Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΑΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες
μαύρα κενά υπάρχουν αφημένα.
Μέσα τους ζουν παντέρημες και μόνες-
πλάσματα που ειν’ απ’ όλους ξεχασμένα-

κάτι μορφές απέραντα θλιμμένες
με χώμα σκεπασμένες και με σκόνη-
βουβές μορφές, σε μένα αγαπημένες
(κάποιο κοινό σημάδι μας ενώνει).

Είναι αυτοί που έφεγγε βαθιά τους
η φλόγα ενός δυσεύρετου ταλάντου.
Που τη μεγάλη εφώτιζε καρδιά τους
το φως ενός ηλίου αμαράντου.

Που ενώ να δώσουν είχαν κάτι νέο
μες στα παλιά εφθείραν τη ζωή τους.
Που αναλώθηκαν μες στο χυδαίο
ενώ τ’ Ωραίο πλαντούσε στην ψυχή τους.

Ειν’ οι σκιες αυτών που ενώ πλασμένοι
για έργα ήσαν τέχνης φτερωμένα
μες στην αφάνεια εζήσανε χαμένοι
σαν άστρα που από νέφη είναι κρυμμένα.

Ειν’ οι Μπετόβεν που δεν έχουν μουσουργήσει
γιατί δεν έλαμπε ακόμα η μουσική
ειν’ οι Ντα Βίντσι που δεν έχουν ζωγραφίσει
γιατί στη λίθινη ανθίσαν εποχή.

Είναι οι Όμηροι, οι Σαίκσπηρ, οι Ικτίνοι
που ζήσανε στα δέντρα ή σε σπηλιές
οι Καρυωτάκηδες, οι Πόε, οι Λαμαρτίνοι
στου Ανθρώπου που έζησαν το λυκαυγές.

Μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες
κάποιες μορφές παράξενα σαλεύουν
κι από τις μουχλιασμένες τους κρυψώνες
έξω-στο φως-τώρα να βγουν γυρεύουν.

Πόσο πικρές αλήθεια πρέπει να ’ναι-
πόσο θα νιώθουν δύστυχες και μόνες
κάτι μορφές που ατέλεστες γυρνάνε
μες στις βαθιές της μνήμης μου εικόνες...

Γιαυτό θεέ σε ικετεύω όχι να δώσεις
στις σκιές αυτές της δόξας τη χαρά
όμως τελείως μη τις αγνοήσείς-
από δαφνόφυλλα φτιάξε ξερά

ένα στεφάνι κι έτσι ως είσαι αγαθός
δώσε τους λίγη απ’ την ουράνια ευτυχία-
όχι τιμές μεγάλες-να! καθώς
στους λήγοντες κερδίζουν τα λαχεία.
             TO MATΙ

Ένας καθρέφτης έχει μείνει
στην κάμαρά μου μέσα μόνο.
Μες στο γυαλί του αργοσβήνει-
χάνεται χρόνο με το χρόνο,

κι όλο ξοδιάζεται η μορφή μου.
Χτες που κοιτάχτηκα δεν είδα
παρά το μάτι το δεξί μου
ν’ ανοιγοκλείνει σαν παγίδα

που κάτι τι ζητάει να πιάσει
μέσα στον άδειο τον καθρέφτη.
Κι άλλο μη βρίσκοντας, με βιάση
μες στον καθρέφτη το ίδιο πέφτει.
Πριν έξη χρόνια νοσηλεύτηκα για αιθουσαία νευρωνίτιδα. Διορθώνω-δε νοσηλεύτηκα, μπήκα σε νοσοκομείο για αιθουσαία νευρωνίτιδα. Και δεν νοσηλεύτηκα για την αρρώστια μου γιατί το νοσοκομείο δεν είχε ΩΡΛ κλινική. Έτσι με έβαλαν-ήταν επείγον το περισταστικό- στην παθολογική κλινική. Ο παθολόγος δεν ήξερε τίποτα για την αρρώστια-και δικαιολογημένα, επειδή δεν ήταν αρρώστια της ειδικότητάς του, όπως άλλωστε δεν ήταν και της δικής μου.
Το μόνο σύμπτωμα που είχα ητανε ίλιγγος. Γύριζαν γύρω μου τα πάντα. Συνεχώς. Έμεινα μέσα στο νοσοκομείο μια βδομάδα χωρίς καλλιτέρεψη και βγήκα όπως μπήκα. Επισκέφτηκα ΩΡΛόγο ο οποίος μου είπε ότι μπορεί να με θεραπεύσει δια παντός, αρκεί να συνεργαζόμουν μαζί του για να δώσει στο σώμα μου ορισμένες στάσεις και να μου συστήσει να κάνω με αυτό ορισμένες κινήσεις, για ένα διάστημα περίπου ενός τετάρτου της ώρας. Επειδή για ορθοπεδικούς λόγους δεν μπορούσα να υποβληθώ σε αυτή τη θεραπεία, έφυγα παίρνοντας οδηγίες για ασκήσεις που θα μπορούσα να εφαρμόσω μόνος μου στο σπίτι, και που ίσως να μου έκαναν καλό, όπως μου είπε ο γιατρός.
Για να μην πολυλογώ, να τι βρήκα σωτήριο ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού, το οποίο με έχει απαλλάξει από το πρόβλημα, και το οποίο μπορείτε να δοκιμάσετε και όσοι από εσας πάσχουν από την ίδια νόσο.
Ας πω εδώ πάλι ότι δεν μιλάω σαν γιατρός αλλά σαν παθός.
Όντας λοιπόν σε καθιστική στάση, στρέφετε το κεφάλι σας αριστερά, και κρατώντας το αριστερά το κάνετε και πίσω και κάτω όσο μπορείτε. Μένετε εκεί για πέντε έως δέκα δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια στρέφετε το κεφάλι δεξιά, και κρατώντας το δεξιά, το κάνετε εμπρός-κάτω όσο μπορείτε. Μένετε έτσι πάλι για πέντε έως δέκα δευτερόλεπτα. Επαναλαμβάνετε το ίδιο για όσες φορές χρειαστεί να σας περάσει ο ίλιγγος.
Για μένα αρκεί να κάνω τρεις φορές αυτή την άσκηση και γίνομαι περδίκι. Εσείς, αν δείτε πως δεν περνάει με τις τρεις φορές, κάνετέ το περισσότερες, αλλά όπως μου είπε ο ΩΡΛάς αν με τις δέκα φορές  δεν γίνει τίποτα, δεν ωφελεί να συνεχίσει κανείς.
Στην κλινική έμεινα μια βδομάδα. Βγήκα με οξεία παγκρεατίτιδα. Αλλά γι αυτήν θα σας μιλήσω μιαν άλλη φορά. Για να μην τρομάξει κανείς, δεν υπάρχει συσχέτιση της μιας αρρώστιας με την άλλη-άλλη ήταν η αιτία της παγκρεατίτιδάς μου.

ΠΡΟΛΗΨΗ
Για να μην ξαναπάθετε το ίδιο, ή για να το πάθετε λιγότερες φορές και ηπιότερα, μια συμβουλή: να μην στρέφετε απότομα το κεφάλι δεξιά, αριστερά, κάτω ή προς τα πάνω. Ειδικά προς τα πάνω ή προς τα κάτω μάλιστα, να το στρέφετε, όταν χρειάζεται, με μεγάλη προσοχή.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

                        ΠΑΙΔΕΥΩ

Ειμ’ ένα ον διστακτικό κι απίστευτα δειλό.
Μιαν έκφραση στο πρόσωπο θλιμμένη πάντα έχω.
Σπάνια, βαριά και βαρετά σα μου μιλούν μιλώ
κι από παρέες ζωηρές κι ευτράπελες απέχω.

