Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΑΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες
μαύρα κενά υπάρχουν αφημένα.
Μέσα τους ζουν παντέρημες και μόνες-
πλάσματα που ειν’ απ’ όλους ξεχασμένα-

κάτι μορφές απέραντα θλιμμένες
με χώμα σκεπασμένες και με σκόνη-
βουβές μορφές, σε μένα αγαπημένες
(κάποιο κοινό σημάδι μας ενώνει).

Είναι αυτοί που έφεγγε βαθιά τους
η φλόγα ενός δυσεύρετου ταλάντου.
Που τη μεγάλη εφώτιζε καρδιά τους
το φως ενός ηλίου αμαράντου.

Που ενώ να δώσουν είχαν κάτι νέο
μες στα παλιά εφθείραν τη ζωή τους.
Που αναλώθηκαν μες στο χυδαίο
ενώ τ’ Ωραίο πλαντούσε στην ψυχή τους.

Ειν’ οι σκιες αυτών που ενώ πλασμένοι
για έργα ήσαν τέχνης φτερωμένα
μες στην αφάνεια εζήσανε χαμένοι
σαν άστρα που από νέφη είναι κρυμμένα.

Ειν’ οι Μπετόβεν που δεν έχουν μουσουργήσει
γιατί δεν έλαμπε ακόμα η μουσική
ειν’ οι Ντα Βίντσι που δεν έχουν ζωγραφίσει
γιατί στη λίθινη ανθίσαν εποχή.

Είναι οι Όμηροι, οι Σαίκσπηρ, οι Ικτίνοι
που ζήσανε στα δέντρα ή σε σπηλιές
οι Καρυωτάκηδες, οι Πόε, οι Λαμαρτίνοι
στου Ανθρώπου που έζησαν το λυκαυγές.

Μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες
κάποιες μορφές παράξενα σαλεύουν
κι από τις μουχλιασμένες τους κρυψώνες
έξω-στο φως-τώρα να βγουν γυρεύουν.

Πόσο πικρές αλήθεια πρέπει να ’ναι-
πόσο θα νιώθουν δύστυχες και μόνες
κάτι μορφές που ατέλεστες γυρνάνε
μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες...

Γιαυτό θεέ σε ικετεύω όχι να δώσεις
στις σκιές αυτές της δόξας τη χαρά
όμως τελείως μη τις αγνοήσείς-
από δαφνόφυλλα φτιάξε ξερά

ένα στεφάνι κι έτσι ως είσαι αγαθός
δώσε τους λίγη απ’ την ουράνια ευτυχία-
όχι τιμές μεγάλες-να! καθώς
στους λήγοντες κερδίζουν τα λαχεία.