Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

                                ΓΚΡΙΖΟ

Στου παλιού σταθμού την άκρη περιμένοντας το τρένο
δύο άθλιους κοιτάζω νυσταγμένους επιβάτες
στις βρεγμένες τις καρέκλες να κουρνιάζουνε σα γάτες
και τις ράγες να κοιτάνε μ’ ένα ύφος λυπημένο.

Έχουν ρούχα λερωμένα με βρωμιές κάθε λογής
και τ’ αδύνατά τους πόδια στο μπετόν γυμνά πατάνε.
Έν’ αγίνωτο καρπούζι τώρα βγάζουνε να φάνε
(δυνατά για να τ’ ανοίξουν το χτυπούνε καταγής).

Σαν τελειώσουν το φαί τους, με ζουμιά περιχυμένες
λίγες φλούδες μένουν χάμου μέχρι έξω φαγωμένες
ενώ γρήγορα στον ύπνο χορτασμένοι αυτοί το ρίχνουν.

Κι έτσι ως είναι ταιριασμένοι oι δεξές γροθιές τους δείχνουν
του ενός προς άδικο έναν ουρανό με χρώμα γκρίζο
και του άλλου προς εμένα πούρο Αβάνας που καπνίζω.