Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

TO ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ

«Παρ’ το μαχαίρι! Κόψ’ του το κεφάλι!
Χώρισ’ το απ’ το σώμα που καμιά γυναίκα
να το χαρεί δεν είχε αφήσει
αφότου έχασε την Ευρυδίκη.
Κόψ' το! Βαθιά του χώσε το μαχαίρι!
Και μες στην κίνησή σου όλη βάλε
την πίκρα που μας είχε ποτισμένες:
να τον ποθούμε μεις κι αυτός να φεύγει 
λες και καμιά γυναίκα η Κύπρι
με σώμα ωραίο δεν επροίκισε
και τέχνες ότι δεν της έχει δώσει
και νάζια της γλυκιάς αγάπης. 
Βάλε στο χέρι την εκδίκησή μας
γιατί απρόσεχτες μας είχε αφήσει.
Απρόσεχτη να μένει η γυναίκα...
και πώς ο κόσμος μας θα προχωρήσει;
πώς τ’ άλλο το πρωί θα έβγει ο ήλιος;
πώς θα λαλήσει στο κλαρί τ’ αηδόνι;
Χτύπα λοιπόν! Του πιάνω τα μαλλιά του
και τούτη δω βάνω την πέτρα γι αντιστύλι
κάτω απ’ τον ασπροκέρινο λαιμό του.
Α! Έτσι! Να λοιπόν η κεφαλή σου
που τέτοια σου ’λεγε να πράττεις έργα.
Χείλη αφίλητα...
μαλλιά και στήθη αχάϊδευτα απ’ του έρωτα το χάδι...
Τι να σας πω;..
Να πάτε να χαθείτε;
Χαμένα ήσασταν και πριν και τώρα.
Χαμένο ό,τι δε βρίσκει την αγάπη…
Δος το μαχαίρι!
Βγάλ’ του το μανδύα-
όσα κομμάτια του ’χουν απομείνει από το ξέσχισμα
που με τα νύχια του εκάμαμε όσο ζούσε.
Γύμνωσ’ το στήθος του που ανάσα δίχως
Ξέψυχο τώρα έχει απομείνει.
Γύμνωσ’ το κι ας το δούμε τώρα έστω
γιατί τις πλάτες του ξέραμε μόνο.
Γύμνωσ’ το στήθος του να το ξεσκίσω
και να του ξεριζώσω την καρδιά του...
Καρδιά κι αυτή... κρυότερη απ’ το χιόνι...
Βράχος αν ήτανε θα με κοιτούσε
όταν γυμνή εφάνηκα μπροστά του
τάχα τα ρούχα μου πως είχα χάσει.
Τρίχες πυκνές... κατάμαυρες... λες θέλουν
και πεθαμένονε να μας τον κρύψουν...
Πάρε το χέρι σου από κει…
Να! Πάρ’ την πρώτη!
Να και τη δεύτερη!
Να και την τρίτη!
Μία για κάθε όχι σου σε μένα!
Ζεστό κι αχνίζει το κορμί του ακόμα…
Ζέστα κι αχνός που όσο κι αν ποθούσα
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τα νιώσω.
Πάρε και τούτη! Αντίσταση πια τώρα
δε θα μου φέρεις. Ότι θέλω κάνω
απάνω στο δικό μου πια κορμί σου.
Να η καρδιά...
φέρε και το κεφάλι...
Ας γίνουνε ψαριών τροφή τα δυο τους.
Στη θάλασσα-στο κύμα τα πετάω...»