Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

                 ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Αγάπη, μυστηριώδικο πουλί
ενός χαμένου η άβρετου παράδεισου-
αγάπη τα παιδιά σου-ο πόνος κι η χαρά
-πώς παίζουνε μαζί μου κάθε μέρα…

Ας ήτανε Αγάπη να μπορώ
τις χάρες σου να γεύομαι μονάχα
οι πόνοι σου αβάσταχτοι μου μοιάζουν
και με λιώνουνε κάθε φορά.

Κυρά-θεά-Βασίλισσα-Μοίρα Καλή
τις πιο γλυκές στιγμές σου όταν μου δίνεις
και τότε ακόμα-δεν μπορώ αλλιώς-
θεριό σε λέω Αγάπη και φωτιά.
              ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Στη χώρα των λουλουδιών
μια μέρα καλεσμένος βρέθηκα
των κρίνων.

Πολλά λουλούδια έβλεπα να περπατούν στους δρόμους
βιολέτες αγκαλιά με γιασεμιά
γλαδιόλες να κρατούν κυκλάμινα απ’ το χέρι
ορτανσίες, υάκινθους…

To φόβο μου έδιωχνε η προστασία των κρίνων
αλλιώς αμέσως θα είχα φύγει
γιατί παράξενα πολύ εφέρνονταν
τ' αγαπημένα μας λουλούδια:
ανθρώπους κόβαν
τους εμύριζαν
και μ' ένα μορφασμό αηδίας
τους πετούσαν.
Μερικά ακόμα τους πατούσαν.
ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Περιπολία στον ουρανό άρχισε το φεγγάρι.
Δυο κλέφτες βλέπει να βουτάν του φούρνου το ταμείο.
Μια πόρνη παραπέρα στη μέση να ’χουν δύο.
Να χαρτοπαίζουν άγρια στου μπαρ μας το πατάρι.

Και το μικρό κυκλάμινο μες στο γλαστράκι βλέπει
που σ’ έναν ύπνο αλαφρό γέρνει το κεφαλάκι.
Με καλωσύνη το σοφό γελάει το φεγγαράκι
κι ήσυχο λέει φεύγοντας: "όλα είναι καθώς πρέπει".
            ΠΑΝΤΑ

Πάντα έρχεται ο θάνατος
κι αφού κανείς αθάνατος
όλοι τα μάτια κλείνουν.
Γυρνά του χρόνου ο τροχός
κι ή πλούσιος είναι ή φτωχός
όλοι μια μερα αφήνουν
την τελευταία τους πνοή.
Μια δροσερή αναπνοή
σκορπούσαν κι ένα μύρο.
Τώρα κλειστά τα στόματα
και τυμπανιαία πτώματα
βρωμιές σκορπούνε γύρω.
      ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ

Στα στενάκια μας κλεισμένοι
στριμωγμένοι, διπλωμένοι
ανασαίνουμε
κέφι κι ώρα για κραιπάλη
δεν αφήνει η βιοπάλη
και πεθαίνουμε
ζαρωμένοι στο καυκί μας
και στην ώρα την κακή μας
διπλοκλείδωτοι.

Αχ και πότε θα ξανοίξει
και για μας-να μας αγγίξει
πρωτοείδωτη
μία νέα-αλέγρα ζήση
μακριά να μας κρατήσει
απ’ τα χώματα. 

Ν’ απλωθούμε-ν’ ανοιχτούμε
στα ξενύχτια να ριχτούμε
και στα πιόματα…
να φουσκώσουνε τα στήθια
όλο φλόγα κι όλο αλήθεια
ν’ αψηφήσουμε
τα μικρά και τιποτένια
και χωρίς καμία ένια
πια να ζήσουμε.
ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΣ

Οι μαυροφόρες οι κοντές
οι λίγο γιοματούλες
όσο βαρύ το πένθος τους
τόσο θερμή η ματιά τους
τόσο βαθύ το φίλημα
τόσο γλυκό το χάδι.

Και τόσο-όταν γδύνονται
να πέσουν στο κρεβάτι-
τόσο αισθάνονται αλαφρές
που βγάλαν τόσο βάρος
που όλο ναζάκια κάνουνε
κι ανάλαφρα παιχνίδια.
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

«Θα βλέπω την τι-βι πίνοντας μπύρες. 
Το σκύλο θα κρατάω αγκαλιά
και θα τον ξύνω που τον τρων οι ψείρες.

Εσύ να μη βιαστείς. Και ας αργήσεις.
Ξέρω πως παίρνει ώρα αυτή η δουλειά. 
Τις μπύρες μόνο έξω να μου αφήσεις.

Μόνο περνώντας από τις φιλύρες
πρόσεξε μην τρομάξεις τα πουλιά.
Το σκύλο εγώ κρατώντας αγκαλιά
θα βλέπω την τι βι πίνοντας μπύρες».

                                       L. A. 3-7-1990
Η ΣΦΑΙΡΑ

Με χαρά θα δεχόμουνα μία σφαίρα στο στήθος.
Θα με πήγαιναν γρήγορα στο ζεστό χειρουργείο
κι οι γιατροί θα με άνοιγαν βιαστικοί ως συνήθως
μες στις σάρκες μου χώνοντας το μαχαίρι το κρύο.

Με χαρά θα δεχόμουνα μία σφαίρα στο στήθος.
Όλοι οι φίλοι κι οι γείτονες, να με δούνε θα ’ρχόνταν
και η έγνοια για όλο κείνο θα ’μουν το πλήθος
ενώ η πριν ύπαρξή μου στην αφάνεια χανόνταν.

                                                   L. A. 15-10-1989
Reunion 2000
(Στη Θεσσαλονίκη, της τάξης του ’58 της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής)

Λέτε φίλοι κάθε χρόνο πως βρισκόσαστε
και παλιά θυμάστε και καινούργια λέτε
κι έτσι όπως στη συζήτηση αφηνόσαστε
η ψυχή σας ότι τάχα ευχαριστιέται.

Να βρεθούμε το λοιπόν φίλοι αξέχαστοι
στων κλαυθμών και στων βασάνων μας την πόλη-
στη γωνιά της γης που όρισε, αδέκαστη,
ένα βάσανο η ζωή μας να ’ναι όλη.

Να βρεθούμε ανυπερθέτως-είναι χρέος μας
προς τα πτώματα των τόσων ταλαιπώρων
που πατώντας τα εχτίσαμε το κλέος μας
και μετράμε πια στην κλίκα των ευπόρων.

Να βρεθούμε φίλοι-κι άλλωστε τι χάνουμε
έτσι κι έτσι είμαστε που ’μαστε χαμένοι-
και αν όχι τι καλλίτερο θα κάνουμε
μόνοι έτσι που περνάμε και θλιμμένοι.

Να βρεθούμε! Να μιλήσουμε πώς κλέβοντας
των φτωχών την ιδρωτόβρεχτη πεντάρα
φορτωμένους θα μας πάρει ο Πολυδέγμονας
για την κάθε μας κλοπή και μια κατάρα.

Να μετρήσουμε παιδιά πόσα σκοτώσαμε
για να ζήσουνε ανέτως τα δικά μας
και να δούμε σπίτια πόσα ισοπεδώσαμε
ώστε εκεί να υψωθούν τ’ αρχοντικά μας.

Και να δούμε κόσμο ποιον θα παραδώσουμε
στα παιδιά μας που στα μάτια μας κοιτάνε
και να δούμε πού το χέρι μας θ’ απλώσουμε
δίχως δίποδα πιράνχας να το φάνε.

Για τις νόμιμες να πούμε τις κυρίες μας
που τους πόθους μας σε βόγγους μέσα σβήνουν
και αντίστροφα να πούμε τις βλακείες μας
ώστε οι άλλοι για εξυπνάδες να τις κρίνουν.

Για τους γόνους μας να πούμε που περήφανοι
πως γι αυτούς μόνο, δηλώνουμε, πως ζούμε
και γελοίοι να στεκόμαστε κι αμήχανοι
πιότερα αν για τους δικούς τους οι άλλοι πούνε.

Την παλιά να θυμηθούμε την κατάντια μας
που ντυμένοι την παράξενη στολή μας
σαν πολύτιμη φημίζαμε πραμάτια μας
την κενότητα του νου και της ψυχής μας.

Τις αριές να θυμηθούμε τις εξόδους μας
σα ’νοιγόκλεισμα ματιού στο φως της πλάσης
που δεν πρόφταιναν να σβήνουνε τους τρόμους
μας
στα κανάλια της Αμέριμνης Θαλάσσης.

Τα θλιβά να θυμηθούμε αναγνωστήρια
τους θαλάμους που μας δέχονταν σαν ξένοι,
την πλατεία την κλεισμένη από κτίρια
με το μαύρο πάντα πάνω της να δένει.

Να θρηνήσουμε για ζωή που μας αρνιότανε,
για χαρά που ούτε σαν δείγμα δεν μας ήρθε,
για τη φρίκη της μετάθεσης που ερχότανε
να μας σύρει σαν σκουπίδια δώθε-κείθε.

Τις οργές να θυμηθούμε και τα μίση μας
και τις ζήλειες και τις άθλιες ειρωνείες
που προδίναν την ανθρώπινη τη φύση μας
και που νιες μας φέρναν όλο δυσστονίες.

Μοναχοί μας να σκεφτούμε πόσο νιώθαμε
και ας ήμασταν πολλοί πάντοτε αντάμα
και πώς ήτανε το μόνο που μας βόηθαγε
συντροφιά να λέμε ότι έχουμε το κλάμα.

Να βρεθούμε-το καλούν τα νέα ήθη μας
και πολύ το πράγμα αυτό φοριέται εσχάτως
κι αν ούτε έτσι αλαφρύνουνε τα στήθη μας
ο περίγυρος θα είναι όμως κεφάτος.

Τη μικρήν εκεί μετρώντας συνταξούλα μας
στα στενά ενός κλεισμένοι αδιεξόδου
τους γυλιούς ν’ θυμηθούμε, τα μπαούλα μας
τις στολες της αγγαρείας και της εξόδου.

Τον ανέλπιδο και βρώμικον και άχαρο
και τον άσκοπό μας βίο να θυμηθούμε
που ένα μόνο είχε διαυγές και πεντακάθαρο:
την πικρία που μας κέρναγε να πιούμε.

Μπρος λοιπόν! Ας μαζευτούμε στην ανάλγητη
αποφράδα πολιτεία-τη Σαλονίκη
που από φίλια κι από αγάπη όντας αμάθητη
σε φρικτή μας είχε ρίξει καταδίκη.

Και θερμά ας χαιρετηθούμε ανταλλάσσοντας
ιησουϊτικα φιλιά-φιλιά του Ιούδα-
(το μονάχο αληθινό), αποσκεπάζοντας
όλα τ’ άλλα μας τα ψεύτικα και φρούδα.

Μπρος λοιπόν! Ας μαζευτούμε στου εγκλήματος-
τη ζωή που μας εστέρησε- τον τόπον,
ώστε δείγμα γης να δώσουμε και ύδατος
στη βλακεία και στο μίσος των ανθρώπων. 

Μπρος λοιπόν! Και κουβαλώντας τον αφύτρωτον
της δικαίωσης της ύπαρξής μας σπόρο,
ίδιον, έτσι, σαν τα πάθη μας αλύτρωτον,
ας τον κάνουμε του κηπουρού μας δώρο.

                 -----
               ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΙΣΗΜΕΡΙΝΟ

Πρωτόειδωτες μέρες ξανοίγουνε τώρα μπροστά μου.
Σε σκότη βαθιά οι παλιές εβυθίσαν.
Ημέρες λαμπρές μου σμιλεύουνε τώρα οι αιθέρες.
Ημέρες που σ’ άσβεστα φώτα λουσμένες
με μύρα χαράς κι ευτυχίας με πνίγουν.

Εγώ είμαι εκείνος που ακόμα
ως χτες στο χαμό ήμουν δοσμένος;
Που μες στο ζεστό καλοκαίρι
τον κρύο χειμώνα είχα ταίρι;
Εγώ είμαι αυτός που ως τα χτες ήμουν ξένος
σε κάθε ανθηρό και χαρούμενο γιόμα;

Ας λείψει λοιπόν από μπρος μου-
ας φύγει για πάντα από μένα η λύπη!
Η κρήνη ας στερέψει του Πόνου!
Χαρά ας με στέψει!
Και όσα έχω δάκρυα ως τώρα χυμένα
ζωή τόσες μέρες ευφρόσυνες δος μου.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

12 Αυγούστου 1965
Αντιαεροπορικός πύραυλος καταρρίπτει για πρώτη φορά αμερικανικό αεροπλάνο στο Βιέτ Νάμ.

15 Αυγούστου 1965 Αυγούστου 1965
Φυλετικές ταραχές με 28 νεκρούς καί 676 τραυματίες ξεσπούν στο Λος Άντζελες καί καταστέλλονται με την επέμβαση 14.000 εθνοφρουρών.

16 Αυγούστου 1965
 Ή Σοβιετική Ένωση επιμένει στην πολιτική αναγνωρίσεως δύο χωριστών κοινοτήτων στην Κύπρο. Στό ανακοινωθέν για τις Σοβιετοτουρκικές συνομιλίες καταδικάζεται έμμεοα ή πολιτική της Κυπριακής κυβερνήσεως έναντι των Τουρκοκυπρίων.

18 Αυγούστου 1965
Αμερικανοί πεζοναύτες κυκλώνουν 2.000 περίπου αντάρτες Βιέτ Κόγκ.

19 Αυγούστου 1965
Δάνειο 175 εκατομμυρίων δολλαρίων χορηγείται από την Σοβιετική  Ένωση στήν Τουρκία.

29 Αυγούστου 1965    
Ορκίζεται  ή κυβέρνηση  Ηλία Τσιριμώκου.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΑ

Μόνος πάλι.
Φωνή γύρω καμία. Ο Χρόνος
στα τέσσερα διπλωμένος
στη μέσα τσέπη του σακακιού του.

Τίποτα.
Ούτε καταφυγή πραγμάτων.
Ούτε υποκρισία ανθρώπων.
Ούτε φαντάσματα ζώντων.
Ούτε ψιθυρίσματα ερωτικά.

Τίποτα.
Όπως κάποτε.
Τότε, πριν μια βελονιά τον κεντρίσει
αναγκάζοντάς τον
όλα εκείνα
τ’ αποτρόπαια
ν’ απλώσει στα μάτια του μπροστά.
ΑΔΕΛΕ

Να κάνει έρωτα μαζί τους δεν την έφτανε.
Τους εραστές της έπνιγε μετά η Αδελέ.

Θάνατος κι έρωτας μαζί.

Άδειος να πεθάνεις
ο θάνατος καλός είναι-
όταν πεθυμιάς καμιάς το κόχλασμα
το νου με αναθυμιάσεις δεν μολύνει.

Άδειος κι αγνός να πεθάνεις, σαν ανθός
ή σαν σβησμένο ηφαίστειο
που κενός ο κρατήρας του
μόνον τώρα είναι.

Να πεθάνεις αφού έχεις γνωρίσει
το πάθος μιας γυναίκας που τολμηρά
σε αναζήτησε, σε βρήκε και σε έπεισε
του έρωτά της σύντροφος να γίνεις, 
να πεθάνεις
αυτό αφού έζησες,
ο θάνατος καλός είναι.
                 ΔΡΥΟΠΗ

Οι Αμαδρυάδες χάρηκαν
το θεό να δούνε με μορφή χελώνας.
Πλησίαζαν κι αγγίζαν και χαϊδεύανε
να το ’χουνε για καύχημα.

To σκληρό της καύκαλο
στα χέρια τους γλυκά απαλυνόταν.

