Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ή
ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ


Τόπος: Λος Άντζελες.
Χρόνος:1999.
Πρόσωπα: Κορίννα, Αντρέ.

Νύχτα μέσα σ’ ένα ασανσέρ. Η Κορίννα κάθεται πάνω σ' ένα σκαμνί σε μια γωνία του ασανσέρ και ο Αντρέ στη διπλανή γωνία στο δάπεδο.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Έτσι θα μείνουμε όλη τη νύχτα εδώ-αμίλητοι;

ΑΝΤΡΕ
Αν το θέλεις ας γίνει έτσι.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν το θέλω εγώ. Εσύ το θέλεις. Μήνες τώρα έχεις που δεν μου μιλάς.

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτό γινόταν έξω. Εκεί, με τους άλλους. Τώρα είμαστε μόνοι μας μέσα εδώ. Και πρέπει να βγούμε. Αν το θέλεις μπορούμε να μιλήσουμε.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι, το θέλω. Εκεί ήταν ο κόσμος. Η κίνηση. Τα φώτα. Η ζωή. Εδώ είναι νέκρα, σκοτάδι και θάνατος. Εδώ είμαστε μόνοι εγώ κι εσύ. Κι η νύχτα αυτή είναι όλη η ζωή μας-είναι το δικαστήριο του μέλλοντός μας. Είναι η ίδια η αιωνιότητα.

ΑΝΤΡΕ
Αύριο πάλι όλα θα είναι ίδια.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ποτέ πια δε θα είναι ίδια. Δεν υπάρχει αύριο. Εδώ μέσα, στη φοβερήν αυτή ησυχία, είμαστε η μόνη πηγή ήχων. Ό,τι πούμε εμείς απόψε είναι τα μόνα λόγια που θ' ακουστούν πάνω στη γη. Η αλήθεια είναι τούτη η νύχτα, τούτο το κελλί, τούτη η ώρα.

ΑΝΤΡΕ
Ο ήλιος θα βγει αύριο το πρωί. Κι όταν έβγει ο επόπτης θα σηκωθεί από το κρεβάτι του, θα πιεί τον καφέ του και στις εφτά η ώρα θα είναι εδώ και θα μας ανοίξει. Κάθε μέρα αυτό συμβαίνει και σε πολλούς άλλους.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Κι αν ακόμα γίνει όπως λες, όλα θα ’ναι πάλι διαφορετικά. Ένας άλλος επιστάτης, ένας άλλος ήλιος. Η νύχτα αυτή όλα θα τα καθαρίσει. Και αυτό που έγινε εξαιτίας σου ανάμεσά μας θέλει ένα ξεκαθάρισμα.
Ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήτανε μια αλλαγή πέρα από τα συνηθισμένα. Σε ξέρω χρόνια. Μου μιλούσες, σου μιλούσα. Είχαμε μιαν επικοινωνία όπως όλοι οι γνωστοί άνθρωποι μεταξύ τους. Όποτε βλεπόμασταν μιλούσαμε, γελούσαμε…
Και ξαφνικά άρχισες να μην απαντάς στις καλημέρες και στις κουβέντες μου. Πάνε πέντε μήνες. Πέντε μήνες και δέκα μέρες.

ΑΝΤΡΕ
Και τι σε πείραξε που δε σου μιλούσα; Τρώθηκε ο εγωισμός σου; Έλαττώθηκαν οι θαυμαστές σου κατά έναν; Τι;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Σου είπα, ήταν μια αλλαγή. Την παρατήρησα...

ΑΝΤΡΕ
Ας δούμε πώς μπορεί να βγούμε από εδώ μέσα και να μείνουν όλα όπως ήσαν. Να μείνουμε στην τωρινή ζωή μας. Πώς μπορεί ν' ανοίξει μία πόρτα χωρίς το κλειδί της;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν μπορεί.

ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και εξετάζει την κλειδαριά)
Αν είχα ένα εργαλείο κάτι θα κατάφερνα. Σε παρακαλώ μου δίνεις το σκαμνί σου;
(Η Κορίννα του δίνει το σκαμνί, αυτός πατάει επάνω και εξετάζει την οροφή. Κατεβαίνει απογοητευμένος. Σκουπίζει το σκαμνί και της το δίνει. Κάθονται)
Πώς έγινε και άργησες τόσο πολύ κι εσύ; Άλλες φορές είμαι μόνος εδώ μέσα.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Έγινε. Όπως έγινε και σταμάτησε.

