Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΠΕΤΡΑΔΑΚΙΑ ΟΓΚΟΛΙΘΟΥ
1960

Αυτός ο ήσυχος κήπος ο δρόμος των νεκρών
Ανάμεσα στα ξερά χόρτα μέσα στ’ αγκάθια
Που το καλοκαίρι δε θέλει να τον δει
Η θάλασσα η θάλασσα που πάντοτε ξανάρχεται
Ω καταλαβαίνει κανείς πως ένα μεγάλο χέρι ταφτιαξε
Το χέρι του θεού
Τι ήσυχο μέρος χωρίς εργατικά χέρια
Χωρίς διαμάντια και χρυσαφικά
Τι ειρηνικό μέρος
Και πως φλέγεται
Οταν ο ήλιος πάνω του αναπαύεται
Κανείς δε μπορεί να το πειράξει
Ο χρόνος το σέβεται και το τραγούδι το ξέρει
Ο άνθρωπος στάθηκε το άλογο πέφτει
Η πόρτα δε θα ξανανοίξει πια
Το πουλί πετάει και τρέχει το χειμώνα
Η σιωπή το πεθαίνει
Μια πεταλούδα πάνω σ' ένα δέντρο
Περιμένει το καλοκαίρι με υπομονή
Δίπλα ένας σταύλος ιερό μιας θεάς
Γεμάτος ηρεμία και αθόρυβους επισκέπτες
Το νερό κυλάει κύματα που μεγαλώνουν
Και ξυπνάνε τους πόθους της φωτιάς
Ω σιωπή μου ριζωμένη μέσα στην ψυχή
Ενα μικρό κομμάτι χρυσάφι
Κλείστε γεμίστε την ψυχή σας με φωτιά
Που άναψε απ’ τον ήλιο τον αχτιδοβόλο
Μ’ αρέσει αυτό το σπίτι των νεκρών
Φτιαγμένο με χρυσάφι πέτρες κι άσπρα μάρμαρα
Που δεν τα πειράζει η βροχή η δυνατή
Και η θάλασσα δεν τα χαλάει στην ορμή της
Οι κάσες βαθιά χωμένες στη γη
Καλά κρυμμένο στη γη το μυστικό
Μεσημέρι μεσημέρι χωρίς κίνηση
Δε θα με πείραζε να ήμουν εκεί μέσα
Κοσμημένο με το διάδημα της τελειότητας
Είναι το φόρεμα μια παλιάς ωραίας μόδας
Είναι κλεισμένοι σε μιαν ειρηνικήν απουσία
Το κόκκινο λουλούδι άνθισε στους τάφους τους
Και η ζωή πέρασε στο λουλούδι
Πού είναι τα μοιρολόγια που τους έψαλαν
πού είναι τα τείχη που δημιούργησαν
Μια μαύρη λάβα τα σκέπασε όλα
Οι χαρούμενες φωνές των άγουρων κοριτσιών
Τα μάτια τα δόντια τάσπρα μαλλιά
Η ευγενική σκιά που έπαιζε με τη φωτιά
Το τραγούδι που χανόταν στην ανατολή
Οι τελευταίοι πέπλοι τα δάχτυλα που τους ύφαναν
Ολα πέθαναν για να ξαναγεννηθούν.