Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ
(25-2-96, LITTLE ROCK)

Η Λώρα πάτησε φρένο και "τι καιρός!", είπε.

Τον είδα.
Μες στο χιόνι που έπεφτε πυκνό
έμοιαζε άγγελος αγάπης.
Αργά περνώντας μπρος απ’ τ’ αυτοκίνητό μας
γύρισε, μ’ είδε και μου χαμογέλασε
μ’ αντίς για δόντια δυο σειρές χιονονιφάδες.
Έλαμπε σαν παιδί ευτυχισμένο.

Τον κοίταξα ερωτηματικά.
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι.
Τα χείλια του σχημάτισαν δυο λέξεις: "όχι ακόμα".
Μετά, γελώντας μου συνέχεια,
χωρίς να βλέπει προς τα κει
και με κινήσεις σίγουρες
αν κι απαλές
και σαν βαριεστημένες
με το δεξί του χέρι έσπρωξε στο δρόμο τον πεζό
ενώ έβαζε τ’ αριστερό του μπρος στα μάτια
του γέρου που οδηγούσε δίπλα μας.

Το σώμα έπεσε βαρύ μέσα στη νύχτα.
Σταμάτησαν πολλοί.
Κατέβηκα.
Κάποιος έσκυψε στο σώμα το πεσμένο.
"είναι νεκρός", είπε.

Εκείνος
περνώντας μέσα απ’ όλους καθώς έφευγε
μου ’γνεφε με το χέρι φιλικά,
και γελαστά συνέχεια βλέποντάς με
χάθηκε μες στο χιόνι που έπεφτε βουβό
δίνοντας σ’ όσα γίνανε
όπως χαλί στα βήματα,
μιαν αίσθηση αλλόδημη
αναστολής και άπνοιας.