ΑΝΤΡΕ
Είσαι σίγουρη πως ο επιστάτης έχει φύγει;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Ήμουν η τελευταία. Νόμιζα...

ΑΝΤΡΕ
Σε είδα πολλές φορές να μιλάς μαζί του. Δε συζητήσατε ποτέ για την περίπτωση που κάποιος κλειστεί στο ασανσέρ;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι.

(σιωπή)

ΑΝΤΡΕ
Λοιπόν θα μείνουμε εδώ για μιαν ολόκληρη νύχτα…

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Κι αυτό θα κάνει τη ζωή μου ν’ αλλάξει. Όπως έχει αλλάξει δυο φορές ως τώρα χωρίς την αποψινή νύχτα. Μα αυτή εδώ, ό,τι και να γίνει ανάμεσά μας, θα είναι η μεγάλη αλλαγή. Η γνώση που έρχεται κάποτε και που φέρνει την κατανόηση της ύπαρξης. Κάτι που δεν περίμενα να γίνει ποτέ. Μέσ σ’ αυτό το ασανσέρ οι δυο
μας... ποιος θα το φανταζόταν; Μια γη έπρεπε να υπάρχει για τον καθένα μας και να μη σμίγαμε ποτέ. Ή να μην είχαμε γεννηθεί.

ΑΝΤΡΕ
(σταυρώνοντας τα χέρια του)
Κάνει κρύο...

ΚΟΡΙΝΝΑ
(τον κοιτάζει, διστάζει, τον ξανακοιτάζει, τέλος βγάζει τη ζακέτα της και του την τείνει)
Πάρε. Εγώ δεν κρυώνω.

ΑΝΤΡΕ
(τρομοκρατημένος)
Όχι! Όχι! Δεν κρυώνω.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Τώρα είπες ότι κρυώνεις.

ΑΝΤΡΕ
(βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του)
Δεν κρυώνω.
(μαζεύεται όσο μπορεί στη γωνιά του. Η Κορίννα αποθέτει αμίλητη τη ζακέτα στην ποδιά της)
Να φορέσω τη ζακέτα σου! Για σκέψου...Φτάνει που είμαι κλεισμένος εδώ μέσα μαζί σου. Που αναπνέω τον ίδιο αέρα με σένα. Που έτσι και γυρίσω μόνο το κεφάλι μου το πρόσωπό σου θα ’βλεπα...

ΚΟΡΙΝΝΑ
Με σιχαίνεσαι λοιπόν; Με μισείς; Τι σου έκανα; Γιατί με αποφεύγεις; Γιατί όταν με βλέπεις αλλάζεις δρόμο; Ούτε ένα ρούχο μου δε θέλεις ν' ακουμπήσεις;

