Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017


ΟΙ KATAPAMENOI

ΤΟΠΟΣ
Επαρχιακό Αστυνομικό Τμήμα στη Γαλλία.

ΧΡΟΝΟΣ
1972

ΠΡΟΣΩΠΑ
Γκρεγκορυ
Αλήτισσα
Υπενωμοτάρχης (ή αστυνόμος)
Α' χωροφύλακας 
Β΄ χωροφύλακας
Επόπτης.

To γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος. Δεξιά η μοναδική πόρτα του δωματίου. Ο υπενωμοτάρχης κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του και ο Α' χωροφύλακας είναι απέναντί του όρθιος.

Α’  ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Α' ΧΩΡ)
Δεν είχε προλάβει ακόμα να δέσει την πέτρα στο λαιμό του. Καθότανε πάνω της. Δεν κατάλαβε ότι τον πλησιάσαμε ώσπου φτάσαμε δίπλα του. Τόσο απορροφημένος ήτανε από τις σκέψεις του.

ΥΠΕΝΩΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΥΠΕ)
Παραδέχτηκε αμέσως την πρόθεσή του;

Α' ΧΩΡ
Όχι μόνο αμέσως αλλά ούτε ακόμη. Εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι πήγε ως εκεί για μια βόλτα.

ΥΠΕ
Βόλτα στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί;
(Ο Α' χωροφύλακας σηκώνει τους ώμους του)
Τι είχε στις τσέπες του;

Α' ΧΩΡ
Στη δεξιά του παντελονιού τρία κέρματα, μια οδοντογλυφίδα κι ένα κουτί σπίρτα. Στην αριστερή μία τσατσάρα κι ένα φακελάκι με καραμέλες του βήχα. Στη μέσα αριστερή τσέπη του σακακιού είχε μια φωτογραφία που είναι όπως λέει του γιου του. Και στη δεξιά έξω τσέπη του σακακιού του ένα σπάγκο γερό και μακρύ.

ΥΠΕ
Καλά χωροφύλαξ! Του είπατε ό,τι είχατε υποχρέωση να του πείτε; Εφαρμόσατε τον κανονισμό;

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπαστυνόμε. Του είπα ότι η αυτοκτονία είναι ο χειρότερος τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων της ζωής, ότι ο άνθρωπος πρέπει ν' αγωνίζεται και ποτέ να μην καταθέτει τα όπλα, του είπα ότι η πατρίδα έχει ανάγκη από όλους μας για να γίνει μεγάλη και δυνατή, αλλά τον έφερα κι εδώ κύριε υπαστυνόμε γιατί αν τον άφηνα εκεί μπορεί και να αυτοκτονούσε. Δεν ήθελα να έχω την ευθύνη. Και κρίμα γιατί φαίνεται καλός άνθρωπος.

ΥΠΕ
Καλά, ας έρθει μέσα.

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα!

(χαιρετάει στρατιωτικά, βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται, στρώνει τη στολή του επάνω του, ταχτοποιεί τα μαλλιά του, σταυρώνει πίσω τα χέρια του και παίρνει δυο βαθιές εισπνοές. Κάθεται. Ο Α΄ αστυνομικός ανοίγει την πόρτα και αφήνει να περάσει μέσα ο Γκρέγκορυ. Είναι πενήντα περίπου χρονών, φτωχικά ντυμένος και με μιαν έκφραση απορίας στο πρόσωπο. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται και με εγκάρδιο χαμόγελο τον υποδέχεται).

ΥΠΕ
Καλώς τον Γκρέγκορυ. Κάτσε.
(ο Γκρέγκορυ κάθεται. Ο υπενωμοτάρχης τον καλοκοιτάζει.)
Είσαι μια χαρά άνθρωπος Γκρέγκορυ! Τι σε έκανε να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή σου;

ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ (ΓΚΡ)
Δεν ήθελα να τερματίσω τη ζωή μου κύριε αστυνόμε...

