Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΡΙΝΝΑ

Άλλες φορές όμως τα βάζω με τον εαυτό μου που αφέθηκε να ζηλέψει τέτοια ζωή. Όχι πως είμαι εγώ κάτι καλλίτερο από κείνους. Μακριά από μένα η αίσθηση αυτή. Δεν έχω κατηγόρια για κανέναν. Κι αν κάποιος παίρνει τις διαπιστώσεις μου σαν κατηγόριες, το σφάλμα δεν είναι δικό μου. Όχι, δεν είμαι καλλίτερος απ'
αυτούς. Είμαι όμως διαφορετικός. Κι όχι γιατί φτιάχτηκα εξαρχής έτσι, αλλά γιατί δεν έζησα σ’ αυτή τη χώρα. Αν ζούσα εδώ, η ίδια πορεία θα περίμενε κι εμένα. Ίδιο ρομπότ θα ήμουνα κι εγώ τώρα. Μα έζησα αλλού. Δεν με άδραξε η μηχανή στα γρανάζια της. Ελεύθερος ήμουνα και είμαι. Κανείς δεν με έβαλε στο καλούπι να βγω ρομπότ από κει. Κανείς δεν έβγαλε το φόβο από μέσα μου. Κανένας δε με έστιψε ώσπου να αποβάλω τα ανθρώπινα στοιχεία μου-τη ντροπή, τη σκέψη, το φόβο. Μακριά από μένα η πίστη στην παντοδυναμία του ανθρώπου. Μακριά από μένα η δήθεν νίκη του ανθρώπου πάνω στη φύση. Μακριά από μένα η νίκη του ανθρώπου πάνω στη μοίρα του. Μακριά από μένα τέλος η ιδέα του ανθρώπου σαν του προνομιούχου όντος του ζωικού βασιλείου. Είναι το πιο δυστυχισμένο.
Και ήρθα εδώ. Και τα είδα όλα αυτά. Και βρέθηκα μόνος μέσα σε έναν άλλο κόσμο όπου κανένας δεν με γνώριζε, κανένας δεν με καταλάβαινε, κανένας δεν είχε κάτι κοινό με μένα. Ήρθα εδώ ένας άνθρωπος μέσα στα ρομπότ. Κάποια ανώτερη τεχνική βέβαια τα ’χει δημιουργήσει που ένας ηλίθιος θα υποκλίνονταν μπροστά της. Ούτε την ευτυχία να είμαι ένας ηλίθιος δεν έχω. Και η ενέργεια για να δρουν και να κινούνται όλα αυτά τα ρομπότ δεν είναι ο ηλεκτρισμός. Και για να μη σκουριάσουν δεν τ’ αλείφουν με λάδι. Η δύναμη που τα κινεί είναι η εργασία. Και το συντηρητικό λάδι τους είναι το χρήμα. Θεοί! Πόσο χαρούμενη ήσουν όταν έκλεισες τα δεκάξι χρόνια σου! Όχι γιατί μεγάλωσες, όχι γιατί έγινες γυναίκα, αλλά γιατί θα μπορούσες να δουλέψεις πια. Γιατί θα μπορούσες να βγάλεις λεφτά. Όταν μιλούσες γι αυτά έλαμπες ολόκληρη από... από ευτυχία. Ναι, ήσουν ευτυχισμένη γιατί θα έβγαζες χρήματα.
Στη χώρα μου όταν τα κορίτσια γίνονται δεκάξι, έχουν μια τρελή παιδιάστικη χαρά γιατί θα βάλουν κοκκινάδι στα χείλη, γιατί θα τους επιτρέψουν να μείνουν έξω ως τις έξη το απόγευμα αντί ως τις πέντε, γιατί ο μπαμπάς θα τους πάρει καινούργια παπούτσια. Κι όταν θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια σου όταν σου είπα πως θα σου έδινα τα μισά λεφτά αν θα κέρδιζα το λαχείο... ούτε ο Έρωτας δε λάμπει έτσι στα μάτια των κοριτσιών του τόπου μου. Άλλη ήπειρος, αλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης.
