Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

                         Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Όταν τελείωσε ο μακρύς αιμάτινος ο δρόμος
λύθηκε ο όρκος ο βαρύς κι αμέσως δρόμο πήρα
και βρέθηκα στης θάλασσας το κρύο και την αρμύρα.
Όλα ήταν ίδια σαν και πριν μον’ έλειπε ο τρόμος.

Γλάρος κανείς δεν φαίνονταν, ουτ’ άστρο ούτε καράβι.
Μόνος εγώ κι η θάλασσα και τ’ αφρισμένο κύμα.
Μόνος εγώ κι η θάλασσα και το κομμένο νήμα.
Κι η γλώσσα μου της θάλασσας έτσι τα βύθη σκάβει:

«Κάλλιο να εθανάτωνες στους κόλπους τους υγρούς σου
την πρωταρχή κάθε ζωής, όταν στα μαύρα βύθη
των άφωτων σου ωκεανών ν’ ανθίσει εβουλήθη.
Τότε κι εσύ δε θα ’κουγες κατάρες απ’ τους γιους σου,

μέσα σου αφού αγέννητοι θα κείτονταν αιώνια
ούτε και θα κατάκαιγαν τη σκέψη τους εκείνοι
στων ιδεών το φλογερό κι ανάλγητο καμίνι
μόρια αφού θα ’μεναν νερού μες στα υγρά σου αλώνια.

Γύρισα! Με ξαπόστειλες στ’ άγρια της γης τα πλάτη.
Μου ’δωσες πόνο αντίς τροφή κι αντίς για πιόμα δάκρυ.
Και μ’ έδιωξες. Εμέτρησα τη λύπη απ’ άκρη σ’ άκρη
πνοή χαράς γυρεύοντας που πάντα ήταν φευγάτη.

To Ναι και τ’ Όχι μεσα μου ολοζωής παλεύαν.
Κι ας τρώγονταν σαν τα θεριά  δεν κέρδιζε κανένα.
Μόνο μου ανταριάζανε το νου μου και τα φρένα.
Με τo αίμα τους ποτίζοντας το Φόβο μου τον Μέγα.

Και κείνος εμεγάλωνε ώσπου με σκέπασε όλον.
Νύχτες επέρασα άγρυπνος ψάχνοντας στο σκοτάδι
για του ηλιού τη φωταυγή κι όλο έφτανα στον Άδη
να με κεντούν οι μαχαιριές βασανιστών διαβόλων.

Και κάθε μέρα σ’ έπινα και σ’ έμπαζα εντός μου
λες για ν’ αντέξω κι όλο αυτό το χάος να γνωρίσω.
Μα να ’μαι τώρα! Έκανα ο,τ’ είπες κι ήρθα πίσω!
Και τώρα απάντηση σ’ αυτό που σε ρωτάω δος μου.

Πες μου η Πρώτη εσύ Αρχή-η Αιτία εσύ η Πρώτη
πες μου εσύ κάθε ζωής πάνω στη γη γεννήτρα
ποιος έσπειρε το σπόρο του στη σκοτεινή σου μήτρα
κι έπλασε εμάς τους άχαρους η άχαρή σου νιότη;

Ποιος τάχα σε ξελόγιασε κι έχει η ζωή αρχίσει;
Και ποιος γυμνούς μας πέταξε στο κρύο και στο χιόνι
να μας θερίζει η Πεθυμιά κι ο Πόθος να μας λιώνει-
ποιος μας εμίσησε προτού ακόμα μας γεννήσει;

Ή είσαι εσύ του Σύμπαντος μια πόρνη σιχαμένη
και αγνοείς τα τέκνα σου ποιον έχουνε πατέρα-
πες μου λοιπόν ποιος όρισε να βλέπουνε τη μέρα
οι άνθρωποι οι τρισάθλιοι που ’ναι από σε πλασμένοι;»

Και μία ήσυχη φωνή στο βόγγο μου απαντάει:
«'Έλα και κοίτα στων θολών νερών μου τον καθρέφτη.
Θα δεις τη σκιά σου πάνω του μ’ ορμή και βια να πέφτει
και το είδωλό μου τ’ άψυχο με λύσσα να φιλάει.

Εσύ ο αίτιος-εσύ- της μακριάς πορείας.
Εσύ Σποριάς, εσύ Γαμπρός, εσύ και Σπόρος Γέννας.
Εσύ και από σένανε άλλος ποτέ κανένας
στα βάθη της ανθρώπινης αέναης Ουτοπίας».