ΑΝΤΡΕ
Δε θέλω. Ναι, δε θέλω. Κράτα τη ζακέτα σου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Άραγε αυτή η νύχτα θα μου μάθει την αιτία που σταμάτησες να μου μιλάς;..
Σε ξέρω χρόνια. Ερχόσουν στο σπίτι μου. Όλοι σ’ αγαπούσαμε. Κουβεντιάζαμε, περνούσαμε τα βράδια μας με την παρέα σου, εσύ με τη δική μας. Υπήρχε μια περίοδος μάλιστα που κάθε βράδυ ήσουν εκεί. Κι αν δεν ερχόσουν μας έλειπες. Το γέλιο δεν έλειπε από την παρέα μας. Και ο πατέρας μου σ’ εκτιμούσε πολύ. Η μητέρα δεν ξέρει τι να πει που δεν μας έρχεσαι πια. Κι όταν ακόμα πιάσαμε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο, τίποτε δεν άλλαξε στις σχέσεις μου μαζί σου. Μάλιστα τώρα ήταν καλλίτερα. Και ξαφνικά, χωρίς αιτία, σταμάτησες να έρχεσαι στο σπίτι και σταμάτησες να μου μιλάς. Σου έλεγα καλημέρα κι εσύ μουρμούριζες κάτι κι απομακρυνόσουν βιαστικά. Στους άλλους μιλάς όπως πρώτα. Στ’ αδέρφια μου το ίδιο. Μόνο σε μένα δε μιλάς. Όταν από μακριά με βλέπεις λοξοδρομείς για να μη συναντηθούμε. Κατάφερες αυτό που ήθελες-τώρα δε σου μιλώ ούτε εγώ. Έχω κι εγώ αξιοπρέπεια.
Μα όμως πόσο παράλογο μου μοιάζει αυτό που κάνω... να διακόψω τις σχέσεις μου με κάποιον έτσι, επειδή αυτός με αποφεύγει χωρίς να ξέρω γιατί. Έμεινα ξάγρυπνη πολλές νύχτες ψάχνοντας να βρω την αιτία αυτής σου της συμπεριφοράς. Προσπαθούσα να βρω μήπως έκανα κάτι που σε πρόσβαλε, που σε πείραξε. Που σε έθιξε. Γιατί είσαι εύθικτος. Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου. Ποτέ δε σου μίλησα άσχημα. Σαν επισκέπτη του σπιτιού μας, σαν μεγαλύτερο, σαν φίλο ακόμα, σε σεβόμουνα πάντα. Ούτε με μια πράξη μου δε σε πρόσβαλα. Μήπως είπα κάτι κακό σε κάποιονε για σένα και το έμαθες; Ούτε αυτό συμβαίνει. Πρώτα γιατί δε συζητώ για σένα με τους άλλους. Και προσέχω τα λόγια μου όταν μιλώ στο χώρο της δουλειάς, εδώ, στο εργοστάσιο, γιατί δε θα ’θελα να κάνω κάποιο λάθος και να τα χαλάσω μαζί σου. Η παρέα σου ήταν καλή, είσαι ευχάριστος, έξυπνος και, είναι αλήθεια, ποτέ και συ δε μου φέρθηκες άσχημα. Ποτέ δε μου κακομίλησες, πάντα μου φερόσουν με ευγένεια, με κατανόηση, σαν ένας πατέρας ή σαν μεγαλύτερος αδερφός. Βέβαια δεν ήσουν
πατέρας ούτε αδερφός μου. Και θα μπορούσες να δείξεις μια δυσαρέσκεια κάποτε, θα μπορούσες σαν μεγαλύτερος να μην με προσέχεις, να με μεταχειρίζεσαι σαν παιδί ακόμα. Όμως όχι. Πάντοτε ήσουν καλός μαζί μου. Και ευγενικός, Και περιποιητικός. Για να με πλησιάζεις κατέβαινες στην ηλικία μου. Το πρόσεξα πολλές φορές αυτό. Δεν στεκόσουν στο βάθρο του μεγάλου που απλά καταδέχεται να μιλήσει σε μια μικρή κοπέλα, αλλά γινόσουν μικρός κι εσύ κοντά μου. Και το εκτιμούσα πολύ αυτό. Δεν είμαι παιδί όμως πια. Είμαι γυναίκα. Και-τώρα μπορώ να στο πω-πολλές φορές ένιωθα να κολακεύεται αυτή η γυναίκα μέσα μου από τη συμπεριφορά σου. Γιατί αν και το φέρσιμό σου ήτανε πάντα το ίδιο, μεγαλώνοντας εγώ το δεχόμουν όπως ταίριαζε με την ηλικία μου. Έτσι ένα κομπλιμέντο που, μικρή όταν ακόμα ήμουνα μου έλεγες, το δεχόμουνα με ένα γέλιο παιδιάστικο, για να το ξεχάσω αμέσως μέσα στο παιχνίδι και τις άλλες παιδικές μου απασχολήσεις που πάντοτε με περίμεναν. Όμως εδώ κι ένα χρόνο το ίδιο αθώο κομπλιμέντο το έπαιρνα, το έδενα, το κρατούσα και το νόημά του σκορπιζόταν σε όλο μου το κορμί χαρίζοντάς μου μια γλυκιά ευχαρίστηση. Και δεν το ξεχνούσα ώσπου να ακούσω το επόμενο κομπλιμέντο σου. Και ήσουνα πλούσιος σ’ αυτά. Κι έδινες τόσα ώστε να μην ξεπεράσεις το όριο. Αλλιώς θα χάλαγες όλη τη ουσία, όλη την απόλαυση. Το ήξερες αυτό και το πρόσεχες πολύ. Πόσες τέτοιες ωραίες στιγμές μου είχες χαρίσει... Χωρίς ίσως να το υποπτεύεσαι, εγώ χρησιμοποιούσα τα λόγια σου για να ευωχούμαι. Δεν τα έπαιρνα πια σαν λόγια μεγάλου σε μικρόν, παρά σαν λόγια άντρα σε γυναίκα. Και το καταλάβαινες αυτό καμιά φορά και αμέσως άλλαζες κουβέντα ή στρεφόσουν σε άλλον και, δείχνοντας πως τάχα με αγνοείς, συζητούσες μαζί του για άλλα θέματα.
Ντρεπόμουν τότε για ό,τι ένιωθα και πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου, ανάμεσα στα γράμματα των βιβλίων μου μπαίνανε τα γράμματα του πιο καλού λόγου που μου είχες πει πριν λίγο. Κι αυτόν το λόγο τον κρατούσα σαν φυλαχτό.
Στην κοινωνία που ζούμε δεν υπάρχει χρόνος για περιττά λόγια. Όλοι τρέχουν να προλάβουν και δεν τους μένει καιρός να πουν παρά μόνο τα απαραίτητα για την μεταξύ τους ρηχή επικοινωνία. Μόνο εσύ, ίσως γιατί ήρθες από αλλού, ίσως γιατί έτσι είναι ο χαρακτήρας σου, μόνο εσύ μπορούσες να λες τέτοια όμορφα λόγια. Και δεν ήτανε μόνο τα λόγια. Ήταν και τα μάτια σου. Γεμάτα θαυμασμό κάθε φορά, συμπλήρωναν τον καλό σου λόγο. Γεμάτα θαυμασμό και λαμπύρισμα.
Με ρώτησες γιατί μ' ένιαξε που σταμάτησες να μου μιλάς. Ίσως και να μου έλειψαν αυτά τα λόγια τα θαυμαστικά, αυτά τα φωτεινά βλέμματα. Που για σένα βέβαια δε σήμαιναν ίσως τίποτα, σε μένα όμως έδιναν κάτι που δε θα το βρω αλλού όσο και να ψάξω.
(μικρή σιωπή)
Θυμάμαι εκείνο το ροζ φουστάνι που πήγα κι αγόρασα για το χορό. Από την πρώτη στιγμή που το είδα δεν μου άρεσε. Μα ήτανε το μόνο που βρήκα. Το αγόρασα, το φόρεσα, δεν μπορούσα όμως να το χωνέψω. Μου έμοιαζε ανυπόφορο. Ώσπου όταν με είδες να το φορώ -θυμάσαι;-μου είπες πως είναι όμορφο και πως μου πηγαίνει θαυμάσια. Τότε το αγάπησα κι εγώ.
(χαμογελάει)
Θυμάμαι μια μέρα όταν είχα φτιάξει μια χάρτινη γιρλάντα και την είχα κρεμάσει γύρω από το λαιμό μου γυρίζοντας από το σχολείο. Όλοι με μάλωναν και με κορόϊδευαν που έκανα τέτοιες παιδιάστικες κουταμάρες. Εσύ είπες: "Τι ωραίο κολλιέ! Και πώς σου πηγαίνει!.."
Γιατί έχεις θυμώσει μαζί μου;

