Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

γ.

Μετά από αυτά ας δούμε πώς γενιέται στην πράξη ένα ποίημα.
Πότε λοιπόν κάποιος ποιητής λέει: θα γράψω ένα ποίημα μ’ αυτό το θέμα;
Το λέει όταν κάτι από τα γύρω του τον ευαισθητοποιήσει, του κρούσει δηλαδή κάποιες ευαίσθητες  χορδές.
Αυτό που θα τον ευαισθητοποιήσει μπορεί να είναι κάτι που είδε, διάβασε, άκουσε, έγεψε ή έψαυσε ακόμα.
Για να φτάσει όμως αυτό το κάτι να γίνει ποίημα πρέπει να συντρέξουν πολλοί παράγοντες, επειδή ερεθίσματα έχει ο ποιητής πολλά μέσα σε μια μέρα της καθημερινής του ζωής.
Την ίδια λοιπόν στιγμή που ο ποιητής αποφασίζει ότι θα ασχοληθεί με αυτό το θέμα, αυτόματα έρχονται στο νου του και οι συνιστώσες του θέματος αυτού, τις οποίες πρέπει να τονίσει από όλες που συνιστούν το προς σύνθεση αντικείμενο. Μερικές φορές  μάλιστα συμβαίνει την ίδια εκείνη στιγμή να γεννηθούν στο μυαλό του και ένας ή περισσότεροι στίχοι σχετικοί με το υπό ποιητική επεξεργασία αντικείμενο-επεξεργασία που από τη στιγμή εκείνη αρχίζει πιά. Αν αυτό συμβεί, αυτοί οι στίχοι είναι και οι πιο «δυνατοί» στίχοι, θα πει αυτοί που θα εκφράζουν την ουσία του ποιήματος, αυτοί που ήταν η μύχια και πολλές φορές υποσυνείδητη αιτία που έσπρωξε τον ποιητή στη ανάγκη σύνθεσης του ποιήματος. Είναι εκείνοι οι στίχοι (ή ο στίχος) που από μόνοι τους (ή από μόνος του) θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα ποίημα. Και είναι οι στίχοι που είναι αδύνατο να μην μπουν στο μέλλον να γραφτεί ποίημα. Γίνονται δηλαδή η κεντρική ιδέα του ποιήματος.
Και μοιάζει σαν ο στίχος αυτός να προϋπήρχε στο βάθος της ψυχής και του μυαλού του ποιητή, και περίμενε εκεί ώσπου να έχει ο ποιητής το ερέθισμα εκείνο. 
Παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης σύνθεσης ποιήματος είναι το ποιηματάκι «Σχίζες»
Ήταν βραδάκι μιας μέρας της Καλιφόρνιας, όταν βγαίνοντας από το σπιτι μου είδα μακριά μπροστά μου,  για πολλοστή φορά, τις κορυφές των δύο φοινίκων και το λαμπρό αστέρι να προβάλεται δίπλα τους. Από τους φοίνικες φαίνονταν μόνον οι κορυφές τους επειδή τη θέα ολόκληρων των δέντρων μου την έκρυβαν οι πίσω τοίχοι των άλλων σπιτιών της γειτονιάς που παρεμβάλλονταν μεταξύ του δικού μου σπιτιού και των φοινίκων.  Η απόφαση να γίνει το θέαμα αυτό ποίηση πάρθηκε αμέσως, και στη στιγμή ακολούθησαν οι διεργασίες που αναφέρω πιο πάνω.
Αυτό που θα αναδείκνυε το ποίημα ήταν πως όπως εδώ, έτσι και πάντοτε κάτι μέσα στη ζωή μου με εμπόδιζε να έχω δικό μου ή να απολαύσω κάτι που επιθυμούσα και που για άλλους ήτανε καθημερινή κατάσταση. 
Στην περίπτωση του παραδείγματος, ο στίχος ήταν:
«τ’ αστέρι σκότος θα γενεί κι οι κορυφούλες σκίζες»
Και ήρθε μάλιστα σαν ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος.  Ήμουν βέβαιος από τη στιγμή εκείνη, πως το ποίημα αυτό εξάπαντος θα είχε αυτή την απόληξη.
Και έτσι έγινε.
Το ποίημα είναι αυτό:
                                 ΣΚΙΖΕΣ

Εν’ αστεράκι λαμπερό και δυο κορφές φοινίκων
βλέπω απ’ το σπίτι μου σα βγω και κάτσω στο μπαλκόνι.
Όσα σε άλλους θάματα η φύση μπρος απλώνει
τα σπίτια εμέ το κρύβουνε των άλλων των ενοίκων.


Και μαστορεύω τις κορφές για να τους δώσω ρίζες…
και με τ’ αστέρι προσπαθώ έναν ουρανό να φτιάξω…
αστείο πράγμα-γίνεται το νόμο εγώ ν’ αλλάξω;
τ’ αστέρι σκότος θα γενεί κι οι κορυφούλες σκίζες.

Βέβαια πολλές φορές είχα βγει από την πόρτα μου βράδυ και άλλες τόσες είχα δει το ίδιο θέαμα.
Από αυτό βγαίνει ότι πρεπει να συνυπάρξουν πολλοί παράγοντες για να φτάσει η ώρα που όλοι μαζί θα δουλέψουν ώστε να γίνουν όλα τα θαυμάσια πράγματα που συμβαίνουν και που έχουν σαν αποτέλεσμα ένα ποίημα. Ας πούμε να μην είσαι βιαστικός, να μην έχεις στο μυαλό σου το νοίκι που πρέπει να δώσεις αύριο ενώ δεν υπάρχουν λεφτά, να μην πονάει η μέση σου και κάθε βήμα σου να είναι κατόρθωμα, για να μιλήσουμε μόνον για κάποια αρνητικά αποτρεπτικά.
Γι αυτό πιο πάνω μιλήσαμε για την περίπτωση όλα να είναι «καλά», και η διαφορά του ποιητή από άλλους ανθρώπους που θα συνέβαινε να αντικρίζουν την ίδια εικόνα, να είναι… ακριβώς ότι είναι ποιητής.
Επειδή γι ποιητές μιλάμε εδώ.
Αυτός ήτανε ένας από τους τρόπους σύλληψης της ιδέας και  της δημιουργίας ενός ποιήματος.
Ως για την έμπνευση, από τα αγαπημένα μου που έχουν γραφτεί γι αυτήν είναι: Η έμπνευση είναι το παιδί του τυχαίου και του πάθους του ποιητή.