Άγγιξα κάποιον από τους ανθρώπους του καινούργιου μου πλανήτη. Σκληρό και κρύο ήταν η αίσθηση που αποκόμισα. Kοίταξα μέσα στα μάτια τους. Απλανή, ουδέτερα, ούτε του μίσους τη σπίθα δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Άφοβοι στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους, στη ζωή τους. Τραβούν κατεπάνω στα εμπόδια και τα τσακίζουν. Δισταγμός, λέξη άγνωστη για κείνους. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, οι δηλώσεις και οι αναφορές τους, ακολουθούν η μια την άλλη προδιαγραμμένες. Ίδιοι όλοι τους αναμεταξύ τους. Σε ένα λαό τριακοσίων εκατομμυρίων! Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί! Αλλά δεν έχει νόημα να απαριθμήσω τις μηχανικές τους ενέργειες και ιδιότητες. Κοίταξε τον εαυτό σου. Θα τα δεις ακόμα και τώρα όλα αυτά. Ξεθωριασμένα. Γιατί έχεις ξεφύγει πια από εκείνη την ακραία κατάσταση και αποκτάς συνείδηση, έστω όχι πλέρια ακόμα, έστω σχετική. Κι αυτή η διαφορά σου από κείνους, είναι έργο δικό μου.Εγώ σου χάρισα το δώρο αυτό.Εγώ σ’ έκανα να ξεχωρίζεις λίγο έστω από τους άλλους. Και αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις με την πρωταρχική σκέψη που σου έχω δώσει.
Έριξα μια ματιά γύρω μου. Είδα τις μορφές των ατσάλινων ανθρωπόμορφων όντων, είδα την παντοδυναμία του χρήματος, είδα τη στερεμένη βρύση της ανθρωπιάς . Είδα το χάος στα μάτια τους. Είδα το Τίποτα πίσω από το μυαλό τους. Είδα το απελπισμένο κάθε προσπάθειας για να αλλάξω κάποιον απ’ αυτούς. Είδα τη μοίρα του κόσμου τούτου που κάποια σαδιστική μηχανή τον έφτιαξε, είδα τον άνθρωπο χαμένον για πάντα και για όλα. Εσύ ήσουν η μόνηστον περίγυρό μου που προσφερόσουν για μια προσπάθεια ανθρωποποίησης. Ήσουνα κόρη μεταναστών αγνών και πρωτόγονων που είχανε κουβαλήσει από την πατρίδα τους ό,τι καλό μπόρεσαν να φορτώσουν στο καράβι που
τους έφερε εδώ. Κι αυτά τα λίγα καλά θα μπορούσαν να σου τα δώσουν κι εσένα. Μα εσύ γεννήθηκες εδώ. Και ό,τι ανθρώπινο σου δίνανε ανατρέφοντάς σε, έλιωνε σαν κερί κάτω από το βάρος της ατσάλινης νέας κοινωνίας σου.
Σιγά σιγά αλλά σταθερά οι μηχανικές στρατιές σε άλωσαν και οικειοποιήθηκαν όλα σου τα ανθρώπινα. Και η ψυχή σου πήρε κι εσένα τη μορφή του σώματος, του μεταλλικού σώματός τους. Και δεν ξεχώριζε μέσα σου ψυχή. Ζούσες όπως αυτοί. Αγαπούσες τα παιχνίδια τους, διάβαζες τα βιβλία τους, χανόσουν όλο και πιο βαθιά στην απανθρωπιά της χώρας σου. Κι είχες την ίδια άλογη αντίδραση σε κάθε τι λογικό. Και είχες πάρει και το γέλιο τους το φριχτό που δεν είναι ούτε ξέσπασμα χαράς ούτε στοιχείο μιας ευχάριστης διάθεσης, αλλά απλή μηχανική πράξη που μπαίνει σε ενέργεια όταν πατηθεί το ανάλογο κουμπί. Έτσι, εμόρφαζες το γέλιο σε κάθε συνάντησή σου με κάποιον, σε κάθε χωρισμό σου απ' αυτόν, σε κάθε σημείο της συζήτησης που η αμηχανία αλλιώς θα γέμιζε.
(στρέφει στην Κορίννα)
Αλλά, δυστυχισμένο πλάσμα, πώς θα έδειχνες τη χαρά σου;
(στρέφει πάλι εμπρός)
Εξοστράκισες την ντροπή από τη ζωή σου. Κάθε ίχνος ευγένειας και τακτ το έβγαλες από μέσα σου. Κάθε είδος ευαισθησίας, λύπης, φόβου, τρόμου, ήταν άγνωστο για σένα. Και η ελευθερία η περίφημη της χώρας σου ήταν για σένα η ίδια η ύπαρξή σου. Ελευθερία να μην είσαι άνθρωπος-αυτή ήταν η ελευθερία σου. Αυτή ήσουν όταν σε γνώρισα. Είχες κάνει τα περισσότερα βήματα προς το χαμό κι ήσουν έτοιμη να κάνεις κι όσα έμεναν ακόμα. Δεν κρατιόσουν. Ήθελες να ορμήσεις μπροστά. Να γίνεις ένα μεγάλο ρομπότ δικαιώνοντας τους κατασκευαστές σου.
