Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ



Από ψηλά εκοίταξε
με τα μεγάλα μάτια της,
το χέρι άπλωσε
σα να μιλούσε σ' όληνε την Πλάση
και διάταξε: όποιος βλέπει καθαρά
να μιλήσει.

Από τις εκατό μυριάδες
είκοσι άντρες εσηκώθηκαν
χωρίς φωνή να βγει από τα χείλη τους.

Και είπε πάλι: όποιος από σας έχει φωνή
να μιλήσει.
Και οι δεκαπέντε εκάθισαν.

Κι είπε στους πέντε:
όποιος από σας είναι αγνός
να μιλήσει.

Τότε οι άλλοι τέσσερες εκάθησαν
και εκατάλαβα ότι ο κλήρος
είχε πέσει σε μένα.

Και εμίλησα με τούτα τα λόγια:


Ελληνόπουλα
μη σας παγιδεύουν.

Οι αρχαίοι έλληνες δεν είναι πρόγονοί σας.

Σας κοροϊδεύουνε.

Φρούδα η κληρονομιά σας ελληνόπουλα.

Με τους αρχαίους έλληνες σχέση καμία-ευτυχώς-
δεν έχετε ελληνόπουλα.

Με τους αρχαίους έλληνες φιλόσοφους
που πληρωμένα υμνούσαν την πλουτοκρατία,
που είπαν τις μεγαλύτερες
βλακείες που ειπώθηκαν ποτέ-
και καταστρέψανε μ΄ αυτές τον κόσμο-
σχέση καμιά δεν έχετε ελληνόπουλα.

Με Περικλήδες κι άλλους εκμεταλλευτές
της δυστυχίας των λαών του τότε κόσμου
τίποτα δε σας δένει ελληνόπουλα.

Και το Βυζάντιο ελληνικό
δεν ήταν ελληνόπουλα.
Καμία σχέση.
Μερικοί μόνο
τη γλώσσα την ελληνική μιλούσαν
όπως εσείς την αγγλική μιλάτε τώρα-
είσαστε εγγλέζοι;..

Οι έλληνες έσβησαν από τους τόσους
αρίθμητους λαούς
που κατακτήσανε τον τόπο σας
ελληνόπουλα.

Πιασμένοι από άγνωστους-
αλλοσπαρμένα είσαστε ανεμομαζώματα
ελληνόπουλα.

Όμως εσάς, τ' αφεντικά σας
με ψεύτικες γεμίζουν το κεφάλι σας περγαμηνές
και θέλουν να σας κάνουν να πιστέψετε
ότι συνέχεια είσαστε όλων εκεινών.

Με τέτοιους πρόγονους για δόλωμα-
δανδήδες μαστροπούς-πλαστούς κι αυτούς
συλλογιστείτε
τι ψάρια να πιαστούν μπορούνε...
Θέλετε αυτά τα ψάρια ελληνόπουλα να είστε σεις;

Με λέξεις που δε νιώθετε,
με σκέψεις που ποτέ δεν κάνατε,
με άλλων συμφέροντα
με σάπια ιδανικά σας συντυλίγουν ελληνόπουλα
και στη σακούλα του πελάτη Χρόνου
φτηνοπουλημένους σας πετάνε
καθώς εκείνοι ζούνε τη μεγάλη τους ζωή
μέσα σε φράκα διπλωτοί και τριγυρίζοντας
από δεξίωση σε δεξίωση και λόγους βγάζοντας
που από ιερογλυφικά
πιο ακαταλαβίστικοι σας είναι.

