Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017


Πριν από μέρες διαπίστωσα πως έχω χάσει ένα παιδί μου. Έψαξα εξονυχιστικά όλα μου τα υπάρχοντα (τα βιβλία και των τεσσάρων τραπεζιών φύλλο φύλλο, τα χαρτιά της κόκκινης καρέκλας, τις μπλε σακούλες κάτω από το γραφειάκι, τις σακούλες τις κρεμασμένες στο κρεβάτι, την πολυθρόνα-«ιματιοθήκη», τα χαρτιά του τραπεζιού της τηλεόρασης, τα χαρτιά που έχουν μαζευτεί κάτω από το κρεβάτι πέφτοντας λίγα λίγα με το πέρασμα των χρόνων, τα βιβλία του καλοριφέρ).
Ως και στο αχρησιμοποίητο δωμάτιο μπήκα  και ανασκάλεψα τη μούχλα του. 
Έψαξα σε όλο το κομπιούτερ: και ίντερνετ και προσωπικά μου γραφτά.
Τίποτα.
Σίγουρα λοιπόν δεν το έχω.
Ή άραγε το είχα μαζί μου και το έχασα, ή ήτανε στα καμένα, ή έχει μείνει στην Καλιφόρνια.
Ήταν από τα αγαπημένα μου.
Βάλθηκα να το ανασυστήσω-να το αναστήσω-να το θυμηθώ.
Αλλά δεκαεφτά χρόνια χαμού δε βοηθάνε και πολύ σ’ αυτό.
Στην αρχή λέξεις σκόρπιες μου έρχονταν στο μυαλό. Όπως: «πυρπολεί», «δημοσιά», «πουλάει το κορμί της», «σφάλαγγας», «ρωγμή». Και ανάμεσά τους ολοπρώτες, τρεις μαζεμένες, οι πρώτες τρεις του. «Σπάρτη. Ιούλιος. Μεσημέρι.» Ήταν οι πρώτες και μαζί οι σίγουρες και αναμφισβήτητες.
 Με την πάροδο των ημερών μου έρχονταν κι άλλες μοναχικές λέξεις και κάτι κομμάτια στίχων-δυο δυο ή τρεις λέξεις μαζί-που όμως δεν έβγαζαν μόνα τους νόημα.
Όλα αυτά τα σημείωνα.
Και κάποια στιγμή, ξεπήδησε επιτακτική και γλεντζέδικη η επιφωνηματική έκρηξη: «Φέρτε νέκταρ! Αμβροσία!» Ώστε είχαμε να κάνουμε με ένα φαγοπότι θεϊκό! Με αυτή τη σκέψη για βάση και  με επίμονη αναζήτηση ανάμεσα στα πιθανά επακόλουθα του διαταγής αυτής, ήρθε από κοντά το συμπλήρωμά της: «Α! Τι τρώες… τι αχαιοί…», που σίγουρα και αδιαμφισβήτητα ήτανε το τέλος του στιχουργήματος, όσο βέβαιο ήταν από την αρχή της αναζήτησής μου, ότι η αρχή του ήταν το «Σπάρτη. Ιούλιος. Μεσημέρι.»
Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο επομένως συντελούνταν ό,τι συντελούνταν μέσα στο ποίημα και εκεί μέσα θα «τοποθετούσα» όσα άλλα ανακαλούσα.
Δεν ήξερα ακόμα-ούτε και τώρα ξέρω-πόσα τετράστιχα είχε αυτό το έργο μου. Πιθανολογώ ότι είχε ή τέσσερα ή πέντε.
Ούτε τον τίτλο που του είχα δώσει θυμάμαι.
Ήξερα ακόμα πως μέσα στο ποίημα υπήρχαν τα ονόματα Λεωνίδας και Ελένη.
Ακόμα ήξερα, φέρνοντας στο νου μου τη γενική ιδέα που ήταν και η αιτία δημιουργίας του πονήματος, ότι αυτό μιλάει για τις σκέψεις ενός μικρού παιδιού, που ξαπλωμένο ένα μεσημέρι καλοκαιριού από τα πολύ καυτά της Σπάρτης στο λευκοσέντονο κρεβάτι της «σάλας» του σπιτιού του παππού του στη Σπάρτη, σκέφτεται ή παρατηρεί διάφορα. Γιατί δεν ήτανε ξαπλωμένο εκεί για να κοιμηθεί, επειδή ποιο παιδί προτιμάει να κοιμηθεί μεσημεριάτικα αντί να βρίσκεται στον κήπο του σπιτιού και να χαίρεται τις ροδιές, τις μανταρινιές, τις πορτοκαλιές, την καϊσιά, τις κληματαριές του και τον δροσιστικό ίσκιο που έριχναν τα δέντρα αυτά;
Λίγο από δω λοιπόν λίγο από κει, από το ποίημα έφερα στο φως της ημέρας δύο ακέρια τετράστιχα-το πρώτο και το τελευταίο- και ανάμεσά τους ό,τι άλλο ήρθε (όπως αυτά που όταν αναφέρονται στα απομεινάρια των έργων των μεγάλων κλασσικών της αρχαίας Ελλαδας ή στα έργα του Σολομού, οι φιλόλογοι τα λένε «σπαράγματα»).
Και αφού και έτσι που είναι βγαίνει νόημα, βάζω εδώ το ποίημα αυτό.
Λείπουν πολλές λέξεις.
Ίσως λείπει και ένα ολόκληρο τετράστιχο.
Αν και όταν το φέρω στη ζωή ολόκληρο, βέβαια και θα το αναρτήσω.

Σπάρτη. Ιούλιος. Μεσημέρι. Έξω ο ήλιος πυρπολεί.
Τη λαφριά της έχει βάλει η πολιτεία περιβολή
και πουλάει το κορμί της στον Ευρώτα για δροσιά.
Έξω ανάβει, καίει, φουντώνει, αναλιέται η δημοσιά.

………………………………………… Θα κοιμάται ο παπούς.
Η γιαγιά θα ψιθυρίζει  μονολόγους μυστικούς.
…………………………………………..τα σπειριά κάθε ροδιού.
Ο χυμός θα βράζει τωρα του μελάτου καϊσιού.


Ο Λεωνίδας ………………. στο δωμάτιο τριγυρνά
Και τους νόμους καταριέται που τον στείλαν στα στενά.


Η Ελένη …………………………….και μου λέει πως εκεινής
η ιδέα μιας περιπέτειας ήτανε θαλασσινής.


Ένας σφάλαγγας τρυπώνει …………………….τη σχισμή.
Της ……….................. για λίγο χαλαρώνει η πυγμή.


Στο τραπέζι έχουν στήσει οι θεοί ένα ναόν
Και   σχεδιάζουν  νίκη τρώων και χαμό των αχαιών.
Αλά πάλι ίσως γνώμη και ν’ αλλάξουν το πρωί-
Φέρτε νέκταρ! Αμβροσία! Α! Τι τρώες, τι αχαιοί….

                                        -----