Πότε μίλησες μαζί μου στον καιρό που σε γνωρίζω; Πότε έκατσες ν’ ακούσεις τι είχα κι εγώ να σου πω και να μου πεις κι εσύ την άποψή σου; Πότε αντάλλαξες μαζί μου κάποιες λέξεις παραπάνω από όσες το πρόγραμμά σου σου επέτρεπε; Χρόνια σε γνωρίζω. Πότε μίλησες σοβαρά μαζί μου; Σου δόθηκαν πολλές ανθρώπινες ευκαιρίες μα τα ρομπότ τις εξουδετέρωσαν όλες. Όταν ένιωθες πως η συζήτηση άρχιζε να γίνεται δύσκολη για σένα, σηκωνόσουν κι έφευγες. Έτσι, αναπάντεχα, χωρίς καμία πρόφαση, χωρίς καν να ζητάς τυπικά συγνώμη, χωρίς καμιά αιτία, μόνο και μόνο επειδή το ρομποτικό σου μυαλό ήταν έτσι φτιαγμένο να κάνει. Και πότε πήγαινες κι έπαιρνες ένα ποτό από το ψυγείο, πότε πήγαινες κι άνοιγες την τηλεόραση, πότε πήγαινες στο δωμάτιό σου ή έβγαινες έξω αφήνοντάς με με την ατελείωτη κουβέντα στα χείλια μου. Θα μπορούσες να μου πεις πως δεν είχες να πεις τίποτα με ένα άνθρωπο μεγαλύτερόν σου. Μα δε θα ήταν αλήθεια. Γιατί έκανες ώρες παρέα και συζητούσες με άλλους της ίδιας ηλικίας με μένα, που όμως ήσαν κι αυτοί ρομπότ. Ο λόγος λοιπόν δεν ήτανε αυτός. Μακάρι να ήτανε. Αυτό θα προϋπέθετε λογική, σκέψη, συνείδηση. Όχι. Τίποτα τέτοιο. Γίνονταν επειδή και μόνο έτσι ήταν προσχεδιασμένο να γίνει από τους σοφούς του κόσμου σου που σε είχαν σχεδιάσει. Αν δεν σταματούσε το ασανσέρ αυτό την ώρα που μας κατέβαζε, δεν θα γινόταν η συζήτηση αυτή ανάμεσά μας. Μερικές φορές το απρόοπτο μπορεί να προβλέψει.
Που ήρθα στη χώρα σας και σε συνάντησα ήτανε κάτι απρόβλεπτο. Μέσα στην ρομποτοποίησή τους και τελείως σίγουροι για τη δύναμή τους οι σοφοί σας δεν είχαν προβλέψει πως ο ανθρωπισμός ενός ξένου θα μπορούσε να κρατήσει άσβηστος επί πολύ ύστερα από τον ερχομό του εδώ και πολύ περισσότερο πως θα μπορούσε αυτός να επηρεάσει και άλλους. Φυσικά ο μηχανισμός τους είναι έτσι στημένος που από τη σύστασή του προβάλλει κάθε δυνατή αντίσταση σε κάθε ανθρώπινο. Ως ένα σημείο όμως. Σκέφτηκα πως ο έρωτας, το πάθος, όσο κι αν είχε μαχανοποιηθεί, όσο κι αν είχε προσεχτεί η τυποποίησή του από τους επιστήμονές σας, πάντα, μέσα στην πολλαπλότητα των παραγόντων που το επηρεάζουν και το δραστηριοποιούν, πάντα θα έμενε κάποιο μικρό άνοιγμα ,κάποιο μικρό σημείο που δε θα το είχαν προσέξει καλά ώστε να το απομονώσουν, να το αποκλείσουν κι αυτό. Κάποια μικρή τρυπούλα, κάποιο παραθυράκι θα τους διέφευγε. Κάποια διαρροή δε θα αντιλαμβάνονταν. Σε σένα τουλάχιστο, που δε σε είχαν φτιάξει εκείνοι από την αρχή, αλλά τους παραδόθηκες αργότερα.
