Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Κατέβηκα από το αεροπλάνο. Αμερική! Η πατρίδα της τσίχλας και της ελευθερίας, η πατρίδα των διαστημόπλοιων και της παγκοσμιοποίησης! Μα πού προσγειώθηκε το αεροπλάνο; Σε ένα γήπεδο μπάσκετ; Τόσο έχουν προχωρήσει; Μπράβο! Ας είναι. Τώρα πρέπει να πάω στο σπίτι. Δυο μέρες θα μείνω άλλωστε, για να ξεφύγω λιγάκι ταξίδεψα. Μα ποιο σπίτι; Στάσου. Πού να πάω; Μόνος στην Αμερική, στο Λός Άντζελες, πώς θα πάω εκεί που θέλω; Και πού θέλω; Μα ναι, θα πάω στο Μπελ Κάνιον, στου Τάσου. Μα πού είναι τα λεωφορεία; Γιατί δεν έχω το αμάξι μου μαζί μου; Λοιπόν ας αρχίσω να ρωτάω για τα λεωφορεία. Σταματώ έναν διαβάτη και ρωτάω από πού θα πάρω τα λεωφορείο για Μπελ Κάνιον; Με κοιτάει παράξενα από πάνω ως κάτω και συνεχίζει το δρόμο του λούζοντάς με με  ένα ειρωνικό χαμόγελο. Γύρω μου όμως η λαμπρότητα της Αμερικής σφύζει. Ομορφιά, καθαριότητα, απαστράπτοντα κτίρια, και μια ευφρόσυνη διάθεση ποτίζει ως και τους πλατιούς δρόμους. Θα ρωτήσω άλλον. Μα εδώ που βρέθηκα κάνοντας μόνο δύο μολις βήματα τι είναι; Τι παράξενη γειτονια! Γύφτοι είναι αυτοί; Ναι, γύφτοι. Μα στην Αμερική γύφτοι; Όμως γύφτοι ξεγύφτοι θα ξέρουν πώς να πάω στο Μπελ Κάνιον. Ρωτάω. Και αυτοί όμως με βλέπουν σαν αρειανό. Τι έχω επάνω μου και ξενίζει τους ανθρώπους και εδώ;  Τους κοιτάζω καλλίτερα. Ναι, τα ρούχα τους είναι τρύπια και βρώμικα, οι φούστες των γυναικών τους μακριές και παιδιά, πολλά παιδιά γύρω από κάθε γυναίκα μυξοκλαίνε-γύφτοι είναι.  Και λοιπόν; Πώς θα πάω στο Μπελ Κάνιον παρακαλώ; Γελάνε μαζί μου και ούτε να μου πουν ένα δεν ξέρω δεν καταδέχονται. Θα πάρω ταξί! Πώς δεν το σκέφτηκα ως τώρα; Οι ταξιτζήδες όλα τα ξέρουν. Μόνο που το ταξί στην Αμερική είναι ακριβό. Βέβαια η καθαριότητα, η ασφάλεια, η ευγένεια, η γρήγορη μεταφορά που προσφέρουν τα ταξί εδώ αξίζει τον κόπο να πληρωθούνε έξτρα. Αξίζουν λίγα λεφτά πιο πάνω. Λεφτά; Λεφτά είπα; Για να δω. Ας βγάλω τα λεφτά μου να δω πόσα έχω. Από την αριστερή μου τσέπη βγάζω κάτι σκισμένα χαρτιά. Το ίδιο και από τη δεξιά. Τώρα; Πώς βρέθηκα χωρίς λεφτά στην Αμερική; Και μάλιστα χωρίς να θυμάμαι να έχω φύγει από την Ελλάδα ούτε ότι μπήκα σε αεροπλάνο; Και τώρα τι γίνεται; Ωραία, στην ελλάδα ήμουνα ξένος. Στη Αμερική; Α! Να! Θα πάω στου Δημήτρη! Πού μένει όμως; Και αφού δεν έχω ούτε ένα σέντσι πώς θα πάω εκεί; Μα με τα πόδια φυσικά. Μα που μένει…  α! θα του τηλεφωνήσω. Μα πού θα βρω τον αριθμό; Χωρίς λεφτά για λεωφορείο και ταξί, χωρίς τηλέφωνο, μόνο με τα πόδια μπορώ να πάω. Θα ρωτήσω πού μένει ο Δημήτρης. Ένα υπερφυσικά μεγάλο παιδί μου γνέφει πίσω από ένα παράθυρο. Πηγαίνω. Θα είναι πάνω από εκατόν πενήντα κιλά, με κοιλιά και πρόσωπο σαν του Βούδα. Μια ελπίδα-για να με καλέσει κάτι θα έχει να μου πει. Πλησιάζω. Σήκωσέ με στην αγκαλιά σου μου λέει να σου πω τη διεύθυνση του Δημητρη. Προσπαθώ, ούτε να μετακινήσω όμως δεν μπορώ τον υπερφυσικό μπεμπέ. Μα γιατί ήρθα στην Αμερική; Μια εκδρομή μόνο ήθελα να κάνω. Και τώρα; Πού θα κοιμηθώ, πού θα φάω, τι τέλος πάντων θα κανω εδώ που ήρθα; Και το σπουδαιότερο, πώς θα ξαναπάω στην Ελλάδα όπου έχω πιθανότητες να βρω ένα σπίτι και κάποιον γνωστό; Καθώς σκέφτομαι αυτά ένα αυτοκίνητο έρχεται κατεπάνω μου και με σκοτώνει. Αλλά πώς καταλαβαίνω ότι είμαι πεθαμένος αν έχω πεθάνει; Ανοίγω τα μάτια μου να δω τι συμβαίνει και βλέπω το μάτι μιας ηλεκτρικής σόμπας. Μάλιστα. Βρίσκομαι στο κρεβάτι μου στην ελλάδα.