Ποιοι 'ναι αυτοί που ζουν με τη ζωή σας;
Ποιοι που τον κόπο σας, θρασείς, τρυγάνε;

Ποιοι είναι που στ' όνομα
κάποιας κοινής καταγωγής-
που εκείνοι από το τίποτα ζωγράφισαν-
σας έχουν δούλους κι υπηκόους τους
και σαν λεμόνια όποτε θέλουνε σας στύβουν;

Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
τουρκοπροσκυνημένων κοτζαμπάσηδων;

Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
φαναριωτών που για χιλιετηρίδες λεηλατούσαν-
στεριανοί ανόσιοι πειρατές-
ανατολή και δύση,
κι όποιων τυχάρπαστων προστρέξανε
σαν η βαλανιδιά Τουρκία έπεσε κάτου
να ξυλιστούν κι αυτοί και τα δισέγγονά τους;

Ποια σχέση έχετε σεις μ’ αυτούς
που έχουνε στο σβέρκο σας καθίσει,
και τ’ αχαμνά σας σπιρουνίζοντας πλευρά
σας πάνε όπου να τους πάτε θέλουν;

Ποια σχέση έχετε-τι με δαύτους σας ενώνει
έξω απ' ό,τι
τους δούλους με τους αφεντάδες τους ενώνει;

Τι σας ενώνει έξω από το γυάλισμα που κάνετε
των παπουτσιών και των ασημικών τους ελληνόπουλα;

Κι ως πότε-ως πότε θ’ ανεχόσαστε
σεις να ιδρώνετε και να πονάτε
κι από τον ίδρω και τον πόνο σας αυτοί
μπογιές να δένουν που μ' αυτές
μ' ωραία χρώματα να ζωγραφίζουν
οάσεις σαν τις ψεύτικες εκείνες της ερήμου
που εκεί με μούτρα βρώμια και διψάρικα
πέφτετε μέσα εσείς ξεγελασμένοι;

Πάρτε όνομ' άλλο ελληνόπουλα να μην
αυτός που ακούει τ' όνομά σας σάς λυπάται.

Πάρτε όνομ' άλλο ελληνόπουλα να μη
σφετεριστές σας λένε ονομάτων.

Πάρτ' ένα όνομ' άλλο ελληνόπουλα
και τιμήστε το
δικό σας κάνοντάς το.

Πάψετε να 'χετε γι ασπίδα και κοντάρι σας
κάποιους που σχέση ούτε μια
δεν έχετε μαζί τους.

Πάψτε ανθρώπους ξένους με τη ράτσα σας
προμετωπίδα στο βιβλίο
που εσείς να γράψτε θέλετε
ν' αφήνετε να σας κολλάνε.

Τόσο ανίκανους σας θεωρούν-
τόσο ανάξιους-
που δίχως σπρώξιμο ουτ' ένα βήμα
να μην μπορείτε τάχα μόνοι σας να κάνετε.

Μα σεις
απάνω στο αναπηρικό το καροτσάκι που σας κάθισαν
νιώθετε άνετα να 'στε βαλμένοι;

Κοιλοπονέστε σεις μονάχοι ελληνόπουλα
και σεις γεννήστε την πατρίδα που σας πρέπει.

Νόθα πατρίδα σεις να μεγαλώνετε
και να νταντεύετε γιατί-
ανίκανοι είστε σεις για να 'χετε παιδί δικό σας;

Πάψτε να λέτε "οι αρχαίοι πρόγονοί μας" ελληνόπουλα
κι αρχίστε "εμείς" να λέτε..

Τα περασμένα έτσι κι αλλιώς αφήστε τα.
Τα μέλλοντα κανένας δεν τα ξέρει.
Το Τώρα ελληνόπουλα υπηρετείστε.

Δικόν σας
τώρα φτιάχτε ένα θεό,
εσείς, με τα δικά σας χέρια,
και σ' αυτόν προσευχηθείτε.

Δεν το μπορείτε-ούτε αυτό δε σας αφήνουν;
Κάντ' ένα εργοστάσιο
που τυραννοκτόνα όπλα
να φτιάχνει και ριχτείτε στη δουλειά.

Δεν το μπορείτε ούτε αυτό;
Τότε χαλάστε ό,τι όρθιο μένει.

