Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017


                       ΑΠΩΛΕΙΑ


Δεν το ’νιωσε της άνοιξης εφέτος το μεθύσι
και τα ηλιοβασιλέματα καθώς
ο ηλιος κουρασμένος κι ερυθρός
βουτάει μές στη θάλασσα να σβήσει.

Τις μέρες που ήτανε να βγει να δει τα χελιδόνια
εκείνον τον βασάνιζε η φωνή
κι έκανε την καρδιά του να πονεί
απ’ της γαζίας που έβγαινε τα κλώνια.

Και η φωνή του έλεγε για κάποιαν αγριεμένη
φωτιά, που θα ’ρθει βιαστική
και με μια φλόγα μανική
θα κάψει όλη τη σάπια οικουμένη. 

Και για το θάμα του νερού του ’λεγε, που δε θα ’χει
ρώμη να σβήσει τη φωτιά
που θα θεριεύει απ’ το νοτιά
και που θα καίει το δάσο σαν το στάχυ.

Και με ντροπή έτσι και φόβο η άνοιξή του
πήγε. Και θα θυμάται παγερή
μιαν άνοιξη, που ανήλεοι καιροί
την πήραν και την έχασαν για πάντα απ’ τη ζωή του.