Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Σήμερα ήρθε στο δωμάτιό μου η Μ. Δεν είχε διόλου τρακ ή δισταγμό, δεν έδειχνε να ενοχλείται που έμπαινε για πρώτη φορά στο δωμάτιο ενός άντρα. Πήρε την καρέκλα που άπλωνα τα πόδια μου πάνω της όταν ήμουν μόνος και έκατσε διπλώνοντας τα γόνατα και πατώντας στο οριζόντιο ξύλο της καρέκλας το παράλληλο προς το πάτωμα.
Είχα συγυρίσει το δωμάτιο όσο συγυριζόταν. Πήρα τα χαρτιά από το κρεβάτι, μάζεψα τις κρεμασμένες στις καρέκλες σακκούλες, έστρωσα όπως όπως το κρεβάτι, μάζεψα τα χαρτομάντηλα από το πάτωμα βάζοντάς τα στο καλαθάκι των άχρηστων και το σπουδαιότερο, κάλυψα με ένα σεντόνι το τραπεζι πάνω στο οποίο βρίσκονταν σκόρπια μία πληθώρα ανομοιογενών αντικειμένων. Το τελευταίο αυτό άλλαξε και την όψη του δωματίου προς το καλλίτερο. 
Της ζήτησα να παραβλέψει την ακαταστασία. Μην ενοχλείσαι, μου λέει, έχω αδερφό και ξέρω από τη νοικοκυρωσύνη των αντρών.
Χτες ήμουνα με το Μήτσο, μου είπε. Εξεπλάγην. Ο Μητσος ήτανε ο νεαρός που για μήνες ζητούσε να τα φτιάξει μαζί του και εκείνος την απέφευγε. Πρέπει να είσαι πολύ χαρούμενη, της είπα. Όχι τόσο, μου είπε, ήρθε και κάτσαμε μαζί από τις δώδεκα ως τις εφτά το βραδυ. Τον παίδεψα όμως και ίσως δεν του φέρθηκα καλά κάνοντας έτσι. Για δυο ώρες δεν τον άφηνα να με φιλήσει. Δεν ξέρω αν έκανα καλά… Νομίζω, της είπα, ότι αλήθεια δεν έκανες καλά ούτε για σένα ούτε γι αυτόν. Εσύ που τόσο τον ήθελες, όταν τον είχε επί τέλους μπροστά σου δεν τον άφηνες να σε φιλήσει. Εκείνος πάλι, δεν θα περίμενε να είστε κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο οι δυο σας για δυο ώρες και να μη τον αφήνεις να σε φιλήσει.
Έστριψε ένα τσιγάρο. Της έφερα ένα άδειο πλαστικό από γιαουρτάκι για τασάκι.
Ενδιαφερόταν για μένα όμως. Όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι, αφού τον είχα αφήσει να με φιλήσει, έσκυψε πάνω μου και με κοίταζε με ενδιαφέρον. Με ρωτούσε αν θέλω να μου φέρει ένα μαξιλάρι ακόμα, με ρωτούσε αν το κεφάλι μου είναι καλά δεξιά στραμμένο ή θα ήθελα να το γύριζα δεξιά-πώς να σου πω, έδειξε να ενδιαφέρεται για μένα. Όμως από ότι κατάλαβα, αυτός θέλει να τα έχουμε καλά και να μην έχουμε σχέση. Πώς το βλέπεις αυτό; Αν ήθελε να τα εχετε καλά μόνον, της απάντησα, δεν βλέπω γιατί ήρθε σε σένα. Καλά θα μπορούσε να τα έχει με κάποιον άλλον οποιοδήποτε, άντρα ή γυναίκα. 
