Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

 ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ

Και θέλετε αλάθευτο έναν τρόπο
να βρίσκετε στα γρήγορα το στόχο;
Όπου θα δείτε τσέπη να φουσκώνει
τότε χτυπάτε αλύπητα παιδιά μου'
έτσι καρδιά θα βρίσκει το μαχαίρι
κι οι φλόγες στάχτες πάντοτε θ' αφήνουν.

Δίπλα σας είναι οι στόχοι σας παιδιά μου.

Νάτοι! Κοιτάξτε αυτόν τον εργολάβο
πούχει πλουτίσει παίρνοντας τα σπίτια
που 'χαν γριούλες έρμες μονεσμένες
και δίνοντας σε χτίστες και μαστόρους
της πείνας μεροκάματο και τοίχους
φτιάχνοντας που ο σεισμός τους ρίχνει ο πρώτος...

Τι περιμένετε λοιπόν παιδιά μου;
Αυτός σφαχτάρι πρώτο σας ας είναι.

Και να! Τον έμπορο αυτόν κοιτάξτε
που χρώματα πουλάει στις γυναικούλες
να βάψουνε το δώμα είτε τα ρούχα
και δυο ευρώ τού δίνουνε και κείνος
αξίας δυο λεπτών τους δίνει χρώμα.

Τι τον φυλάτε νέοι μου λεβέντες;
Ας πάει στον δίκιο του χαμό και κείνος.

Βάλτε φωτιά στις τράπεζες-τα κτίρια
που αντίς για πέτρες με κορμιά χτιστήκαν
κι αντίς νερό κι ασβέστη, ιδρώτα κι αίμα.
Και κάθε που τα όπλα σας θ' αστράφτουν
το χαλασμό ας φέρνουν στους κρατούντες
κι οι βόγγοι ας αντηχούνε και οι θρήνοι
αυτών που απ' το μαστίγιο αναγκεμένοι
τα νιάτα τους βορά έχουνε δώσει
στο μιαρό του χρήματος θηρίο
στους αιμοβόρους φαύλους που υπακούει.

Αλλά παιδιά μου όχι τα κτίρια μόνο'
Οι τραπεζίτες κι όλοι όσοι μέσα
σε τέτοιο εργάζονται φριχτό ένα χώρο
τα πρώτα θύματα δεν πρέπει να 'ναι
της νεανικής και δίκαιας ορμής σας;

Δεν θα 'ναι το έργο σας να ξεκοιλιάστε
με το χρυσό που τρώνε το μαχαίρι
τα βρωμερά κορμιά των μεγιστάνων
της δύναμης, του αίσχους και του πλούτου;

Δεν πρέπει η φλόγα σας να κατακάψει
τις παχουλές των δολερών τις σάρκες
κι η τσίκνα τους δεν πρέπει όλη τη χώρα
σαν ιερός καπνός να την τυλίξει
να ευφρανθούν οι οσφρήσεις όλων κείνων
που ως να σβήσουνε τσιτσιριζόνταν
στη σκάρα της φωτιάς των πλούσιων πάνω;

Δεν ειν' οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που τα παιδιά σκοτώνουν της Ελλάδας
για νάχουνε πισίνα στην αυλή τους;

Δεν ειν' οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που στα σκυλιά χαλάν περιουσίες
ενώ οι φτωχοί σαν τα σκυλιά πεθαίνουν;

Δεν ειν' αυτοί που κάνουν τους πολέμους
για να πλουτίσουνε μ' αίμα δικό σας;

Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου.
Που είστε απόγονοι, σας λένε, κάποιων
που κάποτε σ΄αυτό τον τόπο εζήσαν.

Και σας το λέν αυτό για να θαρρείτε
πως κάτι σας ενώνει, ώστε κράτος
να φτιάξουν και με κείνο για σημαία
σ' ανίερους πολέμους να σας στέλνουν
τα πλούτια τους αυτοί για ν' αβγαταίνουν;

Λοιπόν παιδιά, που δίπλα μας στεκόστε
ξέρετε τώρα ποιόνε θα χτυπήστε-
τα κτήνη πούχουν πάρει όψη ανθρώπου.

Και ναι στο χαλασμό λεωφορείων
που κρατικά παινεύονται πως είναι.

