Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

δ.

Άλλες φορές ο ποιητής λέει για κάτι που τον ευαισθητοποίησε: «θα γράψω ένα ποίημα γι αυτό!»
Όταν όμως δεν έχει αρκετόν χρόνο ελεύθερο, τότε τα «θα γράψω ένα ποίημα για το τάδε» λέγεται και για ένα άλλο πράγμα και για ένα άλλο. Και στο μυαλό και στην ψυχή του ποητή μαζεύονται πολλές φορές τρία ή τεσσερα θέματα που περιμένουν να μπουν στο χαρτί.
Ίσως ένα ή δυο-τα πιο ελαφρά- πετάνε. Είναι μια απώλεια που μετράει, μα δεν γινόταν αλλιώς. Και μετράει, όσο μια έκτρωση μετράει για τη γυναίκα και για τον πατέρα. Τόσο πολύ.
Όσα θέματα μείνουν, θα έρθει η ώρα που θα «ποιηθούν». Άλλο γρηγορότερα άλλο πιο αργά, θα δουν το φως της λογοτεχνικής ημέρας.
Αυτοί είναι οι δυο κύριοι τρόποι δημιουργίας ενός ποιήματος.

{Στο τεράστιο εργοστάσιο υφασμάτων όπου δούλευα στην Αμερική, μια μέρα, αψηφώντας τον δαιμονικό θόρυβο των πλεκτικών μηχανών, μπήκε ένα πουλάκι. Όλοι, μεξικάνοι, έλληνες αλλά και αμερικάνοι, άφησαν τις δουλειές τους και γεμάτοι χαρά τρέχανε να το πιάσουν. Το γεγονός έγινε ένα ποίημα από μένα που αν το βρω θα το βάλω εδώ αύριο.

Μερικά ποιήματα δεν τελειώνουν ποτέ. Γιατί το λέω: Έχω γράψει ένα ποίημα εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, το παρακάτω.
                                   ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.

Ωραίο; Για μένα είναι πολύ καλό. Γιατί δίνει εκείνο που θέλω: πως όχι τα μικρά παιδάκια μόνο τέρπονται στη θέα ενός μικρού πουλιού, όχι οι μεγάλοι μόνον θλίβονται όταν αυτό κάτι παθαίνει, αλλά ακόμα και ένας ατσάλένιος γίγαντας κλαίει όταν κακοπάθει ένα πουλάκι-πόσο μάλλον όταν αυτός έχει προκαλέσει αυτό του το πάθος. 
Με λιγότερα λόγια: αλάφρωσε η ψυχή μου όταν έγραψα αυτό το ποίημα γιατί έτσι μίλησα σε κάποιον ή σε κάποιους γι αυτό και τους έδωσα να εννοήσουν πώς νοιώθω με τα πουλάκια.
Και όμως, χρόνια έκανα να το βγάλω έξω αυτό το ποίημα από τα «συρτάρια» μου.
Και όταν το έκανα (ακόμα και τώρα), από τη μια χαίρομαι που παρουσιάζω ένα καλό ποίημα, από την άλλη νιώθω σαν πατέρας που αναγκάζεται να βγάζει σε κοινή θέα ένα παιδί του, που όμως ενώ όλα του είναι όμορφα, το ένα αυτί του είναι λίγο πιο μεγάλο από το άλλο, ή ας πούμε το ένα του χέρι έχει τέσσερα δάχτυλα αντίς για πέντε.
Το ανώμαλο αυτί ή το λειψό δάχτυλο του ποιήματός μου αυτού είναι το «σπάζει» του τέταρτου στίχου. Δεν ταιριάζει σε ένα πουλάκι να «σπάζουν» τα φτερά του.
Από καιρού σε καιρό ξαναπροσπαθώ να βρω ποια λέξη θα μπορούσε να αντικαταστήσει το «σπάζει». Μια πιο λεπτή διεργασία από ένα «σπάσιμο» ισχύει για το φτερό ενός μικρού πουλιού. 
Εκείνο που έχω βρει πιο ταιριαστό είναι το «πληγώνει»-ναι, ένα πουλάκι μπορεί να πληγωθεί οπουδήποτε, όπως μπορεί να πληγωθεί και μια «καρδιά», μια ψυχή, ένας εγωισμός, κάτι το αιθέριο και το άυλο. Μα όχι «σπάζει»!.. .και κείνο το ζήτα… βάρβαρο. Ενώ το λάμδα, τι ταιριαστό με τα πουλιά!
Στην απελπισία μου σκεφτηκα διάφορα κατά καιρούς. Μα το ένα ήτανε χειρότερο από το άλλο. Χώρια που θα έπρεπε να αλλάξει τότε και το «αρπάζει», που τόσο ταιριάζει σε έναν ατσάλινο γίγαντα. Και μαζί η όλη έννοια και δομή του ποιήματος θα άλλαζε.
Και όχι πως με το «πληγώνει» θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος. Γιατί το «πληγώνει» πάλι, δεν δίνει τη σοβαρότητα του χτυπήματος ώστε το πουλάκι να πέσει κάτω. Γιατί υπάρχουν και μεγάλες και μικρές πληγές.
Θα μπορούσα να συνεχίσω μα νομίζω καταλάβατε περί τίνος πρόκειται: πρόκειται για το βάσανο του ποιητή στο ζενίθ του-ούτε να απαρνηθεί το ποίημα μπορεί, ούτε να είναι υπερήφανος γι αυτό.
Μού έρχεται τώρα η σκέψη να γράψω την ιστορία πίσω από κάθε μου ποίημα, μικρό ή μεγάλο. Θα ήταν η αυτοβιογραφία μου. Και θα βαριόσασταν να διαβάζετε.}

Ποιήματα γράφονται και κατά παραγγελίαν.
Κατά παραγγελίαν και επί αδρά αμοιβή έγραφε ο Πίνδαρος τις περίφημες Ωδές του.
Για να διαβαστούν με την παρέα του τα βραδάκια για να διασκεδάσουν με αυτά, έγραφε και ο Σολωμός ποιηματάκια της παρέας όπως τα έλεγε, εκτός από τα άφταστα και γνωστά σε όλους ποιήματά του.
                                      ----------
Τι είναι η ποίηση
Οι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι. Και πνιγμένοι από τις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων όπως το ασχημόπαπο του  Christian Andersen, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο.
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.