Όταν όμως, αφού ο θεός εδιάλεξε,
φίδι έγινε,
όλες τρομάξαν, επειδή ανέτοιμες
την αλήθεια να δεχθούν ήσαν.

Εκείνη μόνον, βασιλιά γενναία κόρη
τη μεταμόρφωσιν δεν εφοβήθη
και στάθηκεν εκεί μόνη
αφήνοντας το φίδι
σαν τεράστιος τρυφερός βλαστός
να την τυλίξει.

Και μαζί του κυλίστηκε στη χλόη
το λαμπρό πράσινό της κοκκινίζοντας.
        ΑΓΝΗ ΦΡΑΓΚΑ

Δέκα ετών αυτή κι ο σύζυγός της εβδομήντα.

Μεγαλύτερη βεβαίως απόλαυση δεν υπάρχει.
Και γίνεται πασίδηλο αυτό επειδή 
όποιος τ’ ακούσει
πονηρά χαμογελά.

Ως για τον Έρωτα τον ίδιο 
τι άλλο παρά αυτό
η επιδίωξή του πάντα ήταν-
η έκπληξη;

Τώρα επέτυχε ό,τι ζητούσε.
Τόσο
που στο κρεβάτι δεν ξαπλώνει
των εραστών
τα χείλη και τα χέρια τους να οδηγεί
αλλά παράμερα, άπρακτος-
αλλά έμπρακτα πολύ αλήθεια- καθισμένος 
τα μάτια βλέπει τα μεγαλωμένα της Αγνής
μπρος σ’ ο,τι γίνεται,
που διόλου έτοιμη
ν’ αντιμετωπίσει
δεν ήταν.
       ΟΙ ΚΟΥΡΕΙΣ

Όταν μιλούσαν οι κουρείς
λουλούδια γέμιζεν η γης.

Η ζεστασιά του λόγου τους
πλανιόταν στον αέρα
τον φώτιζε και γίνονταν
η μαύρη νύχτα μέρα.

Παραμυθάκι αγαπητό
στ’ αυτιά μας η φωνή τους, 
μεγάλωνε και χρύσωνε
μεμιάς το μαγαζί τους.

To ’κανε χρυσοπάλατο
που εκοιμόνταν μέσα
ολόμορφη, ανέγγιχτη
κι αβρή μια πριγκιπέσσα.

Και πες πες πες -και πες πες πες
το κούρεμα τελειώνει
και πάνω στο κεφάλι μας
δροσιά κολώνια απλώνει.

Κολώνια λεμονάνθινη
μες σε κομψό δοχείο
αγορασμένη-πού αλλού;-
από το φαρμακείο.

Μας χαιρετούσε πρόσχαρα
σα φεύγαμε ο κουρέας
χαρούμενη κατάληξη
μιας όμορφης παρέας.

Έτσι εγινόνταν κι η ζωή
γεμάτη ήταν με δώρα
κι ευώδα όλη η γειτονιά
κι έλαμπεν-ενώ τώρα

εβουβαθήκαν οι κουρείς
και τ’ άνθη εμάραναν θαρρείς.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

1 Αυγούστου 1965
Οι Πρόεδροι της Ινδίας καί της Γιουγκοσλαβίας ζητούν την έναρξη συνομιλιών για την ειρήνευση του Βιέτ Νάμ.

2 Αυγούστου 1965 
Ό έπιτελάρχης του Κινέζικου στρατού δηλώνει ότι ή χώρα του είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

3 Αυγούστου 1965 
Αρχίζει ή συζήτηση του Κυπριακού στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

4 Αυγούστου 1965 
Ανατρέπεται στη Βουλή ή κυβέρνηση Νόβα με ψήφους 131 υπέρ καί 167 κατά.

6 Αυγούστου 1965 
Ο Πρόεδρος Τζόνσον υπογράφει νόμο με τον οποίο προστατεύεται το δικαίωμα ψήφου των Νέγρων.

7 Αυγούστου 1965 
Ό Πρόεδρος Τζόνσον απορρίπτει πρόταση του Προέδρου της Γκάνα για την προσωρινή διακοπή των βομβαρδισμών κατά του Βορείου Βιέτ Νάμ.

7 Αυγούστου 1965 
Διερευνητική   εντολή   σχηματισμού   κυβερνήσεως  ανατίθεται   στον  κ.   Στ.   Στεφανόπουλο.

8 Αυγούστου 1965   
Ή Σιγκαπούρη αποσχίζεται από την ομοσπονδία της Μαλαισίας.
Ό Τούρκος Πρωθυπουργός φθάνει   στη  Μόσχα  για  έπίσημην  επίσκεψη.

10
 Ό κ. Στεφανόπουλος καταθέτει την εντολή ύστερα από αρνητική ψήφο της κοινοβουλευτικής ομάδος της Ενώσεως Κέντρου.
Το Συμβούλιον Ασφαλείας καλεί τα ενδιαφερόμενα για το Κυπριακό μέρη να απέχουν από κάθε ενέργεια πού μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017


Η ΕΠΙΤΥΧΊΑ ΤΟΥ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΎ ΜΟΥ «ΛΌΓΙΑ»
(Κάτι καταπληκτικό
για το περιοδικό)


Φίλοι και συνδρομηταί
του περιοδικού ετούτου
δεν περίμενα ποτέ
πως του τέτιου του του πλούτου

τόσοι λάτρεις θα βρεθούνε
και πιστοί φανατικοί 
είτε στην Ευρώπη ζούνε
είτε στην Αμερική.

Φίλοι μου λοιπόν καλοί
και απρόσμενα πολλοί
με χαρά σας χαιρετώ
και αμέσως σας ρωτώ:

Πώς το ξέρατε αλήθεια
πως τα τόσα παραμύθια
που εδώ μέσα ιστορώ
πάθος κρύβουν ιερό

και πως σε καιρό λιγάκι
θα ’χε γίνει ξακουστό
και στον κόσμο όλον γνωστό
τούτο το περιοδικάκι;

Γιατί να τι έχει γίνει
όπου άφωνον αφήνει
και κατάπληκτον καθένα
έξω από σας και μένα :

Τα τεύχη αναγκάστηκα τα πρώτα να τα εκδώσω
είκοσι τέσσερες φορές ώστε να δυνηθώ
στη ζήτηση που είχανε για ν' ανταποκριθώ
κι εκατοντάδες έβγαζα από δαύτα κάθε τόσο.
Μου ζήτησαν απ' το Περού κι από την Αρζεντίνα,
απ' το Ιράν, το Πακιστάν, το Λάος και την Κίνα.
Κι από Αυστραλία, Αφρική, Ευρώπη και Ασία,
αιτήσεων ατελεύτητων κατέφθασε σωρεία.
Οι μεγαλύτεροι της γης εκδόται μου ζητήσαν
του έργου μου να έδινα σ' αυτούς τα δικαιώματα
κι ας ήσαν τόσο φορτικοί κι επίμονοι ας ήσαν
"όχι" αναγκλαστηκα να πω σε διάσημα ονόματα.
Της Βρετανίας ο βασιλιάς σε κάποιο διάγγελμά του
είχε ένα από τα τεύχη μου πάνω στα γόνατα του.
κι ο Πατριάρχης ζήτησε την αποκλειστικότητα
των προσευχών μου να ’χει αυτός σ' όλη την ανθρωπότητα.
Ο Πάπας μ' εκλιπάρησε να λεν για τιμωρία
τα ποιήματά  μου οι πιστοί αντί του ave maria,  
όμως του απάντησα εγώ πως την ορθοδοξία
δε θα την πρόδινα ποτέ με δύναμη καμία.
Η σύνοδος του ΟΗΕ κι η διπλανή του ΝΑΤΟ
εξαίσιο χαρακτήρισαν το στυλ μου το κεφάτο
 και ο Σύρος Άσαντ μου είπε πως αμέσως σταματάει
κάθε του ενέργεια εχθρική και με παρακαλάει
το κάθε νέο τεύχος μου να του το στέλλω εκεί
ώστε να μη το χαίρεται μόνο η Αμερική.
Κι η ΝΑΣΑ μ' ειδοποίησε πως θέλει την άδεια μου
τα «ΛΟΓΙΑ» μου τα όμορφα να στείλει στη σελήνη
να δουν οι σεληνάνθρωποι τι γράφουμ’ εδώ χάμου
και να χαρούν διαβάζοντας σα γήινοι κι εκείνοι.
"Μα είναι ακατοίκητο" τους λέω "το φεγγάρι 
και άνθρωπος κανείς εκεί το φύλλο δε θα πάρει".
Και μού ’παν εν χορώ:
"μήπως το παίρνει εδώ;"
Και για να μην πολυλογώ και τρέχω και δε φτάνω
στη γη όλοι ορκίζονται στα ποιήματα μου επάνω.
Μόνον ο Μήτρος όταν χτες του είπα όλα τούτα
την ακατέργαστη άπλωσε μεγάλη του χερούκλα
και δίνοντας μου απ' της καρδιάς τα βάθη πέντε φάσκελα
μου είπε "άλληνε φορά να μην κοιμάσαι ανάσκελα!".



                                                                  L. A. 3 May 1992
 ΕΜΠΡΟΣ  ΠΑΙΔΙΑ  ΓΕΝΝΑΙΑ  ΜΟΥ

Θα υφώσω τη σημαία μου!
Εμπρός παιδιά γενναία μου
νευρά και αρτηρίες μου,
και μυ’ς μου και μυαλά μου!

Δώστε  ένα χέρι βοηθερό
να σ’κώσω από χάμου
το λάβαρό μου-έφτασε,
κι ας άργησε η σειρά μου.

Σ’ αυτό τον τόπο πό’ γειρα
ποτάμια αίμα ολόγυρα.
Σαπίζουν άλλα πτώματα
κι άλλα ζεστά είν’  ακόμα.

Το πρωινό έτσι άρχισε
κι έτσι τραβάει το γιόμα.
Σφαίρες, βροντές, καπνοί παντού-
πήρε φωτιά το χώμα.

Μα πάνω από τα πτώματα
που σμίγουν με τα χώματα
σημαίες ανεμίζουνε
και πλέουν στον αέρα.

Τα χρώματά τους τα λαμπρά
στο μαύρο είναι φοβέρα
ανθός το καταχείμωνο,
δροσό νερό στην ξέρα.

Ως τώρα εφοβόμουνα
και χάμου εσερνόμουνα.
Ωχρό ένα παλιοκούφαρο
σε λίγο θε να γίνω.

Μα τη σημαία μου στη γη
πεσμένη δεν αφήνω.
Βοηθάτε με παιδάκια μου
γιατί όπου να ’ναι σβήνω.

Βοηθάτε με γενναία μου!
Θα υψώσω τη σημαία μου!
Τον τόσο χρόνο που  ’χασα
βοηθάτε να κερδίσω.

Πριν στου πολέμου τη βοή-
στη μάχη πριν να σβήσω
ένα πανί τουλάχιστο
καθώς κι οι άλλοι ας στήσω.
             ΚΑΛΛΙΤΕΡΗ

Σα σβήσει ο λύχνος τότε τον θυμούνται
αυτοί που τώρα είναι στο σκοτάδι.
Με νόστο τη ζωή τη συλλογούνται
αγύριστα όσοι βρίσκονται στον Άδη.

Το δέντρο σαν κοπεί κι ο ίσκιος πάψει
του ήλιου να μετριάζει το λιοπύρι
τότε κι η νοσταλγία θε’  ν’  ανάψει
για το άμοιρο το δέντρο που  ’χει γείρει.

Και λέω κι εγώ αφού όταν πεθάνουν
τα βρίσκει όλα ο έπαινος κι ο αίνος
οι στίχοι μου εντύπωση θα κάνουν
καλλίτερη σαν θα  ’μαι πεθαμένος.
ΞΕΓΔΙΚΙΩΜΟΣ

Kαράβι περίμενε, μη φεύγεις ακόμα
μη σ’κώνεις τη γέφυρα που πιάνει στο χώμα
για ξένα λιμάνια πανιά μην ανοίγεις
καράβι μου στάσου-ακόμα μη φύγεις.

Μαζί σου ένας μάγος που όλα μαγεύει
μαζί σου ένας μάγος κακός ταξιδεύει
μακριά για να πάει-μακριά για να φύγει
πανιά μέσα στ’ άσπρα πανιά σου ανοίγει.

Μαγεύει ανθρώπους και κείνοι αρρωσταίνουν
μαγεύει τα δέντρα και κείνα ξεραίνουν
μαγεύει καράβια και κείνα βουλιάζουν
μαγεύει κορίτσια και κείνα πλαντάζουν.

Tο μάγο που μέσα μου φλόγες ανάβει
μαζί σου μην παίρνεις καλό μου καράβι.
Kοντά μου άφησέ τον και όρκο σου δένω
σα θα  ’ρθεις να έβρεις αυτόν μαγεμένο.
       ΣKΟTΩΜΕΝΗ

Φαίνεται πρέπει να διαβαίνουν
λυπητερά έτσι τα χρόνια.
Οι μέρες πρέπει να μας ραίνουν
θλίψη, ντροπή και καταφρόνια.

Πρέπει να σβήνουν οι ελπίδες
προτού οι ανθοί τους να μεστώσουν .
Πρέπει του μίσους οι λεπίδες
χίλιες φορές να μας σκοτώσουν.

Α!  κι η αγάπη φορτωμένη
μαύρα φτερά που δεν πετάνε-
α!  κι η αγάπη σκοτωμένη-
φαίνεται πρέπει έτσι να ’ναι.
           PINK  REACH  TREES
(Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς, χορεύει και πηδάει,
γλυκαγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
Μ’  αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’  την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε,
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".
Η ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΜΟΥ Η ΕΛΕΝΗ
Η ΕΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

Μετά σαράντα χρόνια που είχε να με δει
να μου τηλεφωνήσει ή να μου γράψει
ήρθε και μ’ είδε για να παραπονεθεί
πως την εξέχασα.

Από μικρή
χαζούλα ήταν η καημένη.

Της δήλωσα ορθά κοφτά κι εγώ
δεκάρα πως για συγγενείς δε δίνω.

Μετά απ’ αυτό ελπίζω να εννοήσει
και πια να μη και πάλι μ’ ενοχλήσει.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

21 Ιουλίου 1965   
Παρατείνεται για ένα ακόμη χρόνο ή θητεία των  μελών  της  Κυπριακής Βουλής  των  άντιπροσώπων.

22 Ιουλίου 1965   
Παρατείνεται για ένα χρόνο και ή θητεία του Προέδρου   Μακαρίου.

24 Ιουλίου 1965   
Δεν θα θυοιασθεί η Ευρώπη χάριν του Βιέτ Νάμ, διαβεβαιώνει τους Γερμανούς ό περιοδεύων πρέσβυς των Ην. Πολιτειών κ. Χάρριμαν.

26 Ιουλίου 1965   
Συνέρχεται καί πάλι στή Γενεύη ή Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό, υστέρα από έννεάμηνη διακοπή των εργασιών της.

27 Ιουλίου 1965   
Αμερικανικά βομβαρδιστικά καταστρέφουν εγκαταστάσεις αντιαεροπορικών πυραύλων στο Βόρειο Βιέτ Νάμ.

29 Ιουλίου 1965   
Ή Άγκυρα ζητεί τριμερή «διαβούλευση» Βρεταννίας, Τουρκίας και Ελλάδος για το Κυπριακό.

30 Ιουλίου 1965   
Ή   Άγκυρα ζητεί την σύγκληση του Συμβουλίου   Ασφαλείας   για   να   εξετασθεί   ή   νομιμότητα της παρατάσεως της θητείας των Ελλήνων Κυπρίων   βουλευτών   και   της   καταρτίσεως   κοινών   εκλογικών καταλόγων.