Οι φίλοι με αφήσανε μονάχο από καιρό
και για να διασκεδάσουνε μόνο με πλησιάζουν
γιατί στις απαιτήσεις τους πάντοτε υποχωρώ
καθώς μ’ ενέργειες πρόστυχες φριχτά μ’ επηρεάζουν.

Αρπαχτικά κοιτώντας με με βλέμμα κορακίσο
φανταστικά προβλήματα μου βάζουνε να λύσω.
Κι εγώ προσέχοντας πολύ μη τάχα τους προσβάλω
κι ιδέα μη θέλοντας ποτέ στο νου τους να τους βάλω
πως τα πολλά τους ψέματα καθόλου δεν πιστεύω
μ’ ανύπαρκτα προβλήματα τη ζήση μου παιδεύω.
ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ

Πάντα μου θεέ μου
σ’ όλες τις εικόνες
γελαστόν σε βλέπω
μες απ’ τους αιώνες.

Λάθος θα ’χουν κάνει
τ’ άγιο πρόσωπό σου
σοβαρό όσοι φτιάξαν-
δεν ειν’ το δικό σου.

Μες στη δυστυχία
ο θεός μας γέλιο
πρέπει να σκορπάει
και το ευαγγέλιο

πρέπει τόμος να ’ναι
φίνων ανεκδότων:
πρέπει θε μου να ’σαι
κλόουν εκ των πρώτων.
OΙ ΣΧΕΣΕΙΣ

Μετά το βραδυνό το χειρουργείο
το έκτακτο
έπαψαν πια να υφίστανται οι σχέσεις
οι τυπικές ιατρού και αδελφής.

Τα φώτα είχαν μισοσβήσει
και τελευταίοι είχαν μείνει οι δυο τους.
Την πράσινη τη βαρετή τη μπλούζα
την πέταξε σε μια γωνιά
της αίθουσας που άσπριζε στο σκότος απ’ τους γύψους.

Αυτή να τη μαζέψει αμέσως έτρεξε
αμίλητη
ιαθώς  την είχαν μάθει με γιατρούς να κάνει.
Κι όταν σηκώθηκε
τα βλέμματα ανταμώσανε
κι οι μυρωδιές της Άνοιξης
οι ποθοπλάστρες
οι χρυσές
οι μυρωδιές της Άνοιξης οι ωραίες
που αυτό το βράδυ σπάζαν τις καρδιές
μεμιάς γινήκανε φιλιά και σπάνια χάδια
κι η αίθουσα
που αρρώστους δέχονταν κάθε ημέρα
τον έρωτά των δέχθηκε τον βίαιον-
τον έρωτα που τόσον ήταν μεγαλύτερος
όσον μεγάλη η ανομία ήταν
σε τέτοιο ένα μέρος να κατακλιθούν.
Έτσι, ίσως γιατί ξαφνικά
η καινούργια γνωριμία έγινε,
ίσως γιατί το περιβάλλον ήταν άπρεπο
για τέτοιες πράξεις,
ίσως γιατί κι οι δυο
μονάχοι θα ’μεναν το βράδυ εκείνο,
ίσως-ποιος ξέρει το γιατί
έπαψαν πια να υφίστανται οι σχέσεις
οι τυπικές ιατρού και αδελφής.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1963

21 Οκτώβρη 1963
Ή   18η  Γενική  Συνέλευοη του  Ο.Η.Ε.  απορρίπτει   την   αλβανική   πρόταση   είσδοχής   της  Λαϊκής Κίνας στον Ο.Η.Ε.

24 Οκτώβρη 1963
Η αμερικανική αεροπορία επιτυγχάνει την μεταφορά   μιας   τεθωρακισμένης    μεραρχίας    από   το Τέξας στην Ρηνανία  εντός 63 ωρών.

26 Οκτώβρη 1963
 Ό Σοβιετικός πρωθυπουργός κάνει έκκληση για την διακοπή της ανοικτής Ιδεολογικής διαμάχης με το Πεκίνο.

28 Οκτώβρη 1963
 Ό υπουργός των Εξωτερικών του Πεκίνου Λ. Τσέν Γί δηλώνει δτι ή χώρα του δεν θα είναι σε θέοη να κατασκευάση ατομικά όπλα παρά ύοτερα από «αρκετά χρόνια». 


ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1963

2 Νοέμβρη 1963
 Ό Βρεταννός πρωθυπουργός Σέρ Αλεκ Ντάγκλας Χιούμ δηλώνει ότι υπάρχουν αισιόδοξες προοπτικές συνεργασίας της Δύσεως με την Σοβιετική Ενωση.

7 Νοέμβρη 1963
Ή κοινοβουλευτική διάσκεψη του ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει σαν «άσκοπη δαπάνη» την δημιουργία πυρηνικής δυνάμεως τού οργανισμού.

8 Νοέμβρη 1963
Επιτυγχάνεται συμφωνία για την πώληση αμερικάνικου σιταριού στη Σοβιετική Ενωση.

10 Νοέμβρη 1963
Ό Αμερικανός εκπρόσωπος στον ΟΗΕ κ. Στήβενσον,  τονίζει   ότι   ή   αμερικανική  εξωτερική  πολιτική πρέπει να αψηφήσει τις αντιδράσεις της Αμερικανικής  Ακρας Δεξιάς.

11 Νοέμβρη 1963
Ό  Γενικός  Γραμματεύς του   Ιταλικού  Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος κ.  Αλντο Μόρο αναλαμβάνει   να   σχηματίσει   κυβέρνηση με  την  συμμετοχή   των   Σοσιαλιστών.

15 Νοέμβρη 1963
 Ή Αμερικανική Γερουσία ψηφίζει κονδύλιο 3.700 εκατομμυρίων δολλαρίων για την εξωτερική βοήθεια.

19 Νοέμβρη 1963
Αποφασίζεται    ή    σύγκληση    σοβιετοκινεζικής  διασκέψεως για τίς ιδεολογικές διαφορές.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

             ΔΕΣΜΙΟΣ

Στου δωματίου μου του ησύχου
την παγωμένη ερημία
δίχως ελπίδα πια καμία
δέσμιος κείμαι εγώ του στίχου.

Ως εδώ κάτω είμαι πεσμένος
κάτι μου κόβει την ανάσα
σαν το δωμάτιο να ’ναι κάσσα
και να ’μαι κιόλας πεθαμένος.

Όσες ζωής τρέμουν ελπίδες
όπου ο Χάρος χέρι απλώσει
τόσα φτερά έχουν φυτρώσει
πα’ στις βαριές μου αλυσίδες.

Ως ακυβέρνητο καράβι
παιχνίδι γίνεται στο κύμα
έτσι μ’ εμέ να παίζει η ρίμα
τ’ άγριο παιχνίδι της δεν παύει.

Κι είμαι το σβήσιμο του ήχου
που κάνει σπώντας με μανία
της ποίησής μου η αγωνία
στην επιφάνεια κάθε τοίχου.
Ο ΧΑΣΑΠΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ

Στο σπίτι όχι-δε χορεύαμε
χασάπικους χορούς.