Γκρεμίστε,
ισοπεδώστε
τον τόπο που σας έδωσαν να ζείτε
και την ερμιά -που εσείς,
ΕΣΕΙΣ θα 'χετε φτιάξει-
πατρίδα πέστε την.

Αυτή θαν' η πατρίδα σας γιατί πατρίδα
φτιαγμένη από σας θα είναι.

Θέτε να χτίστε μήπως-τέτοιαν έχετε πνοή;
Τ' άχρηστα πάρτε,
τα γελοία
τ' αρχαία τ' αγάλματά τους
σπάστε τα πέτρες και με κείνα χτίστε
μία πατρίδα που να σας ταιριάζει.-ναι,
πατρίδα φτιάχτε από τα παλιολίθαρα.

Δικό σας κάντε κάτι και δικό σας μόνο.
Τότε και μόνο τότε
μπορείτε να 'σαστε υπερήφανοι

ότι και σεις κάνατε κάτι.

Τι καρτερείτε άπρακτοι ελληνόπουλα;

Μήπως δεν έχετε τα κότσια τη μεγάλη
τη σκάλα ν' ανεβείτε
που χάνεται η άκρη της στα ουράνια;

Καλά. Δε βλάφτει.
Το σκαλί το πρώτο της ανέβετε
και κείνο κατοχή σας και πατρίδα κάντε.


Και αν τολμήσει-
ας έρθει κάποιος από κει για να σας διώξει-
σα σκύλοι λυσσασμένοι πέστε απάνω του
θανατοδάγκωτος να φύγει.

Κι αυτή θα είναι η δόξα σας αδέρφια ελληνόπουλα.
και όχι η ψεύτικη που δίνουν
ελεημοσύνη στο απλωμένο χέρι σας-
οι καλοβολεμένοι απανωσκαλίτες.

Κοιτάτε,
η γενιά των σημερνών πατριδοκάπηλων
ειν΄ έτοιμη σε τελετή σεμνή
πατρίδα μία ξένη να σας παραδώσει.

Αρνηθείτε την!

Προτού απ' την έναρξη της πουλημένης τελετής
γκρεμίστε τις εξέδρες.
τις σημαίες ξεσκίστε,
και στα πτώματα των επισήμων πάνω
πατώντας, με φωνή που ν' ακουστεί ως τ' άστρα
να ηχήσει αφήστε ο καινούργιος σας παιάνας
φτιαγμένος απ' τις τελευταίες πνοές εκείνων
που ως τώρα δέσμιους σας κρατούσανε
σε φυλακές ξενοχτισμένες.

Δεν έχετε ιστορία ελληνόπουλα.
Φτιάχτε τη σεις αν θέλετε
δική σας πέρα ως πέρα να 'ναι.

Λειψή, κακότροπη, άδοξη, μικρή ή μεγάλη
μα να 'ναι αληθινή.

Και να 'ναι όλη δική σας ελληνόπουλα.

Τότε και μόνο τότε
περήφανοι θα σας αρμόζει να 'σαστε ελληνόπουλα-
όταν σε ξένες πλάτες πάνω
θα πάψετε να κουβαλιέστε
και να γινόσαστε περίγελως
των όπου γης λαών.

Κι ούτε υπήρξε εικοσιένα ένδοξο ελληνόπουλα.

Οι ήρωές τους υστερόβουλοι αριβίστες
που στον μεγάλο το λουφέ είχανε το νου τους.

Κι ό,τι αν σας λένε ότι κάνανε
το χύνουν πρώτα στα καλούπια τα δικά τους
οι διαταγμένοι ιστορικοί
και όπως θέλουνε σας το σερβίρουν ελληνόπουλα.

Το εικοσιένα ελληνόπουλα
ένα καπρίτσιο των μεγάλων ήταν των δυνάμεων
που θέλησαν-γιατί το κρίνανε συφέρο τους-
κράτος να φτιάξουν ένα εκεί που παλαιά
εζούσαν κάποιοι που έλληνες τους λέγαν.