31 Ιουλίου 1965       
Ή Κινεζική κυβέρνηση  κατηγορεί την Μόσχα ότι  ασκεί πολιτική συμβιβασμού καί υποταγής.

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017


                       ΑΠΩΛΕΙΑ


Δεν το ’νιωσε της άνοιξης εφέτος το μεθύσι
και τα ηλιοβασιλέματα καθώς
ο ηλιος κουρασμένος κι ερυθρός
βουτάει μές στη θάλασσα να σβήσει.

Τις μέρες που ήτανε να βγει να δει τα χελιδόνια
εκείνον τον βασάνιζε η φωνή
κι έκανε την καρδιά του να πονεί
απ’ της γαζίας που έβγαινε τα κλώνια.

Και η φωνή του έλεγε για κάποιαν αγριεμένη
φωτιά, που θα ’ρθει βιαστική
και με μια φλόγα μανική
θα κάψει όλη τη σάπια οικουμένη. 

Και για το θάμα του νερού του ’λεγε, που δε θα ’χει
ρώμη να σβήσει τη φωτιά
που θα θεριεύει απ’ το νοτιά
και που θα καίει το δάσο σαν το στάχυ.

Και με ντροπή έτσι και φόβο η άνοιξή του
πήγε. Και θα θυμάται παγερή
μιαν άνοιξη, που ανήλεοι καιροί
την πήραν και την έχασαν για πάντα απ’ τη ζωή του.
                    ΝΙΩΘΕΙ

Νιώθει στη γη να πέφτει σάμπως
πια τα φτερά του δεν πετάνε. 
Το σώμα του σε λίγο ο κάμπος
κι η χλόη του θα το κρατάνε.

Νιώθει τις ρίζες του να έλκονται κάτω
μες στο βαθύ και μαύρο χώμα
και λέει θα φύγει πριν τη Μάτω
με το στραβό λοξό το στόμα.

Νιώθει να ωθείται προς τον πάτο-
καθώς ναυάγιο-της θαλάσσης
όπως βουλιάζει μες στον κάδο
χάρτινες βάρκες ο Θανάσης.

Κι α! νιώθει σαν ψυχή που φεύγει
και που χωρίζει από το σώμα.
Θεέ μου αχ! γιατι δε βγαίνει
και βασανίζεται ακόμα...
         ΣΤΟ ΑΛΣΥΛΛΙΟ

Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος
μες στου αλσυλλίου τις σκιες
που μαγίστρες μοιάζουνε γριές
κάποιος πικροκλαίει στη γη πεσμένος.

Κάποιος κλαίει πάνω στο χορτάρι.
Σφίγγουνε τα χέρια του τη γη. 
Κάτι να της δώσει προσπαθεί;
Κάτι από κείνηνε να πάρει;

Σχίζουν οι λυγμοί του το σκοτάδι.
Στ’ άπονα τα χώματα χτυπούν.
Οι ψυχές ξυπνούνε και ακούν
μες από τον άπελπο τον Άδη.

Τάχα στο αλσύλλιο ποιος να κλαίει 
ποιος μες στην κρυστάλλινη σιωπή-
ποιος μες στη νυχτιά τη σκοτεινή
δέεται στον Πλάστη-και τι λέει;
              ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Χρονια στην πλάτη σου με κουβαλάς
και, γη μου, αγόγγυστα με σεργιανίζεις.
Για με θερμίδες εσύ χαλάς
και α’ οξυγόνο σου χαλαλίζεις.

Μα η ώρα έφτασε τώρα κι εγώ
αυτά που μου ’δωσες να στα ξοφλήσω
κι άκοπα όσα τώρα τρυγώ
η ώρα ήρθε να πάρεις πίσω.

Όπου και να ’ναι απαρατώ
και σεργιανίσματα και οξυγόνο 
κι εγώ στην πλάτη θα σε κρατώ
και ανταλλάγματα δε θ’ αξιώνω.
                                 ΜΑΓΕΙΑ

"Νύχι δράκου-πόδι χήνας και κροκόδειλου χολή
λιόντα χήτη- νυχτερίδας μαυροφτέρι και καρδιά
και καρποί από κυπαρίσσια και απήγανου κλαδιά
όλα αυτά μαζί βρασμένα νύχτα μαύρη και θολή

κι έλα-έλα πεθαμένε τ’ ειναι ο θάνατος να πεις. 
Μας λιανίζει η απορία και μας λυώνει η πεθυμιά. 
Να γνωρίζουν δεν μπορούνε τα φθαρτά μας τα κορμιά.
Έλα πνεύμα-έλα πνεύμα τ’ είναι ο θάνατος να πεις".

"Μη την πλήρη μου ηρεμία με τα μάγια σου χαλάς. 
Όση γνώση κι όση γνώρα της ζωής έχετε εσείς
και του θάνατου ίδια γνώρα κι ιδια γνώση έχουμε εμείς-
η ζωή για σας σκοτάδι, νύχτα ο θάνατος για μας".
ΤΟΥΣ ΑΛΑΘΗΤΟΥΣ

Μία κρυψώνα έχει βρει στου δάσους την απλάδα.
Δεν τηνε ξέρουν τα θεριά-δεν τηνε ξέρουν τ' άγρια.
To έμπα της μια απόκρυφη κι απάρθενη σχισμάδα.
Κι ανόθευτα όλα μέσα της κι όμορφα και καθάρια.

Είναι φτιαγμένη από μικρά σφιχτόπλεχτα κλαδάκια
που στους χειμώνες θάλπουνε, στους καύσωνες
δροσίζουν.
Τηνε γεμίζουν λούλουδα και χαρωπά πουλάκια
που με τραγούδια κι ευωδιές κάθε γωνιά στολίζουν.

Όταν του δάσους τα θεριά τον παίρνουν στο κυνήγι
μες στης μονιάς του την κρυφήν ασφάλεια αυτός φωλιάζει. 
Εκεί η που τρέμει του ψυχή με τ’ άνθια απαλοσμίγει
κι εκείνος τότε τα στοιχειά και τα θεριά τρομάζει.

Και όταν έρχονται βροχές που φέρνουνε πλημμύρες
αντίς αυτός να πνίγεται μες στα θολά νερά τους
στους κρουσταλλένιους κολυμπάει του άντρου του
λουτήρες
και κείνος τότε καταλεί πλημμύρες και θανάτους.

Και όταν θα ’χει των λαθών τελειώσει πια η σωρεία
κι ο χρόνος μέραν άλληνε δε θα ’χει να μετρήσει-
και όταν τη μεγάλη τους χάνοντας ευκαιρία
πλημμύρες κι άγρια και θεριά και τρόμοι θα ’χουν σβήσει,

τότε θα μπει μες στ’ άντρο του, την είσοδο θα φράξει
και σκέποντας μ’ ακοίμητη φροντίδα τον καθένα
αμόλυντους κι αλώβητους κι αγνούς θα διαφυλάξει
τους σπόρους τους αλάθητους για την καινούργια γέννα.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

1845: Βίλχελμ Κόνραντ Ρέντγκεν, γερμανός φυσικός, που ανακάλυψε την ύπαρξη των ακτίνων Χ και την ακτινογραφία. [θαν. 10/2/1923]

ΑΚΤΙΝΕΣ ΡΑΙΝΤΓΚΕΝ

Ιδιότητες ακτίνων Ραίντγκεν:
πρώτον-διαπεραστική
ανάλογος του πάχους των σωμάτων
ανάλογος του ποσού των ακτίνων.

...To πάχος φταίει των σωμάτων τάχα
που να νιώσω τους ανθρώπους δεν μπορώ
ή μήπως-το χειρότερο-
το ποσόν των ακτίνων μου;
ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ

Υπάρχουνε πανέμορφοι κάτι ανθολειμώνες
που ριζωμένοι σε ψηλά κι απέραντα οροπέδια
ανθούνε ασταμάτητα κι άνοιξες και χειμώνες
χωρίς, καθώς τα δράματα, να ’χουνε ιντερμέδια.

Σε τέτοιον ένα θα ’θελε λειμώνα αυτός να ζήσει
τόσο όσο κάνει μια πνοή αγέρα να φυσήσει
και τις χαρές του θα ’θελε για τόσο να τρυγήσει
όσο ένα γέρικο κορμί κάνει να ξεψυχήσει.

ΤΟ ΘΑΜΑ

Το σκιάχτρο δέντρο εστέκονταν
γκριζόμαυρο για μήνες
τ’ απάνθρωπά του απλώνοντας
κι ανάνθιστα κλαδιά.

Θωρώντας το αντίκριζες
λειψανοφόρες κλίνες
και Δεσποτείες του Άφωτου
κι Ανάλγητου καρδιά.

Σκελετωμένων μαγισσών
χέρια φριχτά γεμάτο.
Τα μάτια του, Άργου τρομερού
τα στόματά του, οχιάς.

Κάθε κορφή του δάχτυλο
θεριού πικρονυχάτο.
Κάθε του κύκλος χάραγμα
θανατερής τροχιάς.

Και θερμοπαρακάλεσα:
«Δώσε του Θε μου άνθη!
Γιατί αν λερό πάλι το δω
στου Άδη πάω τα βάθη.»

Κι αμέσως: θάμα! Τ’ άχαρα
γίνανε φως και χάρη
κι είχα μεγάλο άδικο
δαιμόνους να θαρρώ

τους κλάδους που ένα ευφρόσυνο
κρύβανε δώρων σμάρι
και που μιας τέτοιας ομορφιάς
θα σέρναν το χορό.

Κι ενώ στο φως ολόχρυσα
ξανοίγουν μάγια πλήθια
και μύρια μύρα στα χλωρά
κλαδάκια ευωδάν,

τα πλανταμένα από χαρά
πουλιών και δέντρου στήθια
μελωδικά κι ολόγλυκα
για με λες τραγουδάν.

                          Los Angeles 3-2-1995
                      ΕΚΕΙΝΗ

Στον κρύο βοριά που παγώνει τα χνώτα
το τραίνο ακούει που αργά πλησιάζει.
Θεριό αγριεμένο στη νύχτα φαντάζει.
Αστράφτοντα μάτια τα δυο του τα φώτα.

Σταμάτησε. Πάνω του μία κοκότα
με μάτια μεγάλα σκληρά τον κοιτάζει.
Με κάποιαν που γνώρισε κάποτε μοιάζει
που πήρε απ' αυτόνε τα χάδια τα πρώτα.

Το τραίνο ξεκίνησε. Μα ξύπνια του αφήνει
μια μνήμη που έμοιαζε για πάντα νεκρή.
Και νιώθει στο στόμα μια γεύση πικρή
καθώς σαν σε όνειρο βλέπει εκείνη
μ’ αδιάντροπο ύφος να του μιλά
το μάτι να κλείνει-να του γελά.
ΤΗ ΧΑΡΑ

Οι μαύροι ωκεανοί δεν με φοβίζουν.
Πιοτό φαρμακερό αλλά τους πίνω.
Μα η άσπρη όταν έρχεται σταγόνα
το φως της το πολύ πώς ν’ απαλύνω;

Άχου! Τη λύπη την κρατώ
μες στο φαρδύ μου ράσο
μα τη χαρά μου-τη χαρά!
με ποιον να τη μοιράσω;
            Η ΧΑΡΑ

-Πώς θα πάμε στης χαράς
το λιμάνι γέρο;
-Μια ζωή το ψάχνω, αλλά,
φίλοι μου δεν ξέρω.

-Πώς θα πάμε στης χαράς
το λιμάνι νιε μου;
-Τι τή θέτε; Να η χαρά!
Γύρω-μέσαθέ μου!
              ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Στο θέατρο πηγαίνουμε να βρούμε
τον κόσμο που θα έπρεπε να ζούμε.
Τον κόσμο τον σωστό, τον δίχως ψέματα,
γυμνόν και βουτηγμένον στα αίματα.

Η εικόνα η ζωντανή μας συναρπάζει
κι εντός μας λεωφόρους νέες χαράζει:
για μια ζωή με δίχως προσχήματα
το θέατρο μας δίνει μαθήματα.

Μα τίποτα με τούτο δεν αλλάζει.
Ανέκκλητα η μοίρα μάς αρπάζει
τα όποια του θεάτρου ωφελήματα
καθώς ναυαγισμένους τα κύματα.

Και πριν από την αίθουσα να βγούμε
το όποιο μάθημά μας ξεχνούμε
και στα ένοχά μας λάμπουν τα βλέμματα
τα ίδια θλιβερά προμαντέματα.
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΗ

"Στον ίδιο παρονομαστή".
Ποτέ δεν είχε νοιώσει τι εσήμαινε
η έκφραση αυτή. Σήμερα μόνο
και μόλις σήμερα ένιωσε τον πόνο
που στη φωνή εξεχώριζεν εκείνων
όταν τη φράσιν εξεστόμιζαν αυτήν.

«στον ίδιο παρονομαστή!»
κατάλαβε τουλάχιστον
μια φράση παραπάνω τι σημαίνει.
Είναι και τούτο κάτι
για όσους βρίσκονται ανελέητα
στον ίδιο πάντα παρονομαστή.
Η ΜΑΓΙΟΠΟΥΛΑ

Με μάγια τήνε γέννησε μάγισσα μάννα
μια μαγεμένη νύχτα. Στη ματιά της
λάμψιν εχάρισε φως μαγικό
και μάγια έχουν σμιλέψει τη θωριά της.

Γι αυτό τη μαγιοπούλα όποιος γνωρίσει
μάγια τον δένουνε βαριά και λησμονά
όποια ζωή κι αν είχε πρώτα ζήσει
κι άλλης γυναίκας χάδια δεν ζητά.
27 ΜΑΡΤΗ, ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
                 (για παιδιά)

Τόσο οι μεγάλοι είν’ όλοι τους,
χαζοί και θλιβεροί,
όπου με λόγια θέλουνε
(μιλώντας δηλαδή)

να κρύψουνε, όσο γίνεται,
μ’ αυτά, κάθε κακό τους,
από γειτόνους, φίλους τους,
μα κι απ’ τον εαυτό τους.

Και σιχασιά όταν νιώσουνε
απ’ αυτό τους το κρυφτό,
στο θέατρο πηγαίνουνε,
για να ’βρουνε σ’ αυτό

τον εαυτό τους μ’ όλα του
τ’ άσχημα και κρυφά του,
κι έτσι να καταφέρουνε
να’ ρθούνε πιο κοντά του...

Κι όταν μας παίρνουνε μαζί
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι,
εμείς-και ας μην ξέρουμε
το έργο τι θα βγάλει,

μα κερδισμένοι βγαίνουμε
από τα έργα όλα
γιατί σε κάθε διάλειμμα
πίνουμε κόκα-κόλα!..

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

                     BOWBIRD
Πήρα μικρά γεροδεμένα ξυλαράκια
κι έφτιαξα μία πρόσοψη φωλιάς
έτσι που ο ήλιος πάνω της να ισκιάζεται.

Ύστερα μάζεψα τις πιο πολύχρωμες μικρές
γυαλιστερές και στρογγυλές πετρούλες που εβρήκα
και μπρος τις έβαλα στο χώρο της φωλιάς
μ' αυτό τον τρόπο φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο-
λαμπρό κι ωραίο ένα ψηφιδωτό.

Έχουμε τώρα μια σκηνή θεάτρου
με δάπεδο καθώς σας είπα
και τη φωλιά από πίσω της για σκηνικό.