Αυτούς τους γνώρισα
σε κάτι ταβερνάκια μυστικά
σε κάτι ταβερνάκια στενωπά
που όταν έρχονταν η ωρα
που όταν έφτανε η ώρα
που όταν έπρεπε
σηκώνονταν ο άντρας
μέριαζε τις καρέκλες τα τραπέζια και το σύμπαν
και μόνος
άγνοια όλος και άφεση
εχόρευε πατώντας πα’ στο πάτωμα της οικουμένης-
στο άϋλο το πάτωμα του κόσμου εχόρευε πατώντας.

Και μέσα στην αυτάρκεια του κλεισμένος
ήτανε πια ανοιχτός σε όλα
και καλόδεχτος
κι ωραίος
κι αυτός και ο χορός του.
Και ο χορός του γίνονταν θρησκεία
και ο χορός του έχτιζε απ’ τήν αρχή τον κόσμο.
Έναν ευθύ κι ατρόμητο
και σταθερό
κι αντρίκιον έναν κόσμο
με μέσα του όλα τα καλά και καμιά θέση-
καμία πρόβλεψη
για υποκρισίες γι ατιμίες και για δόλους.

Έτσι εγνώρισα εγώ-
έτσι εγνώρισα εγώ ετούτον το χορό
που ας τον λέω χορό γιατί δε βρίσκω
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιο καλά
να ζωγραφίσω με μια λέξη την Αγιότητα
να ζωγραφίοω την Αγνότητα με μία λέξη-
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιo καλά-
γιατί άλλο λόγο οι άνθρωποι δεν έχουν
για το Αληθινό.
ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Επειδή θα ’ρθουν σκληρές ημέρες
που στα στήθη τους θα κρύβουν όχεντρες
και στο χέρι θα κρατούν μαχαίρι 
μέρες μες στο αίμα βουτηγμένες
σαν ημέρες άλλης γης-άλλων ανθρώπων 
μέρες που γεμάτες θα ’ναι
με κρωξίματα κοράκων και με φόβο
κι αν σηκώσεις το μανδύα του πρώτου φόβου
άλλον φόβο θ’ αντικρίζεις από κάτω πιο φρικτόν…

επειδή θα ’ρθουν ημέρες
π’ ούτε μια στιγμή τους δε θ’ ανοίγει
σ’ άλλο κάτι έξω απ’ ό,τι είναι κλειστό
μέρες που θα κρέμονται μαύρες νυχτερίδες
μες σε σπήλαιο υγρό και σκοτεινό
σπήλαιο με δίχως έξοδο κι αχνό φέγγος
μέρες που θα μ’ έβρουν μόνο,  
στρογγυλές, κενές ημέρες
που στο κέντρο τους θα κείμαι εγώ
ναυαγός μ’ όλες τις γέφυρες κομμένες…

επειδή θα ’ρθουν ημέρες
θρονιασμένες πάνω σε ασύνειδα ρευστά
μέρες πρωταρχικής ασυδοσίας 
μέρες πρωταρχικού φόβου
με μένα μέσα τους το μόνο αισθανόμενο
μέρες όπου τίποτα δεν θα μπορεί
να σταματήσει τη βροχή να πέφτει 
μέρες που θα κυλάνε σαν βαριές
ρόδες αργές σιδερένιες… 

επειδή θα ’ρθουν σκληρές ημέρες
τέτοιες που μονάχα εγώ γνωρίζω πως υπάρχουν-
γι αυτό και γράφω ετούτα τα γραφτά
να τα ’χω τότε
σα μιαν ανάμνηση της άλλης μου ζωής, 
αυτής του ονείρου.

                              L. A. 3-1-1990
ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ
(Τρίπολη, 4 Φλεβάρη 1946)

Απόψε γίνονται συλλήψεις. Ένας τρόμος
έχει απλωθεί πάνω στις πέτρες της μικρής μας μάντρας.
Η λάμπα πιο αδύναμα θα φέγγει απόψε.
Στη σάλα τα φαντάσματα θα ’χουν πληθύνει.  Έξω
το φεγγαρόφωτο
δεν θα μπορεί
μια συντροφιά να βρει για ν’ ακουμπήσει.

Θα πιάσουν πάλι τον πατέρα.
Και θα τον βασανίσουνε.

Ίσως τον πάνε πάλι για το Ναύπλιο
εκεί που οι φυλακισμένοι φτιάχνουνε
μικρές κομψούλες ταμπακέρες και σκαρώνουν
θήκες δερμάτινες, πτυσσόμενες,
για ΕΑΜικές φωτογραφίες.

Απόψε η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας.

Απόψε κάθε κρότος θα ’ναι μπιστολιά.
Κάθε αργοκούνημα των σκιών στον τοίχο
θα ’ναι ένα πλέγμα από θανάτους αργοτέλεστους.
Κάθε λεφτό της ώρας που περνά
και πιο κοντά σε μια καταστροφή-σ’ ένα χαμό θα φέρνει.

Απόψε γίνονται συλλήψεις.
Άνθρωποι με στολές, καπέλα,
άνθρωποι που λευκά κορδόνια κρέμονται απ’ τους ώμους τους
άλλους ανθρώπους πιάνουν
χειροπέδες τους περνούν
και τους κλείνουνε σε κελιά μέσα-
σε υγρές φυλακές ολοσκότεινες.

Τα παιδιά θα ’ρθει η ώρα να πάνε για ύπνο
αλλά μες στ’ όνειρό τους
φυλακές τρομερές θα οικούνε
και θα είν’ οι φρουροί τους ψηλοί ενωμοτάρχες
μ’ ένα όπλο στο χέρι και σφαίρες ζωσμένοι.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ


24 Οκτώβρη 1963
Ή αμερικανική αεροπορία επιτυγχάνει την μεταφορά   μιας   τεθωρακισμένης    μεραρχίας    από   το Τέξας στην Ρηνανία  εντός 63 ωρών.

25 Οκτώβρη 1963
Ό Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών κ. Ράοκ επισκέπτεται  την  Βόννη για  να  διαβεβαιώσει  την γερμανική   κυβέρνηση   ότι   οι   αμερικανικές  δυνάμεις   δεν   πρόκειται   ν'   αποσυρθούν   από   την   Ευρώπη στο  άμεσο μέλλον.

26 Οκτώβρη 1963
Ό Σοβιετικός πρωθυπουργός κάνει έκκληση για την διακοπή της ανοικτής Ιδεολογικής διαμάχης με το Πεκίνο.

27 Οκτώβρη 1963
 Ό κ. Ντήν Ράσκ υπαινίοσεται στην Φραγκφούρτη ότι ή κυβέρνηση του θα παραιτηθή από το δικαίωμα του βέτο στην σχεδιαζόμενη πολυμερή πυρηνική δύναμη αν υπάρξει ενότητα στην Ευρώπη.

31 Οκτώβρη 1963
Ό Πρόεδρος Κέννεντυ δηλώνει ότι δεν προτίθεται να μειώσει τίς μάχιμες αμερικανικές δυνάμεις στην Δυτική Γερμανία.

2 Νοέμβρη 1963
Ό Βρεταννός πρωθυπουργός Σέρ Άλεκ Ντάγκλας Χιούμ δηλώνει ότι υπάρχουν αισιόδοξες προοπτικές συνεργασίας της Δύσεως με την Σοβιετική "Ενωση.