Φτιάχτε το εικοσιένα σας.
Το εικοσιένα το δικό σας, το αληθινό.

Τη χώρα σας οι ξένοι τη λευτέρωσαν
για τούτο και αυτοί
μέχρι και σήμερα τη διαφεντεύουν.

Κι αν σας φουσκώνουν τα μυαλά με δόξες
και μ' ελευθερίες
και με λάβαρα
είναι γιατί να τρώνε θέλουνε απ' τον πόθο σας
για μια πατρίδα αληθινή κι αλήθεια δοξασμένη.

Και ποιος λαός δεν έχει δόξα ελληνόπουλα;

Λαοί που δεν πολέμησαν γενναία
νικήθηκαν και χάθηκαν και δεν υπάρχουν πια.

Όλοι οι λαοί που σήμερα
στης γης τη φλούδα πάνω ζούνε
υπάρχουν γιατ' ειν' ένδοξοι ελληνόπουλα.

Σας βάζουνε για τις χαμένες σας να κλαίτε τις πατρίδες.

Για κάποια Σμύρνη
κάποιαν Αλεξάνδρεια και γι άλλες
ξένες πολιτείες και χώρες'

και τώρα τελευταία για κάποια Κύπρο.

Ήταν αυτές πατρίδες ελληνόπουλα δικές σας;

Δουλέψατε, ιδρώσατε, ή μήπως φάγατε απ' αυτές;

Κείνοι που τρώγανε ας κλάψουνε για το χαμό τους.

Εσάς σας είχανε να πολεμάτε μοναχά για κείνες.

Δεν είχατε ποτέ πατρίδες ελληνόπουλα
πάρεξ αυτές που φκιάσατε μονάχοι.

Και σεις μονάχοι τίποτα δε φκιάσατε.

Γι αυτό δεν έχετε πατρίδα ελληνόπουλα.

Πίσω από τα φουστάνια τρέχετε
κάποιας πατρίδας-φάντασμα
και στηριζόσαστε σε δεκανίκια-κάλπικα κι αυτά.

Κι αν κάποιοι ονειρόπαρτοι ποιητάδες
δεν έχουν τι να κάνουνε και με τα λόγια
με τον συνεπαρμό και με τη λόξα τους
υμνούνε ανύπαρκτα ιδανικά
και χλαίνες τρυπημένες κι αμπελοκυρές
και άλλα τέτοια κουραφέξαλα,
ποια σχέση έχουν αυτά με την αλήθεια;

Και η αλήθεια είν' ελληνόπουλα
πως είσαστε έκθετοι στην ίδια σας απέναντι
τη λογική και την αξιοπρέπεια-αν έχετε-
και υπόστασή σας την ανθρώπινη.

Φτιάχτε πατρίδα μια δικιά σας ελληνόπουλα.

Χτίστε την μ' αίμα, ή με ιδανικά, ή με λάσπη κι άχυρα
όμως δικιά σας να 'ναι και δικιά σας μόνο.

Φκιάστε φιλόσοφους δικούς σας σημερνούς,
φκιάστε βυζάντια κι εικοσιένα και σαράντα,
και ποιητές δικούς σας βάλτε-
αληθινούς-
να τα υμνούνε.

Αληθινό σκαρώστε κάτι ελληνόπουλα.
Κάντε αρχή-
ως πότε θα 'στε αντρείκελα-ως πότε
για ψεύτικες και ξένες
δόξες και πατρίδες να παινεύεστε;

Αλλά προτού,
χαλάστε όλα τα πριν-
τα ψεύτικα
και τα γελοία
και τα φτιαχτά, που ικανά
για να πλουτίζουνε μονάχα είναι
κείνους που τα 'πλασαν
και σας τα δίδαξαν
και σας εκάνανε να τα πιστέψετε
για να σας έχουν δούλους στα παλάτια τους.

Και το πιο κύριο ελληνόπουλα, όνομα αλλάξτε.