ΑΝΤΡΕ
(ονειροπόλα και σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Το ροζ φουστάνι...μια πανδαισία...η χάρτινη γιρλάντα...Ποιος μπορεί να πει ότι ήρθε άσκοπα στον κόσμο όταν σε είδε να φοράς το ροζ εκείνο φουστάνι ή εκείνη τη χάρτινη γιρλάντα στο λαιμό... Έξυπνος εγώ... για σκέψου... έξυπνος κι όμως πιασμένος σαν χαζή μύγα στο δίχτυ. Αρκετά έξυπνος για να μπορέσω να καταλάβω τι κρύβει μέσα του ένα άνθος, αρκετά έξυπνος για να καταλάβω πόσο αδύναμη είναι η δύναμη... πόσο μικρό είναι το μεγάλο… πόσο πολύ το τίποτα... όμως πολύ κουτός ώστε να μη μπορέσω να μυρίσω το άνθος, να μη γνωρίσω τη δύναμη ή την αδυναμία, να μείνω έξω από κάθε μεγάλο ή μικρό. Πολύ κουτός για να ζήσω...για να υπάρξω... για να γεννηθώ πες... Μα πάλι πώς μπορεί να πει κανείς πως δεν έζησε όταν έχει κρατήσει μέσα στο χέρι του το χέρι σου...

