Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

ΓΚΡΙΖΟ

Στου παλιού σταθμού την άκρη περιμένοντας το τρένο
δύο άθλιους κοιτάζω νυσταγμένους επιβάτες
στις βρεγμένες τις καρέκλες να κουρνιάζουνε σα γάτες
και τις ράγες να κοιτάνε μ’ ένα ύφος λυπημένο.

Έχουν ρούχα λερωμένα με βρωμιές κάθε λογής
και τ’ αδύνατά τους πόδια στο μπετόν γυμνά πατάνε-
ενα αγίνωτο καρπούζι τώρα βγάζουνε να φάνε
(δυνατά για να τ’ ανοίξουν το χτυπάνε καταγής).

Σαν τελειώσουν το φαί τους, με ζουμιά περιχυμένες
μόνο φλούδες μένουν χάμου μέχρι έξω φαγωμένες
ενώ γρήγορα στον ύπνο χορτασμένοι αυτοί το ρίχνουν.

Κι έτσι ως βαριά κοιμούνται οι δεξές γροθιές τους δείχνουν
του ενός προς άδικο έναν ουρανό με χρώμα γκρίζο
και του άλλου προς εμένα πούρο Αβάνας που καπνίζω.