Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

                     Η ΑΣΧΗΜΗ

Η άσχημη εγέρασε-αρρώστησε-πεθαίνει.
Μπροστά της λίγο πριν σβηστεί κι η τελευταία αχτίδα
περνά η ζωή που έζησε μόνη και πικραμένη
χωρίς του έρωτα χαρά, χωρίς χαράς ελπίδα.

Χοροί που δεν εχόρεψε. Aλέες όπου δε ’διάβη.
Xείλια που δεν εφίλησε. Kορμιά που δεν εχάρη.
Ο θολωμένος της ο νους όσο παλιά κι αν σκάβει
χαρούμενο κι ευφρόσυνο δε βρίσκει ουτ’ ένα αχνάρι.

Αλλά ενώ του λύχνου της η φλόγα τρεμοσβήνει
το σκοτισμένο βλέμμα της καθώς πλανιέται πέφτει
σ’ ό,τι γι αυτήν πάντα ήτανε δεύτερη πόνου κλίνη
και πάντα την επότιζε φαρμάκι: στον καθρέφτη.

Και να! Εκεί μία μορφή χαρούμενη αντικρίζει.
Μία γυναίκα όμορφη χαμογελάει εντός του
που από λαμπράδα κι ομορφιά και από νιάτα σφύζει
λες κι ένας ήλιος μαγικός τη λούζει με το φως του.

Και πόσοι άντρες γύρω της τήνε ποθούν ωραίοι!
Πώς λιώνουν για ένα της φιλί... για ένα δικό της χάδι...
Α! Πόσο είναι όμορφη! Τι δροσερά που πνέει
του θαυμασμού τους η δροσιά μες στο ζεστό το βράδυ!

Η άσχημη επέθανε. Όμως το πρόσωπό της
από χαρά κι απ’ ομορφιά τώρα λαμποκοπούσε
κι από ευτυχία, που το στερνό αυτό χαμόγελό της
για ν’ απλωθεί επάνω του θαρρείς εκαρτερούσε.

                                                         L. A. 23-2-88