Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ή
ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ

Και ήρθες εσύ και γκρέμισες τον απαίσιο τοίχο που μου είχε στερήσει κάθε χαρά. Και μου έδειξες τον καινούργιο μου κόσμο, γεμάτον με ανυποψίαστες και πρωτόφαντες για μένα χαρές. Ήταν σαν να ζούσα στα παιδικά μου χρόνα πάλι, με τώρα σαν γυναίκα. Και τότε κατάλαβα ότι ήτανε μια αναγκαιότητα της χώρας αυτής η αυτοματοποιημένη ζωή που πέρασα μετά την ευτυχία της ανέμελης παιδικής ζωής μου, που θα συνέχιζε να με κατέχει αν δεν ερχόσουν εσύ. Μα ήρθες. Και όλα άλλαξαν από τότε μέσα μου και γύρω μου. Και πάλι όλη η γη έγινε δική μου. Απέραντοι κάμποι καταπράσινοι απλώνονταν μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μου. Ήτανε σαν να ήμουνα πάλι παιδί. Μα τώρα ένα παιδί με μάτια και χέρια και πόδια και κορμί δικά του που δεν ήτανε εξαρτήματα της γύρω απανθρωπιάς, μα που ζητούσανε να παίξουνε τον δικό τους ρόλο μέσα στον καινούργιο κόσμο που ανοίχτηκε μπροστά μου. Και αυτή η δεύτερη αλλαγή που έγινε σε μένα ήταν υπέροχη.
Ξανάγινα ένα παιδί-ναι. Μα ένα παιδί που μόνο μέσα από ένα μαγικό γυαλί θεωρώντας την μπορούσε να ζει και να αιστάνεται τη νέα του γλυκιά πραγματικότητα. Και το μαγικό αυτό γυαλί ήσουν εσύ.
Εσύ που γκρέμισες τον τοίχο που μου έκρυβε τη χαρά, εσύ έγινες ένα κόκκινο πέπλο και με σκέπασες. Και μόνο κοιτάζοντας μέσα από το πέπλο αυτό φαίνονταν όλα ωραία. Κοντά σου και μέσα από σένα κοιτάζοντάς τα, όλα ήταν απρόσμενα επιθυμητά και ωραία.
Όταν έβλεπα τα γλυκά κι ευγενικά σου μάτια να με κοιτάζουν γεμάτα θαυμασμό που δεν προσπαθούσες καθόλου να κρύψεις, τότε κάθε τι καινούργιο μέσα μου ξυπνούσε και με αγωνία περίμενε κάποιον σου λόγο για να ευωχηθεί.
Όταν μου ’λεγες τα ωραία σου λόγια, ολόκληρη συνεπαιρνόμουν από τη μουσική τους.
Δεν μπορούσα να δείξω τίποτε μπροστά σου. Κάτι πιο δυνατό από τη θέλησή μου με κράταγε να μη δείξω πόσο με ευχαριστούσαν όλα αυτά.
Πολλές φορές στη διάρκεια των συζητήσεών μας θα πρόσεξες πως με κάποια πρόφαση ζητούσα συγνώμη κι έφευγα γρήγορα. Πήγαινα στο δωμάτιό μου ,έκλεινα την πόρτα, και άφηνα τον εαυτό μου να ξεσπάσει σε μιαν άφωνη χαρά για να μην ακουστώ.