Σ' ανατινάξεις ναι κτιρίων του κράτους-
σχολείων, υπουργείων, τραπεζών...

Ναι σε καταστροφές σπιτιών πλουσίων
ναι σε καταστροφές αποθηκών
σε δρόμων, γεφυρών ανατινάξεις
σε ΟΤΕδες σε ΔΕΗδες σε νερά.

Ναι σε βαυλιάγματα πλοίων ανόμων
σε σιδερόδρομων κι αεροπλάνων
ανατινάξεις και δολιοφθορές.

Ναι σε καταστροφές καταστημάτων
σε κάθε χαλασμό ναι-πάλι ναι-
όλα ισοπεδώστε τα παιδιά μου
αφού όλα τ' άδικο υπηρετούνε
κι όλα στηρίζουνε σάπιο ένα κράτος.

Ναι στην καταστροφή όλων που ανήκουν
στο κράτος-στην απαίσιαν εταιρία
που οι κακοήθεις φτιάξανε κι οι φαύλοι
για νάχουν δύναμη να κατατρέχουν
και να εκμεταλλεύονται τη φτώχεια .

Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
τρομοκρατώντας τήνε κάθε μέρα
να δέχεται άφευγο κακό πως είναι
οι άλλοι να καλοζούν ενώ εκείνοι
χίλιες φορές την ώρα να πεθαίνουν.

Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
να λέει δίκαιοι πως είναι οι νόμοι
που άλλους φτωχούς αφήνουνε και άλλους
μες στη χλιδή τους έχουνε να ζούνε.

Τη φτώχεια που την έχουν μαθημένη
να χαίρεται ένα κόκκαλο σα βρίσκει
την πείνα της μ' αυτό να λιγοστέψει,
και ν' αγαπά και με λατρεία να γλύφει
το χέρι που της τόχει πεταμένο.

Τη φτώχεια που την έχουν δασκαλέψει-
και, η έρμη, έχει απόξω μαθημένα-
ότι θεός υπάρχει που εκείνος
τα πράγματα φτιαγμένα έτσι τα 'χει.

Τη φτώχεια που το φόβο έχουν βάλει
μες στο μυαλό, το φόβο στην ψυχή της,
στις πράξεις και στις σκέψεις της το φόβο,
για να μπορούνε άφοβα εκείνοι
σαν τα παχιά κι αναίστητα γουρούνια
το αίμα τους ήσυχοι να τους ρουφάνε.

Ναι στον ξολοθρεμό αυτών που ανήκουν
στο κράτος-την απαίσια εταιρία.

Και ναι στο ξεθεμέλιωμα γραφείων
του κου κου ε που χιλιοπροδομένον
άφησε το λαό στην κρίσιμη ώρα
κι έτρεξε ν' αγκαλιάσει τα οφίτσια
που του ΄χανε άνομοι προσφέρει ξένοι.

Όχι στο κου κου ε που μόνο λόγια
και διακηρύξεις είναι φουσκωμένες
ενώ οι διαταγμένες του οι πράξεις
νερό ειναι στου κεφάλαιου το μύλο-
όχι στο νέο του ανθρώπου τ' όπιο.

Ρίξτε τους πύργους του πανάθλιου κράτους
η κοινωνία νάρθει της αγάπης
απάνω στα συντρίμμια του ν' ανθίσει.
Και νά 'χει ο καθένας όλα εκείνα
που τη ζωή ανθρώπινη την κάνουν.

Φαύλο το κράτος, φαύλοι και οι κύκλοι
που μέσα τους σαν κύστεις θυγατέρες
εχινοκόκκου, δολερά πλανιούνται.

Φαύλες κι οι εφορίες, το καλάμι
που βουτηγμένη μια του έχει άκρη
στον ίδρω του λαού, ενώ στην άλλη
σε ρούφηγμα κλεισμένα είναι τα χείλη
των εργοστασιαρχών, των κερδοσκόπων,
κι όλων αυτών που καλοζούν πατώντας
στα κακοθάνατα τα πτώματά μας.

Όμως μικρή μην κάνετε χαλάστρα
παιδιά μου στου κακού μέσα τη ρίζα.

Μετά το κάθε άγιο χτύπημά σας
δέστε και κάντε το λογαριασμό σας.