Μου εξήγησε πως λέγοντας «να τα έχουμε καλά», εννοούσε να κάνουν έρωτα μόνον, χωρίς να υπάρχει συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο. Εσύ, μου λέει, θα μπορούσες να έχεις μια γυναίκα δίπλα σου μόνο για τον έρωτα, χωρίς να νιώθεις τίποτα γι αυτήν; Της απάντησα πως αυτό θα ήταν αδιανόητο για μένα, ότι είμαι της γνώμης πως έρωτας χωρίς αγάπη είναι ζωώδης κατάσταση αλλά συμπλήρωσα πως αν και οι δύο το θέλουν, τότε όλα καλά. Γι αυτό πρέπει να ρωτήσεις τον εαυτό σου, της είπα, τι ζητάει από αυτόν τον άνθρωπο. Αν και συ θα ήθελες το ίδιο, τότε προχώρησε μαζί του απόψε κιόλας.
Έσβησε το τσιγάρο της και έστριψε δεύτερο.
Εσύ, με ρωτάει, θα μπορούσες να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα αν δεν την αγαπάς; Απάντησα πως όχι. Συμπλήρωσα όμως λέγοντας ότι υπάρχουν άντρες που αφού κάνουν έρωτα με μια γυναίκα ύστερα, με τον καιρό, μπορεί να την αγαπήσουν. Πάντως, της λέω, είτε σ’ αγαπάει είτε όχι, μη νομίσεις πως ο άντρας που θα έρθει κοντά σου ζητάει άλλο τίποτα παρά θέλει πρώτα πρώτα έρωτα.
Ταράχτηκε. Γρήγορα γρήγορα είπε: Και πώς θα ξέρω εγώ τι από τα δύο θέλει ώστε να αποφασίσω τι θα κανω μαζι του;
-Πρέπει να είσαι προετοιμασμένη και για τα δύο.
-Και αν δεν με αγαπάει;
-Πια τον αφήνεις.
Δεν της άρεσε η απάντηση.
-Χρειάζεται και το ρίσκο σε ορισμένες περιπτώσεις. Τον ήθελες. Ήρθε. Τώρα η επόμενη κίνηση είναι δική σου. Σκέψου τι θέλεις, σκέψου τις συνέπειες της μιας ή της άλλης απόφασής σου και κάνε εκείνο που θέλεις.
Δεν μίλησε άλλο γι αυτό το θέμα.
Την είχα πρωτοδεί τέσσερες μέρες πριν, όταν είχαμε πάει αυτή, μια φίλη της και εγώ στο σπίτι της γιαγιάς της, στο χωριό.
Η φίλη της είναι που μας γνώρισε εκείνη την ημέρα.
Χωριό στην κορφή του βουνού. Θυμήθηκα το χωριό μου. Σόμπα τεράστια πο έπαιρνε ξύλα, με τζάμι μπροστά για να φαίνεται η φωτιά μεσα της και με φουρνάκι στο πάνω μέρος της για ψήσιμο. Ένα δωματιάκι μικρό, τραπέζι, ένα κρεβατάκι, κουρτινάκια στο παράθυρο, κάτι κουρελούδες, και ανοίγοντας την πόρτα να βλέπεις το θεό.
Ήταν εκεί και ο πατέρας της Μ. Καλός χωρικός. Του είπα αν θέλει όταν κατεβαίνει στην πόλη να με παίρνει να τα λέμα.
Έψησε ένα κοτόπουλο δικό της η γιαγιά. Αυτό ήταν κοτόπουλο. Τα άλλα που τρώμε στην πόλη είναι αχυρα.  Αργήσαμε να φύγουμε γιατί περιμέναμε να ψηθεί το κοτόπουλο και όταν φύγαμε ήτανε βράδυ.
