Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

       ΟΙ ΚΟΥΡΕΙΣ

Όταν μιλούσαν οι κουρείς
λουλούδια γέμιζεν η γης.

Η ζεστασιά του λόγου τους
πλανιόταν στον αέρα
τον φώτιζε και γίνονταν
η μαύρη νύχτα μέρα.

Παραμυθάκι αγαπητό
στ’ αυτιά μας η φωνή τους, 
μεγάλωνε και χρύσωνε
μεμιάς το μαγαζί τους.

To ’κανε χρυσοπάλατο
που εκοιμόνταν μέσα
ολόμορφη, ανέγγιχτη
κι αβρή μια πριγκιπέσσα.

Και πες πες πες -και πες πες πες
το κούρεμα τελειώνει
και πάνω στο κεφάλι μας
δροσιά κολώνια απλώνει.

Κολώνια λεμονάνθινη
μες σε κομψό δοχείο
αγορασμένη-πού αλλού;-
από το φαρμακείο.

Μας χαιρετούσε πρόσχαρα
σα φεύγαμε ο κουρέας
χαρούμενη κατάληξη
μιας όμορφης παρέας.

Έτσι εγινόνταν κι η ζωή
γεμάτη ήταν με δώρα
κι ευώδα όλη η γειτονιά
κι έλαμπεν-ενώ τώρα

εβουβαθήκαν οι κουρείς
και τ’ άνθη εμάραναν θαρρείς.