Οι υπουργοί αδέρφια μου χαθήκαν;

Οι διευθυντές Οργανισμών χαθήκαν;

Οι μεγαλοβιομήχανοι χαθήκαν;

Οι μεγαλογιατροί πια δεν υπάρχουν;

Οι δικηγόροι σβήσαν οι μεγάλοι;

Οι δημοσιογράφοι οι πουλημένοι;

Μήπως οι ξακουσμένοι καλλιτέχνες;

Οι αδίστακτοι επιχειρηματίες;

Μήπως οι διανοούμενοι οι μεγάλοι
με τα φανταχτερά πονήματά τους;

Μή κάποιοι απ' αυτούς δεν εχαθήκαν;

Μην ειν' ακόμα δίπλα σας ολόρθοι,
και με το που γλιτώνουνε γελάνε;

Ξαπλώστε τους στο χώμα μέσα όλους
αυτούς τους καρχαρίες της ζωής σας.

Ξαπλώστε κι όποιον άλλονε τολμήσει
τη θέση εκείνου πού ’πεσε να πάρει.

Και τότε μόνο αυτοί θα καταλάβουν
πως ή σαν άνθρωποι έχουν να ζήσουν
ή σαν εχθροί του ανθρώπου να χαθούνε.

Δέστε τους πώς κορδώνονται παιδιά μου,
και ύφος παίρνουν και: "εμάς", καυχιούνται,
"μάς ψήφισε ο λαός κι αυτός μας έχει
τη δύναμη να κυβερνούμε δώσει".

Έχουνε λογική αυτοί παιδιά μου;
Αφού δυο κόμματα έχουνε φτιάξει
την εξουσία με σειρά που παίρνουν
κι αφού κανέναν άλλο δεν αφήνουν
κόμμα να φτιάξει και να διεκδικήσει
κι αυτός την ψήφο του άμοιρου λαού σας
ύστερα λενε: "ο λαός μάς θέλει
γι αυτό κυβέρνηση μάς έχει κάνει".

Τους διάλεξε ο λαός όπως ο αγρότης
τον πάγο ή την ξηρασία διαλέγει.

Τους ψήφισε ο λαός όπως ψηφίζει
ο πεινασμένος ποντικός τη φάκα.

Γι αυτό παιδιά μου μη να βρείτε θέτε
στόχους απ' την πατρίδα μας πιο έξω.

Εδώ ειν' οι στόχοι κι ολοι είναι δικοί σας-
για σας έχουν στηθεί-κοιτάξετέ τους
να! στ' αυτοκίνητά τους μέσα τώρα,
στο δρόμο αύριο, στα ταβερνεία
στις δεξιώσεις και στις συγκεντρώσεις,
στα σπίτια τους, στις σύναξες εκείνες
πολλούς μαζί που νάβρετε μπορείτε,
στ' αεροπλάνα και στα τρένα μέσα...

Απ' τη γιορτή πετάξτε τους της ζήσης
που λιτανεία την κάνανε θανάτου.

Σηκώστε τη σημαία του χαμού τους.

Σκεφτείτε-οι φτωχοί μυριάδες είναι
κι όλοι από σας προσμένουν σωτηρία.

Κι αν μέρος στη σφαγή αυτοί δεν πάρουν
όμως μαζί σας θάναι η ψυχή τους
σε κάθε νιας σφαγής το πανηγύρι.

Γιατί άβουλοι είναι, και συνηθισμένοι
να προσκυνούνε οι κουτοί οι καημένοι.

Μην περιμένετε απ' αυτούς βοήθεια
στις πρώτες σας λυτρωτικές κινήσεις.

Μα σα θα δούνε ότι κάποιος ξέρει
λαιμούς φονιάδων και ληστών να κόβει
και σα θα νιώσουν πως αυτό σε κείνους
το λυτρωμό από τη δουλεία θα φέρει
μαζί σας φίλοι μου θα συνταχτούνε
κι οι φαύλοι που ως τότε τους παιδεύαν
τώρα δε θάχουνε πού να κρυφτούνε.

Μαχαίρι στους λαιμούς των υπουργών τους!
Μολύβι στις κοιλιές τους τις παχιές.!

