τη μέρα που γεννήθηκα.
*
Τόσο ωραίος ειν’ ο Θεός ώστε ο ίδιος είναι
με τη δική Του ομορφιά πάντοτε  εκστασιασμένος.
*
Σα μια πηγή ’ναι ο Θεός.
Ρέει αβρά προς τα έξω
μα εντός Του κείται ολόκληρος.


γ.

1.    ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΩΦΡΟΝΟΣ ΝΕΟΥ

Κι αν μηχανές η γη έχει γεμίσει
που ολημερίς μιλούν αντί για μας
εγώ ανθρώπινη ποθώ μια ζήση-
Συ θέλω στην ψυχή μου να μιλάς.

Kι αν φτάσανε Θεέ μου στο φεγγάρι
ψηλότερα να φτάσω εγώ ζητώ-
εκεί που η χάρη Σου γλυκά μεθάει
το θείο Της δωρίζοντας ποτό.

Κι αν έχουνε βολάν κατευθυντήρια
κι οδήγησης συστήματα λογής,
στα γήινα θέλω εγώ τα ολετήρια
Εσύ το βήμα μου να οδηγείς.



2.    ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα θεούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ’ τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ’ άρεσε και σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" σ’ ακούω να μου λες
γιατί αφού θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες θεέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ’ ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Θεούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ’ αυτές που ’χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.


3.    ΕΝΟΧΕΣ

Κάθε το χέρι μου ή ο νους
που σ’ αμαρτία απλώνει
θαρρείς καρφί κρατεί θεέ
και Σε ξανασταυρώνει.

Και τότε τρέμω σύγκορμος
και σιωπηλά σπαράζω
και νοερά κάθε φορά
τη Θεία Σου Χάρη κράζω

και, ή την ψυχή μου, της ζητώ
απ’ το σώμα να χωρίσει,
ή να την κάνει τους φρικτούς
φονείς Σου ν’ αγαπήσει.


4.    Η ΛΥΣΗ

Με κράζει το πουλί
κοντά του με καλεί'
το δρόμο αναμετράω:
μακριά μου-δε θα πάω.

Στον ουρανό εν’ αστέρι
μου άπλωσε το χέρι
μα ό,τι και να κάνω
μακριά μου-δεν το φτάνω.

Μα να ο Θεός που πλάι,
μαζί μου περπατάει
κι όλα, πουλιά κι αστέρια
κρατεί στα δυο Του χέρια.

                -----