Και πέτυχα αλήθεια αυτό που έψαχνα να βρω.Το αδύνατο σημείο σου ήτανε ίδιο με κείνο που έχουν όλες οι γυναίκες πάνω στη γη-η φιλαρέσκεια, αυτή η βρώμικη και καταστροφική κατάσταση. Στην αρχή, στους πρώτους μήνες, ό,τι μηχανευόμουν για να σε κολακέψω κύλαγε πάνω σου χωρίς να σε αγγίξει καθόλου. Σαν όπως οι κύκνοι βουτάνε στο νερό και βγαίνουν άβροχοι όλο. Έβρισκα κάτι κάθε φορά για να υμνήσω
πάνω σου. Τη μια κάποια από τις ομορφιές του σώματός σου, την άλλη κάποιο σου ελάττωμα που συ δεν το 'ξερες ή το περνούσες για προτέρημα, ύστερα κάποιο ρούχο σου, κάποιο στολίδι μετά. Κίνδυνος να παρεξηγηθώ από τους άλλους που ήταν μπροστά δεν υπήρχε. Ούτε που καταλάβαιναν τι έλεγα. Όπως εσύ στην αρχή.
Μα οι λέξεις αιωρούνταν στο ψυχρό δωμάτιο, ξαναγύριζαν σε μένα, με πλήγωναν σε κάθε άγγιγμά τους, μόνο στ’ αυτιά σου δεν πλησίαζαν, μόνο το ρομποτικό σου μυαλό δεν μπορούσαν να προσπελάσουν. Σαν το άγριο ζαρκάδι ανύποπτη τριγύριζες ανάμεσά τους. Μα επέμενα. Κάτι μου ’λεγε πως θα πετύχω στο τέλος. Δοκίμασα να σου πω πως έχεις κρυφά πνευματικά χαρίσματα. Το ίδιο αποτέλεσμα. Άρχισα να βρίσκω υπέροχη κάθε γελοία σου πράξη, κάθε ρομποτένιο σου λόγο. Έπρεπε να τραβήξω την προσοχή σου. Αυτό θα ήτανε το πρώτο βήμα.
Μα συ χανόσουν. Πολλές φορές ερχόμουν στο σπίτι και δεν σ’ έβρισκα. Ήσουν πότε σε μια φίλη σου, πότε για ψώνια, πότε στο δωμάτιό σου, πότε στον κινηματογράφο. Κι έπρεπε να κυνηγάω σαν λαχανιασμένο σκυλί τις ώρες για να σε πετύχω και μέσα σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν το κομπλιμέντο μου, ώστε αυτό να έρθει φυσικό και να μάθεις να το δέχεσαι ύστερα από μια διεργασία παρόμοια πάντοτε, έτσι που να το συνηθίσεις.
Ήθελα να σε σώσω. Ήθελα να σε κάνω άνθρωπο. Ήθελα να νιώσεις το φόβο, την έλλειψη, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την ερημία, τη φρίκη του να ζεις, τον πόνο, το φόβο τέλος, το πιο ανθρώπινο. Και ο χρόνος περνούσε. Οι εβδομάδες ... οι μήνες... τα χρόνια... και τίποτα δε φαινόταν ικανό να σε αλλάξει.
Ώσπου μια μέρα κάτι. Είδα ένα φως να ανάβει στα μάτια σου, που φώτισε όλα... Είχα έρθει στο σπίτι σου κι ήσουν έξω. Περίμενα. Ήρθες. Με χαιρέτησες με το ρομποτικό χαμόγελό σου. Πήγες στο δωμάτιό σου. Πήρες κάτι που ήθελες, βγήκες και διευθύνθηκες πάλι προς την εξώπορτα."Πού πας;" σου είπα. "Έξω", μου είπες, "θα πάω σινεμά με την Έϊμυ". Και για να μου πεις αυτά είχες σταθεί για λίγο κοντά μου.