6 Νοέμβρη 1963
 Ό Σοβιετικός πρωθυπουργός δηλώνει ότι ή χώρα του δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια για την εκτόξευση ανθρώπου στη Σελήνη.


9 Νοέμβρη 1963
Ό  Πάπας  Παύλος  ΣΤ'   καλεί την  Ευρώπη  να προχωρήσει προς την ένωσή της.


13 Νοέμβρη 1963
Ό   Κυβερνήτης   της   Νέας   Υόρκης   καί   ενδεχομένως   υποψήφιος   των   Ρεπουμπλικάνων  για   την προεδρία των ΗΠΑ κ. Ροκφέλλερ χαρακτηρίζει την εξωτερική   πολιτική   του   προέδρου   Κέννεντυ   σαν «διστακτική,   αμφιταλαντευόμενη   καί   αδύναμη».

14 Νοέμβρη 1963
 Αποφασίζεται ή μείωση κατά 40% των αμερικανικών αεροπορικών μονάδων στην Ευρώπη.

17  Νοέμβρη 1963
Ό πρώην Πρόεδρος Αϊζενχάουερ υποδεικνύει την βαθμιαία μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη από έξη μεραρχίες σε μία.
ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Ξύλινο ένα και μικρούλι μπαλκονάκι
το σπίτι του στην πίσω αυλή του είχε΄ όμως
τότε που ήτανε κι αυτός μικρό παιδάκι
εκείνο ήτανε γι αυτόν ο κόσμος όλος.

Ήταν εκείνος βασιλιάς κι αυτό παλάτι
τ’ άστρα διαμάντια στο χρυσό του στέμματός του
η λεύκα δίπλα του βασίλισσα σπαθάτη
θάμνοι και δέντρα και ζωάκια ο λαός του.

Καθώς το σπίτι στην κορφή ήτανε του λόφου
όταν στεκόνταν στο μπαλκόνι του εθαρρούσε
ότι εξέφευγε απ’ τα δόκανα του ζόφου
κι ότι σ’ απρόσιτες κορφές  ιερουργούσε.

Οι φτέρες που άπλωναν στη "Ράχη" τα κλωνιά τους
έμοιαζαν δάσος ατελείωτο και θηρία
φαντάζαν άγρια τα κουνέλια που κοντά τους, 
ξέγνοιαστα γράφαν τη μικρή τους ιστορία.

Από τον ήλιο που επρόβαλε πιο πέρα
έστεκε εκείνος πιο ψηλά δεκάδες μέτρα
και τη σελήνη-ένα μπαλόνι στον αέρα-
θα τη χτυπούσε αν είχε τύχη με μια πέτρα.

Και όλα είχαν ομορφιά και γλύκα τόση
απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού του το πελώριο
που απορεί τόσο πικρούς πώς έχει δώσει
καρπούς εκείνο τ’ όμορφό του το φυτώριο…

Το βασίλειό του τώρα ξύλα σαπισμένα.
Μ’ αυτά θα φτιάξει μία κλίνη νεκρική
και με υπηκόους του ακριβούς τα περασμένα
θα βασιλέψει αβασίλευτα εκεί.

                                         L. A.  4-5-1988
ΟΙ  ΑΝΘΟΠΩΛΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Οι ανθοπώλες της οδού Βασίλισσας Σοφίας
δεν είναι παρά  αναίσχυντοι κι απαίσιοι μαστροποί:
λουλούδια κόβουν και μετά μετά πολλής μανίας
τα διατιμούν και τα πουλούν χωρίς καμιά ντροπή.

Βάζουνε στα λουλούδια μας ταμπέλες και τιμές
και διαλαλούν τις χάρες τους σαν να  ’τανε γυναίκες
από εκείνες τις φτηνές γυναίκες τις κοινές
που όλοι τις λεν Βερόνικες και Ρούλες και Αλέκες.

Φριχτή μια φτιάχνοντας σειρά που μοιάζει νεκρική
στις πόρτες στέκουν των φτηνών μικρών τους ισογείων
και θησαυρούς σωριάζουνε με μιαν ευγενική
μάσκα άτεχνα σκεπάζοντας πρόσωπα ηλιθίων.

Κι όπως οι κράχτες στα φτηνά λιγόφωτα μπουρδέλα
με πονηρά καλέσματα μολύνουν τη σιωπή
και στους φτωχούς περαστικούς σαν διψασμένη βδέλλα
κολλάνε οι λουλουδάτοι μας απαίσιοι μαστροποί.
             ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Απόβραδο.
Chatchworth Park.
Στην άμμο αποτυπώματα ποδιών.
Το μόνο που έχει μείνει
από έρωτες που άνθισαν
λίγο πριν έρθω εδώ και ακουμπήσω
στην έρμη τούτη πέτρα επάνω.

Αποτυπώματα ποδιών που πέρασαν
κορμιά στηρίζοντας αγκαλιασμένα.
Που διάβηκαν αργά και παιχνιδίζοντας
σκορπίζοντας την άμμο που πατούσαν.

Σχέδια που φτιάξαν μια μακριά γραμμή-
μιαν απαλή, γλυκόσυρτη γραμμή ευτυχισμένη
με κάπου κάπου κάτι βαθουλώματα
κι ένα φιλί στο πιο κρυφό τους μέρος.

Αποτυπώματα στεφανωμένα με υποσχέσεις
που κρυσταλλώσανε στο φως του δύοντος ηλίου
και τώρα ίπτανται σε σχήματα παράξενα
και λάμπουν μες στο σούρουπο και φέγγουν.

Σχήματα ερωτικά που αφέθηκαν στην άμμο
σαν χάδια σε κορμί αγαπημένο. 
Εικόνες που χαράχτηκαν γλυκές
λίγο πριν έρθω κι ακουμπήσω εδώ
στην έρμη τούτη πέτρα επάνω.

                                      L.A. 23-4-1988
      ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ…

Τα κρύα μας θυμώνουνε
μας τυραννούν τα χιόνια
οι νύχτες άγριες έρχονται
και λες κρατούν αιώνια.

Γλιστρίματα, σπασίματα
κι αρρώστιες χίλιες δύο
κάθε χειμώνα κάνουνε
το σπίτι φαρμακείο.

Χρήματα για τα κάρβουνα
για ρούχα, για ομπρέλες
Α!  Το χειμώνα χίλιες δυο
βυζαίνουν μας αβδέλλες.

Μα όλοι ενώ πασκίζοντας
λίγο να ζεσταθούμε
το καλοκαίρι το ζεστό
με λύσσα νοσταλγούμε,

όταν θα  ’ρθει, ανάποδο
αρχίζουμε αγώνα:
Άχου!  Τι ζέστη φοβερή!-
ζητούμε το χειμώνα...

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΘΕΟΣ  ΜΑΚΕΛΛΕΥΤΗΣ

Ένας θεός μακελλευτής
χρειάζεται ’δώ πέρα
που να κρατεί στο χέρι του
μεγάλη μια μαχαίρα.

Να πελεκάει ζερβόδεξα
το θεϊκό του χέρι
κι όλα του κόσμου τ’  άσχημα
να κόψει σάπια μέρη.