Ύψωνα τα χέρια μου κι ευχαριστούσα το θεό και τον παρακαλούσα να μην τελειώσει ποτέ αυτή η χαρά. Μετά ερχόμουν όσο μπορούσα πιο γρήγορα στο μέρος όπου καθόσουν εσύ. Πόσο φοβόμουν μην πάρεις για αγένεια την απουσία μου! Ναι, εγώ που προτύτερα έφευγα από το δωμάτιο σαν να μην υπήρχε άλλος μέσα σ’ αυτό, σαν να μην υπήρχε κάποια κουβέντα που έτσι την άφηνα μετέωρη, εγώ, τώρα κρεμόμουν από τα χείλη σου.
Από την άλλη άρχισα να σε ντρέπομαι. Έπαψα να φορώ τα κοντά παντελόνια που έδειχναν τους μηρούς μου ως επάνω και φορούσα ρούχα φαρδιά που δεν εφάρμοζαν πάνω μου. Μα τίποτα δεν άλλαξε στη στάση σου απέναντί μου. Το βλέμμα σου τρυπούσε το κορμί μου και όσα μου έλεγες για το κορμί μου δεν άλλαξαν. Ήταν σαν η ματιά σου να τρυπούσε τα ρούχα μου και να με έβλεπες γυμνή. Και αυτή η σκέψη μού άρεσε και βάθαινε τη σημασία των λόγων σου κάθε φορά που αυτά λυτρωτικά ραίναν το μύρο τους επάνω μου.
"Πού θα σταματήσει;", "Ως πού θα φτάσει;", "Ως πότε;" ,αναρωτιόμουνα. Και ένας τρόμος με τύλιγε και μια δυστυχία μ’ έζωνε στη σκέψη πως κάποτε θα έπαυες να μου λες πόσο όμορφη είμαι. Μα κάθε ανησυχία μου διαλύονταν όταν έφτανε το πρωί. Μια καινούργια μέρα άρχιζε, μια μέρα που κάποια από τις ώρες της θα σε έφερνε κοντά μου πάλι. Και με την πρώτη ευκαιρία, που τώρα βοηθούσα κι εγώ να δημιουργηθεί, θα άκουγα πάλι τον γλυκό λόγο σου, θα ένιωθα πάλι να ηλεκτρίζομαι από τον θαυμασμό που ξεχύνονταν από όλο το είναι σου για μένα.
Και όλα αυτά σταμάτησαν απότομα.
Έπαψες να έρχεσαι στο σπίτι.
Έπαψες να μου μιλάς.
Έπαψες να με χαιρετάς όταν με έβλεπες έξω.
Άλλαζες δρόμο όταν συναντιόμασταν.
Μετά από τη μεγάλη χαρά ήρθε η μεγάλη λύπη. Σιγά σιγά μα χωρίς οπισθοχώρηση το σκοτάδι έπεφτε σταθερά και σκέπαζε όλα γύρω.
Ήρθες κοντά μου, μού ’δειξες το φως και μ’ έριξες στο σκοτάδι.
Ήρθες, μου ’φερες το πιο λαμπρό φόρεμα, κι όταν ντύθηκα μ’ αυτό μου το ξέσχισες και με άφησες γυμνή.
Μου έδειξες την ευτυχία και την πήρες αμέσως από κοντά μου.
Μέσα στη γύρω ξερασιά νεράκι σε είχα δροσερό και στέρεψες.
Έτσι, χωρίς εξήγηση, χωρίς λόγο κανένα.
Αν ήξερα το γιατί, η λογική θα έντυνε, έστω επιφανειακά, λίγο από το χάος που άνοιξε η απουσία σου.
Ούτε αυτήν δε με αφήνεις να χρησιμοποιήσω. Γιατί; Και τι θα γίνω πια; Η τύχη μου ποια θα 'ναι;

