Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

                          ΟΜΙΧΛΗ

Ο γερο-πόρνος ουρανός την κόρη του ομίχλη
όταν πως άντρα ορέγεται θα δει, πάνω τη ρίχνει
σ’ ένα της γης ψηλό βουνό. Αυτή την κορυφή του
 κυκλώνει και τον έρωτα χαίρεται κει μαζί του.

Κι ενώ γλυκά στην κορυφή τα πόδια της ανοίγει
τα βουνοπλάγια μια δροσιά ολόφλογη τυλίγει
χιλιάδες χέρια στου βουνού κολλάνε τα φαράγγια
 και παίρνει αμέτρητα φιλιά η κάθε του μισγάγγεια.

Και το βουνό την άξαφνη την ηδονή τρυγάει
και του κορτσίστικου κορμιού κάθε σταλιά ρουφάει.
Τα σπλάχνα του ανταριάζονται, βαριοβροντά η
καρδιά του
κι οι ρίζες του τραντάζονται λες θα το ρίξουν
κάτου.

Φωνές γλυκές του δάσους του τα ζώα ξεφωνίζουν
χωρίς να ξέρουνε κι αυτά γιατί έτσι ευτυχίζουν,
το νάμα ογκώνει των πηγών, και τα δεντρά και κείνα
γλυκούς ξεχύνουνε χυμούς-δάκρια, οπούς, ρετσίνα.

Κι όλα έχουν γίνει του βουνού και της ομίχλης
δώρα
και της ομίχλης οι χαρές και του βουνού είναι
τώρα.
βουνό κι ομίχλη ένας καημός, μια φλόγα, ένα σώμα,
γη κι ουρανός βυζί βυζί φιλί και στόμα στόμα.

Κι όταν βυζάξει ό,τι μπορεί με τ’ άσπρα της
πλοκάμια
κι όταν στερέψουν τ’ αφριστά του πόθου της ποτάμια
η θυγατέρα τα’ ουρανού με βήμα ζαλισμένο
το σώμα αφήνει του βουνού το πια συνηθισμένο.

Την κορυφή του την τραχιά τώρα ξεκαβαλάει
κι ολόσωμη και λιόχαρη το δρόμο της τραβάει.
Την περιμένουν κάμποι οκνοί και σύννεφα τρεχάτα
κι αυτή πηγαίνει να τα βρει γελώντας ορεξάτα.

Και το βουνό, η γιγάντια σαν κιώσει ερωτοπάλη
ό,τι αυτή χαλάρωσε τ’ ατσαλοδένει πάλι
και στήνεται πάλι άτρεμο, ακλόνητο, πανώριο
και πάλι κλειέται σοβαρό μες στο αυστηρό του όριο.