Οι έλληνες ήσαν έλληνες.
Σεις έλληνες δεν είστε.

Οι έλληνες ήτανε ληστές
Σεις από τη δουλειά σας μόνο ζήστε.

Οι έλληνες ήτανε καταχτητές.
Εσείς ούτε πατρίδα έχετε ακόμα.

Οι έλληνες ήταν πολεμόχαροι.
Εσείς ζητείστε την ειρήνη.

Οι έλληνες εσκότωναν όποιον σκεφτόνταν λεύτερα.
Σεις όλοι λεύτερα σκεφτείτε.

Οι έλληνες αεροβατούσαν-σεις
γερά στη γης πατήστε πάνω.

Αλλάξτε όνομα ελληνόπουλα
βρωμιά το νέο σας όνομα να μη θυμίζει
και βαρβαρότητα κι απανθρωπιά.

Δείξτε πως ξέρετε να είστε λεύτεροι
απ' όποια χαλκευμένα έντεχνα δεσμά.

Δείξτε πως ξέρετε πως σας μεταχειρίζονται
και πάρτε πια
τις τύχες σας στα χέρια τα δικά σας.


Υπάρχει ένα βιβλίο που στα φύλλα του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων,
και τ’ ανεμοψιθύρισμα, κι η ανάσα
των άδολων πουλιών, κι οι σκιές των ήλιων,
και του έρωτα η ξέγνοιαστη βιασύνη.

Υπάρχει ένα βιβλίο που τα φύλλα του
στ' άγια του Αεί τα πλάτια ιερουργούνε.

Υπάρχει ένα βιβλίο που άψυχα όταν
τα σώματα θα πέσουν των πραγμάτων
κείνο η ψυχή του Σύμπαντος θα είναι
κι η πεμπτουσία θα 'ναι των πνευμάτων.

Υπάρχει ένα βιβλίο φωτοστόλιστο
που λάμνει μέσα στ' άϋλο των αιθέρων
κι ανάμεσα κυλάει στις σελίδες του
ποτάμι αθώρητων στο μάτι αστέρων.

Και το βουερό φιδίσιο αστεροπλήθος
καθώς λαμπρό κι ανάλαφρα κυλάει
γράφει ό,τ' είναι άξιο απ' ό,τι εγίνει
στα χάη των ατέλειωτων συμπάντων.

Και το βιβλίο αυτό λευκά κρατεί τα φύλλα
που 'ναι για την Ελλάδα προορισμένα.

Και τα κρατεί για σας παιδιά γενναία
που, φοβεροί εκδικητές, ζητάτε
το αίμα να πάρτε πίσω του λαού σας
μέσ' απ' τις φλέβες κείνων που το ήπιαν,
με δίκοπο χαλώντας τες μαχαίρι.

Θα λέει για σας παιδιά -φτερά του ονείρου
θα λέει για σας παιδιά-βλέμμα αετίσιο
θα λέει για σας παιδιά που ό,τι ακούτε
να λένε οι άθλιοι οι πολιτικοί σας,
το ξέρετε αλήθεια πως δεν είναι.

Θα λέει για σας παιδιά που όσα γράφω
μες στης ψυχής σας την ψυχή μιλάνε'
για σας παιδιά μου που θωρώντας γύρω
βαθιά το νιώθετε πως όλα τούτα
κάπως αλλιώτικα θα 'πρεπε να 'ναι.

Θα λέει για σας παιδιά που πολεμάτε
με τον εαυτό σας για να δυνηθείτε
σε σφαίρες υψηλές, μάχες να δώστε
μάχες όπου της νίκης το στεφάνι
ο αφανισμός θα είναι των αχρείων.

Θα λέει για σας εκδικητές της φτώχειας
και των βασάνων και της δυστυχίας.