Και μην ακούτε τις φωνές των φαύλων
όσο μπορούν ακόμα να μιλούνε-
που ξένα λεν πως είναι ό,τι χαλάτε'
Όχι παιδιά μου! Όχι! Όχι αδέρφια!
Μη σας αγγίζουν άστοχες κορώνες:
αφόντας και γεννηθήκατε, όλα δικά σας είναι.

Λοιπόν γκρεμίστε, σπάστε και σκοτώστε.

Ξανά, ξανά, πάλι ξανά παιδιά μου
ώσπου την τελευταία του ανάσα
ο τελευταίος ν’ αφήσει κρατολάτρης.
Ώσπου ο κάθε αδιάφορος πολίτης
βοηθός σας ή να γίνει ή να πεθάνει.

Ώσπου οι φαύλοι φαύλον να μη βρίσκουν
θέση να πάρει κυβερνητική
γιατί θα ξέρει πως η θεία ορμή σας
επάνω του θα πέσει φοβερή.

Το φαύλο Χάος τους διαλύστε. Τάξη
θα πρέπει αδέρφια μου νάρθει στη χώρα
για νάχει δεύτερη μια ευκαιρία
η λευτεριά μέσα σ' αυτήν για ν΄ανθίσει.


Παράλληλα φροντίστε αδερφοί μου
της εκκλησιάς το τέρας να σκοτώστε.

Το τέρας που φαυλότερο είναι όλων
μετά από το δεινόσαυρο του κράτους.

Να κάνουν γάμους θέλουν οι παπάδες;
Παντρέψτε τους με δίμετρο ένα λάκκο.

Βαφτίσια θέλουνε: βουτήξετέ τους
στο ίδιο τους το ανίερο το αίμα.

Ευχέλαιο; Ευχές διαβάσετέ τους
απ' τις νεκρώσιμες που μέχρι τώρα
εκείνοι διάβαζαν και που με κείνες
απ' των φτωχών το θάνατο πλουτίζαν.

Ρίξτε το ασήκωτο θηρίο χάμου.
που από το τίποτα έφτιαξε αυτό
μία Ελλάδα που 'ναι στηριγμένη
στο φόβο των ανθρώπων των κουτών.

Διαλύσετε το φόβο των ανθρώπων
κι η εκκλησία θα διαλυθεί ευθύς.

Μα σεις καιρό δεν έχετε παιδιά μου
για να διδάξετε την αφοβιά.

Μαχαίρι φονικό έχετε μόνο
κι απόφαση γερή-μ' αρκούν αυτά.

Σκοτώστε μόνον σεις, όχι παιδιά μου
το φόβο των ανθρώπων, μα κι αυτούς
που τον φυτέψανε μες στην ψυχή τους.

Κι όταν το κράτος κι η εκκλησία πέσουν
πού στήριγμα η φαυλότητα θα έβρει;

Ο κάθε άνθρωπος, θεός και κράτος
θάναι του ίδιου του τού εαυτού.
Κι αντίς του φόβου λεφτεριά γεμάτα
ψυχή θα νιώθει και κορμί και νου.

Γελούν στη δυστυχία σας οι φαύλοι.
Κάνουνε πως δεν ξέρουν οι καημένοι
ότι αυτοί σας φτιάξαν όπως είστε-
διεκδικητές αυτών που η κοινωνία
κείνων που διαφεντεύουν, σας χρωστάει.

Πού ’ναι η παιδεία που σας έχουν δώσει;
Αγράμματους σας βγάζουν τα σχολεία.

Πού είναι οι δουλειές που θα δουλέψτε;
Χρήμα στις τσέπες γίνανε των φαύλων.

Και πού-πού είναι η ελευθερία
ν’ ανθίστε μέσα της αγνοί σαν κρίνα;

Και πού η δικιοσύνη; Πού η ειρήνη;

Σας έχουνε κλεισμένους μες σε σπίτια
που ήλιο κι ουρανό ποτέ δε βλέπουν.
Και πώς το μάτι σας μακριά θ’ απλώνει
πλαταίνοντας του νου τα μονοπάτια;

Μια γειτονιά σας έχουνε να ζείτε
όπως πετάν τους χοίρους μες στη λάσπη
και μέσα κει, μαζί με χοίρους άλλους
μακριά ’πο καθαριότητα και φώτα
κι απ’ του πολιτισμού όποιες ανέσεις,
μακριά από γέλιο κι ευθυμία και γλέντι
μακριά 'πο κάθε ανθρώπινο κι ωραίο,
σας κρύβουν όλα τα καλά του κόσμου
και τα στραβά του μοναχά σας δίνουν.