Τώρα τι μένει;
Oι χορευτές κι οι θεατές
(δε συνηθίζω να επαίρομαι αλλά
τι ομορφιά που έχει αυτή η σκηνή!.
Αρκεί μονάχα να σας έλεγα ότι φορές
θα 'θελα να ’μουν θηλυκό
για να μπορώ να χαίρομαι τέτοιες εικόνες
συχνότερα και, βέβαια
με κάποιαν ποικιλία…)

Ο χορευτής λοιπόν εδώ θα είμαι εγώ.
Με μια ετικέτα που κατέχω άριστα
κι εγώ δεν ξέρω πώς
θα ’ρχίσω να λυγώ, να σκύβω, να υποκλίνομαι,
να τρέχω δεξιά κι αριστερά με χάρη
με νόημα να γέρνω μπρος και πίσω
ν’ ανοίγω τα φτερά σαν τάχα να ίπταμαι,
απότομα να στρέφω, να τεντώνομαι,
κι ένα σωρό να κάνω ακόμα ανόητες τέτοιες φιγούρες.
Και ολ’ αυτά για να μπορεί το θηλυκό-που τώρα
που σας μιλώ στέκει απέναντι και βλέπει-
για να μπορεί το θηλυκό
να μαγευτεί απ’ τ’ ωραίο θέαμα
και να ’ρθει στη φωλιά μου επιτέλους.

Λοιπόν θαυμάστε με και σείς-η επίδειξη αρχίζει.
ΟΛΑ ΚΑΛΑ


Πάντοτε ήμουνα εντάξει με όλους και με όλα. Όχι γιατί τους έχω κάποιαν εκτίμηση, αλλά γιατί είναι μια ανάγκη για μένα να έχω ξεκάθαρη θέση μέσα στο σύμπαν. 
Γι αυτό θα είμαι εντάξει και μαζί σας.

Εγώ καθόλου δε θέλησα να γεννηθώ. Κι ήταν η θέλησή μου αυτή τόσο μεγάλη, που δεν γεννήθηκα.
Θα σας φανεί παράξενο αυτό που μόλις είπα. Και θα ήτανε πράγματι παράξενο αν το αντίθετό του ήτανε φυσιολογικό. Αν δηλαδή είχα γεννηθεί.
Ανορθόδοξα αρχίζω. Δεν ήθελα να σας φερθώ έτσι, όμως όταν γράφω νιώθω υποχρεωμένος να λέω πάντοτε την αλήθεια μου.
Και αυτό δεν είναι κάτι που το θέλω Που συνειδητά το εδιάλεξα. Όχι. Όπως για παράδειγμα δεν εδιάλεξα να βγω στο μπαλκόνι μου σήμερα το απόγεμα και να πετάω ψάρια στις έξη γάτες που με περίμεναν στην αυλή της πολυκατοικίας. Και αυτό, όπως και το άλλο, το να λέω δηλαδή την αλήθεια, γίνονται γιατί δεν είναι δυνατό να γίνει αλλιώς.

Όταν σας λέω ότι δε γεννήθηκα, ξέρω τι λέω. Και στηρίζω τη γνώση μου αυτή στο γεγονός πως ό,τι σάς λέω, εκ των πραγμάτων το λέω  σε μια γλώσσα που είναι α-νόητη, όπως α-νόητα είναι όλα .
Όχι, όχι, μη φεύγετε, δεν αστειεύομαι. Κι αν σκεφτήκατε ότι είμαι σκεπτικός ή μηδενιστής ή δεν ξέρω τι άλλο, σας ορκίζομαι όμως πως κι έτσι να είναι, γενικά θα σας μιλήσω σαν να ήμουνα ένας κανονικός άνθρωπος-θα παίξω το παιχνίδι μου με τους δικούς σας κανόνες.
Μη φεύγετε.

Έλεγα πως η γλώσσα είναι α-νόητη. Δεν είναι; Πέστε μου λοιπόν τι θα πει «δεν γεννήθηκα»; Τι είναι το «γεννήθηκα» πέρα από κάποιους ήχους, που κανονίσαμε να έχουν μιαν έννοια για μένα και για σας  όταν έβγουν από κάποιο στόμα με μια ορισμένη σειρά; Κι αυτό το «δε», δεν είναι τόσο ανόητο από μέρους μας να του έχουμε δώσει τόση δύναμη που να ρίχνει αυτοκρατορίες, να φέρνει συφορές, να καταλύει την ίδια την ύπαρξή μας;
Ε λοιπόν, εγώ νομίζω πως όλη η γλώσσα δεν ξέρει ούτε τι θέλει, ούτε τι είναι. Και αν η γλώσσα έχει αυτογνωσία, αυτή είναι η γνώση της πως και αυτή είναι κάτι α-νόητο όπως όλοι και όλα.

Αυτά τα λίγα.

Αυτό ήτανε!
Τώρα νομίζω ότι μπορώ να αρχίσω να σας μιλώ χωρίς τον κίνδυνο να γίνω τελείως ανυπόφορος με όσα θα σας πω.
Και λοιπόν ναι, αφού βολεύει, γεννήθηκα.

     ΟΛΑ ΚΑΛΑ

Με γέννησαν χωρίς να με ρωτήσουν . Όπως για να γεννηθεί ο κόσμος κανένας δε ρωτήθηκε.
Γεννήθηκα ποιητής. Πέρασα μέσα από τη ζωή ανέγγιχτος από καταιγίδες και από χνώτα. Μονομερής και αδιαπέραστος, όπως οι κομήτες περνούν ανάμεσα από τ’ άστρα χωρίς κανένα ν’αγγίζουνε.
Όντας ποιητής, ήμουνα κουμουνιστής. Ένας ιδιότυπος κουμουνιστής. Που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα παρά κρατεί τις ιδέες του ανέπαφες από όποιο συγχρωτισμό, αγνές κι αμόλυντες όπως του δόθηκαν. Επειδή επίγειος κουμουνισμός ήτανε ανέφικτος στους καιρούς μου. Έτσι τον διαφύλαξα για τις ερχόμενες γενιές, τις γενιές των τεράτων.
Τέλος να!, έκλεισα τον κύκλο μου κι εγώ σαν όλα τα αντικείμενα πάνω στη φαινόμενη γη, φτάνοντας στο σημείο από όπου ξεκίνησα, για να αντιληφτώ τότε-τώρα-μόνον, ότι κανένας δεν έκανε κανένα κύκλο, επειδή κανένα εγώ και κανένα αντικείμενο δεν υπάρχει κάτω από κανέναν ήλιο-μιας και ούτε ήλιος κανένας υπάρχει. 
Μέσα σ’ αυτή την άβυσσο των εικονικών εντυπώσεων είναι εύκολο να βρει κανείς ένα τετράδιο κι ένα μολύβι και να γράψει. Να αποθέσει δηλαδή, σύροντας το μολύβι πάνω στο άσπρο χαρτί, γραμμές μελανές,  που και τα άλλα φαντάσματα να δουν, και, με βάση κάποιον κοινό κώδικα, να διαβάσουν, και να προσποιηθούν ότι εννόησαν και αυτοί ό,τι και εκείνος που έγραψε αυτά τα γράμματα τη στιγμή που τα έγραφε τάχα εννοούσε. Κάτι που ποτέ δεν πετυχαίνεται. Και αυτή η αδυναμία επιτυχίας ακριβώς, είναι η αιτία της ζωής και συνακόλουθα και της δυστυχίας των φαντασμάτων.
Η ασυμβατότητά μου με τη γη και με τα σχετικά με αυτήν είναι καθαρή από τα πιο πάνω.
Σαν ένας ξένος ανάμεσα σε πράγματα και σε αλληλοσπαρασσόμενα φαντάσματα έζησα.
Αδυνατώντας να καταλάβω συμπεριφορές, λέξεις, φράσεις, ενέργειες, συναισθήματα, προελεύσεις, τακτικές.
Για να έχω την εικόνα της ζωής μου πάνω στη γη γράφω και συνθέτω αυτό το σύνολο λέξεων και προτάσεων. Για να θυμάμαι τη ζωή αυτή όταν θα γίνω εγώ ο γεννήτορας του παντός, και όχι όπως τώρα είμαι: ο κάποτε από κάποιον κάπου, μη γεννημένος. Αν, τότε, ο καθρέφτης μου δείχνει τέτοια ενθυμήματα.
Και για να έχω την εικόνα της αντίθεσής μου σε όλα-στην εικόνα του αναίτιου παράδοξου να «υπάρξω» πάνω σε μια γη που δεν εννοώ, ανάμεσα σε «ανθρώπους» που δεν αναγνωρίζω, μέσα σε καταστάσεις που τόσο μου είναι ξένες και απόμακρες. Έτσι τίποτα δεν υπάρχει που, και κατ’ ελάχιστον έστω, να δικαιολογεί ή να αναγνωρίζει τις καταστάσεις αυτές έστω και σε μια τους πιθανότητα ή περιοχή.
Ως εκ τούτου θα μιλήσω με άγνωστα λόγια για άγνωστα πράγματα.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

11 Οκτωβρίου 1964
Χιλιάδες   "Ελληνες   Κύπριοι   οργανώνουν   πορεία εναντίον των ξένων βάσεων στη Λεμεσό.

12 Οκτωβρίου 1964   
Ή    Σοβιετική    "Ενωση    εξαπολύει    διαστημόπλοιο  με   πλήρωμα  τριών   ανδρών.

13 Οκτωβρίου 1964
Τό    Σοβιετικό    διαστημόπλοιο    προσγειώνεται ομαλά υστέρα από  16 περιστροφές σε 24 ώρες.
14 Οκτωβρίου 1964   
Ή  κεντρική  επιτροπή  του  Γαλλικού  Κομμουνιστικού   Κόμματος   καταδικάζει   με   την   απόφασή της   την   ανάμιξη   ενός   Κόμματος   στα   εσωτερικά των  άλλων κομμάτων.

15 Οκτωβρίου 1964    Ό Ν. Σ. Χρουστσώφ αντικαθίσταται στην πρωθυπουργία  από  τον  Α.  Ν.  Κοσύγκιν καί  στη  γραμματεία  του  Κόμματος  από   τον  Λ.   Ι.   Μπρέζνιεφ.

15 Οκτωβρίου 1964
Τό Αγγλικό Εργατικό Κόμμα κερδίζει τίς γενικές εκλογές με πλειοψηφία   17  ψήφων.

16 Οκτωβρίου 1964   
Δοκιμάζεται    με   επιτυχία    ή   πρώτη    ατομική βόμβα   της   Λαϊκής   Κίνας.

17 Οκτωβρίου 1964   
Ή Σοβιετική εφημερίδα «Πράβδα»  επαναλαμβάνει  τίς επιθέσεις εναντίον του Πεκίνου.

18 Οκτωβρίου 1964   
Εντείνεται ή δράση των ανταρτών Βιέτ Κόγκ στα περίχωρα της Σαϊγκόν.

19 Οκτωβρίου 1964   
Ό    Σοβιετικός   υφυπουργός    Αμύνης   καί 7 στρατηγοί  θύματα  αεροπορικού  δυστυχήματος.

20 Οκτωβρίου 1964   
Τα  Κομμουνιστικά  Κόμματα  της  Δυτικής  Ευρώπης ζητούν εξηγήσεις για την αποπομπή του Ν. Χρουστσώφ.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΗΣΤΙΝΑ


Χρόνος: Μάης 1828.
Τόπος: Βρωμόσελα Μεγαλόπολης (η σημερινή Θωκνία).
Τούρκικες σκηνές με πρώτη την πολυτελή σκηνή του Αχμέτ Βέη Βαβυλώνιου. Μπροστά από τις σκηνές η Επιτροπή που έκρινε ποιοι από τους έλληνες και τους τούρκους θα έμεναν στην Ελλάδα και ποιοι θα πήγαιναν στην Αίγυπτο, μετά από την απόφαση για αμοιβαία απελευθέρωση των αιχμαλώτων.
Ξάφνου, από τη σκηνή του Αχμέτ Βέη πετιέται η Χρηστίνα και πέφτει μπροστά στα πόδια του πατέρα της που είναι πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης, ενώ στην πόρτα της σκηνής στέκει ο Αχμέτ Βέης.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με μαζί σου!
Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με από δω!
Πατέρα άπλωσε το χέρι σου και βγάλε με απ' αυτό τον τάφο!
Βγάλε με πατερούλη μου! Άπλωσε το χεράκι σου-το στιβαρό σου χέρι-
όπως μικρή το άπλωνες να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
ή για να πάρεις το ντουφέκι απ' τη γωνία.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-μπορείς.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-είναι δυνατό- και βγάλε με από δω.

Τρία χρόνια τώρα είμαι πεθαμένη. Όχι πεθαμένη...όχι, δε νιώθουνε οι πεθαμένοι.
Μα εγώ νιώθω, δεν είμαι ξύλινη, το ξέρεις πατερούλη.
Πόσο δεν έκλαιγα όταν έβλεπα τη γάτα μας μ' ένα πουλί στο στόμα…

Μ' έβλεπες και με ξέρεις πατερούλη.
Και όταν έβρεχε υπόφερα γιατί θα βρέχονταν τ' αρνιά μας.
Δεν είμαι ξύλινη. Με ξέρεις πατερούλη.

Κλαίω και τώρα. Όχι, δεν κλαίω-στέρεψαν τα μάτια μου πατέρα.
Μέσα σε τόσους κι είμαι μόνη μου πατέρα!
Μέσα σε τόσους που με ξέρουν κι είμαι άγνωστη πατέρα!
Μέσα στον ίδιο μου τον τόπο κι είμαι ξένη.
Ξένη όχι για τους άλλους μόνο
αλλά και για τον ίδιο μου τον εαυτό.

Μου μιλάνε πατέρα και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε.
Θέλω να μιλήσω πατέρα, μιλάω και κανένας δε με νιώθει.
Ως και τ' όνομά μου πατέρα κανείς δε νιώθει να το πει.
Δεν έχω πια όνομα πατέρα.
Δεν έχω ούτε τη χάρη που μια πέτρα έχει μες στο λόγγο.
Τήνε λένε "πέτρα".
Εγώ πατέρα όνομα δεν έχω.
Και δίχως όνομα πατέρα δεν υπάρχω.

Θέλω να πω κάτι και δεν ξέρω πώς.
Αν το πω στη γλώσσα μας πατέρα θα με κοροϊδέψουν.
Θα με λοξοκοιτάξουν.
Και δίχως γλώσσα η ζωή είναι θάνατος πατέρα.

Ας μην ήτανε ανάγκη να μιλάμε.
Ας συνεννοούμασταν με χειρονομίες.
Η σκλαβιά τότε θα ήτανε υποφερτή.

Πατέρα πάρε με από δω!
Γυρνάω δεξιά-τούρκος.
Γυρνάω αριστερά-τούρκος.
Κι εγώ δεν είμαι τουρκάλα πατέρα.
Τι δουλειά έχω ανάμεσά τους;

Γυρνάω να δω τον άντρα μου και τούρκο βλέπω ένανε πατέρα
που κάθε μέρα προσκυνάει ένα θεό που δεν τον ξέρω.
Ντυμένο τόνε βλέπω μ' άλλα ρούχα
στολισμένονε μ' άλλα στολίδια
που εγώ πατέρα μου δεν τα γνωρίζω.
Αλλιώς μιλάει, αλλιώς γελάει, αλλιώς καλημερίζει τους περαστικούς.

Ποιος θεός το θέλει αυτό πατέρα;
Αν το 'θελε δε θα μας έκανε άλλους γραικούς και άλλους τούρκους.
Θα μας ανακάτευε.
Θα μας έδινε από τη γέννα μας ίδια, κοινή ψυχή,
που να μην έχει διαφορά η μια απ' την άλλη.

