Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΟΛΑ ΚΑΛΑ


Πάντοτε ήμουνα εντάξει με όλους και με όλα. Όχι γιατί τους έχω κάποιαν εκτίμηση, αλλά γιατί είναι μια ανάγκη για μένα να έχω ξεκάθαρη θέση μέσα στο σύμπαν. 
Γι αυτό θα είμαι εντάξει και μαζί σας.

Εγώ καθόλου δε θέλησα να γεννηθώ. Κι ήταν η θέλησή μου αυτή τόσο μεγάλη, που δεν γεννήθηκα.
Θα σας φανεί παράξενο αυτό που μόλις είπα. Και θα ήτανε πράγματι παράξενο αν το αντίθετό του ήτανε φυσιολογικό. Αν δηλαδή είχα γεννηθεί.
Ανορθόδοξα αρχίζω. Δεν ήθελα να σας φερθώ έτσι, όμως όταν γράφω νιώθω υποχρεωμένος να λέω πάντοτε την αλήθεια μου.
Και αυτό δεν είναι κάτι που το θέλω Που συνειδητά το εδιάλεξα. Όχι. Όπως για παράδειγμα δεν εδιάλεξα να βγω στο μπαλκόνι μου σήμερα το απόγεμα και να πετάω ψάρια στις έξη γάτες που με περίμεναν στην αυλή της πολυκατοικίας. Και αυτό, όπως και το άλλο, το να λέω δηλαδή την αλήθεια, γίνονται γιατί δεν είναι δυνατό να γίνει αλλιώς.

Όταν σας λέω ότι δε γεννήθηκα, ξέρω τι λέω. Και στηρίζω τη γνώση μου αυτή στο γεγονός πως ό,τι σάς λέω, εκ των πραγμάτων το λέω  σε μια γλώσσα που είναι α-νόητη, όπως α-νόητα είναι όλα .
Όχι, όχι, μη φεύγετε, δεν αστειεύομαι. Κι αν σκεφτήκατε ότι είμαι σκεπτικός ή μηδενιστής ή δεν ξέρω τι άλλο, σας ορκίζομαι όμως πως κι έτσι να είναι, γενικά θα σας μιλήσω σαν να ήμουνα ένας κανονικός άνθρωπος-θα παίξω το παιχνίδι μου με τους δικούς σας κανόνες.
Μη φεύγετε.

Έλεγα πως η γλώσσα είναι α-νόητη. Δεν είναι; Πέστε μου λοιπόν τι θα πει «δεν γεννήθηκα»; Τι είναι το «γεννήθηκα» πέρα από κάποιους ήχους, που κανονίσαμε να έχουν μιαν έννοια για μένα και για σας  όταν έβγουν από κάποιο στόμα με μια ορισμένη σειρά; Κι αυτό το «δε», δεν είναι τόσο ανόητο από μέρους μας να του έχουμε δώσει τόση δύναμη που να ρίχνει αυτοκρατορίες, να φέρνει συφορές, να καταλύει την ίδια την ύπαρξή μας;
Ε λοιπόν, εγώ νομίζω πως όλη η γλώσσα δεν ξέρει ούτε τι θέλει, ούτε τι είναι. Και αν η γλώσσα έχει αυτογνωσία, αυτή είναι η γνώση της πως και αυτή είναι κάτι α-νόητο όπως όλοι και όλα.

Αυτά τα λίγα.

Αυτό ήτανε!
Τώρα νομίζω ότι μπορώ να αρχίσω να σας μιλώ χωρίς τον κίνδυνο να γίνω τελείως ανυπόφορος με όσα θα σας πω.
Και λοιπόν ναι, αφού βολεύει, γεννήθηκα.