ΥΠΕ
(διακόπτοντάς τον)
Γκρέγκορυ θα σου πω μια ιστορία. Όταν ήμουνα μικρός μου άρεσε να σκαρφαλώνω στα φορτηγά που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας. Εκεί ακριβώς ήτανε μια μεγάλη τρύπα στο δρόμο και όλα τα αυτοκίνητα λίγο πριν φτάσουν σ' αυτήν έκοβαν ταχύτητα. Όταν περνούσαν την τρύπα ανέπτυσσαν και πάλι ταχύτητα. Εγώ σκαρφάλωνα πάνω τους όταν ήσαν σχεδόν σταματημένα. Κατέβαινα εκατό-διακόσα μέτρα πιο κάτω, όταν τα αυτοκίνητα έτρεχαν πια. Αυτό το 'κανα μαζί με άλλα παιδιά. Συναγωνιζόμασταν ποιος θα κρατούσε περισσότερο πάνω στ' αυτοκίνητο και θα πηδούσε τελευταίος. Αυτός ήταν και ο νικητής. Καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Ένα παιδί έσπασε το πόδι του πηδώντας. Φυσικά αυτό το κάναμε κρυφά από τους γονείς μας. Μια μέρα μ' έπιασαν ακριβώς την ώρα που ήμουν έτοιμος να σκαρφαλώσω στ' αυτοκίνητο. Δεν ξέρω ποιος τους έστειλε εκεί. Μπορεί η Θεία Πρόνοια. Ε! Νομίζεις ότι παραδέχτηκα ποτέ ότι πραγματικά περίμενα εκεί για να ανέβω στο φορτηγό; Είπα για δικαιολογίες χίλια δυο πράγματα και μόνο την αλήθεια δεν είπα. Κορόιδευα μέχρι τέλους τους ανθρώπους που ήθελαν να σώσουν τη ζωή μου. Μήπως αυτοί με πίστεψαν; Όχι. Και ευτυχώς. Γιατί αν με πίστευαν την άλλη μέρα θα 'κανα πάλι το ίδιο. Και πάλι. Ώσπου κάποια μέρα θα βρισκόμουν στο νοσοκομείο, και γιατί όχι; ίσως και στο νεκροταφείο.
(χτυπάει το ξύλο του γραφείου τρεις φορές)
Γιατί θυμήθηκα αυτή την παιδική μου ιστορία; Μα θα το κατάλαβες ήδη Γκρέγκορυ. Δεν περιμένω ούτε συ να μου πεις ότι θέλεις να αυτοκτονήσεις. Όμως εγώ δε θα πάψω να σου λέω πόσο άδικο είχες γι αυτή σου την απόφαση, πόσο κουτό είναι να θέλεις να στερήσεις τον εαυτό σου από το μεγάλο δώρο της ζωής. Όσα προβλήματα και να 'χεις, αυτή είναι η χειρότερη λύση.

ΓΚΡ
(έντονα)
Δεν ήθελα ν' αυτοκτονήσω!

ΥΠΕ
(κοιτάζει τον Γκρέγκορυ με σημασία)
Και το σπάγκο τι τον ήθελες μαζί σου;

ΓΚΡ
Δένω το παντελόνι μου καμιά φορά που πάει να μου πέσει.

ΥΠΕ
(συγκαταβατικά)
Θα 'ταν καλλίτερα και για τους δυο μας να το παραδεχτείς Γκρέγκορυ. Όλα θα 'ταν πιο εύκολα έτσι.

ΓΚΡ
(απογοητευμένος που ο υπενωμοτάρχης δεν πείθεται)
Μπορώ να φύγω;

ΥΠΕ
Όχι ακόμα. Ας κάνουμε μια υπόθεση. Ότι σε αφήνω να φύγεις. Ότι δεν επιμένω και σε αφήνω να φύγεις χωρίς την ομολογία σου πως είχες σκοπό να αυτοκτονήσεις και βέβαια χωρίς να ακούσεις αυτά που έχω να σου πω σαν υπεύθυνος αυτού του Σταθμού. Και χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Και ας υποθέσουμε, πράγμα πολύ πιθανό κατά τη γνώμη μου, ότι εσύ φεύγοντας πηγαίνεις κατευθείαν στη γέφυρα και αυτή τη φορά δεν κάθεσαι πάνω στην πέτρα για να σκεφτείς αλλά τη δένεις κατευθείαν στο λαιμό σου και βουτάς στο ποτάμι. Όταν σε βρουν αύριο, όλοι θα μάθουν πως ήσουν απόψε εδώ. Και η επόμενη σκέψη τους θα είναι: "καλά, πώς τον άφησαν να φύγει έτσι από το Αστυνομικό Τμήμα; Δεν ήξεραν ότι έτσι τον στέλνουν ίσα στο θάνατο;" Kαι θα έχουν δίκιο. Αν ήμουν μόνος μου εδώ Γκρέγκορυ, ίσως και να σε άφηνα να φύγεις. Μα τώρα άλλα δύο όργανα του Σταθμού ξέρουν πως βρίσκεσαι εδώ. Σε έφεραν εδώ και δεν έχουν πια ευθύνη-όλη την ευθύνη για σένα την έχω εγώ. Κατάλαβες;

ΓΚΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι ότι ένας πολίτης μπορεί να μπλέξει χωρίς λόγο μόνο επειδή έκανε μια βόλτα. Αν έκανα και κάτι παράνομο τι θα γινόταν χειρότερο; Μα τίποτε χειρότερο πιστεύω. Φυλακισμένος θα 'μουνα και τότε. Γιατί και τώρα φυλακισμένος είμαι..
(σηκώνεται και δείχνοντας την πόρτα λέει δυνατά)
Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου κύριε αστυνόμε!
(η πόρτα μισανοίγει και το κεφάλι του Α' χωροφύλακα φαίνεται στο άνοιγμά της)

Α'ΧΩΡ
Όλα εντάξει κύριε υπενωμοτάρχα;

ΥΠΕ
Εντάξει χωροφύλαξ.
(η πόρτα κλείνει)
Κύριε Γκρέγκορυ κάθισε. Κάθισε και ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να φωνάζεις. Είμαι όργανο της τάξεως κι εκτελώ διαταγές. Πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα στην περίπτωσή σου. Ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε πολιτισμένα και σωστά. Και πρώτα απ' όλα πρέπει να μιλήσεις. Αυτό ανακουφίζει. To γράφει ο Κανονισμός. Να μου πεις για τον εαυτό σου, για τη ζωή σου, για τους φίλους και τους συγγενείς σου. Έχουμε καιρό. Ας κάτσουμε εδώ σαν δυο παλιοί φίλοι κι ας κουβεντιάσουμε. Αλλά κι αν ακόμα δεν είχα χρόνο γι αυτό πάλι θα 'βρισκα. Μα έχω χρόνο απόψε.
(σηκώνεται και κατευθύνεται προς ένα ντουλάπι στον τοίχο. To ανοίγει και από ένα θερμός που βγάζει από μέσα γεμίζει με καφέ ένα φλιτζάνι)
Εγώ θα πάρω λίγον καφέ. Μου είναι απαραίτητος τα βράδια. Με βοηθάει να ξαγρυπνώ. Θέλεις λίγον;

ΓΚΡ
Όχι, ευχαριστώ.

ΥΠΕ
(ανάβει τσιγάρο)
Τσιγάρο;

ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω.

ΥΠΕ
Λοιπόν δώσε μου λίγο χρόνο και την προσοχή σου. Ο χωροφύλαξ που σε έφερε εδώ μου έδωσε ορισμένες πληροφορίες για σένα. Όμως καμία απ' αυτές δε βοηθάει να βγάλω συμπέρασμα για το λόγο που σε οδήγησε στις τρεις η ώρα το πρωί πάνω από τα βαθιά νερά του ποταμιού. Δώσε μου εσύ μια εξήγηση. Τι θέλει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί; Ξέρεις, ο χωροφύλακας είναι πολλές φορές και εξομολογητής. Μη διστάσεις λοιπόν. Μίλησε ελεύθερα.

ΓΚΡ
(με εμφανή στο πρόσωπό του την ενόχληση τού να εξηγεί παρά τη θλέλησή του αυτονόητα πράγματα)
Είναι απλό. Δεν είχα ύπνο και είπα να κάνω μια βόλτα. Έφτασα μέχρι τη γέφυρα περπατώντας, κουράστηκα, είπα να κάτσω σε μια πέτρα να ξεκουραστώ. Εκεί με βρήκε ο χωροφύλακας.