Τα βράδια όταν πέφτουμε στο στρώμα
δεν είναι χέρια αυτά που μ' αγκαλιάζουν αλλά φίδια.
Φίδια που κάνουν έναν κύκλο γύρω μου θανατερό.
Κι ανάμεσα στα σκέλια μου πατέρα
δε νιώθω τη ζωή να σπαρταράει γυρεύοντας
χώμα να βρει να δέσει, να καρπίσει,
αλλά το θάνατο να θέλει μέσα μου άφευγα να μπει
όπως κι εγώ σ' εκείνον είμαι τρία χρόνια τώρα μέσα.

Γυρνώ το σπίτι μου να δω και βλέπω ξένο σπίτι
που όλα του με διώχνουνε αντίς να με γυρεύουν.
Και όλα μέσα του κλεμμένα από τους έλληνες.
Όπως κι αυτό το ίδιο.
Όπως κι εγώ πατέρα.

Μ' έχει αυτός ο άντρας κλέψει από το σπίτι μας-το ξέρεις δα-
μη ακούγοντας τα κλάματα και τις φωνές μου.
Πικρό είναι το ψωμί που τρώω μαζί του μέσα δω.

Αν ήταν να κλεφτώ πατέρα
ήξερα εγώ να διάλεγα τον κλέφτη μου.
Πανώρια παλληκάρια με γυρεύανε
όπως τον κάμπο η βροχή γυρεύει.

Τώρα πού είναι τάχα αυτά τα παλληκάρια;
Για μένα μια θαμπή ανάμνηση μονάχα είναι
ίσα για να γυρίζουνε στο κλάμα την ψυχή μου.
Κ ι ίσως ανάμνηση να είναι και για σας-
ίσως κι αυτά να πέσανε απ' το τούρκικο σπαθί.
Και το σπαθί αυτό το βλέπω-να το!
Το βλέπω κάθε μέρα κρεμασμένο
στον τοίχο του σπιτιού του άντρα μου.
Σπαθί που θέρισε σα στάχυα αμέστωτα τους νέους του χωριού μας.
σπαθί που έχυσε των αδερφιών μου το αίμα'
το αίμα το δικό μου-το ελληνικό.
Το βλέπω κάθε μέρα εκεί, στον τοίχο κρεμασμένο και το νιώθω
σαν το λαιμό μιας λάμιας που το αίμα πίνει από τη λίμνη της φυλής μας.

Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ;
Πώς που αν στερέψει εκείνη η λίμνη σβήνει η ράτσα μας;
Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ
που ακούω τη φωνή της λίμνης μας να με ζητάει σταγόνα της να γίνω;

Πατέρα πάρε με από δω.
Κάθε που βρέχει βρέχει στην ψυχή μου.
Ο ουρανός με το φεγγάρι και τ' αστέρια του
μία μεγάλη τούρκικη σημαία. Και τον μισώ.
Πάρε με από δω πατέρα.
Εδώ ερμιά. Εκεί, ανάμεσα στους έλληνες
όλα καλά πατέρα.
Τα πουλιά κελαδούν. Εδώ στριγγλίζουνε.
Τα δέντρα ανθούν. Εδώ νεκροφορούνε.
Εδώ το φως δεν έρχεται πατέρα. Όλο
στον κήπο μας και στου χωριού μας τα δρομάκια τριγυρίζει.
Πατέρα πάρε με από δω.


ΑΧΜΕΤ

Χρηστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις.
Η πρώτη ανάμεσα είσαι στις γυναίκες μου.
Διαμάντια και χρυσαφικά σου σκέπουνε κορμί και ρούχα.
Δουλειά καμιά να κάνεις δε σ' αφήνω-
δούλες μονάχα σου 'χω να διατάζεις.
Χρηστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις από μένα.
Μήπως σε μάλωσα καμιά φορά; Μήπως σε χτύπησα;
Μήπως καμιά φορά δεν έκανα ό,τι μου 'πες;
Το σπίτι μας παλάτι. Ο Αλλάχ
όλα μου έχει δώσει τα καλά. Κι εγώ με τη σειρά μου
στα ποδαράκια σου μπροστά τα 'χω απλωμένα.
Πως σ' αγαπώ το ξέρεις. Καθημερνά
με τα έργα και τα λόγια μου στο δείχνω.
Γιατί να θέλεις να μου φύγεις περιστέρα μου;
Δε σκέφτεσαι την πίκρα που θα με ποτίσεις;
Σ' έκλεψα, ναι.
Μα έτσι κάνουν όλοι οι μπέηδες.
Όμως δε σ' έκλεψα για να σε κάνω σκλάβα.
Βασίλισσά μου σ' έχω κάνει. Και γιατί;
Γιατί ο έρμος σ' αγαπώ.
Χρηστίνα μου μη φύγεις.
Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
Και αν εδώ, σε τόπο ξένονε για μένα
τόσα καλά τριγύρω σου έχω απλωμένα
όταν θα πάμε στην πατρίδα μου διπλάσια,
τριπλάσια και καλλίτερα θα σου χαρίσω-
γιατί τ' αξίζεις περιστέρα μου.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα διώξ' τον σε παρακαλώ.
Μη τον αφήνεις να με πλησιάσει.
Το χνώτο του σαν ρούχο αρρώστιας με τυλίγει.
Τώρα πατέρα μου που σ' είδα πάλι
φούντωσε μέσα μου η φωτιά και πάλι της γενιάς μας.
Νεκρή 'μουν και μ' ανάστησε.
Και δεύτερο ένα θάνατο πατέρα δε θα τον αντέξω.

Κοίτα πατέρα! Κοίτα! Ποιος ειν' αυτός;
Μην είναι αδερφός μου;
Μη ξαδερφός μου είναι;
Μη πατέρας;
Μη γειτονόπουλο ή χωριανός μου;
Τ’ είναι πατέρα;
Άντρας μου!
Και τ' ειν' ο άντρας παρά μιαν ανάγκη
κι αυτή με υποχωρήσεις άμετρες δεμένη
ίσα για να κρατιέται από 'να πέσιμο;
Μα έστω κι έτσι ειν' άντρας μου αυτός;
Κοίτα πατέρα ανάμεσά μας! Κοίτα!
Δεν ξεχωρίζεις ένα τοίχο θεόρατο
που μας χωρίζει ανένωτα τους δυο μας;

Άντρας μου αυτός;
Έξω απ' το κορμί μου τίποτ' άλλο μου δεν άγγιξε.
Κοίτα πατέρα την ερμιά τριγύρω του την άγρια.
Και τη δικιά μου δες την έρημο τη διψασμένη.
Πατέρας μου είσαι και μπορείς να βλέπεις ό,τι βλέπω.
Γάμος θα πει να βάζουμε στη ζυγαριά χρυσάφι
και να μετράμε υπηρέτες και δουλειές;
Κι ακόμα έτσι να 'τανε πατέρα,
με τα δικά μας πλούτη με στολίζει αυτός.
Με κείνα που 'κλεψε από σε και μείναμε στους δρόμους-
όπως εμέ κι εκείνα τα 'χει αρπάξει. Όμως πατέρα
με τ' αρπαγμένο αγάπη δε στεριώνει. Τέτοια χαρά
το χαρισμένο μόνο την κρατεί.
Και τι έχει ένας αλλόφυλος πατέρα να χαρίσει;
Κ ι όλος φτιαγμένος από μέλι να 'ναι
ξύδι μετράν αυτά για κάθε ντόπιο'
και ξένος ειν' αυτός για με πατέρα.
Κι αν δεν το νιώθει έτσι αυτός, είναι ίσως
γιατί το γένος του δεν έχει ρίξει ρίζες μες στο χώμα.
Μα η δική μου ρίζα είναι πατέρα
χρόνια χιλιάδες πριν γερά δεμένη
με του' τα χώματα που τα πατούμε
και που μονάχα αυτά να μας σκεπάσουνε ποθούμε-
τάφος αλλού δε μας χωράει πατέρα.

Δεν πρέπει λέει να 'χω παράπονο από κείνον!..
Άκουσα που με φώναξε Χρηστίνα.
Αυτό φαίνεται θα 'ναι τ' όνομά μου.
Μα τ' άκουσες πατέρα πώς το είπε.
Άκουσες πώς στα χείλια του κακόπαθε
πριν βγει από μέσα του σακατεμένο'
Και μόνο αυτό πατέρα μου δε φτάνει
πίσω-εδώ, κοντά σας να με πάρεις;

Η γλώσσα ειν' η πατρίδα μας πατέρα.

Και αν Χρηστίνα δε με λέγανε πατέρα
τότε Παράπονο θα ήταν τ' όνομά μου.

(Ο Αχμέτ βγαίνει στη σκηνή του και γυρίζει σε λίγο με το παιδί τους στην αγκαλιά)

Παράπονο από τη ζωή. Παράπονο απ' τον κόσμο.
Παράπονο απ' τη μοίρα μου. Παράπονο απ' τις πέτρες
που δεν σηκώθηκαν βαριές επάνω μου να πέσουν
όταν το δρόμο μ' έβλεπαν της δυστυχιάς να παίρνω.


ΑΧΜΕΤ

Χρηστίνα μου, ανάμεσα σε μας πού τοίχο βλέπεις;
Αν κάτι στέκει ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ετούτο είναι το παιδί. Να! Δες το το καημένο-
απ' το γλυκό το στήθος σου γάλα ζητάει ακόμα.
Κι αν πας μακριά από μένανε αυτό πού θα τ' αφήσεις;
Σπλάχνο ειν' από το σπλάχνο σου κι αίμα του αίματός σου.
Αν είσαι άπονη για με, πόνεσε το παιδί σου
αφού αν έφευγες εσύ, αυτό με με θα μείνει.
Μείνε Χρηστίνα μου γλυκιά, σε θέλουμε κι οι δυο μας.


ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Κι αν αίμα μέσα ελληνικό στις φλέβες του κυλάει
αφού είναι με το τούρκικο το αίμα φιλιωμένο
παιδί μου αυτό δεν ειν' εμέ. Δικό μου αίμα δεν έχει.
Αίμα δικό μου αν έσμιγε με των τουρκώνε το αίμα
μες σε φωτιά και χαλασμό θα χάνονταν τα δυο.
Δικό σου είναι το παιδί. Παρ’ το. Σου το χαρίζω.
Μπορεί και να στο γέννησα, παιδί μου όμως δεν είναι.
Τούρκικο αίμα το παιδί δε θα 'χει το δικό μου.
Κάθε σταγόνα αίματος στις φλέβες του παιδιού μου
σταγόνα θα ’ναι ελληνική. Και πόλεμο μονάχα
με τις σταγόνες του αίματος του τούρκικου θ' ανοίγει.
Δικό σου είναι το παιδί.
Πατέρα, λύτρωσέ με!
Αν με μεγάλωσες εσύ και αν αρχοντοπούλα
ήμουνα μες στο σπίτι μας το τρισευλογημένο
κι αν κάποια σου' δωσα χαρά προτού η μπόρα έρθει
και μας χωρίσει ανάλγητη, τότε γλυκέ πατέρα
πατέρας δείξου αληθινός στο δύστυχο παιδί σου
και πάλι ξαναγέννησ' το-πατέρα κράτησέ με!


ΠΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η Επιιτροπή απόφαση Βέη Αχμέτ επήρε:
εδώ θα μείνει-δε θα' ρθεί μαζί σου η Χρηστίνα.

                                                    L. A. 24-3-87
                                        -----
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ 25 ΜΑΡΤΗ 2017
ή
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
Τι τραβάω ο δόλιος στα γεράματα…

ΤΣΙΠΡΑΣ
Αφού πιστεύουνε πως γέννησε μία παρθένα γιατί γαμώ το κέρατό τους δεν πιστεύουνε ότι έχω πρόγραμμα;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Να σκαρφαλώσω στο Τέμπλο και να φωνάζω βοήθεια...;… 

ΦΩΦΗ
Δε σκέφτηκα να μετονομάσω το ΠΑΣΟΚ σε ΛΑΖΑΡΟ μήπως και  μου το ανάσταινε. 

ΠΑΝΑΓΙΑ
Εγώ, τι φταίω να βλέπω τόσους κλέφτες εδώ μέσα;

ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Καλά θεέ μου, μου έδωσες τέτοια φάτσα. Ήταν ανάγκη να μου δώσεις και αυτό το επώνυμο;

ΘΕΟΣ
Για τον Σαούλ άρκεσε ένας κεραυνός. Αυτός μου στοίχισε φτηνά: ένα τηλεφώνημα του ανηψιού μου από τη Ραφήνα.

ΚΑΜΕΝΟΣ
Γαμώτο, μόνο παπάς δεν ξέρω ποια πρόφαση να βρω για να ντυθώ… 

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Ούτε το σταυρό ούτε το χέρι του φίλησε, έστω για τους τύπους…

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Γιατί να μην ευχαριστήσω τους μετανάστες; Και ο Χριστός δεν ήτανε μετανάστης από τον ουρανό στη γη; Αυτόν γιατί τον ευχαριστούμε;

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Όχι με το δικό μου ποτάμι, αλλά ούτε με τον Ιορδάνη δε σώζεται η Ελλάδα. Τουλάχιστον περνάω την ώρα μου.  
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Μήπως να ’στελνα δυο ντενεκέδες λάδι στον Τραμπ;…
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ
Πανάκριβος ο μπακαλιάρος. Ευτυχώς που έχω οικονόμα γυναίκα και θα κάνει οικονομία στα κρεμμύδια και στο λάδι.
ΒΟΡΙΔΗΣ
Και ο Χριστός φραγγέλιο είχε-τι φραγγέλιο τι τσεκούρι.
ΛΕΒΕΝΤΗΣ
Εγώ ένα ξέρω να πω. Οικουμενική: Πάπας, Πατριάρχης, Ιμάμης, Αγιατολλάχ, Δαλαϊλάμα! Μόνον έτσι θα σωθεί ο κόσμος.

ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 
Τώρα με χρειάζονται. αλλά ποιος από δαύτους έχει τα κότσια να με κατεβάσει;

ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Μόνο το πρώτο άρθρο ψήφισα.

ΚΟΥΒΕΛΗΣ
Άλλα εφτά χρόνια. Γιατί δυο θητείες θα τις κάνει. Εγώ τότε πόσο θα είμαι;… Μπα! Δε βγαίνει. Θα πάω σε ψυχαναλυτή να μου βγάλει από το μυαλό την Προεδρία.
ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ (ΦΩΝΑΣΚΟΥΣΑ ΑΛΛΑ ΜΗ ΑΚΟΥΟΜΕΝΗ)
ΕΞΩ ΟΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ- Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ
                                                                  -----
        ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

Τα ρολόγια θα πάνε μπροστά
μία ώρα
λες ακόμα και χρόνο χρωστά
τούτη η χώρα.

Ώρα μια πιο νωρίς θα ξυπνά
ο λαός μας
κι ο καιρός πιο γοργά θα περνά
ο κακός μας.

Μα η ώρα ή πάει μπροστά
είτε αργήσει
τα γυμνά του καθείς πάλι οστά
θα μετρήσει:

πάλι ο ήλιος θα εκπέμπει καυτά
φωτοβέλη
και τις ώρες χωρίς να μετρά
θ' ανατέλλει.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΏΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ»

Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι αν ζητηθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.

Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού,
σ’ έναν στους Ούννους τεμενά,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…

Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που Χρυσός είναι Σιωπή.

Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.

Πρώτοι!.. Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και απομέσα τους γελούν-
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
σε γλείψιμο και κολακείες!

Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

 -Πάρε κι αυτά, είπε στον σωφέρ, και του έδειξε ένα καλαθάκι με άνθη.
-Τίποτε άλλο έμεινε κυρία; ρώτησε με σεβασμό εκείνος.
-Όχι Παύλο, του είπε.
Εκείνος της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
-Όχι Παύλο, είπε εκείνη.
-Μα κυρία… ψέλλισε έντρομος ο σωφέρ.
-Πήγαινε Παύλο. Σ’ ευχαριστώ για όλα.
-Κυρία…
-Πήγαινε! Σε παρακαλώ.
Ο σoφέρ, κάτωχρος και τρεμάμενος μπήκε στο αστραφτερό αυτοκίνητο και έβαλε μπρος χωρίς να ξεκινήσει κοιτάζοντάς την.
-Πήγαινε! του είπε σιγά αλλά αυστηρά και επιτακτικά εκείνη.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε.
Αυτή έβγαλε το πανάκριβο παλτό και το καπέλο της και τα πέταξε στην άκρη του δρόμου.
Βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα τώρα την έντυναν.
Ανακάτεψε τα μαλλιά της, κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου, έσκυψε το κεφάλι και άπλωσε ελεητικά το χέρι στους περαστικούς.
                   ΣΩΠΑΙΝΕΙ

Όταν ο θάνατος χτυπά την πόρτα του σπιτιού μας
και μας στερεί από πρόσωπο πολύ αγαπητό
σαν ένα σύννεφο βαρύ να θάμπωσε το νου μας
βγαλμένο απο ’να χάλκινο τεράστιο θυμιατό.

Σαν τα κορμιά μας τα ορθά πεσμένα τώρα να ’ναι
και η καυτή ανάσα μας να βγαίνει παγερή.
Τα μάτια με απόκοσμες εικόνες πλημμυράνε
κι άλλοι σα να ’ρθαν ξαφνικά, παράξενοι καιροί.

Όταν ο θάνατος χτυπά το κάθε τι σωπαίνει
και μεις στην τέλεια σιωπή απρόοπτα μικροί
μένουμε ακίνητοι, βουβοί, σα να ’μαστε χαμένοι
λες πως εμείς κειτόμαστε στο φέρετρο νεκροί.
                ΝΑ ΧΑΡΙΖΩ

Θα 'θελα να ’μουνα θεός και να χαρίζω δώρα. 
Έρωτα στους ανέραστους, χαρά στους λυπημένους
ελπίδα στους απέλπιδους-μια συντροφιά στους ξένους.
Θα ’θελα να ’μουνα θεός και να χαρίζω δώρα.

Θεός δεν είμαι μα κρατώ το πάθος να χαρίζω. 
Και ό,τι δίνω απ’ της ψυχής το απόθεμα το δίνω.
Τώρα κορμί χωρίς ψυχή χάνομαι... λιώνω... σβήνω.
Θεός δεν είμαι μα κρατώ το πάθος να χαρίζω.

                                                 L. A. 14-5-93
                ΑΝΟΙΞΗ

Άνοιξη ήρθε. Τρυφερές αναπνοές
τριγύρω κι άγνωροι, χαρούμενοι ήχοι.
Άνοιξη ήρθε. Μα σ’ υπόγειες στοές
το αίμα τους φτύνουν οι ανθρακωρύχοι.

Άγοιξη ήρθε. Μυρωδιές και βρόχια
πόθου απλώνει ο ήλιος ο καθάριος.
Άνοιξη. Μα χαμένος μες στη φτώχεια
δεν τηνε χαίρεται ο προλετάριος.

Άνοιξη. Τ’ ανθισμένο της φουστάνι
την όραση ευφραίνει των πλουσίων.
Άνοιξη. Μα στα βρώμικα δε φτάνει
τα κτίρια των γραφείων των Δημοσίων.

Άνοιξη-με τη Ρέα και τη Μάριον
οι κεφαλαιοκράτες διασκεδάζουν.
Άνοιξη-μα οι ψυχές τωγ προλετάριων
όχι απ’ αγάπη μ’ από μίσος βράζουν.
ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ

Πάντα μου θεέ μου
σ’ όλες τις εικόνες
γελαστόν σε βλέπω
μες απ’ τους αιώνες.

Λάθος θα ’χουν κάνει
τ’ άγιο πρόσωπό σου
σοβαρό όσοι φτιάξαν-
δεν ειν’ το δικό σου.

Μες στη δυστυχία
ο θεός μας γέλιο
πρέπει να σκορπάει.
Και το ευαγγέλιο

πρέπει τόμος να ’ναι
φίνων ανεκδότων-
πρέπει θε μου να ’σαι
κλόουν εκ των πρώτων.
                   Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γέρνουν πια οι χρόνοι πάνω μου βαρείς.
Άγνωρος εστήθη γύρω μου χορός.
Και φωνή ακούω-μέσα μου θαρρείς-
«πέρασε ο καιρός! -πέρασε ο καιρός!»

Στάθηκαν οι μέρες- πια δε συναλλάζουν
κι ένας φόβος γύρω είναι φανερός
και τα πράγματα όλα σα να μου φωνάζουν
«πέρασε ο καιρός! -πέρασε ο καιρός!»

Πλέον δεν αρχίζει τίποτε. Το τέλος
έχει σ’ όλα δώσει, κρύος, φθονερός,
ένας πικροχάρος όπου σαν Οθέλλος
κράζει τρομερός: ΠΕΡΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!
                          ΔΕΥΤΕΡΑ

Κάθε Δευτέρα στη δουλειά πηγαίνοντας φοβάμαι
για το ρεπό της Κυριακής πως πρέπει να πληρώσω-
πως λόγο σ' έναν άτεγκτο κριτή πρέπει να δώσω
για δύο ώρες πιο πολύ που, Κυριακή, κοιμάμαι.

Αφήνοντας απείραχτα τα δυο βρασμένα αυγά μου
φεύγω νωρίς για τη δουλειά, γρήγορα εκεί πηγαίνω,
και τη φωνή του διευθυντή ν’ ακούσω περιμένω
ενώ σωροί από χαρτιά στοιβάζονται μπροστά μου.

Μα ως πάντοτε και σήμερα τίποτα δεν συμβαίνει.
Η μέρα όσο προχωρεί σαν πάντοτε βαραίνει
σαν πάντοτε λαλίστατο έρχεται το γκαρσόν

κι απ' το γραφείο το διπλανό θ’ ακούσω όπου και να
’ναι
τον ήχο που στο πάτωμα κάνει το τιρμπουσόν
όταν, αφού ανοίγουνε τις σόδες, το πετάνε.
ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΟΙ

Οι Κολοκοτρωναίοι. Μια οικογένεια
που τόσα έχει προσφέρει στην Ελλάδα.
Και να ένα περιστατικό που δείχνει
πόσο ελεύθερο είχαν το πνεύμα
και ασυμβίβαστη τη λευτεριά του:
Ο Γέρος με τον αδερφό του Γιάννη
κι ογδόντα διαλεγμένα παλληκάρια
με αρβανίτικα ντυμένοι ρούχα-
για ν’ αποφύγουνε όποιαν υπόνοια-
πηγαίνανε στη Μάνη από τη Σπάρτη.
Και να! τρακόσοι τούρκοι απέναντί τους.
«Μόνο ένα «γεια σου» τούρκικα θα πούμε
ώστε να μας περάσουν για δικούς τους.
Προσέχτε! Τίποτ’ άλλο!» κάνει ο Γέρος.
Κι όλα τα παλληκάρια έτσι εκάναν.
Μα ο Γιάννης που ερχόταν τελευταίος
καλό δε μπόρειε λόγο για τους τούρκους
ούτε στα ψέματα να πει. Τους κάνει:
«Μουρτάτες! Την κακή σας την ημέρα!»
και μάλιστα ελληνικά μιλώντας.
Και ρίχνει κιόλας και σκοτώνει έναν.

Μέχρι το βράδυ κράτησε η μάχη.
Και αλαφρά πληγώθηκε κι ο Γιάννης.




          ΑΝΤΡΟYΤΣΟΣ

Λίγο πριν μπούνε στης Γραβιάς το Χάνι
ο Αντρούτσος με τους λίγους του συντρόφους,
καθώς βαδίζανε, ξάφνου επετάχτη
ένας λαγός απ’ τα σπαρτά τριγύρω.
Τα παλληκάρια θέλησαν να ρίξουν.
Ο Αντρούτσος όμως "Μη ωρέ!" τους λέει,
"Κρατάτε τα φουσέκια για τους Τούρκους".
Κι αρχίζει πίσω απ’ το λαγό να τρέχει
και τόνε φέρνει πίσω ζωντανόνε.

Δε θέλει ο πόλεμος ψυχή μονάχα.
Θέλει και μάτι και αυτί και πόδι.
Θέλει και νου ξυπνό και μεστωμένο.
Γι αυτό αρχηγοί γινόνταν μόνο εκείνοι
που σ’ ολ’ αυτά ήσαν επάξια πρώτοι.
Τότε… Στο ονειρικό Εικοσιένα…




ΟΙ ΜΩΡΑΪΤΙΚΕΣ ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΟΎΛΈΣ

Αν το εικοσιδυό ο Κολοκοτρώνης
συνέχιζε το κλείσιμο της Πάτρας
θα τον σκοτώνανε οι κοτζαμπασαίοι.
Γι αυτό και λύνει την πολιορκία
και για Τροπολιτσά στο δρόμο μπαίνει.
Στο δρόμο ανταμώνει έναν Δεσπότη-
τον πρώην Λαρίσης- που τόνε μαλώνει
γιατί άφησε την Πάτρα κι είχε φύγει.
«’Πο πούθεν είσαι Δέσποτα;» ο Γέρος.
«Γεννήθηκα στη Δημητσάνα. Όμως
σ’ Ανατολής μεγάλωσα τα μέρη.»
«Γνωρίζεις Δέσποτα κάτι πουλάκια-
τις πέρδικες τις γλυκοκελαδούσες;»
«Ναι. Κι έχουν μάλιστα φαΐ ωραίο.»
«Η Ανατολή έχει πουλάκια τέτοια;»
«Εχει. Μα σαν τις πέρδικες ετούτες
τις μωραΐτικες, δεν τραγουδάνε.»
«Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτές δεν πίνουν
νερό μωραΐτικο σαν τις δικές μας.
Λοιπόν ας κάτσει και η αφεντιά σου
μωραΐτικο να πιεί νερό-και τότε
αλλιώτικα να κελαδείς θα μάθεις.
Και τώρα Δέσποτά μου την ευχή σου.
Σαν ανταμώσουμε τα ξαναλέμε.»


                ΖΑΧΑΡΙΑΣ
    ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ (178…)

Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»
Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»

Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες,
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.
Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ TOY ΦΥΤΑΛΗ

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας.
Όπως τον έκανε ο Φυτάλης.
Καλόν, ολύμπιον, άλκιμόν τε.
Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας.
Μια σερνικήν Ελλάδα.
        ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ

Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο lawndry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.

Εκεί ’ταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες

από τον ώμο του άντρα τους
ή απ’ το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.

Στέκουν οι δυο ακίνητοι
του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.

Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.

Κι όμως το θάμα έγινε.
Οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν

τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ’ τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να ’δω)

δίνοντας την κατάλληλη
φόρα, φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση

με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν’ ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε!

Δημόσια πλυντήρια,
Λος Άντελες, 22-3-90

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

        ΜΕ ΛΑΘΟΣ ΜΕΤΡΟ

Του έδωσαν ένα παράξενο βραβείο.
Πέτρες γεμάτο ένα βραβείο
που κανείς δεν ξέρει αν είναι αληθινές
ή από κείνες
τις ψεύτικες
που τα παιδιά με κείνες ξεγελούν.

Κι αν είναι αληθινές, τότε
με λάθος μέτρο μέτρησαν την αξιοσύνη του
γιατί
βραβείο αν άξιζε για κάτι
είναι αυτό
παιδί πως έχει μείνει.
                          ΟΜΙΧΛΗ

Ο γερο-πόρνος ουρανός την κόρη του ομίχλη
όταν πως άντρα ορέγεται θα δει, πάνω τη ρίχνει
σ’ ένα της γης ψηλό βουνό. Αυτή την κορυφή του
 κυκλώνει και τον έρωτα χαίρεται κει μαζί του.

Κι ενώ γλυκά στην κορυφή τα πόδια της ανοίγει
τα βουνοπλάγια μια δροσιά ολόφλογη τυλίγει
χιλιάδες χέρια στου βουνού κολλάνε τα φαράγγια
 και παίρνει αμέτρητα φιλιά η κάθε του μισγάγγεια.

Και το βουνό την άξαφνη την ηδονή τρυγάει
και του κορτσίστικου κορμιού κάθε σταλιά ρουφάει.
Τα σπλάχνα του ανταριάζονται, βαριοβροντά η
καρδιά του
κι οι ρίζες του τραντάζονται λες θα το ρίξουν
κάτου.

Φωνές γλυκές του δάσους του τα ζώα ξεφωνίζουν
χωρίς να ξέρουνε κι αυτά γιατί έτσι ευτυχίζουν,
το νάμα ογκώνει των πηγών, και τα δεντρά και κείνα
γλυκούς ξεχύνουνε χυμούς-δάκρια, οπούς, ρετσίνα.

Κι όλα έχουν γίνει του βουνού και της ομίχλης
δώρα
και της ομίχλης οι χαρές και του βουνού είναι
τώρα.
βουνό κι ομίχλη ένας καημός, μια φλόγα, ένα σώμα,
γη κι ουρανός βυζί βυζί φιλί και στόμα στόμα.

Κι όταν βυζάξει ό,τι μπορεί με τ’ άσπρα της
πλοκάμια
κι όταν στερέψουν τ’ αφριστά του πόθου της ποτάμια
η θυγατέρα τα’ ουρανού με βήμα ζαλισμένο
το σώμα αφήνει του βουνού το πια συνηθισμένο.

Την κορυφή του την τραχιά τώρα ξεκαβαλάει
κι ολόσωμη και λιόχαρη το δρόμο της τραβάει.
Την περιμένουν κάμποι οκνοί και σύννεφα τρεχάτα
κι αυτή πηγαίνει να τα βρει γελώντας ορεξάτα.

Και το βουνό, η γιγάντια σαν κιώσει ερωτοπάλη
ό,τι αυτή χαλάρωσε τ’ ατσαλοδένει πάλι
και στήνεται πάλι άτρεμο, ακλόνητο, πανώριο
και πάλι κλειέται σοβαρό μες στο αυστηρό του όριο.
         ΑΠ’ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Κανένα πλέον δεν προσμένει χέρι
να ’ρθεί στον πυρετό του τον βαρύ
κι ήρεμο κι απαλό σαν περιστέρι
μιαν αύρα να του φέρει δροσερή.

Φωνή δεν καρτερεί αγαπημένη
των βόγγων να σκεπάσει τη βοή
και φως κάποιου ηλιού δεν περιμένει
να φέρει στη νυχτιά του το πρωί.

Ποτέ ούτε ήρθανε ούτε θα ’ρθούνε
τα φλογερά της φαντασιάς πουλιά
μονάχα μέσα στ’ όνειρο ηχούνε
τα ποθητά τους χάδια και φιλιά.

Μα τώρα ως και του ονείρου έσβησε τ’ άστρο.
Ξυπνός κι ακίνητος στέκει καθώς
βιγλάτορας που βλέπει πως το κάστρο
το ρίχτει απ’ ώρα σ’ ώρα ο εχθρός.
                           ΠΟΥ;

Πού θα μείνει απόψε; που θα κοιμηθεί;
πού θα γείρει απόψε το κυφό κορμί του
ώστε αύριο πάλι πρωί να σηκωθεί
και να συνεχίσει την πικρή ζωή του;

Λύπη αντί για στρώμα, για κουβέρτα οργή,
για κρεβάτι πόνο και για μαξιλάρι
των ανθρώπων θα ’χει την κατακραυγή-
κι αντίς ύπνο ο Χάρος θα ’ρθει να τον πάρει.