Και γύρω γύρω κόβοντας
την πλάση του, ν’ αφήσει
μονάχα τον πυρήνα της
κι αυτός να ξανανθίσει.

Και τέτοια να ’ναι  η ευλογιά
που στ’  άνθισμα θα δώσει
που ένα κλαδί μόνο να βγει
κι άλλο να μη φυτρώσει.

Του Πόθου να  ’ναι το κλαδί
τα φύλλα της Αγάπης
κι ηδονικούς γλυκούς καρπούς
να χαίρεται  ο διαβάτης.

Και όλα να ’ναι ηδονικά 
κι Έρωτας όλα να ’ναι
καθώς οι κύκλοι της ζωής
αιώνια θα κυλάνε.

Ένας θεός που σ’ όλα του
να μοιάζει του Θανάτου-
ένας θεός μακελλευτής
χρειάζεται  ’δω κάτου.
 Είδα την ομιλία του Τραμπ στα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος που έγινε σήμερα το απόγεμα ώρα Ελλάδας.
Όποιος ενδιαφέρεται να δει έναν ηγέτη, ας την αναζητήσει και ας την δει.
Ένας ηγέτης που μιλάει ανθρώπινα-όχι ρομποτικά και ξύλινα. Ανθρώπινα και όχι με τη διφορούμενη, διστακτική μπροστά στην αλήθεια, παραπλανητική γλώσσα.
Ένας ηγέτης που ξέρει τι θέλει και πώς θα το κάνει.
Ένας ηγέτης που κάνει ό,τι προεκλογικά υποσχέθηκε.
 Ένας ηγέτης που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
Ένας ηγέτης που για να κάνει τη δουλειά του ξεσκεπάζει τις φαυλότητες, τις αβλεψίες και τα παρατράγουδα των προηγούμενων και είναι αποφασισμένος να διορθώσει όλα τα στραβά τους.
Ένας ηγέτης που ξεδιπλώνει μπροστά στο ακροατήριό του τις σκέψεις, τις επιδιώξεις, το πρόγραμμά του.

                       ΟΙ ΑΤΣΑΛΙΝΟΙ
Αθύρματα είμαστε λοιπόν υπάρξεων ατσαλένιων.
Κερένια κάτι ανδρείκελα σε λίγων μεταξένιων
κλωστών τις άκρες άκοπα κι αχώριστα δεμένοι
με καθε ελπίδα για φυγή εντός μας σκοτωμένη.

Ένα παιχνίδι θεατρικό οι ατσάλινοι έχουν στήσει
κοπαδιαστά μέσα σ’ αυτό μας έχουν οδηγήσει
και κει με τέχνη τα γερά κινώντας νήματά μας
ρυθμίζουνε τα λόγια μας και παν τα βήματά μας.

Και το παιχνίδι της φθοράς αρχίζει. Μεθυσμένους
από χαρά μας θέλουνε; μας θέλουν λυπημένους;
Μας θέλουν να υποφέρουμε;Ν’ ασπαίρουμε; Να κλαίμε;
Κινούνε τις κλωστίτσες μας και θέλουμε ό,τι θε’ νε.

Μας δίνουν αξιώματα, επαγγέλματα μοιράζουν
μας ρίχνουν, μας σηκώνουνε, διαθέσεις μας αλλάζουν
και στέλνουν κατεπάνω μας τα κύματα του τρόμου
σε κάθε βήμα του σαθρού κερένιου μας του δρόμου.

Και όταν πια χορτάσουνε το αστείο τους παιχνίδι
μας αποσπούν απ’ του φρικτού θεάτρου το σανίδι
και με του ενός δαχτύλου τους ωθώντας μας τη ράγα
οριστικά μας ρίχνουνε στη φλόγα την παμφάγα.

ΣΤΟ ΓΟΡΙΛΛΑ ΤΟΥ L.A. ZOO

Σύννους, μ' εμβρίθεια ως μ' εθώρεις
πήρα το βλέμμα μου μακριά-
όσα θωρώντας με μου ιστόρεις
μέσα στο πνεύμα μου βαθιά σπαθιά,

που ως απ' το χώμα προς το χώμα
έρχονταν μες στην αντηλιά
μου λοιδωρούσε τ' όρθιο σώμα
και μου σταμάταγε τη νια μιλιά.

Κι έλαμπε πάνω στη λεπίδα
η σχέση η μόνη κι η σωστή:
μέσα στου κήπου την παγίδα
οι άνθρωποι είχαμε κλειστεί,

και συ εμάς παρατηρούσες
κι όχι εσένα εγώ κι αυτοί
και συ το ύφος μας μετρούσες
πρόγονε.απόγονε, συμπορευτή.
                 ΠΟΛΥΤΙΜΟΝ

Ανέμελε, αγνέ κολυμβητή της ήρεμης ακτής!
Χωρίς ούτε των τεράτων το φόβο
ούτε των κυμάτων το βόγκημα!

Καρίνες εκεί δεν έχει
και με μικρά ψάρια
ολιγαρκής 
τρέφεσαι.
Ναυάγια δεν γνωρίζεις.
Η ζωή δίπλα σου
γοργόνα ερωμένη σου.
Οι δύτες και οι ποντοπόροι
μιμητές σου
σε φανταστικές αρμύρες θαλασσόπνιχτες.
Αγνέ, ήπιε κολυμβητή, το νερό
όπως καρπός τον σπόρο του σε κρατεί:
μυστικόν και πολύτιμον και ελπιδοφόρον.
                     ΘΕΛΜΑ

Και ο πατήρ της δεν την επανείδε πλέον.
Της πόλεως όπου διέμενε 
κλαίων τας παρόδους περιήρχετο 
και διόλου δεν εγνώριζε τι έγινεν η Θέλμα.

Περιπαθώς ο εραστής της την ανεπόλει
στο σπίτι του στην πόλη.
Από δάκρυα τα μάτια του μονίνως αλωμένα.

Πού να ’τανε η Θέλμα-
πού να βρiσκoνταν;
Τα αιθέρια χάδια της ποιος έπαιρνε;

Ο αδελφός της μόνο δεν επτοείτο.
Ενήμερος του γεγονότος ήτο
την Θέλμα ο ίδιος πως εγεύετο
στον σταύλο μέσα του ερήμου αγροκτήματος
του σεβαστού κυρίου Έρλιχμαν.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ
(25-2-96, LITTLE ROCK)

Η Λώρα πάτησε φρένο και "τι καιρός!", είπε.

Τον είδα.
Μες στο χιόνι που έπεφτε πυκνό
έμοιαζε άγγελος αγάπης.
Αργά περνώντας μπρος απ’ τ’ αυτοκίνητό μας
γύρισε, μ’ είδε και μου χαμογέλασε
μ’ αντίς για δόντια δυο σειρές χιονονιφάδες.
Έλαμπε σαν παιδί ευτυχισμένο.

Τον κοίταξα ερωτηματικά.
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι.
Τα χείλια του σχημάτισαν δυο λέξεις: "όχι ακόμα".
Μετά, γελώντας μου συνέχεια,
χωρίς να βλέπει προς τα κει
και με κινήσεις σίγουρες
αν κι απαλές
και σαν βαριεστημένες
με το δεξί του χέρι έσπρωξε στο δρόμο τον πεζό
ενώ έβαζε τ’ αριστερό του μπρος στα μάτια
του γέρου που οδηγούσε δίπλα μας.