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι... η χειρομαντεία... Μου κράταγες το χέρι στο χέρι σου και διάβαζες τη μοίρα μου. Εγώ το είχα αφήσει μέσα στο δικό σου κι ένιωθα τόσο ελαφριά σαν να είχα ξεφορτωθεί όλο το βάρος μου κι όχι μόνο του χεριού μου. Κι όλο πράγματα που αρέσουν μου ’λεγες. Πόσο είμαι έξυπνη, πόσο είμαι όμορφη, πόσο πολύ θα ζήσω. Μόνο λόγια όμορφα βγαίναν από το στόμα σου για μένα. Μου είπες ξάφνω πως αγαπώ ένα νέο της ηλικίας μου. Σου είπα: "φυσικά θα είναι της ηλικίας μου. Κανένα γέρο θ’ αγαπούσα; "Ύστερα από αυτό τελείωσε γρήγορα η χειρομαντεία.

ΑΝΤΡΕ
Ω! Η ζωή! Η ζωή! Η ζωή μου! Γεμάτη αβεβαιότητα, κενό, φόβο πριν απ’ όλα.
Μα από τότε που βρέθηκα σε τούτη τη χώρα βλέπω γύρω μου ανθρώπους που φόβος δεν ξέρουνε τι θα πει. Που ντροπή δεν ξέρουνε τι θα πει. Που δεν έχουν αισθήματα. Όλοι αντιδρούν ίδια σε κάθε ίδιο ερέθισμα. 'Ολοι λένε τα ίδια λόγια σαν απάντηση στην ίδια ερώτηση. Αναρωτιέσαι αν είναι ζωντανά όντα ή ρομπότ-δημιουργήματα κάποιου αργόσχολου μηχανικού. Αφότου ήρθα εδώ προσπαθώ ν’ ανακαλύψω σε κάποιον από αυτούς κάτι που να με κάνει να πω πως είναι άνθρωπος κι αυτός, όπως τόσοι που άφησα φεύγοντας από την πατρίδα.
Μάταια όμως.
Ωραία είναι να κυλάει έτσι η ζωή. Ήσυχη, προγραμματισμένη, με από πριν όλα γνωστά, με τις ανάγκες της όλες από καιρό καλυμμένες, με το θάνατο ένα ακόμα επεισόδιο, το τελευταίο της σειράς.
Είπα πως είναι ωραία τέτοια ζωή. Όχι. Δεν εννοώ πως είναι ωραία για κείνους που τη ζούνε. Γιατί δεν τη ζουν. Για κείνους αυτό δεν είναι ζωή. Είναι ένα πρόγραμμα, μια κουρντισμένη παρέλαση όπου σαν στρατιώτες συμμετέχουν.
Ωραία είναι για κείνον που τη βλέπει απέξω. Που ζηλεύει. Που θα ήθελε να είναι ένας απ’ αυτούς. Που θα ήθελε να είναι ένα τίποτα δηλαδή. Ή, που είναι το ίδιο, να ζει μηχανικά τη ζωή του χωρίς όλα εκείνα τα φοβερά συναισθήματα που κάνουν τη ζωή μια κόλαση.
Ναι! Έρχονται φορές που θα το ’θελα κι εγώ. Θα ήθελα να είμαι ένα στρατιωτάκι ανάμεσα στα πλήθη εκείνα που βλέπω να περνάνε μπροστά μου αλύγιστα, άφοβα, αναίσχυντα, άναίσθητα, βαδίζοντας άσκεφτα προς ένα άγνωστο τέρμα. Άγνωστο για μένα, τώρα, όχι γι αυτούς. Αυτοί τίποτα δεν ξέρουν-τα ξέρουν όλα... να βγω από ένα εργοστάσιο δηλαδή στο οποίο θα μου έχουν δώσει μορφή και υπόσταση κι από κει θα προχωρώ όπως εκείνοι έχουν κανονίσει.

(αυτό τελειώνει μεθαύριο)