ΥΠΕ

Κάνεις συχνά τέτοιες βόλτες; Θέλω να πω στις τρεις η ώρα το πρωί… δεν μπορούσες να πάρεις ένα βιβλίο να διαβάσεις, ή ν' ακούσεις ραδιόφωνο ή να κάνεις κάτι άλλο μέσα στο σπίτι σου για να περάσει η ώρα σου ώσπου να νυστάξεις;

ΓΚΡ
Άλλες φορές το κάνω κι αυτό. Μα αυτή τη φορά είπα να βγω έξω.

ΥΠΕ
Έχεις λοιπόν κι άλλες φορές αϋπνίες. Άσχημο αυτό-
δεν είναι;

ΓΚΡ
Δεν μπορώ να πω πως είναι άσχημο. Συμβαίνει, απλά. Θα 'τανε άσχημο αν με απασχολούσε από τη δουλειά μου-αν την επομένη είχα να δουλέψω, οπότε θα ήταν δύσκολο για μένα να ξυπνήσω στην ώρα μου. Αλλά δεν έχω δουλειά. Έτσι δε με πειράζει να μείνω ξάγρυπνος μια νύχτα. Μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο το πρωί.

ΥΠΕ
Δεν εργάζεσαι;

ΓΚΡ
Όχι. έχω ένα σπίτι και κάτι οικονομίες.

ΥΠΕ
Αχ, ας μπορούσα να το έλεγα κι εγώ αυτό: "μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο μου το πρωί"...Τα πρωινά πρέπει να είμαι εδώ από τις εξήμισυ. Κι όταν έχω νυχτερινή βάρδια νομίζεις ότι μπορώ να κοιμηθώ μετά; Θα φύγω στις οχτώ από δω και θα πάω στο σπίτι. Μα για ύπνο ας μη γίνεται κουβέντα. Τα παιδιά από τη μια και ο θόρυβος του δρόμου από την άλλη δεν μ' αφήνουν να κλείσω μάτι. Αυτή είναι η δουλειά
μου. Και κάτι τυχαίνει πάντα όταν έχω βάρδια. Την προηγούμενη βραδιά ένας καυγάς σε ταβέρνα. Αύριο θα είναι μια κλοπή. Μα έλα τώρα, δε θα σου πω τα παράπονά μου. Τα δικά σου περιμένω ν' ακούσω. Έχεις οικογένεια; Και ας μιλάμε στον ενικό-δε θα 'ναι καλλίτερα; Τι λες;

ΓΚΡ
Δε θ' ακούσετε παράπονα από μένα. Δεν έχω παράπονα. Έχω ένα γιο. Ταξιδεύει.

ΥΠΕ
Έχεις γυναίκα;

ΓΚΡ
Είχα. Πάνε δώδεκα χρόνια. Έφυγε μ' έναν ηθοποιό που πέρασε από δω μ’ έναν περιοδεύοντα θίασο.

ΥΠΕ
Δεν ξαναπαντρεύτηκες;
(ο Γκρέγκορυ κουνάει αρνητικά το κεφάλι)
Γιατί;

ΓΚΡ
Τον πρώτο καιρό αφοσιώθηκα στην περποίηση του παιδιού και του σπιτιού μου. Να παντρευτείς σημαίνει να γνωρίσεις, να ψάξεις, ν' απασχοληθείς κι εγώ δεν είχα καιρό. Όταν μεγάλωσε το παιδί μου εγώ είχα μάθει να κάνω στο σπίτι όλες τις δουλειές που κάνει η γυναίκα. Μαγείρεμα, πλύσιμο, σκούπισμα. Γιατί λοιπόν να παντρευόμουν; Ο μόνος λόγος θα ήτανε για να υπάρχει στο σπίτι ένας άνθρωπος όταν θα 'φευγε ο γιος μου. Να μπορώ να γυρίζω απέξω μια χειμωνιάτικη μέρα και να λέω: "τι κρύο!" και κάποιος να μου απαντάει: "ναι, είδες; παλιόκαιρος". Κι αυτό θα ήταν όλο.

ΥΠΕ
Οχι μόνο αυτό.