Για τον παλμό που δώσατε στη φύση
άλλονε απ' αυτόν που 'χε γνωρίσει
χρόνια και χρόνια και χιλιετίες-
παλμό ελπίδας και παλμό ευθύνης
παλμό αγάπης για τη νια Ελλάδα,
παλμό δικαιοσύνης και αλήθειας,
παλμό την αλλαγή που γοργοθρέφει
για να 'ρθει ολόσαρκη και να θερίσει
με το κυρτό της κοφτερό δρεπάνι
κάθε τι σάπιο και φαυλοπλασμένο
και με τ' αδρό σφυρί της να γκρεμίσει
κάθε τι άνομο που με ιδρώτα
κι αίμα της φτώχειας είναι υψωμένο.

Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου
που τη σωστή κατέχετε την κρίση.

Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που μες στα στήθια σας ψυχή κρατείτε
που δε σχωρνάει ανθρωπιάς προδότες
μόνο τους στέλνει ευθεία στο χαμό.

Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που 'ναι το χέρι σας λαιμών κοφτήρι
και που όπλο αντίς τριαντάφυλλο κρατείτε.

Και θα 'ρθετε-η ώρα σας να! φτάνει.
Χάος δε γίνεται το Χάος να μείνει.
Να πληρωθεί ζητάει. Κι η δική σας
η παρουσία θα το πλημμυρίσει
όχι με πράγματα μα με ψυχές
όχι μ' ανθρώπους μα με θεούς με σάρκα.

Εδώ είστε-ναι-η ώρα σας-να την!-ήρθε.

Ζωή στην εκμετάλλευση δε μένει.

Η αδικία τα λοίσθια-να την!-πνέει.

Την τελευταία τους πνοή αφήνουν
η διαφθορά κι η ντροπερή δουλεία.

Είσαστ’ εδώ-η ώρα σας να! ήρθε!

Σε σας τα λέω αυτά παιδιά που αύριο
διαφεντευτές θα είστε αυτής της χώρας.

Κάψτε, ρημάξτε, μην αφήστε όρθια
πέτρα στην πέτρα πάνω, αν ιδείτε
πως έτσι η κάτω πέτρα υποφέρει.

Και μεις θα σας κοιτάζουμε μ' ελπίδα.
Τόλμη κι απόφασή σας θα ευλογάμε
και θα ζηλεύουμε καθώς στους δρόμους
με πάτημα γατίσιο προχωράτε
με μάτι αητού θωρώντας ένα γύρω.

Άγια η ώρα που ανοιχτούς σας 'γέννα
σε λευτεριάς και δικιοσύνης γνώμη.

Κι άμποτε ίδιες νάτανε οι γέννες
όλωνε των μανάδων της πατρίδας
που έχει εσάς καλοί μου γεννημένους.

Τότε η λευτεριά θ’ αντρειωνόταν
μαζί με τη δική σας αντροσύνη
κι η ανθρωπιά θα μύρωνε το χώρο
με άνθη ισότητας και δικιοσύνης.

Μα λίγοι ας είσαστε ίσως παιδιά μου'
Κι ας είναι οι πολλοί προσκυνημένοι'
αλλά γι αυτό και η σεπτή σας τόλμη
φρούδα δεν πρέπει νάναι-πρέπει κάθε
φωτιά που ανάβετε να κατακαίει
κακά πολλά μαζί κι άνομων πλήθος.

Πρέπει ακόμα ούτε μία σφαίρα
χαμένη απ' τ' όπλο σας να μην πηγαίνει.

Και πρέπει οι στόχοι σας παιδιά μου να 'ναι
όχι μακριά, που βλήμα δεν τους φτάνει
μα κοντινοί, στα χώματά μας μέσα-
τα ντόπια τα χωράφια είναι σκοπός μας
να καθαρίσουμε από τα ζιζάνια
ώστε ακώλυτα ν' ανθίσει εντός τους
της ανθρωπιάς το εύοσμο το ρόδο
που όληνε τη χώρα θα ευωδιάσει.    

(συνεχίζεται)