Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

                      ΕΚΕΙΝΗ

Στον κρύο βοριά που παγώνει τα χνώτα
το τραίνο ακούει που αργά πλησιάζει.
Θεριό αγριεμένο στη νύχτα φαντάζει.
Αστράφτοντα μάτια τα δυο του τα φώτα.

Σταμάτησε. Πάνω του μία κοκότα
με μάτια μεγάλα σκληρά τον κοιτάζει.
Με κάποιαν που γνώρισε κάποτε μοιάζει
που πήρε απ' αυτόνε τα χάδια τα πρώτα.

Το τραίνο ξεκίνησε. Μα ξύπνια του αφήνει
μια μνήμη που έμοιαζε για πάντα νεκρή.
Και νιώθει στο στόμα μια γεύση πικρή
καθώς σαν σε όνειρο βλέπει εκείνη
μ’ αδιάντροπο ύφος να του μιλά
το μάτι να κλείνει-να του γελά.