Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017


ΤΟ ΘΑΜΑ

Το σκιάχτρο δέντρο εστέκονταν
γκριζόμαυρο για μήνες
τ’ απάνθρωπά του απλώνοντας
κι ανάνθιστα κλαδιά.

Θωρώντας το αντίκριζες
λειψανοφόρες κλίνες
και Δεσποτείες του Άφωτου
κι Ανάλγητου καρδιά.

Σκελετωμένων μαγισσών
χέρια φριχτά γεμάτο.
Τα μάτια του, Άργου τρομερού
τα στόματά του, οχιάς.

Κάθε κορφή του δάχτυλο
θεριού πικρονυχάτο.
Κάθε του κύκλος χάραγμα
θανατερής τροχιάς.

Και θερμοπαρακάλεσα:
«Δώσε του Θε μου άνθη!
Γιατί αν λερό πάλι το δω
στου Άδη πάω τα βάθη.»

Κι αμέσως: θάμα! Τ’ άχαρα
γίνανε φως και χάρη
κι είχα μεγάλο άδικο
δαιμόνους να θαρρώ

τους κλάδους που ένα ευφρόσυνο
κρύβανε δώρων σμάρι
και που μιας τέτοιας ομορφιάς
θα σέρναν το χορό.

Κι ενώ στο φως ολόχρυσα
ξανοίγουν μάγια πλήθια
και μύρια μύρα στα χλωρά
κλαδάκια ευωδάν,

τα πλανταμένα από χαρά
πουλιών και δέντρου στήθια
μελωδικά κι ολόγλυκα
για με λες τραγουδάν.

                          Los Angeles 3-2-1995