Με τη συντροφιά του η νύχτα θα διαβεί
σ’ εφιάλτες μέσα και σ’ ονειροδίνες
και θα τον ξανά 'χει πάλι η χαραυγή
για τις νιες της μέρας έτοιμον οδύνες.

Να ’ταν μες στους ζόφους της απελπισιάς
μιαν αχτίδα ελπίδας κάπου να φαινόταν
ή, όπως συνηθιέται μέρες αποκριάς
με χαράς μια θλίψη ρούχα να ντυνόταν...
Εκείνο που κάνει εντύπωση σχετικά με τις λεγόμενες «τρομοκρατικές» ανά τον κόσμο επιθέσεις, είναι που εκλαμβάνονται από τους λαούς των κρατών που τις υφίστανται σαν άδικες και άνανδρες, και που οι λαοί αυτοί δηλώνουν πως δεν θα πτοηθούν από αυτές και ότι ούτε εξαιτίας αυτών θα αλλάξει κάτι στη συμπεριφορά τους απέναντι στους λαούς των κρατών από τα οποία προέρχονται οι «τρομοκράτες».
Το «άνανδρος» είναι ένας ατυχής εξωπραγματικός και κωμικοτραγικός χαρακτηρισμός, που λόγω του ορισμού του θα έπρεπε να αποφεύγεται σε τέτοιες  περιπτώσεις. Γιατί τι θα ήθελαν οι παθόντες; Να ενημερωθούν από τους «τρομοκράτες» για την ώρα που σκοπεύουν να χτυπήσουν και για τον τρόπο με τον οποίο θα το κάνουν; Δεν ξέρουν ότι το κυριότερο στοιχείο μιας επιτυχούς επίθεσης είναι ο αιφνιδιασμός;
Ως για το αν είναι άδικη μία «τρομοκρατική» επίθεση, έχω αντί απάντησης να ρωτήσω τους παθόντες λαούς: αν μια χώρα καταδυνάστευε, καταλήστευε και δολοφονούσε τη δική σας χώρα και τον δικό σας λαό, θα θεωρούσατε εκείνους από το λαό σας που θα σκότωναν μερικούς ανθρώπους της χώρας που σας έκανε τα ίδια με αυτά σαν άδικους και άνανδρους;
Το εντυπωσιακότερο στην περίπτωση είναι που την την ίδια ώρα που θρηνούν τους νεκρούς τους οι παθόντες, σπεύδουν να δηλώσουν ότι αυτό δεν πρόκειται να τους σταματήσει να φέρονται όπως πρώτα  στους λαούς των «τρομοκρατών», ενώ την ίδια ώρα οι λαοί των «τρομοκρατών» γιορτάζουν για κάθε επιτυχές «τρομοκρατικό» χτύπημα.
Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω στην όλη αυτή κατάσταση, είναι πως οι λαοί που υφίστανται την «τρομοκρατία» έχουν περάσει σε έναν τρόπο σκέψης και έχουν μπολιαστεί τόσο βαθιά με την αίσθηση ότι ορισμένοι λαοί πρέπει να υφίστανται αγόγγυστα όσα υφίστανται από άλλους λαούς, ώστε τους φαίνεται αδιανόητη οποιαδήποτε αντίδραση ή αντίσταση από μέρους τους.
Ίσως αυτό να είναι το σωστό και εμείς έχουμε μείνει πίσω στο διαρκές έμπρακτο μάθημα για τις ανέκαθεν απόψεις περί διεθνών σχέσεων, ή ακόμη να έχουμε γεννηθεί με διαφορετικά γονίδια και όχι με γονίδια άνευ όρων υποταγής σε δυνάστες. Και ίσως να μας διαφεύγει το αξίωμα ότι στους μεταξύ τους αγώνες, και ο «τρομοκρατών» και ο «τρομοκρατούμενος», έχουν το καθήκον να θεωρούν καθένας ότι το δίκιο είναι με το μέρος του.
ΟΙ ΜΥΓΕΣ

Βράδιασε. Πάψαν να πετάν οτο δωματιό του οι μύγες.
Κρυφτήκανε στα μυστικά μέρη που εκείνες ξέρουν
στα μέρη που τις οδηγάει της μοίρας τους ο δρόμος.

Μα σαν το φως ανάψει να! οι μύγες ξεγελιούνται
μέρα πως έφτασε θαρρούν και τριγυρίζουν πάλι
στου δωματίου του τον θολό και πνιγηρόν αέρα.

Έτσι κι εμάς μας ξεγελάει κάποιας ελπίδας λάμψη
και βγαίνουμε από τα κρυφά και ήσυχά μας μέρη
και κύκλους κάνουμε πολλούς που άδικα μας κουράζουν.

Και η πανάρχαια φωνή που νέοι δεν την ακούμε
τώρα τ’ αυτιά μας τα τρυπά καθώς φωνάζει: «αυτό ’ναι-
ξεγέλασμα ένα η ζωή καινούργιο μέρα.»
ΝΑ ΤΗΝΕ ΝΙΩΣΩ

Είναι ο καιρός της Άνοιξης!
Ε! Παλιοχιόνια λιώσετε πια!
Ε! Κρύα και βροχές για λιγοστέψτε!
Δε θέλω να μου κάψετε της μυγδαλίτσας τ'άνθη.
Δε θέλω να με κλείνετε στο σπίτι
και λάσπες να γεμίζω σαν πηγαίνω να τη δω.
Ε! Παλιοχιόνια!
Ε! Κρύα και βροχές-πηγαίνετε-
την άνοιξιν αυτή πρέπει να τήνε νιώσω.
     ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ-ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ
ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ

Δεν ειν’ αυτή μετάληψη.
Αυτή ’ναι ίδια η μάχη.

Μια τέτοια κίνηση… ο πίνακας
σύγκορμος τραντάζεται. To λάβαρο
λες ματωμένο κιόλας.
Πρόσωπα, βλέμματα
αεικίνητα, αδημονούντα.

Αριστερά του Μπότσαρη η Ελλάδα.
To πρόσωπό της μόνο φαίνεται
γεμάτο αγωνία κι αίσθηση και ταραχή,
λες ότι γνοιάζεται κι αυτή το τι θα κάνει ο Μάρκος.
(για την οικονομία του πίνακα μονάχα
γιατί την ώρα εκείνη
ο Μάρκος ήταν η Ελλάδα).
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

1 Οκτωβρίου 1964
 Ό Πρόεδρος Τζόνσον καλεί τους συμμάχους της Αμερικής να ενισχύσουν τις εμπορικές καί πολιτικές σχέσεις τους με τις Ανατολικές χώρες.

2 Οκτωβρίου 1964   
Ή Αμερικανική Βουλή ψηφίζει 3,250 εκατομμύρια   δολλάρια   για   την   βοήθεια   προς   το   Εξωτερικό.

3 Οκτωβρίου 1964   
Παραιτείται   ή  κυβέρνηση  του   Σαλάχ   Μπιτάρ στη Συρία.

4 Οκτωβρίου 1964   
Ή  Αιγυπτιακή  Κυβέρνηση  κατάσχει   στη  διώρυγα   του    Σουέζ    αμερικανικό    φορτίο   πολεμικού υλικού προοριζόμενο  για   το   Ισραήλ.

5 Οκτωβρίου 1964 
Αρχίζει στό Κάιρο ή διάσκεψη των αδεσμεύτων χωρών.

6 Οκτωβρίου 1964
Οί Περονιστές δημιουργούν επεισόδια κατά την υποδοχή του στρατηγού Ντε Γκώλ στην Κόρδοβα της Αργεντινής.

7 Οκτωβρίου 1964 
Ό Ινδός πρωθυπουργός κ. Σάστρι ζητεί από την διάσκεψη των αδεσμεύτων να αναλάβει προσπάθεια για την ματαίωση των πυρηνικών δοκιμών από την Λαϊκή Κίνα.

8 Οκτωβρίου 1964 
 Ό Πρωθυπουργός της Ρουμανίας επισκέπτεται το Πεκίνο για συνομιλίες.

9 Οκτωβρίου 1964
Ό πρωθυπουργός του Νοτίου Βιετνάμ απειλεί αεροπορικό βομβαρδισμό στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Βορείου Βιετνάμ.

10 Οκτωβρίου 1964 
Ή διάσκεψη των αδεσμεύτων απορρίπτει σειρά άντιδυτικών προτάσεων του Ινδονησίου Προέδρου Σοεκάρνο.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

 ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Σου είπα- «τα κορίτσια».
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!..
-Ναι.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο  ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στην Καθυ,
την κόρη
της ερωμένης μου Βασιλικής
στο Λος Άντζελες


Νάξερα πούναι  οι ψυχές
Να παω να τις ρωτήσω
Και  να τους πω:   «Γιατί  ψυχές
Μπαίνετε  μες  στο  σώμα;

Ποιο χέρι  στην αιώνια σας
Την ύπαρξη απλώνει
Και  στο  θνητό  έτσι κορμί
Σας φυλακάει  τ’ ανθρώπου;

Κι  εσείς γιατί  την πρώτη  σας
Ουσία δεν ξεχνάτε
Κι  αμίλητες κι ακίνητες
Δε  στέκετε   εκεί  μέσα

Μόνο τα βελουδόπλαστα
Φτεράκια  αργοχτυπάτε-
Και κάθε χτύπος  ευλογιά,
Μάλαγμα και  ’φροσύνη-

Μόνο το διαμαντένιο σας
Το φως  γυροσκορπάτε-
Και  κάθε αχτίδα του χαρά
Και  λάμψη κι  ομορφάδα;»

Υστερα να κατέβαινα
Ηθελα από τα ύψη
Των καθαρών  τους των κορφών
Και   μέσα να βυθίσω

Στου νου τις πετροκάμωτες
Και  σκοτεινές χαράδρες
Και με φωνή που ο άδικος
Ο πόνος την υψώνει

Να του φωνάξω:   «Πες μυαλό
 Και  συ με τη σειρά σου
Ποιος  μες  στο άδειο το καυκί
Σ’ έβαλε  του ανθρώπου

Να τρως απ’ τη ’φροσύνη  του
Να πίνεις  τη χαρά του
Κάθε  του γλυκοθάμπωμα
Να πικροχρωματίζεις

Κι  ότι η ψυχή γεννά καλό
Και  απαλό κι ωραίο
Με  τα γαμψά να το ξεσκείς
Και  μυτερά σου  νύχια-

Ποιος  στο  σερνάμενο έδωσε
Το φίδι, εξουσία
Να ’χει  στον λεύτερο  αητό
Πάνου, τον  υψικράτη;»

Κι  ανήμπορος τα δύο τους
Ν’ ακούσω τι  μου λένε,
Κι απανω απ’ τ’ αγεφύρωτα
Κρεμάμενος  τα χάη,

Και  πριν  να πέσω να χαθώ
Και  πριν ξαναγυρίσω
Απ’ το Μηδέν που βρίσκομαι
Στο Τίποτ’  από  ’π’ούρθα

Φριχτή  να βάλω μια φωνή
Κι  οι Κόσμοι να τρεμίσουν-
Στριγγιά φωνή που ν’   ακουστεί
Στα μάκρη  των Συμπάντων:

"Ποιος  σαδιστής  δημιουργός
Επλασε  τετοια  αμάχη
Και  μέσα την εφύτεψε
Στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού πανάθλιου
Η διεστραμμένη σμίλη
Εχει  ένα τέτοιο σύμπλεγμα
Ανίερο  σμιλέψει

Και  το ζωντάνεψε και μες
Στ’  ανθρώπινα τ’  αλώνια
Το ’ζεψε, κι  ασταμάτητα
Γυρίζοντας εκείνο

Ποδοπατάει  αλύπητα
Την ευτυχία τ’  Ανθρώπου
Χωρίς αυτή όχι καρπό,
Μα ουτ'  ανθό να δώσει;

Ποιος;  Ας φανερωθεί λοιπόν
Ωστε προτού να σβήσω
Πάνω στο σιχαμένο του
Το πρόσωπο να φτύσω".

Μα ούτε  τώρα θα ’παιρνα
Απόκριση  καμία.
Μόνο  θ’ ακούγονταν βραχνός
Μέσα στην ερημία

Ο  αντίλαλος απ’ τις τρανές 
Φωνές  μου  που  θαρχόταν
Από  μακριά κι  από βαθιά
Κάπου, σαν  όπως φτάνει

Στ’  αυτιά μας  το  υπόκωφο
Βόγγημα της γυναίκας
Οταν  εκείνη  δίπλα μας,     
Κάτω μας, σπαρταράει.





Λος Άντζελες 4 Ιούλη 1994
Χτες ήμουν στην κωμόπολη. Μ’ ένα φίλο, στο μαγαζί του.
Στις οχτώ βράδυ  βγήκα έξω για μια να αγοράσω κάτι από το περίπτερο.
Ξάφνω δυο γυφτάκια μπροστά μου. Ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Γύρω 9 χρονών. Παρατηρώ ότι δεν είναι πολύ αδύνατα, ούτε βρώμικα και κουρελιάρικα. Μου απλώνουν και τα δύο το χέρι. «Δώστε μας κάτι». Ένας μη αναμενόμενος πληθυντικός. Βγάζω και βάζω στο χέρι του αγοριού ένα δίευρω. «Και για τους δυο σας» τους λέω. Προχώρησα προς το περίπτερο. Με την άκρη του ματιού μου τα έβλεπα να περιεργάζονται με θαυμασμό το δίευρο. Αναμενόμενο. Δεν έχουν συνηθίσει να παίρνουν δίευρα-και αν κάποιος τους δώσει κάτι.
Ψώνισα. Ακουω δυο φωνούλες να λένε φωναχτά: «Κύριε!..Κύριε!» Στρέφω προς τα παιδάκια και τα βλέπω ερωτηματικά. Και το μη αναμενόμενο: «Σας ευχαριστούμε» μου λένε, λάμποντας από χαρά.
Ζωή, τι καλό έχω κάνει για να με αμοίβεις έτσι;
Η καρδιά μου πετάει. Φεύγει η λύπη. Κάποιος μου χρωστάει ακόμα καλές ημέρες.
«Παρακαλώ παιδιά-να είστε καλά» απαντώ.
Και συνεχίζω προς το μαγαζί του φίλου μου. Λίγο πριν φτάσω ακούω το κοριτσάκι από πίσω μου: «Κύριε!» Γυρίζω. Το κοριτσάκι μόνο του. Τώρα, στο φως το βλέπω καλλίτερα. Όμορφο κοριτσάκι. Δυο κατάμαυρα ορθάνοιχτα ματάκια. Τα μαλλιά καλά χτενισμένα. Στο πρόσωπο μια έκφραση λίγο προσμονής, λίγο παράπονου.
Λέω «Ναι…» ερωτηματικά.
Μου απαντάει σαν κάποια που την πνίγει το δίκιο και πήγε στον κατή σίγουρη ότι αυτός θα ικανοποιήσει το αίτημά της. Μα όχι μόνον αίτημα. Και μια διαπίστωση-δήλωση μαζί. «Ο αδερφός μου δε μου δίνει… δώστε μου κι εμένα…», μού λέει, με τη σιγουριά πως εδώ υπάρχει μια αδικία που πρέπει να επανορθωθεί από κείνον που την έκανε, όπως και πως έπρεπε να είχα προβλέψει το γεγονός-τι μεγάλος είμαι…
Βάζω το χέρι στην τσέπη του πουκάμισου, βγάζω ό,τι κέρματα είχαν απομείνει και τα αποθέτω στο απλωμένο μικρό χεράκι, λέγοντας: «Να, πάρε αυτά, είναι τα τελευταία μου…» Το χέρι δεν κλείνει, τα ποδαράκια δεν κινούνται, τα ματάκια με βλέπουν με ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον, ξαφνική λύπη και (θεέ μου, ατελείωτος είσαι!) με άπειρη αθωότητα: «Και σεις;… και σεις τι θα κάνετε χωρίς λεφτά αφού είναι τα τελευταία σας;» «Θα βρω κάπου…», απαντώ. Τότε το χεράκι κλείνει, το στοματάκι λέει «ευχαριστώ» και τα ποδάκια παίρνουν μακριά μου το πολύτιμο φορτίο τους.
Ένιωθα τώρα όπως αν είχα κάνει έρωτα με κείνο το κοριτσάκι. Κάποιος μ’ αγαπάει και με φροντίζει ακόμα.
ΠΕΤΡΑΔΑΚΙΑ ΟΓΚΟΛΙΘΟΥ
1960

