Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο  ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στην Καθυ,
την κόρη
της ερωμένης μου Βασιλικής
στο Λος Άντζελες


Νάξερα πούναι  οι ψυχές
Να παω να τις ρωτήσω
Και  να τους πω:   «Γιατί  ψυχές
Μπαίνετε  μες  στο  σώμα;

Ποιο χέρι  στην αιώνια σας
Την ύπαρξη απλώνει
Και  στο  θνητό  έτσι κορμί
Σας φυλακάει  τ’ ανθρώπου;

Κι  εσείς γιατί  την πρώτη  σας
Ουσία δεν ξεχνάτε
Κι  αμίλητες κι ακίνητες
Δε  στέκετε   εκεί  μέσα

Μόνο τα βελουδόπλαστα
Φτεράκια  αργοχτυπάτε-
Και κάθε χτύπος  ευλογιά,
Μάλαγμα και  ’φροσύνη-

Μόνο το διαμαντένιο σας
Το φως  γυροσκορπάτε-
Και  κάθε αχτίδα του χαρά
Και  λάμψη κι  ομορφάδα;»

Υστερα να κατέβαινα
Ηθελα από τα ύψη
Των καθαρών  τους των κορφών
Και   μέσα να βυθίσω

Στου νου τις πετροκάμωτες
Και  σκοτεινές χαράδρες
Και με φωνή που ο άδικος
Ο πόνος την υψώνει

Να του φωνάξω:   «Πες μυαλό
 Και  συ με τη σειρά σου
Ποιος  μες  στο άδειο το καυκί
Σ’ έβαλε  του ανθρώπου

Να τρως απ’ τη ’φροσύνη  του
Να πίνεις  τη χαρά του
Κάθε  του γλυκοθάμπωμα
Να πικροχρωματίζεις

Κι  ότι η ψυχή γεννά καλό
Και  απαλό κι ωραίο
Με  τα γαμψά να το ξεσκείς
Και  μυτερά σου  νύχια-

Ποιος  στο  σερνάμενο έδωσε
Το φίδι, εξουσία
Να ’χει  στον λεύτερο  αητό
Πάνου, τον  υψικράτη;»

Κι  ανήμπορος τα δύο τους
Ν’ ακούσω τι  μου λένε,
Κι απανω απ’ τ’ αγεφύρωτα
Κρεμάμενος  τα χάη,

Και  πριν  να πέσω να χαθώ
Και  πριν ξαναγυρίσω
Απ’ το Μηδέν που βρίσκομαι
Στο Τίποτ’  από  ’π’ούρθα

Φριχτή  να βάλω μια φωνή
Κι  οι Κόσμοι να τρεμίσουν-
Στριγγιά φωνή που ν’   ακουστεί
Στα μάκρη  των Συμπάντων:

"Ποιος  σαδιστής  δημιουργός
Επλασε  τετοια  αμάχη
Και  μέσα την εφύτεψε
Στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού πανάθλιου
Η διεστραμμένη σμίλη
Εχει  ένα τέτοιο σύμπλεγμα
Ανίερο  σμιλέψει

Και  το ζωντάνεψε και μες
Στ’  ανθρώπινα τ’  αλώνια
Το ’ζεψε, κι  ασταμάτητα
Γυρίζοντας εκείνο

Ποδοπατάει  αλύπητα
Την ευτυχία τ’  Ανθρώπου
Χωρίς αυτή όχι καρπό,
Μα ουτ'  ανθό να δώσει;

Ποιος;  Ας φανερωθεί λοιπόν
Ωστε προτού να σβήσω
Πάνω στο σιχαμένο του
Το πρόσωπο να φτύσω".

Μα ούτε  τώρα θα ’παιρνα
Απόκριση  καμία.
Μόνο  θ’ ακούγονταν βραχνός
Μέσα στην ερημία

Ο  αντίλαλος απ’ τις τρανές 
Φωνές  μου  που  θαρχόταν
Από  μακριά κι  από βαθιά
Κάπου, σαν  όπως φτάνει

Στ’  αυτιά μας  το  υπόκωφο
Βόγγημα της γυναίκας
Οταν  εκείνη  δίπλα μας,     
Κάτω μας, σπαρταράει.





Λος Άντζελες 4 Ιούλη 1994