Κι αυτό το κάνουνε γιατί σας θέλουν
σφαχτάρια στο απαίσιο τους σφαγείο
κι άβουλους και τελείως υποταγμένους
και μια ψυχή ζητάνε να σας πλάσουν
νεκροταφείο νύχτα που θυμίζει.

Και πώς κανείς που όπλα δεν έχει άλλα
παρά του σκότους την τυφλή μανία
θα πολεμήσει αυτούς που τον τυφλώνουν
παρά σκοτώνοντας και καταλώντας
ό,τι σ’ αυτήν τον έφερε τη θέση;

Πώς σέβας σεις θα δείξετε παιδιά μου
σε τέτοιους φοβερούς αιματοπότες
που το δικό σας πίνουνε το αίμα
κι απ' τις δικές σας τρέφονται τις σάρκες;

Έτσι στης φύσης τη φροντίδα μόνο
αφήνοντάς σας για να μεγαλώστε
τι άλλο θα γινόσαστε από φύση
που άγνωστη γι αυτήν η λύπηση είναι
και καταιγίδες και σεισμούς μονάχα
και δίνες και καταστροφές γνωρίζει;

Αυτών δημιούργημα είσαστε παιδιά μου
κι ό,τι από σας θα πάθουνε τα κτήνη
που έτσι εκδικητές σας έχουν φτιάξει
το θέλαν-το γυρεύαν-το ζητούσαν.

Φτιάχνοντας σας, εφτιάχναν το χαμό τους-
της δικιοσύνης φτιάχναν το μαχαίρι
που το λαιμό τους τον παχύ θα κόψει.

Μα να το πούνε αυτό μην καρτερείτε.
Χίλιες και δυο θα κάνουν ρεβεράντζες
και χίλιες δυο θα σκαρφιστούνε ιδέες
για να σας κάνουν να γυρίστε πίσω.
Για να σας πουν πως άδικοι είστε τάχα-
εσείς που τ' άδικο εκεινών σας πνίγει-
κι ότι δε φταιν αυτοί για την κατάντια
όπου σας έχουνε καταντημένους.

Και τα μεγάλα τους θα πούνε λόγια
και τα μεγάλα τους θα βάλουν μέσα
για να σας αποτρέψουν απ' την άγια
τη βία, που μονάχα εκείνη ξέρει
διπλόκοπο κραδαίνοντας μαχαίρι
το δίκιο μες στην Πλάση να μοιράζει
και κάθε τι στραβό να το ισιάζει.

Τι τάχα θέλαν από σας παιδιά μου;
Ευχαριστώ περίμεναν ν' ακούσουν;

Λοιπόν σκοτώστε, κάψτε, καταστρέψτε.
Αλύπητα μες στου χαμού πετάξτε
το βάραθρο τον κάθε τύραννό σας.
Το αίμα πίσω πάρτε το ιερό σας
που χρόνια τώρα οι άνομοι σας πίνουν.

Σκοτώστε. Την πατρίδα θεμελιώστε
τη νέα σας, στο χώμα πάνω εκείνο
που τα κορμιά για λίπασμά του θα 'χει
των εκμεταλλευτών σας. Τότε μόνο
σα δέντρο αχάλαστο μες στους αιώνες
η νέα η πατρίδα σας θα θάλλει
και σ' όλους σας καρπούς γλυκούς θα δίνει.

Δε βλέπετε μιαρούς εργοστασιάρχες;

Δε βλέπετε ιδιοκτήτες τραπεζών;

Πολιτικάντες μπράβους των τυράννων;

Πρωθυπουργό δε βλέπετε σαν κλώσα
χλια να κρατάει κάτω απ' τα φτερά του
αυγά που νέους δυνάστες εκκολάπτουν;

Εφοπλιστές; Μεγαλοβιομηχάνους;

Ανώτερους υπάλληλους του κράτους;

Δε βλέπετε παπάδες; Και δασκάλους
δε βλέπετε τους νέους μας που στραβώνουν;

Δε βλέπετε κατόχους ακινήτων
καθέναν τους φτωχών χιλιάδων θύτη;

Σάπιες δε βλέπετε τηλεοράσεις;

Ραδιόφωνα στο κέρδος ρυθμισμένα;

Δε βλέπετε προέδρους; Νομοθέτες;

Λοιπόν χτυπάτε όλους αυτούς τους στόχους.

