Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Χτες ήμουν στην κωμόπολη. Μ’ ένα φίλο, στο μαγαζί του.
Στις οχτώ βράδυ  βγήκα έξω για μια να αγοράσω κάτι από το περίπτερο.
Ξάφνω δυο γυφτάκια μπροστά μου. Ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Γύρω 9 χρονών. Παρατηρώ ότι δεν είναι πολύ αδύνατα, ούτε βρώμικα και κουρελιάρικα. Μου απλώνουν και τα δύο το χέρι. «Δώστε μας κάτι». Ένας μη αναμενόμενος πληθυντικός. Βγάζω και βάζω στο χέρι του αγοριού ένα δίευρω. «Και για τους δυο σας» τους λέω. Προχώρησα προς το περίπτερο. Με την άκρη του ματιού μου τα έβλεπα να περιεργάζονται με θαυμασμό το δίευρο. Αναμενόμενο. Δεν έχουν συνηθίσει να παίρνουν δίευρα-και αν κάποιος τους δώσει κάτι.
Ψώνισα. Ακουω δυο φωνούλες να λένε φωναχτά: «Κύριε!..Κύριε!» Στρέφω προς τα παιδάκια και τα βλέπω ερωτηματικά. Και το μη αναμενόμενο: «Σας ευχαριστούμε» μου λένε, λάμποντας από χαρά.
Ζωή, τι καλό έχω κάνει για να με αμοίβεις έτσι;
Η καρδιά μου πετάει. Φεύγει η λύπη. Κάποιος μου χρωστάει ακόμα καλές ημέρες.
«Παρακαλώ παιδιά-να είστε καλά» απαντώ.
Και συνεχίζω προς το μαγαζί του φίλου μου. Λίγο πριν φτάσω ακούω το κοριτσάκι από πίσω μου: «Κύριε!» Γυρίζω. Το κοριτσάκι μόνο του. Τώρα, στο φως το βλέπω καλλίτερα. Όμορφο κοριτσάκι. Δυο κατάμαυρα ορθάνοιχτα ματάκια. Τα μαλλιά καλά χτενισμένα. Στο πρόσωπο μια έκφραση λίγο προσμονής, λίγο παράπονου.
Λέω «Ναι…» ερωτηματικά.
Μου απαντάει σαν κάποια που την πνίγει το δίκιο και πήγε στον κατή σίγουρη ότι αυτός θα ικανοποιήσει το αίτημά της. Μα όχι μόνον αίτημα. Και μια διαπίστωση-δήλωση μαζί. «Ο αδερφός μου δε μου δίνει… δώστε μου κι εμένα…», μού λέει, με τη σιγουριά πως εδώ υπάρχει μια αδικία που πρέπει να επανορθωθεί από κείνον που την έκανε, όπως και πως έπρεπε να είχα προβλέψει το γεγονός-τι μεγάλος είμαι…
Βάζω το χέρι στην τσέπη του πουκάμισου, βγάζω ό,τι κέρματα είχαν απομείνει και τα αποθέτω στο απλωμένο μικρό χεράκι, λέγοντας: «Να, πάρε αυτά, είναι τα τελευταία μου…» Το χέρι δεν κλείνει, τα ποδαράκια δεν κινούνται, τα ματάκια με βλέπουν με ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον, ξαφνική λύπη και (θεέ μου, ατελείωτος είσαι!) με άπειρη αθωότητα: «Και σεις;… και σεις τι θα κάνετε χωρίς λεφτά αφού είναι τα τελευταία σας;» «Θα βρω κάπου…», απαντώ. Τότε το χεράκι κλείνει, το στοματάκι λέει «ευχαριστώ» και τα ποδάκια παίρνουν μακριά μου το πολύτιμο φορτίο τους.
Ένιωθα τώρα όπως αν είχα κάνει έρωτα με κείνο το κοριτσάκι. Κάποιος μ’ αγαπάει και με φροντίζει ακόμα.