Το σώμα έπεσε βαρύ μέσα στη νύχτα.
Σταμάτησαν πολλοί.
Κατέβηκα.
Κάποιος έσκυψε στο σώμα το πεσμένο.
"είναι νεκρός", είπε.

Εκείνος
περνώντας μέσα απ’ όλους καθώς έφευγε
μου ’γνεφε με το χέρι φιλικά,
και γελαστά συνέχεια βλέποντάς με
χάθηκε μες στο χιόνι που έπεφτε βουβό
δίνοντας σ’ όσα γίνανε
όπως χαλί στα βήματα,
μιαν αίσθηση αλλόδημη
αναστολής και άπνοιας.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

            ΣΚΥΘΡΩΠΟ

Πλέον τελείωσε. Δε γράφω στίχους.
Δεν έχω τίποτε νέο να πω.
Βγάζω μόνο άναρθρους, πένθιμους ήχους
Απ’ του λαιμού μου τη στενωπό.

Και τι να έλεγα; είν’ ειπωμένα
όλα όσα λέγονται. Και μόνο στέκει
κρυμμένο μέσα σε κάποια πέννα
τ’  άμωμο-τ’  άρρητο-τ’  αστροπελέκι.

Όλα όσα γράφτηκαν κι όσα γραφτούνε
αυτό τα βλέπει, και σκυθρωπό
κοιτάζει εκείνους που στιχουργούνε-
τι να σας γράψω… τι να σας πω…
      ΣΙΣΥΦΩΝ

Μη και δεν είμαστε Ταντάλων
και των Σισύφων μεις οι γόνοι;
Μη και μια μοίρα σαν και κείνων
πάνω μας μαύρη δεν απλώνει;

Βράχους πελώριους δεν κινάμε
για ν’  ανεβάσουμε ψηλά
και ο καθένας τους μ’  αντάρα
και πάλι κάτω δεν κυλά;               

Και να γλιτώσουμε όταν θέμε
από της δίψας την πληγή
μη δε στερεύει κάθε μία
που λαχταρίζουμε πηγή;

Ή μήπως άσαρκες φιγούρες
και μεις δε ζούμε σ’  έναν Άδη
και σαν και κείνους δεν τυλίγει
και μάς το τρίσβαθο σκοτάδι;
Ας ξαναδώ αυτό το ποίημα πριν το δώσω.

Την καρέκλα του Άλλου βάζω απέναντί μου
και στη δικιά μου κάθομαι εγώ. Και:
-Κοιτάξτε, του λέω, το τρίτο ποίημά μου εδώ.
Τι λέτε για τον πρώτο στίχο; Είναι ποίηση αυτή
το στήθος έτσι ανοιχτά να λέγεται-
να δείχνεται πες-
και να ρωτιέται η τσιγγάνα ποιος της το χαϊδεύει;

Στην άλλη την καρέκλα κάθομαι
παίρνω ύφος κριτικού εμβριθούς
και:
-Ισως, λέω,
πράγματι θα ’τανε καλλίτερα
εκείνο το «χαιδεύει» να ’φευγε.
Ας πούμε να το λέγατε "ορίζει"-ποια η γνώμη σας;
Όχι πως κι έτσι είστε εν απολύτω τάξει ποιητική
μα ορισμένως έτσι ο στίχος στέκει.

Πάω στην καρέκλα μου:
-Σαν δίκιο να ’χετε, του λέω.
Λοιπόν ας το αλλάξω. Άλλο τι
σ’ αυτό το ποίημα θα διορθώνατε;

Ο Άλλος:
-Να σας πω...
To άνοιγμα των ποδιών των γυναικείων
κάπως χυδαίο δεν σας μοιάζει και φτηνό;
Αφήστε
που λέγεται σε κάθε άπρεπο ανέκδοτο,
κάτι που και κοινό πολύ το κάνει.
Ίσως το άνοιγμα, να πούμε, των γονάτων...
Πάλι δεν ξέρω... σεις τι λέτε; Μήπως
για κάποιο λόγο που πιο κάτω θα χρειαζόσασταν
τόσο να δείχνατε θα θέλατε ωμός;
Σεις ξέρετε…

Παίρνω τη θέση μου απέναντί του:
-Κι εγώ το έβλεπα, μα ήθελα
και όπως τη δική σας μία γνώμη.
Για τα υπόλοιπα τι λέτε;

Στου Άλλου την καρέκλα βρίσκομαι:
-Καλά μου φαίνονται αλήθεια.
Πράγματι η άνοιξη ειναι αλαφριά-μια ίδέα-δε βαραίνει,
όπως θα νόμιζε κανείς σε πρώτη ανάγνωση,
τα φύλλα που καθένα τους και από μία δέχονται.
Κι ούτε κανείς κουτός δε θα φανεί
νο σας ρωτήσει τόσες άνοιξες πού βρήκατε
(κι αν θα βρεθεί, βεβαίως τον αγνοείτε). 
Δεν έχει ταίρι φαίνεται η τσιγγάνα σας.
Μα δεν της χρειάζεται αφού έχει φτάσει
στην τέτοια ταύτισή της με τη φύση.
Πάλι μπορεί σαν σύμβολο κανείς να την δεχθεί
της παραδοσιακής τσιγγάνικης ελευθερίας
που κάπως ξένη είναι για μας.
Αν πάλι δεν είν’ έτσι,
και η τσιγγάνα σας δε βρήκε ακόμα ταίρι κι ας το θέλει,
την περηφάνια έτσι δε δείχνει την τσιγγάνικη
και το αγέρωχο της λυγερής φυλής της;
«Και τι σε νοιάζει εσένα και ρωτάς;»
θα ήτανε υποθέτω η απόκρισή της
σε μιαν ακόμα σας ερώτηση…
Και θα ’χε δίκιο. Όμως και σεις
δίκιο έχετε και σταματάτε να ρωτάτε.
Ύστερα, νιώθοντας μονάξα ένα πλάσμα
μες σ’ ένα ποίημα
τη μοναξά μετριάζει του ποιητή του.
Ναι, εντάξει όλα τώρα είναι νομίζω.

Στην καρέκλα μου ήσυχος τραβώ:
Αυτή τη γνώμη έχω κι εγώ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ευχαριστώ
για τις καλές σας συμβουλές.
Σας έχω χάρη.

Και δίχως πια να μετακινηθώ:
Παρακαλώ.
Καθόλου.
Νιώθω τόσο ένα μαζί σας
που πάρτε το σαν να μιλούσατε με τον εαυτό σας.
Nα συμπληρώσω ακόμα μόνο θα ’θελα-
έτσι μια σκέψη τώρα μου ’ρθε-
ότι αυτή η στάση της τσιγγάνας
είναι κι η στάση η προαιώνια
του θηλυκού προς το αρσενικό-
στάση εχθρική και μίσους,
στάση-αντίδραση σε κάτι απ’ έξω,
που με τη βiα επιβλημένο είναι,
(κάτι που επιβεβαιώνει κι η αναμφισβήτητη-
λεκτική τουλάχιστον-
απέχθεια).


