Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

ΤΟΥΣ ΑΛΑΘΗΤΟΥΣ

Μία κρυψώνα έχει βρει στου δάσους την απλάδα.
Δεν τηνε ξέρουν τα θεριά-δεν τηνε ξέρουν τ' άγρια.
To έμπα της μια απόκρυφη κι απάρθενη σχισμάδα.
Κι ανόθευτα όλα μέσα της κι όμορφα και καθάρια.

Είναι φτιαγμένη από μικρά σφιχτόπλεχτα κλαδάκια
που στους χειμώνες θάλπουνε, στους καύσωνες
δροσίζουν.
Τηνε γεμίζουν λούλουδα και χαρωπά πουλάκια
που με τραγούδια κι ευωδιές κάθε γωνιά στολίζουν.

Όταν του δάσους τα θεριά τον παίρνουν στο κυνήγι
μες στης μονιάς του την κρυφήν ασφάλεια αυτός φωλιάζει. 
Εκεί η που τρέμει του ψυχή με τ’ άνθια απαλοσμίγει
κι εκείνος τότε τα στοιχειά και τα θεριά τρομάζει.

Και όταν έρχονται βροχές που φέρνουνε πλημμύρες
αντίς αυτός να πνίγεται μες στα θολά νερά τους
στους κρουσταλλένιους κολυμπάει του άντρου του
λουτήρες
και κείνος τότε καταλεί πλημμύρες και θανάτους.

Και όταν θα ’χει των λαθών τελειώσει πια η σωρεία
κι ο χρόνος μέραν άλληνε δε θα ’χει να μετρήσει-
και όταν τη μεγάλη τους χάνοντας ευκαιρία
πλημμύρες κι άγρια και θεριά και τρόμοι θα ’χουν σβήσει,

τότε θα μπει μες στ’ άντρο του, την είσοδο θα φράξει
και σκέποντας μ’ ακοίμητη φροντίδα τον καθένα
αμόλυντους κι αλώβητους κι αγνούς θα διαφυλάξει
τους σπόρους τους αλάθητους για την καινούργια γέννα.