ΑΝΤΡΕ
Ο προορισμός μου τελείωσε εδώ. Έπρεπε να σε βγάλω από αυτό τον συρφετό των ρομπότ. Έπρεπε να σου δώσω την αίσθηση. Έπρεπε να σε κάνω άνθρωπο. Έπρεπε μέσα σ’ αυτή τη χώρα να σπείρω σπόρο ανθρώπινης ουσίας. Το κατάφερα. Αυτό είναι το τέλος της αποστολής μου. Δε με χρειάζεσαι πια. Δεν πρέπει να είμαι κοντά σου πια. Αλλού είναι η θέση μου τώρα. Θυμάσαι τη μέρα που ήμασταν μέσ’ στον κήπο σου και βλέπαμε κατάπληκτοι τα άνθη της πορτοκαλιάς μετά από τη βροχή; Και τα μυρίζαμε, και ο αέρας, υγρός και νοτισμένος βαριά με το άρωμά τους μας ζάλιζε καθώς τον αναπνέαμε;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Πώς να μη θυμάμαι; Ήταν η τελευταία φορά που ήρθες στο σπίτι. Ήταν η τελευταία φορά που μου μίλησες.

ΑΝΤΡΕ
Εκστατική κοίταζες τα καθαροπλυμένα ανθάκια και μου είπες:"Ένα τέτοιο ανθάκι είναι η ψυχή μου".
Δεν είχα να σου μάθω τίποτε άλλο πια. Ούτε περίμενα ν’ ακούσω τίποτε καλλίτερο από αυτό.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Αυτό ήτανε λοιπόν; Για να μου κάνεις ένα μαρτύριο τη ζωή μου με πλησίασες; Μου λείπουν τα λόγια που μου έλεγες. Τώρα οι μέρες μου περνάνε άχαρες, κρύες. Οι νύχτες μου είναι φριχτές καθώς ξέρω πως κανείς δε βρίσκεται κοντά μου να νοιώσει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μου, να τη ντύσει με όμορφα φορέματα και να τηνε φέρει μπροστά μου ωραία όπως εσύ μόνο την έκανες κάποτε να είναι.
Ναι, θα αλλάξουν όλα απόψε. Θα με ξανακάνεις ευτυχισμένη. Δεν είναι η περιέργεια που με σπρώχνει να μάθω γιατί με απαρνήθηκες. Είναι η ελπίδα πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Είναι η ελπίδα πως όσες μέρες πέρασα μακριά σου θα γίνουν από σήμερα ένας περασμένος εφιάλτης που θα τον ξεχάσω τελείως όταν θ' ακούσω από το στόμα σου και πάλι λόγια θαυμασμού για ό,τι δικό μου. Την πρώτη φορά που η ζεστή και σίγουρη φωνή σου θα βυθίσει μέσα μου για να με κυριέψει πάλι το νόημά της. Έλα να συνεχίσουμε τη ζωή μας από κει που την αφήσαμε. Έλα να νιώσουμε ό,τι ο κάθε άνθρωπος ποθεί να νιώθει. Έλα συ μοναδική μου μέσα στον κόσμο χαρά. Έλα και δώσε μου την ευτυχία που κανείς άλλος δεν μπορεί-δεν ξέρει να μου δώσει.
Έλα πάλι στο σπίτι μας. Τα δέντρα είναι πάλι ανθισμένα. Τα πορτοκάλια κάνουν πάλι την παράξενη συντροφιά τους με τα σταφύλια-εκείνα, προς το μέρος της κουζίνας-και σε περιμένουν κι αυτά να τα γέψεις.
Έλα πες μου πάλι εκείνα τα λόγια που με καίνε γλυκά. Ας γίνει η νύχτα η αποψινή μια καινούργια αρχή για την
παλιά μας συντροφιά που όσο δεν εκτιμούσα τότε τους θησαυρούς της τόσο τώρα τους αναζητώ.
Είναι άχαρα όλα γύρω αν κανένας δεν με θαυμάζει. Αν δεν με προσέχει κανείς. Αν δεν με χαϊδεύει κανένα μάτι με τα χάδια της αφοσίωσης, του θαυμασμού…
(χαμηλώνει τη φωνή της)
της αγάπης… της λατρείας... του πόθου.
(δυνατά και αποφασιστικά)
Ναι! Γιατί να μη το πω; Το ξέρω. Μ’ αγαπάς. Με ποθείς. Με λατρεύεις. Κι εγώ θέλω να αρέσω. Να μ’ αγαπάνε. Να με ποθούν. Δώσε μου τη χαρά που εσύ με έμαθες να χαίρωμαι...
(σταματάει να μιλά και περιμένει απάντηση κοιτάζοντάς τον)

ΑΝΤΡΕ
Αν σε έμαθα τη χαρά δεν σου στην έμαθα για να χαρείς μα για να σου λείψει. Αν σου γνώρισα της ευτυχίας τα ρίγη ήταν για να τα στερηθείς. Αν σου έφερα την ελπίδα ήταν για να σε παραδώσω στο φόβο.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Θεέ μου!

ΑΝΤΡΕ
Όλα της ζωής σου πρέπει να είναι δύστυχα. Πρέπει να ζητάς και να μη βρίσκεις. Πρέπει να νοιώθεις και να μη σε νοιώθουν. Πρέπει να τρέμεις μπροστά στο άγνωστο. Πρέπει το μέλλον σου να είναι ζοφερό. Πρέπει ολόκληρη να είσαι μια επιθυμία και να βρίσκεις την αδιαφορία. Σου έδωσα την αίσθηση για να αισθάνεσαι πόνο. Σου έδωσα τη γνώση για να ξέρεις πως δε θα έβρεις εκείνο που ζητάς. Σου έδωσα ψυχή για να υποφέρεις. Σου έσπειρα τον πόθο για να σε σπαράζει απλήρωτος.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Γιατί δεν με άφησες όπως ήμουν; Ένα ρομπότ; Γιατί αν ήτανε να με αφήσεις βουτηγμένη στον πόνο-γιατί να μου δώσεις την ανθρωπιά; Πώς θα ζήσω σε τέτοια μια κόλαση σ’ όλη μου τη ζωή-από τις φλόγες της τυλιγμένη; Πώς χωρίς σταγόνα νερού για να σβήσω λίγη από τη δίψα που εσύ... εσύ μου άναψες;..

ΑΝΤΡΕ
Είσαι άνθρωπος.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Νόμιζα πως μ’ αγαπάς. Δε μ’ αγαπάς λοιπόν καθόλου;

ΑΝΤΡΕ
Σ' αγαπώ. Είσαι το δημιούργημά μου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
(θυμωμένα και ειρωνικά)
Το δημιούργημά σου; Είσαι θεός λοιπόν;

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι θεός.