"Δε σε είδα καθόλου σήμερα. Κάτσε να σε δω λίγο", σου είπα. Μια λάμψη φώτισε το κρύο βλέμμα σου. Κατάλαβες. Έκανες να κάτσεις-εσύ που άλλοτε σε παρόμοια περίσταση ούτε που θ’ άκουγες τι σου είχα ζητήσει-,ξαναπήγες να φύγεις, ξανακοντοστάθηκες. Τέλος έφυγες λέγοντας σιγά για πρώτη φορά: "θα ξανάρθω". Πήγες αργά προς την πόρτα. Ήταν η πρώτη φορά που περπάταγες ανθρώπινα. Χωρίς εκείνη την ορμή και την άλογη αγερωχότητα που οδηγούσαν μέχρι τότε το βήμα σου…

ΚΟΡΙΝΝΑ
Αλήθεια είναι. Εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, τότε σε είδα για πρώτη φορά.

ΑΝΤΡΕ
…Τόσων χρόνων προσπάθεια είχε δώσει επιτέλους καρπούς. Τόσοι κόποι φάνηκε τότε πως δεν πήγαν χαμένοι. Ύστερα από δυο μέρες ήμουν σίγουρος πως σωστά είχα καταλάβει-πως είχες νιώσει. Ξανάρθα. Ήσουν στο δωμάτιό σου. Όταν έμαθες πως ήμουν εκεί ήρθες έξω και έκατσες αμίλητη στον καναπέ. Σε έβλεπα καθώς κουβέντιαζες με τους άλλους, να στρώνεις επάνω σου μια μπλούζα φανταχτερή που πρώτη φορά την έβλεπα. Την είχες αγοράσει την προηγούμενη μέρα όπως έμαθα μετά. Περίμενες να τελειώσω τη συζήτηση και να στραφώ σε σένα. Περίμενες να σου δείξω τον θαυμασμό μου για τη μπλούζα και για το πόσο ωραία σου πήγαινε. Γύρισα τέλος προς το μέρος σου. Έδειξα χαρούμενη έκπληξη: "Καινούργια μπλούζα:;" "Ναι, σ’ αρέσει;" "είναι υπέροχη!" Και αμέσως μετά: "Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα βρισκόταν κάτι που να σε ομορφήνει περισσότερο.." Για πρώτη φορά είδα χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σου. Α! Να μπορούσε έτσι ευτυχισμένα να γελάσει κανείς μόνο μια φορά στη ζωή του... Συνέχισα ύστερα από αυτό να σε επαινώ κάθε φορά που σ’ έβλεπα. Αν και δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς λόγια υμνητικά για μια εμορφιά σαν τη δική σου, πολλές φορές δεν έβρισκα τι να σου πω. Χρησιμοποίησα για ένα διάστημα όσους επαίνους σου είχα πει ως τότε, όταν ακόμα ούτε καν άκουγες πως σου μιλούσα. Όλα
ηχούσαν σαν για πρώτη φορά στ’ αυτιά σου που τώρα ήσαν ορθάνοιχτα κι ευαίσθητα για κάθε μου λόγο. Σιγά σιγά δε χρειάζονταν να σου μιλώ. Μια θαυμαστική ματιά μου, ένας θαυμαστικός μορφασμός μου ήταν αρκετός για να καταλάβεις. Και τόσο ακατανόητος για τους άλλους ώστε κανείς να μην υποθέσει πως κάτι μας συνέδεε.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Είχα αρχίσει μιαν άλλη ζωή.
Ήμουν χαρούμενη και πρώτη φορά ένιωθα έτσι.
Κι αυτή ήταν η δεύτερη αλλαγή που ένιωσα στη ζωή μου.
Η πρώτη ήταν όταν από παιδί έγινα γυναίκα.
Θυμάμαι με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα. Όταν τ’ άγγιζα ήμουν τριαντάφυλλο κι εγώ. Όταν ήμουν δίπλα στα ζωάκια ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά... Κοντά στο ποταμάκι κυλούσα κι εγώ μαζί του και όταν ενύχτωνε χανόμουν μες στη νύχτα. Μόνο πουλί ποτέ δεν έγινα. Κι αυτό είναι το μέγα μου παράπονο από τα παιδικά μου χρόνια. Και φωτιά έγινα, και αέρας, και βράχος απότομος και αιχμηρός. Χωρίς να το επιδιώκω-όλα γίνονταν αυτόματα. Ήμουν ένας ανύποπτος χαμαιλέων. Μονο που δεν πέταξα. Τα πουλιά τ’ άγγιζα όταν ήταν σκοτωμένα ή φυλακισμένα.