Στο δρόμο ομίχλη. Ομίχλη που να μην βλέπεις ούτε ένα μέτρο μακριά από το αυτοκίνητο. Οδηγούσα. Η κοινή μας φίλη να έχει πάθει υστερία και να φωνάζει: θεούλη μου τι κακό που μας βρήκε… Σταμάτα…  πάει, θα πέσουμε στον γκρεμό… δε θα ξαναδώ τη μάνα μου και τον πατέρα μου… πότε θα μας βρούνε άραγε… και τέτοια. Σε μια στιγμή πήρε το φίλο της στο τηλέφωνο. . Σε αγαπώ μωρό μου αλλά δε θα με ξαναδείς… Έχουμε ομίχλη και δε βλέπουμε τίποτα… τι να κάνω… πού ήρθαμε…
Όλη αυτή η κατάσταση της φίλης μου θα ήτανε αρκετή για να μας πανικοβλάει και μας τους δυο μέσα εκεί. Όμως εμείς οι δυο είχαμε λυθεί στα γέλια. Όχι επειδή δεν γνωρίζαμε τη σοβαρότητα της κατάστασης αλλά επειδή η συμπεριφορά της φίλης μου μας έμοιαζε αστεία. Και υποθέτω ότι έγινε αυτό χωρίς να το θέλουμε, επειδή αν παίρναμε και μεις σοβαρά την κατάσταση και αρχίζαμε να θρηνωδούμε, τότε ποιος θα οδηγούσε το αυτοκίνητο; Στο μεταξύ, όταν ήρθαν τα βαριά κύματα της ομίχλης η Μ., που καθόταν στο πίσω κάθισμα, άρχισε να μου λέει «δεξιά… τωρα ίσια… αριστερά…», νομίζοντας για ένα διάστημα, ότι επειδή δεν μιλούσα, πήγαινα πράγματι σύμφωνα με τις υποδείξεις της. Για μένα τουλάχιστον αυτή ήταν η αιτία που ξαφνικά άρχισα να γελάω ενώ οδηγούσα, ότι δηλαδή η Μ. νόμιζε πως πραγματικά εγώ ακολουθούσα τις οδηγίες της και με βάση αυτές οδηγούσα.  Αυτή, η Μ., από τα γέλια μου καταλαβε το αστείο του πράγματος και άρχισε κι αυτή να γελάει. Έτσι εγώ κι αυτή γελούσαμε μέχρι σημείου να μην μπορούμε να αναπνεύσουμε από τα γέλια. Η κατάσταση δηλαδή στο αυτοκίνητο μέσα ήταν αυτή: η φίλη μου να οπδύρεται καταστροφολογούσα ασυναρτήτως εν πολλοίς, και εγώ και η Μ. να είμαστε παραδομένοι σε ένα ασυγκράτητο εκ βαθέων γέλιο που με ανάγκασε τρεις φορές να σταματήσω το αυτοκίνητο δεξιά (υπέθετα) ώσπου να μου περάσει το πολύ γέλιο. Μα εκείνο όλο θέριευε ταϊσμενο από τις υποδείξεις της Μ. που παρόλαυτά δεν τις είχε σταματήσει, αλλά και από το γέλιο της, που ήταν συντονισμένο με τις χορδές του δικού μου γέλιου έτσι ώστε να γιγαντώνονται και τα δύο. Έξω από το αυτοκίνητο, η κατάσταση ήταν ασυμβίβαστη προς την οδήγηση. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα τέτια ομίχλη, από την οποία… δεν έβλεπα τίποτα. Στο τέλος είχαμε φτάσει στο σημείο εγώ και η Μ., να ξεφωνίζουμε με θαυμασμό και απαντοχή ο ένας στον άλλο όταν ξεχωρίζαμε κάπου κάπου κάποιο κομμάτι της λευκής γραμμής στο μεσο του δρόμου: «να! να εκεί… τη βλέπεις;..» «Πού; Α ναι, να ’τη!»
Από τύχη δεν πέσαμε στον γκρεμό που έχασκε δεξιά μας. Κάποιος μας ήθελε ακόμα ζωντανούς.
Τα γέλια σταμάτησαν όταν βγήκαμε από την ομίχλη
Τέσσερες μέρες μετά από αυτό έγονε η επίσκεψη της Μ. για την οποία έγραψα παραπάνω.
Πριν φύγει της είπα: «Γράψε το τηλέφωνό μου να το πεις στον πατέρα σου» . Πήρε το τηλέφωνό μου και έκανε αναπάντητη κλήση στο δικό της. «Έτσι θα έχεις και συ το δικό μου τηλέφωνο» είπε. 
Μάζεψε τα τσιγάρα, την τσάντα, το τηλέφωνό της. Βγαίνοντας με ρώτησε: «Μπορώ να κρατήσω κι εγώ το τηλέφωνό σου;» «μα και βέβαια.» της είπα.