Αυτός ο ήσυχος κήπος ο δρόμος των νεκρών
Ανάμεσα στα ξερά χόρτα μέσα στ’ αγκάθια
Που το καλοκαίρι δε θέλει να τον δει
Η θάλασσα η θάλασσα που πάντοτε ξανάρχεται
Ω καταλαβαίνει κανείς πως ένα μεγάλο χέρι ταφτιαξε
Το χέρι του θεού
Τι ήσυχο μέρος χωρίς εργατικά χέρια
Χωρίς διαμάντια και χρυσαφικά
Τι ειρηνικό μέρος
Και πως φλέγεται
Οταν ο ήλιος πάνω του αναπαύεται
Κανείς δε μπορεί να το πειράξει
Ο χρόνος το σέβεται και το τραγούδι το ξέρει
Ο άνθρωπος στάθηκε το άλογο πέφτει
Η πόρτα δε θα ξανανοίξει πια
Το πουλί πετάει και τρέχει το χειμώνα
Η σιωπή το πεθαίνει
Μια πεταλούδα πάνω σ' ένα δέντρο
Περιμένει το καλοκαίρι με υπομονή
Δίπλα ένας σταύλος ιερό μιας θεάς
Γεμάτος ηρεμία και αθόρυβους επισκέπτες
Το νερό κυλάει κύματα που μεγαλώνουν
Και ξυπνάνε τους πόθους της φωτιάς
Ω σιωπή μου ριζωμένη μέσα στην ψυχή
Ενα μικρό κομμάτι χρυσάφι
Κλείστε γεμίστε την ψυχή σας με φωτιά
Που άναψε απ’ τον ήλιο τον αχτιδοβόλο
Μ’ αρέσει αυτό το σπίτι των νεκρών
Φτιαγμένο με χρυσάφι πέτρες κι άσπρα μάρμαρα
Που δεν τα πειράζει η βροχή η δυνατή
Και η θάλασσα δεν τα χαλάει στην ορμή της
Οι κάσες βαθιά χωμένες στη γη
Καλά κρυμμένο στη γη το μυστικό
Μεσημέρι μεσημέρι χωρίς κίνηση
Δε θα με πείραζε να ήμουν εκεί μέσα
Κοσμημένο με το διάδημα της τελειότητας
Είναι το φόρεμα μια παλιάς ωραίας μόδας
Είναι κλεισμένοι σε μιαν ειρηνικήν απουσία
Το κόκκινο λουλούδι άνθισε στους τάφους τους
Και η ζωή πέρασε στο λουλούδι
Πού είναι τα μοιρολόγια που τους έψαλαν
πού είναι τα τείχη που δημιούργησαν
Μια μαύρη λάβα τα σκέπασε όλα
Οι χαρούμενες φωνές των άγουρων κοριτσιών
Τα μάτια τα δόντια τάσπρα μαλλιά
Η ευγενική σκιά που έπαιζε με τη φωτιά
Το τραγούδι που χανόταν στην ανατολή
Οι τελευταίοι πέπλοι τα δάχτυλα που τους ύφαναν
Ολα πέθαναν για να ξαναγεννηθούν.
                                  ΑΥΤΟ!

Η πρώτη ύλη που ’φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να ’ταν χώμα.
Πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να ’ταν χρώμα.

Και ούτε τον εφύσησε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.

Αυτή ’ναι η εξήγηση που μέσα σα βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.

Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ’ αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.

Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνη, το βραχνό,
αυτό! πώς θα μπορέσω;
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

21 Σεπτέμβρη 1964   
Ό   Στρατηγός  Ντε   Γκώλ   αρχίζει   την   περιοδεία του στη Λατινική Αμερική από τη Βενεζουέλα.

22 Σεπτέμβρη 1964   
Τα   αφρικανικά   κράτη   ζητούν   την   κατάπαυση   της   αμερικανικής   βοηθείας   προς   τον   Μωυσή Τσομπέ.

23 Σεπτέμβρη 1964   
Τουρκική   αποστολή   φθάνει   στο   Βουκουρέστι για ουνομιλίες.

24 Σεπτέμβρη 1964   
Σουηδοί   αξιωματικοί   των  δυνάμεων  του   ΟΗΕ αποκαλύπτονται   ότι   ανεφοδιάζουν   με   όπλα   τους
Τουρκοκυπρίους.

25 Σεπτέμβρη 1964
Ό   Έλληνας   υπουργός   των   Εξωτερικών   κ. Κωστόπουλος  επισκέπτεται  τη   Σόφια.

26 Σεπτέμβρη 1964   
Το   Συμθούλιο   Ασφαλείας   εγκρίνει   την   παράταση   της   παραμονής   των   δυνάμεων   του   ΟΗΕ στήν Κύπρο  για τρεις ακόμη  μήνες.

27 Σεπτέμβρη 1964   
Οι Τούρκοι δέχονται την υπαγωγή της ΤΟΥΡΔΥΚ  στίς  δυνάμεις του  ΟΗΕ.

28 Σεπτέμβρη 1964   
Ή   Τουρκία   αποφασίζει    την    απέλαση   όλων των Ελλήνων υπηκόων που  απέμειναν  οτήν Τουρκία.

29 Σεπτέμβρη 1964   
Ό  Πρόεδρος  Τζόνσον  δηλώνει  δτι   δεν  προτίθεται   να   «διευρύνει»   τον    πόλεμο    στο    Βόρειο Βιετνάμ.

30 Σεπτέμβρη 1964   
Υπογράφεται   στη   Μόσχα   Κύπρο-Σοβιετικό σύμφωνο   οικονομικής   και   στρατιωτικής   βοηθείας.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

    ΤΑ  ΦΙΝΑ

Πάνω στο ξύλινο τραπέζι
μία παρέα χαρτοπαίζει.
Μικρά πολύχρωμα πουλάκια
τ’  αθώα της τράπουλας χαρτάκια.

Παίζουν οι παίχτες ζαλισμένοι
κι ούτε στο νου τους που πηγαίνει
πως τα χαρτιά παίζουν και κείνα
τα παιχνιδάκια τους τα φίνα.

Με χέρια τρέμοντα οι καημένοι
παίρνουν το επόμενο χαρτί,
την ντάμα ψάχουν, αλλ’ αυτή
πίσω  απ’ το δύο είναι κρυμμένη.
           ΝΑ  ΦΑΝΤΑΣΘΩ

Με έντασιν πολλήν
κάποτε προσεπάθουν
τη μοναξιάν να φαντασθώ
και να την τραγουδήσω-
τι ποιητής θα ήμουν αν δεν έγραφα
και κάτι περί μοναξιάς..

Τώρα
στη μοναξιάν τελείως βουτηγμένος
δεν την τραγουδώ.
Αυτή για μένα ωραία τώρα γράφει
αυτή ωραία με τραγουδά
και με χορεύει.
Κι ούτε κοπιάζει να με φαντασθεί.
Εντάσεις και προσπάθειαι δεν της χρειάζονται-
καταδικόν της μ’  έχει.
    ΜΕΙΝΕ

Της γης το κουφάρι πατώ
και μέσα του χώνω
σαν ξίφος το πόδι μου
σημαία ξεδιπλώνω
στητός χαιρετώ
καλό ξεπροβόδι μου.

Καλό μου ξημέρωμα
στο βράδυ του δρόμου
που μόνος τραβώ
λευκό έχω φτέρωμα
κι αστέρια οδηγό μου
στο φως για να βγω.

Και μεσοστρατίς
(ποια χείλια την είπανε)
στριγγιά ακούω: "Μείνε!
Γυρεύεις να βρεις
το φως που δεν ήτανε-
το φως που δεν είναι."
             ΧΩΡΙΣ  ΣΚΟΠΟ
   
Ατέρμονη ρουτίνα στη δουλειά
κάποτε κάποτε μια αγκαλιά
αγώνας άγχος και φασαρία
η ίδια πάντοτε ιστορία.

Από το λίκνο κι ως τη θανή
χαρά κι ελπίδα δε θα φανεί
η ζήση πόνος-μονάχα πόνος
και μόνος ο άνθρωπος-μόνος-μόνος.

Μικρά μεγάλα όλα φθορά
κι όλα πουλιούνται στην αγορά
βιασύνη, ζήλεια, αιδώς, βλακεία
όλα στο κόστος-μικρή αξία.

Και προχωράμε χωρίς σκοπό
Προς δύο μέτρα χώμα νωπό
Όλη η πορεία μας μια οδύσσεια
από τη μήτρα στα κυπαρίσσια.
ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

δ.

Άλλες φορές ο ποιητής λέει για κάτι που τον ευαισθητοποίησε: «θα γράψω ένα ποίημα γι αυτό!»
Όταν όμως δεν έχει αρκετόν χρόνο ελεύθερο, τότε τα «θα γράψω ένα ποίημα για το τάδε» λέγεται και για ένα άλλο πράγμα και για ένα άλλο. Και στο μυαλό και στην ψυχή του ποητή μαζεύονται πολλές φορές τρία ή τεσσερα θέματα που περιμένουν να μπουν στο χαρτί.
Ίσως ένα ή δυο-τα πιο ελαφρά- πετάνε. Είναι μια απώλεια που μετράει, μα δεν γινόταν αλλιώς. Και μετράει, όσο μια έκτρωση μετράει για τη γυναίκα και για τον πατέρα. Τόσο πολύ.
Όσα θέματα μείνουν, θα έρθει η ώρα που θα «ποιηθούν». Άλλο γρηγορότερα άλλο πιο αργά, θα δουν το φως της λογοτεχνικής ημέρας.
Αυτοί είναι οι δυο κύριοι τρόποι δημιουργίας ενός ποιήματος.

{Στο τεράστιο εργοστάσιο υφασμάτων όπου δούλευα στην Αμερική, μια μέρα, αψηφώντας τον δαιμονικό θόρυβο των πλεκτικών μηχανών, μπήκε ένα πουλάκι. Όλοι, μεξικάνοι, έλληνες αλλά και αμερικάνοι, άφησαν τις δουλειές τους και γεμάτοι χαρά τρέχανε να το πιάσουν. Το γεγονός έγινε ένα ποίημα από μένα που αν το βρω θα το βάλω εδώ αύριο.

Μερικά ποιήματα δεν τελειώνουν ποτέ. Γιατί το λέω: Έχω γράψει ένα ποίημα εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, το παρακάτω.
                                   ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.

Ωραίο; Για μένα είναι πολύ καλό. Γιατί δίνει εκείνο που θέλω: πως όχι τα μικρά παιδάκια μόνο τέρπονται στη θέα ενός μικρού πουλιού, όχι οι μεγάλοι μόνον θλίβονται όταν αυτό κάτι παθαίνει, αλλά ακόμα και ένας ατσάλένιος γίγαντας κλαίει όταν κακοπάθει ένα πουλάκι-πόσο μάλλον όταν αυτός έχει προκαλέσει αυτό του το πάθος. 
Με λιγότερα λόγια: αλάφρωσε η ψυχή μου όταν έγραψα αυτό το ποίημα γιατί έτσι μίλησα σε κάποιον ή σε κάποιους γι αυτό και τους έδωσα να εννοήσουν πώς νοιώθω με τα πουλάκια.
Και όμως, χρόνια έκανα να το βγάλω έξω αυτό το ποίημα από τα «συρτάρια» μου.
Και όταν το έκανα (ακόμα και τώρα), από τη μια χαίρομαι που παρουσιάζω ένα καλό ποίημα, από την άλλη νιώθω σαν πατέρας που αναγκάζεται να βγάζει σε κοινή θέα ένα παιδί του, που όμως ενώ όλα του είναι όμορφα, το ένα αυτί του είναι λίγο πιο μεγάλο από το άλλο, ή ας πούμε το ένα του χέρι έχει τέσσερα δάχτυλα αντίς για πέντε.
Το ανώμαλο αυτί ή το λειψό δάχτυλο του ποιήματός μου αυτού είναι το «σπάζει» του τέταρτου στίχου. Δεν ταιριάζει σε ένα πουλάκι να «σπάζουν» τα φτερά του.
Από καιρού σε καιρό ξαναπροσπαθώ να βρω ποια λέξη θα μπορούσε να αντικαταστήσει το «σπάζει». Μια πιο λεπτή διεργασία από ένα «σπάσιμο» ισχύει για το φτερό ενός μικρού πουλιού. 
Εκείνο που έχω βρει πιο ταιριαστό είναι το «πληγώνει»-ναι, ένα πουλάκι μπορεί να πληγωθεί οπουδήποτε, όπως μπορεί να πληγωθεί και μια «καρδιά», μια ψυχή, ένας εγωισμός, κάτι το αιθέριο και το άυλο. Μα όχι «σπάζει»!.. .και κείνο το ζήτα… βάρβαρο. Ενώ το λάμδα, τι ταιριαστό με τα πουλιά!
Στην απελπισία μου σκεφτηκα διάφορα κατά καιρούς. Μα το ένα ήτανε χειρότερο από το άλλο. Χώρια που θα έπρεπε να αλλάξει τότε και το «αρπάζει», που τόσο ταιριάζει σε έναν ατσάλινο γίγαντα. Και μαζί η όλη έννοια και δομή του ποιήματος θα άλλαζε.
Και όχι πως με το «πληγώνει» θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος. Γιατί το «πληγώνει» πάλι, δεν δίνει τη σοβαρότητα του χτυπήματος ώστε το πουλάκι να πέσει κάτω. Γιατί υπάρχουν και μεγάλες και μικρές πληγές.
Θα μπορούσα να συνεχίσω μα νομίζω καταλάβατε περί τίνος πρόκειται: πρόκειται για το βάσανο του ποιητή στο ζενίθ του-ούτε να απαρνηθεί το ποίημα μπορεί, ούτε να είναι υπερήφανος γι αυτό.
Μού έρχεται τώρα η σκέψη να γράψω την ιστορία πίσω από κάθε μου ποίημα, μικρό ή μεγάλο. Θα ήταν η αυτοβιογραφία μου. Και θα βαριόσασταν να διαβάζετε.}

Ποιήματα γράφονται και κατά παραγγελίαν.
Κατά παραγγελίαν και επί αδρά αμοιβή έγραφε ο Πίνδαρος τις περίφημες Ωδές του.
Για να διαβαστούν με την παρέα του τα βραδάκια για να διασκεδάσουν με αυτά, έγραφε και ο Σολωμός ποιηματάκια της παρέας όπως τα έλεγε, εκτός από τα άφταστα και γνωστά σε όλους ποιήματά του.
                                      ----------
Τι είναι η ποίηση
Οι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι. Και πνιγμένοι από τις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων όπως το ασχημόπαπο του  Christian Andersen, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο.
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.