ΓΚΡ
Έχεις δίκιο. Όχι μόνον αυτό. Είναι ακόμα που όλοι οι άλλοι, οι παντρεμένοι, θα λέγανε τότε "ο Γκρέγκορυ με τη γυναίκα του". Και αυτό το "με τη γυναίκα του" σε κάνει δικόν τους, σε τοποθετεί στην ίδια κατηγορία μ' αυτούς και μπορείς να ελπίζεις σε λίγη συντροφιά. Αυτά είναι τα καλά του γάμου. Μια αδυναμία σπρώχνει προς το γάμο. Μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ένα είδος φόβου ότι μόνος του κανείς είναι αποκομμένος από το κοπάδι, είναι ευάλωτος στο ανθρώπινο μίσος. Παρόλα αυτά, πριν δυο χρόνια είπα να παντρευτώ. Ήμουνα δυο χρόνια νεότερος τότε. Και είναι μεγάλη η διαφορά και ενός μηνός στην ηλικία μου-μέσα σε μια μέρα μπορεί κανείς να μεγαλώσει ένα χρόνο.
(μικρή σιωπή)
Μέχρι τότε και επί δέκα χρόνια έβλεπα τις γυναίκες στο δρόμο, στη γειτονιά, στα καταστήματα, στην τηλεόραση. Τα πρώτα χρόνια τις κοίταζα. Τις ήθελα. Κυκλοφορούσα ανάμεσά τους λέγοντας στον εαυτό μου "κάποιαν απ' αυτές θα παντρευτώ μια μέρα". Όμως με τον καιρό αιστανόμουν να γίνομαι όλο και πιο ξένος μαζί τους. Για χρόνια το χέρι μου δεν ακούμπησε ένα γυναικείο χέρι. Για χρόνια δεν βρέθηκα σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από κάποια γυναίκα. Είναι αξιοθαύμαστο πώς όλες οι γυναίκες περνώντας δίπλα σου, προσέχουν να μην ακουμπήσει πάνω σου ούτε η άκρη ενός ρούχου τους. Και τώρα, αν ήθελα ν' αγγίξω ένα γυναικείο χέρι έπρεπε να παντρευτώ την ιδιοκτήτριά του. Ναι, την ιδιοκτήτρια, θέλω και το λέω έτσι. Όλες αυτές οι υπάρξεις με τα λυγερά, τα μεστωμένα ή γέρικα κορμιά, όλα αυτά τα παράξενα όντα με τις πέντε ασύντακτες προσεκβολές τους το καθένα -χέρια, πόδια και κεφάλι λέω-,όλες αυτές οι γυναίκες για μένα ήτανε πράγματα. Πράγματα ξένα και μακρινά. Κούκλες ξύλινες που περπατούσαν ζώντας μιαν άλλου είδους ζωή, τελείως διαφορετική από τη ζωή μου. Πλάσματα ίσως μιας φαντασίας. Όταν λοιπόν για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα χρόνια μπήκε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι μου και κάθισε απέναντί μου, στο ίδιο δωμάτιο με μένα, σε μια καρέκλα που ήτανε δική μου και που είχα κάτσει πριν εγώ πάνω της τόσες φορές, δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος που έφερε τη γυναίκα, που έκανε τα προξενιά, μιλούσε συνέχεια. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα, άσχετα με το γάμο, άσχετα με μένα ή με κείνην. Έλεγε... έλεγε... ξαφνικά θυμήθηκε πως έπρεπε να αγοράσει τσιγάρα και βγήκε. Μείναμε μόνοι μας εγώ κι αυτή. Μέχρι τότε εκείνη δεν είχε μιλήσει. Μα ούτε τώρα εμίλησε. Τώρα που βγήκε ο άλλος, είχα την εντύπωση ότι είμαι μόνος στο σπίτι. Κι όμως, απέναντί μου καθόταν ένα πλάσμα που δεν ήξερα τι να κάνω μ' αυτό. Καθώς τα μάτια γελούνε τον άνθρωπο πολλές φορές, ήμουνα σίγουρος πως με γελούσαν και τώρα. Κανείς δεν υπήρχε στο δωμάτιο έξω από μένα.
Όταν ο προξενητής γύρισε, την πήρε κι έφυγαν αμέσως.
Ο γάμος είναι μια απάτη, μια ειρωνεία για τον άνθρωπο. Θα άξιζε σε όντα χωρίς λογική. Λογικά όντα θα περίμενε κανείς ν' αφήνονται στο ένστικτο. Μα να, η λογική χρησιμεύει σε παράλογα πράγματα. Αν αυτή ήτανε πραγματική γυναίκα και ήθελε να με παντρευτεί, γιατί δεν ερχότανε σε μένα όταν ακόμα ήταν καιρός; Όταν ακόμα ό,τι έβλεπαν τα μάτια ήταν πραγματικό; Τι είναι εκείνο που κρατάει τον άνθρωπο μακριά από τον άνθρωπο; Τυχαία αν αφήνονταν οι άνθρωποι να περπατούν πάνω στη γη, θα έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Τώρα με επιμέλεια αποφεύγουν κάθε επαφή.
Όμως να, αυτή είναι η ιστορία που δεν παντρεύτηκα πάλι.

