Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

ΝΤΑΒΊΝΤ
Καθισμένοι στη φτωχική αυλή του βλέπαμε στον κομπιούτερ την πατρίδα του, τη Γεωργία.
Έτρωγε τα γλυκά που του πήγα απολαμβάνοντάς τα.
«Μπορώ μη τρώω… αλλά γκλυκά όλο τέλω όσα έχω…»
Τετραγωνισμένο πρόσωπο, αδρά χαρακτηριστικά, ψηλός και δυνατός. Μου θυμίζει τον Μεγάλο συμπατριώτη του. Εκείνος πιο γεμάτος.  Δεν δείχνει να έχει καμιά περηφάνια για την κοινή του καταγωγή με αυτόν.
Μορφωμένος. Χορογράφος και χορευτής στην πατρίδα του, ήρθε να δουλεύει για δεκαπέντε ευρώ όλη την ημέρα στους έλληνες.
Δεν παραπονείται.
Μου βρίσκει και μου δείχνει στον κομπιούτερ του χορούς γεωργιανούς και ρώσικους.
Υπέροχο θέαμα. Όλο χάρη. Όμορφο, θεμιτό και σεμνό νάζι από τις κοπέλες, αντρίκια δύναμη και αντρειωσύνη από τους άντρες.
Μια μύγα κάθεται μια επάνω στα πρόσωπά μας μια επάνω στο στήθος της χορεύτριας.Τα έντομα, που μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι υπήρχαν πριν από εμάς και ό τι θα υπάρχουν και μετά.
Ο Νταβίντ μου δείχνει την εκκλησία της Κολχίδας. Εκατό μέτρα ύψος, χωρητικότητα πέντε χιλιάδες άτομα «μέσα μόνο…» Κι εμείς έχουμε τον Άγιο Παντελέημονα.
Μου δείχνει τα ποτάμια της Γεωργίας με τα αλλόκοτα ονόματά τους. «Όλα πάει Μαύρη τάλασσα εκτός ένα πάει Κασπί…Μεγάλα ποτάμι και πολύ πολύ γρήγορο…»
Βλέπω τα ποτάμια στον χάρτη και τα νιώθω να κινούνται, να τρέχουν ορμητικά μέσα μου και να με δροσίζουν στο καυτό απόβραδο.
Οι χορεύτριες ντυμένες τα πολύχρωμα ρούχα της πατρίδας τους και ανεμίζοντας πανέμορφα ζωηρόχρωμα μαντήλια. «Μαντήλι!», του λέω, δείχνοντάς του ένα μέσα στη μικρή οθόνη.
Γεμάτος άδολο ενθουσιασμό: «Μαντήλι! Και Γκεωργκία μαντήλι λέμε!...»
«Γιατί άραγε λέμε και οι δύο το μαντήλι μαντήλι;» τον ρωτάω. Αφού καταλάβει τι εννοώ, με απόφαση και σιγουριά αρχίζει να μου μιλάει για την αργοναυτική εκστρατεία. Μου δείχνει την Κολχίδα και το Βένι, συνοικία της Κολχίδας όπου, χωρίς καμία αμφισβήτηση, εκεί πήγαν και έδρασαν οι αργοναύτες.
Από κει ίσως το «μαντήλι», συμπεραίνει. Δεν συμφωνώ, όμως πολύ μου αρέσει η ιδέα της γεφύρωσης μιας τέτοιας χρονικής και εδαφικής απόστασης με μια λέξη…
«…Ιάσων…ήρτε πάρει το χρυσόμα…το golden…πώς λένε…το golden…Βένι!» (Ψάχνει αμίλητος υπομονετικά στον χάρτη, το βρίσκει) «Εντώ ήρταν! Πήραν γυναίκα Μεντέα… Χίλια εννιακόσα ογκλόντα δύο ήρταν έλληνες Κολχίντα… ίδιο καράβι…»
Περιττό να του πω ότι δεν έχουν οι σημερινοί έλληνες καμία σχέση με τους έλληνες τους τότε. Η φήμη δεν υποχωρεί σε καμία λογική.
Δέκα παρά είκοσι. Σηκώνομαι και με αλαφριά αλλά και βαριά καρδιά τον αφήνω. «Είναι ώρα να πας να πάρεις την Άννα.»
Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. «Χτες είχα οικογένεια γιορτή…εγκώ σαράντα οκτώ χρόνια…» Φεύγοντας μου το λέει. Του εύχομαι χρόνια πολλά και βγαίνω στην κάψα του ιουλιανού βραδιού.