     ΟΛΑ ΚΑΛΑ

Με γέννησαν χωρίς να με ρωτήσουν . Όπως για να γεννηθεί ο κόσμος κανένας δε ρωτήθηκε.
Γεννήθηκα ποιητής. Πέρασα μέσα από τη ζωή ανέγγιχτος από καταιγίδες και από χνώτα. Μονομερής και αδιαπέραστος, όπως οι κομήτες περνούν ανάμεσα από τ’ άστρα χωρίς κανένα ν’αγγίζουνε.
Όντας ποιητής, ήμουνα κουμουνιστής. Ένας ιδιότυπος κουμουνιστής. Που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα παρά κρατεί τις ιδέες του ανέπαφες από όποιο συγχρωτισμό, αγνές κι αμόλυντες όπως του δόθηκαν. Επειδή επίγειος κουμουνισμός ήτανε ανέφικτος στους καιρούς μου. Έτσι τον διαφύλαξα για τις ερχόμενες γενιές, τις γενιές των τεράτων.
Τέλος να!, έκλεισα τον κύκλο μου κι εγώ σαν όλα τα αντικείμενα πάνω στη φαινόμενη γη, φτάνοντας στο σημείο από όπου ξεκίνησα, για να αντιληφτώ τότε-τώρα-μόνον, ότι κανένας δεν έκανε κανένα κύκλο, επειδή κανένα εγώ και κανένα αντικείμενο δεν υπάρχει κάτω από κανέναν ήλιο-μιας και ούτε ήλιος κανένας υπάρχει. 
Μέσα σ’ αυτή την άβυσσο των εικονικών εντυπώσεων είναι εύκολο να βρει κανείς ένα τετράδιο κι ένα μολύβι και να γράψει. Να αποθέσει δηλαδή, σύροντας το μολύβι πάνω στο άσπρο χαρτί, γραμμές μελανές,  που και τα άλλα φαντάσματα να δουν, και, με βάση κάποιον κοινό κώδικα, να διαβάσουν, και να προσποιηθούν ότι εννόησαν και αυτοί ό,τι και εκείνος που έγραψε αυτά τα γράμματα τη στιγμή που τα έγραφε τάχα εννοούσε. Κάτι που ποτέ δεν πετυχαίνεται. Και αυτή η αδυναμία επιτυχίας ακριβώς, είναι η αιτία της ζωής και συνακόλουθα και της δυστυχίας των φαντασμάτων.
Η ασυμβατότητά μου με τη γη και με τα σχετικά με αυτήν είναι καθαρή από τα πιο πάνω.
Σαν ένας ξένος ανάμεσα σε πράγματα και σε αλληλοσπαρασσόμενα φαντάσματα έζησα.
Αδυνατώντας να καταλάβω συμπεριφορές, λέξεις, φράσεις, ενέργειες, συναισθήματα, προελεύσεις, τακτικές.
Για να έχω την εικόνα της ζωής μου πάνω στη γη γράφω και συνθέτω αυτό το σύνολο λέξεων και προτάσεων. Για να θυμάμαι τη ζωή αυτή όταν θα γίνω εγώ ο γεννήτορας του παντός, και όχι όπως τώρα είμαι: ο κάποτε από κάποιον κάπου, μη γεννημένος. Αν, τότε, ο καθρέφτης μου δείχνει τέτοια ενθυμήματα.
Και για να έχω την εικόνα της αντίθεσής μου σε όλα-στην εικόνα του αναίτιου παράδοξου να «υπάρξω» πάνω σε μια γη που δεν εννοώ, ανάμεσα σε «ανθρώπους» που δεν αναγνωρίζω, μέσα σε καταστάσεις που τόσο μου είναι ξένες και απόμακρες. Έτσι τίποτα δεν υπάρχει που, και κατ’ ελάχιστον έστω, να δικαιολογεί ή να αναγνωρίζει τις καταστάσεις αυτές έστω και σε μια τους πιθανότητα ή περιοχή.
Ως εκ τούτου θα μιλήσω με άγνωστα λόγια για άγνωστα πράγματα.