Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Σήμερα οχτώ πρωί. Η ησυχία στην πολυκατοικία νεκρική. Ξάφνω ακούγονται τα βαριά πατηματάκια στις σκάλες, ανεβαίνοντας, του μικρού παιδιού της οικογένειας του κάτω πατώματος: Μπουπ! Μπουπ! Μπουπ! Είναι χάρμα να φαντάζεσαι τα μικρά του ποδαράκια να πατάνε επίτηδες βαριά τα σκαλοπάτια. Είναι φανερό ότι ο μικρούλης απολαμβάνει το ανέβασμα της σκάλας κάθε φορά. Η οίηση του ανθρώπου που έχει βρει τρόπο να σκαρφαλώνει με τον σίγουρο αυτό τρόπο; Η περηφάνεια από το τρυφερούδι ότι μπορεί κι αυτό πια να μεταχειρίζεται σαν ίσος προς ίσο και την εφεύρεση αυτή του ανθρώπου, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι μπορεί να κάνει ό,τι και οι μεγάλοι;
(Μια φορά μάλιστα, πέρσι, που ανέβαινε τις σκάλες με τη γιαγιά του να το κρατάει από το χέρι, και ενώ είχαν φτάσει στα μισά της σκάλας, ακούστηκε η λεπτή ακόμα φωνούλα του να λέει με νόημα, και, εγώ που  ξέρω το παιδάκι, με ύφος κουρασμένου από τις εργασίες της ημέρας μεσόκοπου μεροκαματιάρη: «Ουφ! Κουράστηκα!»…)
Και όταν ο ήχος από τα βαριά πατηματάκια στα σκαλιά, που πλησίαζε, έδειξε πως ο λιλιπούτειος αναρριχητής έφτασε στον αμέσως επάνω όροφο, όπου το διαμέρισμα της γιαγιάς και το δικό μου, που ήταν και ο προορισμός του, ακούστηκε βαρύς και γεμάτος ο ήχος από μια μεγάλη μπάλα ποδοσφαίρου που με ορμή έκρουσε το δάπεδο του ορόφου, διαλάληση ίσως της επίτευξης της επιτυχούς ανόδου. Και αμέσως φωνή: «Γιαγιά!» Η γιαγιά από μέσα, παίζοντας μάλλον κι αυτή: «Ποιος είναι;» Και η γεμάτη αγανακτισμένη έκπληξη που δεν τον γνώρισαν αμέσως, αλλά μαζί και μια επίπληξη και ένα παράπονο στη γιαγιά για τον ίδιο λόγο, η φωνούλα: «Εγώ είμαι!» Η πόρτα άνοιξε και αμέσως η όλο χαρά και περηφάνεια δήλωση: «Καινούργια μπάλα!»