Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

                               ΑΝΑΙΤΙΑ

Μικρός θυμάται χάρτινο ένα σκάρωνε βαρκάκι, 
το έριχνε στου κήπου τους το βιαστικό ρυάκι
κι ύστερα στους νερένιους του τ’ ακολουθούσε δρόμους
ως που έπεφτε αυτό μ’ ορμή μέσα στους υπονόμους.

Κλεισμένο μες στο χάρτινο εφήμερό του ψέμα
να παραδέρνει το ’βλεπε στου ρυακιού το ρέμα
στις λάσπες και στα χώματα της όχθης να χτυπιέται
κύκλους να παίρνει, να βουτάει, να χάνεται, να σβηέται.

Θα είχε κόψει από νωρίς του βίου του το νήμα
όμως εκείνη η παιδική συνήθεια τον κρατάει:
πριν πέσει ανυπεράσπιστος μέσα στ’ ογρό του μνήμα
με λυπημένη κι ήρεμη θέλει μια ειρωνεία
να βλέπει κάθε κύματος καινούργιου τη μανία
καθώς, αναίτια, πριν σβηστεί, στους βράχους τον πετάει.