Και ξαφνικά, μέσα σε λίγες κιόλας μέρες όλα τέλειωσαν. Όλα έγιναν απλά και γρήγορα και ας ήτανε τόσο βαθιά. Τα παιδικά μου όλα χάθηκαν πίσω από ένα τοίχο που ορθώθηκε μπροστά μου αδιαπέραστος. Και πίσω του, μαζί με τ’ αλλα χάθηκες και συ, ένα απ’ όλα, ούτε καλλίτερο ούτε χειρότερο από όλα γύρω μου. Γιατί μέχρι τότε δεν σε έβλεπα παρά σαν κάτι από κείνα τα παιχνίδια μου που όπως τα κούρντιζα πήγαιναν. Ήταν τότε που εσύ είχες βαλθεί να με αλλάξεις όπως λες. Μα πώς θα γινόταν να αλλάξει ένα παιδί διαχυμένο σε όλα;
Και ο νέος για μένα τοίχος στεκόταν εκεί ολοένα κρύβοντάς μου κάθε τι. Είχαν τελειώσει λοιπόν όλα; Αυτό ήτανε η ζωή, αυτό ήτανε ό,τι μπορούσα να χαρώ με το κορμί μου; Ένα παιχνίδι με τα παιχνίδια, μια χαρά με τη χαρα και πάει; Εχτύπησα τον τοίχο με τα χέρια μου. Τον έγδαρα. Τον κλώτσησα. Τον πάλεψα για να τον γκρεμίσω. Εφώναζα:-Πάρτε αυτό τον τοίχο από μπροστά μου. Όποιος τον έχτισε εδώ ας τον γκρεμίσει. Ή ας με ξαναπάει στο άλλο του το μέρος. Εγώ ανήκω στην από κει μεριά του. Ακούστε με. Γκρεμίστε τον τοίχο μου. Και κάθε φορά, μετά από κάθε τέτοια πάλη, αποκαμωμένη, δαρμένη, άϋπνη, απογοητευμένη, έπεφτα στο χώμα.
Πόσος χρόνος πέρασε έτσι; Δε μετριέται με ανθρώπινα μέτρα. Και είχα αποφασίσει πως αυτή θα ήταν η ζωή μου από κει και πέρα. Ένας τοίχος και μια μοναξιά.
Τριγύριζα μέσα στο πλήθος των γύρω μου ανθρώπων σαν υπνωτισμένη από την επιρροή τους επάνω μου. Και ν’ αντιδράσω δεν μπορούσα στη δύναμη που με έκανε ένα μ’ αυτούς. Για χρόνια πολλοί φίλοι των αδερφών μου και αργότερα πολλοί συμμαθητές μου από το κολέγιο έρχονταν στο σπίτι μου. Πολλά αγόρια με πλησίαζαν. Μα κανένα ποτέ δε μου είπε πόσο όμορφη ήμουν. Κανένας τους δεν πρόσεξε ποτέ κάτι καινούργιο επάνω μου. Το μόνο που κάνανε που και που, ήταν να μου προσφέρουν σφίγγοντάς την μέσα στη γροθιά τους και προτείνοντάς την μου κατάμουτρα σαν να θέλαν να με απειλήσουν, μια πορτοκαλάδα ή μια κόκα κόλα. Και θαρρούσαν ότι έπρεπε εγώ να την πάρω ευχαριστώντας τους επειδή είχαν χαλάσει για μένα λεφτά για να αγοράσουν την πορτοκαλάδα. Και το μόνο περιστατικό μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που μου θύμισε πως ανήκω στο γυναικείο φύλο ήταν όταν ένας από αυτούς πλησίασε το αγέρωχο ρομποτικό πρόσωπό του μια μέρα κοντά στο δικό μου διατάζοντάς με: φίλησέ με!..
Δεν ένιωθα τίποτε από όλα αυτά. Καμιά ζέστα δεν με τύλιξε. Καμιά γλύκα δεν μ’ έλυωσε, κανένα κουδούνισμα δεν ήχησε όμορφα στα αυτιά μου.
Και τότε ήρθες εσύ. Δηλαδή ήρθες εσύ για μένα-γιατί πάντοτε ήσουν κοντά μου αλλά εγώ, τυφλωμένη από τη βαναυσότητα των συναναστροφών μου δεν σ’ έβλεπα. Ή ίσως γιατί όπως λες κι εγώ ήμουν ένα ρομπότ μέσα στα άλλα. Και τι άλλο μπορούσε να μου κρύβει για χρόνια κάτι τόσο φανερό και τόσο ωραίο;

(αύριο τελειώνει)