ΚΟΡΙΝΝΑ
(έξαφνα σηκώνεται και φωνάζοντας όλο και δυνατότερα, υστερικά)
Ναι; Ναι; Λοιπόν είσαι θεός; Θα σου πω εγώ τι είσαι.
(κάνοντας εξαγριωμένη βόλτες μπροστά του)
Είσαι ένας γερο-σάτυρος. Αυτό είσαι! Ένας γεροπαραλυμένος. Με βρήκες μικρή και βάλθηκες να με τυλίξεις στα δίχτυα σου. Μπόρεσες να με κοροϊδέψεις και θα κατάφερνες ό,τι είχες στο νου σου αν δε σε σταματούσε ο φόβος για τις συνέπειες. Αυτό είσαι. Με βρήκες μικρή και νόστιμη και βάλθηκες με γλυκόλογα να με κάνεις να σ’ αγαπήσω. Τα κατάφερες. Μα για κάποια αιτία την τελευταία στιγμή έκανες πίσω.
Ένας γερο-σάτυρος! Ένας γερο-βρωμιάρης! Αυτό είσαι! Ένας ξεκούτης γέρος που του αρέσουν τα μικρά κοριτσάκια -ένας διεστραμμένος γέρος.
(ο Αντρέ μένει ακίνητος κοιτάζοντας κάτω. Η Κορίννα ορμάει πάνω του, τον πιάνει από τα ρούχα του, τον ταρακουνάει, τον χτυπάει, τέλος τον ξαπλώνει κάτω)
Μ’ ακούς ελεεινέ; Αυτό είσαι. Ένας παλιάνθρωπος. Ένας ετοιμόρροπος γέρος που μπορεί να σε κάνει καλά μια γυναίκα σαν και μένα. Μια οχιά είσαι! να τι είσαι...
(Τα τελευταία λόγια τα προφέρει όντας έτοιμη να του πατήσει με το πόδι της το κεφάλι. Κατεβάζει σιγά σιγά το πόδι της δίπλα στο κεφάλι του)
Ναι... μια οχιά είσαι. Είσαι το φίδι. Όχι ο θεός. Μα την αλήθεια, έτσι σερνάμενος χάμου ίδιος μοιάζεις. Και σε σιχαίνομαι... Σε σιχαίνομαι όσο μπορεί άνθρωπος να σιχαθεί. Ένα σιχαμερό φίδι. Ένα γλοιώδες ερπετό.
(λέγοντας αυτά κάθεται στη γωνιά της πάλι. Σιωπή. Ο Αντρέ σηκώνεται και σιγά παίρνει πάλι τη θέση του)

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι το φίδι. Αυτό είναι ο θεός.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι. Είσαι το φίδι μα ο θεός είναι άλλος. Και θα με πάρει από την κόλαση που εσύ με έριξες και θα με πάει στον παράδεισο. Και συ θα μείνεις εκεί, σερνάμενος στο χώμα και γλοιώδης.

ΑΝΤΡΕ
(ήρεμα)
Παράδεισος ήταν η ρομποτική σου ζωή. Δεν χαίρεσαι που τώρα έχεις ψυχή-που έγινες άνθρωπος;

ΚΟΡΙΝΝΑ
(αλλάζοντας συμπεριφορά, προκλητικά έως χυδαία)
Κι αν έχω ψυχή όμως έχω και σάρκα.
(σηκώνεται και γονατίζει δίπλα του)
Και αυτή η σάρκα έχει το σχήμα που σου αρέσει. Τόσες φορές μου το ’δειξες. Τόσες φορές μου το είπες. Και τη σάρκα αυτή την ποθείς. Θέλεις να τη χαρείς. Γιατί κι εσύ, θεός ή φίδι, είσαι κι εσύ από σάρκα που διψάει έρωτα.
(τον αγγίζει, σκύβει προσπαθώντας να τον δει στα μάτια)
Θυμήσου πόσες φορές με πόθησες, πόσες φορές ευχήθηκες να ήμουν δική σου. Πόσες φορές με έγδυσες με τα μάτια σου. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνουν αλήθεια όλα όσα φανταζόσουν στην πιο τρελή σου φαντασία. Γύρνα τα μάτια σου και δες με έτσι φλεγόμενη. Άπλωσε τα χέρια σου και πιάσε με. Άγγιξέ με. Μίλα μου πάλι. Και πες μου πόσο είμαι ωραία. Και μη μιλήσεις για τα πόδια, το στήθος, το κορμί μου, όπως φανταζόσουν πως είναι.
(αρχίζει να γδύνεται)
Δικά σου όλα τώρα είναι ζωντανά. Και ούτε που χρειάζεται να με ξεντύσεις. Όλα μου τα ρούχα τα αποθέτω μπροστά στα πόδια σου. Και πάνω τους γυμνό θα ξαπλώσω το κορμί μου. Δικό σου.
(βγάζει και το τελευταίο της ρούχο και το απιθώνει μπροστά του. Ύστερα ξαπλώνει πάνω στα ρούχα που έβγαλε, τον πιάνει από το χέρι και προσπαθεί να τον φέρει κοντά της )
Έλα. Να μου πεις μονάχα έστω, πως είμαι ωραία. Πες το μου. Δες με. Αγκάλιασέ με. Νοιώσε με και ύστερα πες μου πως αυτό που ένοιωσες ήτανε ωραίο.

ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και αποφασιστικός και ήρεμος την σηκώνει και αρχίζει να της φοράει ένα ένα τα ρούχα της ενώ εκείνη τον βλέπει παράξενα στην αρχή, αδύναμα και απελπισμένα κατόπιν)
Χίλιες στιγμές κι αν ζήσεις σαν και τούτη, πάλι την άρνηση θε ν’ αντικρίσεις. Κανείς ποτέ δε θα σου δώσει ό,τι σου ’δωσα. Δυστυχισμένη θα κυλά η ζωή σου και ποτέ ικανοποίηση δε θα ’βρεις. Κι όταν στο τέλος φτάσεις του μακρινού σου ταξιδιού, μέσα στο σκεβρωμένο το κορμί σου η ίδια φωτιά θα λαμπαδιάζει άσβηστη κι ακοίμητη στον αιώνα. Είναι η φωτιά που εγώ μέσα σου έχω ανάψει. Για να μη χαθεί. Για να υπάρχει δίνοντας τη ζέστα της στον κόσμο να κινείται. Για να γεννοβολάει αστέρια και ήλιους και φεγγάρια και σύμπαντα. Για να πλάθει φίδια θεούς κι ανθρώπους. Κι ακόμα-μην τρομάζεις-για να φτιάχνει ρομπότ. Για να φτιάχνει κήπους, εργοστάσια και ασανσέρ που σταματάνε κρατώντας μέσα τους φυλακισμένους πλάστη και πλάσμα, δυο δυστυχισμένα όντα χαμένα μέσα στου σύμπαντος μιαν άκρη.
(λέγοντας αυτά η Κορίννα είναι πια ντυμένη. Κάθεται εξουθενωμένη στο σκαμνί της και ο Αντρέ στη γωνιά του)
Ας κάτσουμε πάλι όπως ήμασταν πρώτα. Είπαμε πολλά. Τώρα ξέρεις.
Χώθηκες πιο βαθιά στη δυστυχία. Λίγο ακόμα και θα υποταχτείς τέλεια. Ας ησυχάσουμε τώρα. Όλα είναι περιττά όπως και όλα είναι απαραίτητα. Τα υπηρετήσαμε και τα δυο. Κανένας δεν μπορεί να μας ψέξει για
ανεπάρκεια. Και ας ακολουθήσει καθένας το δρόμο του. Εγώ τρέχοντας προς το τέλος κι εσύ να περπατάς δυστυχισμένη και λιγότερο ελπίζοντας κάθε καινούργια σου μέρα.
(μακριά σιωπή)

ΚΟΡΙΝΝΑ
(βγάζει από την τσέπη της ένα κλειδί)
Πάμε να φύγουμε από δω. Εγώ σταμάτησα το ασανσέρ.
(Η Κορίννα ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ. Ο Αντρέ σηκώνεται και βγαίνει τραβώντας προς την έξοδο του κτιρίου. Η Κορίννα βγαίνει εξουθενωμένη πίσω του. Με όση δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει του φωνάζει)
Στάσου!
(ο Αντρέ στέκεται. Ικετευτικά)
Πες μου κάτι... κι ας μη το πιστεύεις…

(ο Αντρέ συνεχίζει να περπατά ώσπου χάνεται στη γωνία του διαδρόμου. Η Κορίννα απλώνει τα χέρια της προς αυτόν σαν για να κρατηθεί από κάτι. Κάνει κάτι να πει, δεν το λέει. Κατεβάζει τα χέρια απελπισμένη. Γονατίζει και σκύβει το κεφάλι ώσπου αυτό να ακουμπήσει στο δάπεδο)
                
                                      ΑΥΛΑΙΑ