ΥΠΕ
Έχεις αδέρφια, συγγενείς, φίλους;

ΓΚΡ
Έχω. Τι αλλάζει; Γι αυτό δε ρωτάς;

ΥΠΕ
Δε σε φροντίζουν; Δε σε βλέπουν;

ΓΚΡ
Με βλέπουν και τους βλέπω. Με φροντίζουν και τους φροντίζω. Όμως τα σπίτια είναι φτιαγμένα να ζει μέσα τους μια οικογένεια μόνο. Η λογική πάλι. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λογική για να ζουν απομονωμένοι και ύστερα γκρινιάζουν ότι τους λείπει η επικοινωνία.

ΥΠΕ
Έχεις φίλους Γκρέγκορυ;

ΓΚΡ
Γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους. Με δυο τρεις λέμε μια κουβέντα παραπάνω, αν αυτό εννοείς με «φίλους».

ΥΠΕ
Φίλους εννοώ ανθρώπους που να σ' αγαπούν, να ενδιαφέρονται για σένα.

ΓΚΡ
Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν;

ΥΠΕ
Λοιπόν ζεις μόνος. Χωρίς γυναίκα, συγγενείς, φίλους. Η μοναξιά είναι κακός σύμβουλος. Σε σπρώχνει να κάνεις τα χειρότερα. Τώρα εξηγούνται όλα. Απογοητευμένος από τη ζωή σου, χωρίς κανέναν για συντροφιά, φυσικό είναι να σκεφτείς να κάνεις αυτό που ήθελες να κάνεις.

ΓΚΡ
Δεν είμαι μόνος μου. Έχω το γιο μου. Είναι μαθητευόμενος ασυρματιστής. Όταν βγαίνει στη στεριά τον βλέπω. Και σας ξαναλέω-δε θέλησα ν' αυτοκτονήσω!..

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω, δυνατά)
Και τι σας πειράζει εσάς που δε θέλω να 'χω σπίτι;
Πέστε μου, τι σας πειράζει;..
(ακούγονται συγκεχυμένες φωνές αντρικές μπερδεμένες με τη φωνή της αλήτισσας  χωρίς να βγαίνει νόημα)

ΥΠΕ
Πάλι αυτή!
(δυνατά)
Χωροφύλαξ!
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)

Α'ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπενωμοτάρχα!

ΥΠΕ
Γιατί τη φέρατε πάλι αυτή;

Α' ΧΩΡ
Πετροβολούσε τις λάμπες στις κολώνες κύριε υπενωματάρχα. Κι όταν την πλησιάσαμε άρχισε να μας βρίζει.

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω)
Αν δε με πειράζατε δε θα σας έβριζα.
(η αλήτισσα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. Είναι ντυμένη με παλιά, σχισμένα και λερωμένα ρούχα. Μαλλιά ακατάστατα)

ΑΛΗΤΙΣΣΑ (ΑΛΗ)
(στο χωροφύλακα)
Ήρθα μήπως εδώ εγώ να σας πειράξω; Εσείς ήρθατε στον τόπο μου.
(στον Γκρέγκορυ)
Όλοι τους ίδιοι είναι. Κάθεσαι ήσυχα στο παγκάκι σου κι αυτοί έρχονται και σου λένε "έλα μαζί μας". Γιατί παρακαλώ; Πείραξα κανέναν;
(αύριο τελειώνει)