Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ας ξαναδώ αυτό το ποίημα πριν το δώσω.

Την καρέκλα του Άλλου βάζω απέναντί μου
και στη δικιά μου κάθομαι εγώ. Και:
-Κοιτάξτε, του λέω, το τρίτο ποίημά μου εδώ.
Τι λέτε για τον πρώτο στίχο; Είναι ποίηση αυτή
το στήθος έτσι ανοιχτά να λέγεται-
να δείχνεται πες-
και να ρωτιέται η τσιγγάνα ποιος της το χαϊδεύει;

Στην άλλη την καρέκλα κάθομαι
παίρνω ύφος κριτικού εμβριθούς
και:
-Ισως, λέω,
πράγματι θα ’τανε καλλίτερα
εκείνο το «χαιδεύει» να ’φευγε.
Ας πούμε να το λέγατε "ορίζει"-ποια η γνώμη σας;
Όχι πως κι έτσι είστε εν απολύτω τάξει ποιητική
μα ορισμένως έτσι ο στίχος στέκει.

Πάω στην καρέκλα μου:
-Σαν δίκιο να ’χετε, του λέω.
Λοιπόν ας το αλλάξω. Άλλο τι
σ’ αυτό το ποίημα θα διορθώνατε;

Ο Άλλος:
-Να σας πω...
To άνοιγμα των ποδιών των γυναικείων
κάπως χυδαίο δεν σας μοιάζει και φτηνό;
Αφήστε
που λέγεται σε κάθε άπρεπο ανέκδοτο,
κάτι που και κοινό πολύ το κάνει.
Ίσως το άνοιγμα, να πούμε, των γονάτων...
Πάλι δεν ξέρω... σεις τι λέτε; Μήπως
για κάποιο λόγο που πιο κάτω θα χρειαζόσασταν
τόσο να δείχνατε θα θέλατε ωμός;
Σεις ξέρετε…

Παίρνω τη θέση μου απέναντί του:
-Κι εγώ το έβλεπα, μα ήθελα
και όπως τη δική σας μία γνώμη.
Για τα υπόλοιπα τι λέτε;

Στου Άλλου την καρέκλα βρίσκομαι:
-Καλά μου φαίνονται αλήθεια.
Πράγματι η άνοιξη ειναι αλαφριά-μια ίδέα-δε βαραίνει,
όπως θα νόμιζε κανείς σε πρώτη ανάγνωση,
τα φύλλα που καθένα τους και από μία δέχονται.
Κι ούτε κανείς κουτός δε θα φανεί
νο σας ρωτήσει τόσες άνοιξες πού βρήκατε
(κι αν θα βρεθεί, βεβαίως τον αγνοείτε). 
Δεν έχει ταίρι φαίνεται η τσιγγάνα σας.
Μα δεν της χρειάζεται αφού έχει φτάσει
στην τέτοια ταύτισή της με τη φύση.
Πάλι μπορεί σαν σύμβολο κανείς να την δεχθεί
της παραδοσιακής τσιγγάνικης ελευθερίας
που κάπως ξένη είναι για μας.
Αν πάλι δεν είν’ έτσι,
και η τσιγγάνα σας δε βρήκε ακόμα ταίρι κι ας το θέλει,
την περηφάνια έτσι δε δείχνει την τσιγγάνικη
και το αγέρωχο της λυγερής φυλής της;
«Και τι σε νοιάζει εσένα και ρωτάς;»
θα ήτανε υποθέτω η απόκρισή της
σε μιαν ακόμα σας ερώτηση…
Και θα ’χε δίκιο. Όμως και σεις
δίκιο έχετε και σταματάτε να ρωτάτε.
Ύστερα, νιώθοντας μονάξα ένα πλάσμα
μες σ’ ένα ποίημα
τη μοναξά μετριάζει του ποιητή του.
Ναι, εντάξει όλα τώρα είναι νομίζω.

Στην καρέκλα μου ήσυχος τραβώ:
Αυτή τη γνώμη έχω κι εγώ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ευχαριστώ
για τις καλές σας συμβουλές.
Σας έχω χάρη.

Και δίχως πια να μετακινηθώ:
Παρακαλώ.
Καθόλου.
Νιώθω τόσο ένα μαζί σας
που πάρτε το σαν να μιλούσατε με τον εαυτό σας.
Nα συμπληρώσω ακόμα μόνο θα ’θελα-
έτσι μια σκέψη τώρα μου ’ρθε-
ότι αυτή η στάση της τσιγγάνας
είναι κι η στάση η προαιώνια
του θηλυκού προς το αρσενικό-
στάση εχθρική και μίσους,
στάση-αντίδραση σε κάτι απ’ έξω,
που με τη βiα επιβλημένο είναι,
(κάτι που επιβεβαιώνει κι η αναμφισβήτητη-
λεκτική τουλάχιστον-
απέχθεια).


                      Η ΜΙΚΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμιού που πάει απ’ το βουνό στον κάμπο.
-Και ποιος είν’ ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.