Στη γη για να χωθούν οι πλουτοκράτες.
Λίγο οι φονιάδες σας για να σκεφτούνε-
όσο προλάβουν πριν τους χάσετε όλους.
Τρόμο να νιώσουν οι βασανιστές σας
κι όλοι να δούνε πως υπάρχουν κάποιοι
που όχι νιώσανε την κοροιδία,
μα και που βάλθηκαν να τη χαλάσουν.

Οχυρωθήκανε πίσω απ' τους νόμους-
που άδικο λεν το δίκιο, την ειρήνη
πόλεμο τη βαφτίζουνε, και βάζουν
στη λευτεριά δουλείας ετικέτα-
κι από κει πίσω λεν, μας κυβερνάνε.

Κι έρχεται ο ένας και αλλάζει ό,τι
ο προηγούμενός του είχε κάνει
κι έρχεται ο άλλος και αφού ύφος πάρει
" ο λαός μας..."λέει, "η δημοκρατία...",
"για το καλό αυτού του τόπου..." λέει..

Και από μέσα του: "καλά κρατάμε,
αφού σα χάχες ό,τι λέμε ακούνε..."
και: " η δημοκραατία", λενε, "αυτό 'ναι:
να κυβερνάν αυτοί που πλειοψηφίσαν".

Κι αν κανενός σα μια σκια περάσει
απ' το μυαλό του αλήθειας μια ιδέα
μες στης πλειοψηφίας τηνε πνίγει
το τέλμα και στην άνετη βολή του.

Κι οι υπουργοί στο χρήμα κολυμπάνε
και ως εκει φωνές φτωχών δε φτάνουν.

Α! Τώρα που εξύπνησαν τα νιάτα
πού θα κρυφτούνε οι εκμεταλλευτές τους;

Και κλέβουνε οι βουλευτές και κλέβουν...
κι οι υπουργοί αδικούνε...κι αδικούνε...

Και ο πρωθυπουργός, καλός μαέστρος
όλους καθοδηγεί και συγκαλύπτει...

Και στο φαί όταν πάνω τσακωθούνε
ποιος το περσότερο φαί θα φάει,
"ιδού!", φωνάζουν οι άθλιοι, "εμείς πράξη
έχουμε κάνει τη δημοκρατία-
καθένας έχει τη δική του γνώμη
να μοιραστεί το πλιάτσικο πώς πρέπει!"

Ναι, από πίσω κρύβονται απ' τους νόμους
και λένε από κει πως κυβερνάνε.

Όμως εσείς το ξέρετε παιδιά μου-
ούτε κυβέρνηση ειν' αυτή ούτε νόμοι.
Κι ο μόνος νόμος που υπάρχει πάντα:
αφότου γεννηθήκατε, όλα δικά σας είναι.

Μα εκείνοι από τέτοια δεν ακούνε
κι όταν η δικιοσύνη σας χτυπήσει,
εκείνοι μαζεμένοι στη Βουλή τους
που αγκρέμιστη ακόμα την κρατάτε
θ’ αλληλοσυλλυπούνται σοβαροί
ενώ τα μνήματα γεμάτα είναι
με ανθρώπους που αυτοί έχουν σκοτώσει.

Κι άρθρα θα γράφουν στις εφημερίδες
και στις τηλεοράσεις θα γαυριούν
χωρίς να σκέφτονται ούτε για λίγο
ότι μ' αυτά που γράφουν και που λένε
τρομοκρατούν των πολιτών τα πλήθη
που βλέπουνε τα όπλα πως κρατάν
άνοα όντα, που μυαλό δεν έχουν
ούτε για να μπορέσουν να σκεφτούνε
ότι παράλογα είναι όσα λένε
και για νηπίων ακόμα λογική.

Γι αυτό σας λέω παιδιά μου, άλλο
να σας σκοτώνουνε μη τους αφήστε.
(συνεχίζεται)