                      Η ΜΙΚΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμιού που πάει απ’ το βουνό στον κάμπο.
-Και ποιος είν’ ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Σήμερα οχτώ πρωί. Η ησυχία στην πολυκατοικία νεκρική. Ξάφνω ακούγονται τα βαριά πατηματάκια στις σκάλες, ανεβαίνοντας, του μικρού παιδιού της οικογένειας του κάτω πατώματος: Μπουπ! Μπουπ! Μπουπ! Είναι χάρμα να φαντάζεσαι τα μικρά του ποδαράκια να πατάνε επίτηδες βαριά τα σκαλοπάτια. Είναι φανερό ότι ο μικρούλης απολαμβάνει το ανέβασμα της σκάλας κάθε φορά. Η οίηση του ανθρώπου που έχει βρει τρόπο να σκαρφαλώνει με τον σίγουρο αυτό τρόπο; Η περηφάνεια από το τρυφερούδι ότι μπορεί κι αυτό πια να μεταχειρίζεται σαν ίσος προς ίσο και την εφεύρεση αυτή του ανθρώπου, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι μπορεί να κάνει ό,τι και οι μεγάλοι;
(Μια φορά μάλιστα, πέρσι, που ανέβαινε τις σκάλες με τη γιαγιά του να το κρατάει από το χέρι, και ενώ είχαν φτάσει στα μισά της σκάλας, ακούστηκε η λεπτή ακόμα φωνούλα του να λέει με νόημα, και, εγώ που  ξέρω το παιδάκι, με ύφος κουρασμένου από τις εργασίες της ημέρας μεσόκοπου μεροκαματιάρη: «Ουφ! Κουράστηκα!»…)
Και όταν ο ήχος από τα βαριά πατηματάκια στα σκαλιά, που πλησίαζε, έδειξε πως ο λιλιπούτειος αναρριχητής έφτασε στον αμέσως επάνω όροφο, όπου το διαμέρισμα της γιαγιάς και το δικό μου, που ήταν και ο προορισμός του, ακούστηκε βαρύς και γεμάτος ο ήχος από μια μεγάλη μπάλα ποδοσφαίρου που με ορμή έκρουσε το δάπεδο του ορόφου, διαλάληση ίσως της επίτευξης της επιτυχούς ανόδου. Και αμέσως φωνή: «Γιαγιά!» Η γιαγιά από μέσα, παίζοντας μάλλον κι αυτή: «Ποιος είναι;» Και η γεμάτη αγανακτισμένη έκπληξη που δεν τον γνώρισαν αμέσως, αλλά μαζί και μια επίπληξη και ένα παράπονο στη γιαγιά για τον ίδιο λόγο, η φωνούλα: «Εγώ είμαι!» Η πόρτα άνοιξε και αμέσως η όλο χαρά και περηφάνεια δήλωση: «Καινούργια μπάλα!»
ΚΑΠΟΤΕ

To χέρι που έτσι άγνωστους μας έχει εδώ πετάξει
ποια υπηρετούσε δύναμη-σε ποια υπάκουε τάξη;
Κι είχε σκοπό κανένανε ή έτσι τάχα ασκόπως
να ’ναι για μας πικρή γωνιά έκανε κάθε τόπος; 

Ξένοι στη γη επάνω αυτή, ξένοι στο σύμπαν όλο
στης ύπαρξής μας ξένοι εμείς το ψέμα και το
δόλο.
Ξένοι ως και για το θάνατο που όλο μας πεθαίνει 
ξένοι στον ήλιο και στο φως-στην ίδια ουσία μας ξένοι.

Δικοί σε ποιου άρα σύμπαντος το μέτρο και την κλήρα;
Σε ποια βουλή γνώριμοι εμείς; σε ποιαν οικείοι
μοίρα;
Πουλιών ποιανών τάχα φτερά φτερά θα ’ναι δικά
μας;
Ποιου νου αλαφροπέταγμα; Χαρά ποια-ποια χαρά
μας;

Αν κάτι υπάρχει πιο βαθύ από του νου τα βύθη
αν κάτι υπάρχει πιο πικρό απ’ του έρημου τα στήθη
οτην παντοδυναμία του τάχα θα ευδοκήσει
σε κόσμο έναν φιλικό κάποτε να μας ζήσει;
                           Η ζακέτα

Αυτή η ζακέτα με το κόκκινο βαθύ
και τα τετράγωνα τα μπλε τα ξεβαμμένα
είναι λουλούδι της αγάπης μου κι ανθεί
και κάθε νύχτα ευωδά μόνο για μένα.

Αυτή η ζακέττα η αφημένη στη γωνιά
ώσπου η βάρδια η βραδινή να τελειώσει
δεντρί του πόθου κι έχει ολάνθιστα κλωνιά
πάνω στο έρμο το κορμάκι μου απλώσει.

Αυτή η ζακέτα που γυναίκεια ζεστασιά
και ποθαρώματα βαριά είναι ποτισμένη
την παγερή μου θα τυλίξει μοναξιά
και φλογισμένη θα μου γίνει ερωμένη.
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΝ

Τα πουλιά ξαναγυρίζουν
σπάζοντας με το ράμφος τους
τις τελευταίες αιχμές του χειμώνα
διώχνοντας με τα φτερά τους
τις τελευταίες συνέπειες της απρονοησίας.

Τα πουλιά ξανάρχονται
ζωηρά και αεικίνητα
χρώματα ευτυχίας φορώντας
(μερικά στο ταξίδι έχουν πεθάνει)
και τιτιβίζοντας χαρούμενα.
ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
του Πόθου
των Φιλιών
των Αστεριών 

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
της Αφοσίωσης
της Πλήξης
της Σιωπής

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Παιχνιδιάρικων Μαλλιών
των Διηγήσεων
των Ιμέρων
των Πεισμάτων

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
Των Χαρωπών Χειλιών
τη Ντόρα των Απύθμενων Ματιών
τη Ντόρα των Τελείων Καμπυλών
των Ανυπέρβλητων Κνημών
και των Λευκών Βραχιόνων 

τη Ντόρα της Ανάμνησης
της Γνώσης
της Σοφίας 

της Ευπιστίας 
της Πονηριάς
και της Ευαισθησίας 

της Χάρης
της Ευγένειας
και της Υποκρισίας

των Δισταγμών
του Φόβου
της Δειλίας 

του Φωτεινού Προσώπου
του Χαμού
της Απορίας

τη Ντόρα της Εξάρτησης
και της Αδυναμίας

των Πεθαμένων Σπουργιτιών
των Προτρεχόντων Λόγων

τη Ντόρα την Απρόθυμη 
την Πονηρή
την Ψεύτρα

τη Ντόρα της Ευπρέπειας
της Γλύκας 
της Σαγήνης

τη Ντόρα της Απόγνωσης 
της Πίκρας
της Αγνοίας

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Ευκαλύπτων
των Αητών
και των Ψηλών Ελάτων

των Πελαργών
των Υαινών
και των Ιπποποτάμων

των Ρόδων 
των Ποδήλατων
και των Ερπυστριών.

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
της Σκέψης της Αφτέρωτης
του Νου του Πετρωμένου

των Οιμωγών
της Οίησης
και της Ανυπαρξίας

τη Ντόρα την Ανέμελη
και της Μελαγχολίας

τη Ντόρα της Απώλειας
και της Αλαζονείας.

αυτά που γράφω τούτο τον Καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Ιεροσύλων Πράξεων και Λόγων
τη Ντόρα των Ελπίδων της 
των Τύψεων 
και των Κρυφών της Πόνων.

αυτά που γράφω τούτο τον Kαιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
τη Ντόρα της Απόγνωσης
τη Ντόρα της Ανώνυμης Οδού
της Απωλείας.

Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των εκατόν εφτά Λιβρών
τη Ντόρα του Ενενήντα
τη Ντόρα του Λος Άντζελες
τη Ντόρα της Covello.
                          ΦΥΛΑΚΈΣ

Φυλακισμενον μ’ έχουν στου λίκνου μου τη στρώση
και δεν μπορώ πιο πέρα εγώ να μπουσουλήσω.
Του Χάους τ’ άγρια βύθη γυρνώ και βλέπω πίσω.
Ψάρια και φύκια γύρω μ’ έχουνε περιζώσει.

Φυλακισμένον μ’ έχουν στης πόλης μου τους δρόμους
και δεν μπορώ πιο έξω το βήμα μου να σύρω.
Ονείρων σαπισμένα κορμιά βρωμούν τριγύρω.
Μπροστά και πίσω βλέπω χίλιες χιλιάδες τρόμους.

Φυλακισμένον μ’ έχουν στης γης την καμπυλότη
κι αδύνατο ν' ανοίξω φτερά για παραπέρα.
Μπροστά μου καταισχύνη. Άρπυιες στον αέρα.
Πίσω μου μια χαμένη- καρβουνιασμένη νιότη.

Φυλακισμένον μ’ έχουν στου Σύμπαντος τα χάη.
Στου Άπειρου λιμνάζω τα σκότη. Εμπροστά μου
ξέρω: καλά μυριάδες! και όλα εδικά μου!
Κινώ, αλλά ο Κύκλος-Φρουρός με σταματάει.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

       ΣΤΗΣ  ΕΡΗΜΟΥ

Κάπως έτσι θα  ’χει γίνει
κι ήρθα στη ζωή-
στης ερήμου το καμίνι
όπως πα’  η βροχή.

Έτσι εκείνη άσκοπα όπως
πίνεται απ’  τη γη
κι ο δικός μου τέτοια ο κόπος
έχει ανταμοιβή.

Κι όπως ’κείνη δεν ποτίζει
δέντρο ή ανθό
και για μένα η μοίρα ορίζει
έτσι να χαθώ.

Και θλιμμένη λογαριάζω
και χλωμή «γιατί-
α! γιατί μ’ αυτόν να μοιάζω;"
θα ρωτάει κι αυτή.
                 ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ

Κι αν το ’βλεπα που στην ουσία ήταν κλοπή
μα ν’ αντιδράσω δεν μπορούσα.

Στα τέτοια το Συμβούλιον ήτο ανένδοτον.

"Η μάννα μου η άρρωστη...
τα φάρμακα... οι γιατροί..."
όλο αυτά αράδιαζε.

Αυτά είναι υποθέσεις καθαρά ιδιωτικαί.
Εμάς το ανεξόφλητον γραμμάτιον μας πονεί.
Όσοι δεν έχουν να πληρώσουν τέτοια λένε.
Κι αν τους ακούγαμε
τώρα κι εμάς
κάποιο ανεξόφλητο γραμμάτιο θα μας παίδευε.
Κατέβηκα από το αεροπλάνο. Αμερική! Η πατρίδα της τσίχλας και της ελευθερίας, η πατρίδα των διαστημόπλοιων και της παγκοσμιοποίησης! Μα πού προσγειώθηκε το αεροπλάνο; Σε ένα γήπεδο μπάσκετ; Τόσο έχουν προχωρήσει; Μπράβο! Ας είναι. Τώρα πρέπει να πάω στο σπίτι. Δυο μέρες θα μείνω άλλωστε, για να ξεφύγω λιγάκι ταξίδεψα. Μα ποιο σπίτι; Στάσου. Πού να πάω; Μόνος στην Αμερική, στο Λός Άντζελες, πώς θα πάω εκεί που θέλω; Και πού θέλω; Μα ναι, θα πάω στο Μπελ Κάνιον, στου Τάσου. Μα πού είναι τα λεωφορεία; Γιατί δεν έχω το αμάξι μου μαζί μου; Λοιπόν ας αρχίσω να ρωτάω για τα λεωφορεία. Σταματώ έναν διαβάτη και ρωτάω από πού θα πάρω τα λεωφορείο για Μπελ Κάνιον; Με κοιτάει παράξενα από πάνω ως κάτω και συνεχίζει το δρόμο του λούζοντάς με με  ένα ειρωνικό χαμόγελο. Γύρω μου όμως η λαμπρότητα της Αμερικής σφύζει. Ομορφιά, καθαριότητα, απαστράπτοντα κτίρια, και μια ευφρόσυνη διάθεση ποτίζει ως και τους πλατιούς δρόμους. Θα ρωτήσω άλλον. Μα εδώ που βρέθηκα κάνοντας μόνο δύο μολις βήματα τι είναι; Τι παράξενη γειτονια! Γύφτοι είναι αυτοί; Ναι, γύφτοι. Μα στην Αμερική γύφτοι; Όμως γύφτοι ξεγύφτοι θα ξέρουν πώς να πάω στο Μπελ Κάνιον. Ρωτάω. Και αυτοί όμως με βλέπουν σαν αρειανό. Τι έχω επάνω μου και ξενίζει τους ανθρώπους και εδώ;  Τους κοιτάζω καλλίτερα. Ναι, τα ρούχα τους είναι τρύπια και βρώμικα, οι φούστες των γυναικών τους μακριές και παιδιά, πολλά παιδιά γύρω από κάθε γυναίκα μυξοκλαίνε-γύφτοι είναι.  Και λοιπόν; Πώς θα πάω στο Μπελ Κάνιον παρακαλώ; Γελάνε μαζί μου και ούτε να μου πουν ένα δεν ξέρω δεν καταδέχονται. Θα πάρω ταξί! Πώς δεν το σκέφτηκα ως τώρα; Οι ταξιτζήδες όλα τα ξέρουν. Μόνο που το ταξί στην Αμερική είναι ακριβό. Βέβαια η καθαριότητα, η ασφάλεια, η ευγένεια, η γρήγορη μεταφορά που προσφέρουν τα ταξί εδώ αξίζει τον κόπο να πληρωθούνε έξτρα. Αξίζουν λίγα λεφτά πιο πάνω. Λεφτά; Λεφτά είπα; Για να δω. Ας βγάλω τα λεφτά μου να δω πόσα έχω. Από την αριστερή μου τσέπη βγάζω κάτι σκισμένα χαρτιά. Το ίδιο και από τη δεξιά. Τώρα; Πώς βρέθηκα χωρίς λεφτά στην Αμερική; Και μάλιστα χωρίς να θυμάμαι να έχω φύγει από την Ελλάδα ούτε ότι μπήκα σε αεροπλάνο; Και τώρα τι γίνεται; Ωραία, στην ελλάδα ήμουνα ξένος. Στη Αμερική; Α! Να! Θα πάω στου Δημήτρη! Πού μένει όμως; Και αφού δεν έχω ούτε ένα σέντσι πώς θα πάω εκεί; Μα με τα πόδια φυσικά. Μα που μένει…  α! θα του τηλεφωνήσω. Μα πού θα βρω τον αριθμό; Χωρίς λεφτά για λεωφορείο και ταξί, χωρίς τηλέφωνο, μόνο με τα πόδια μπορώ να πάω. Θα ρωτήσω πού μένει ο Δημήτρης. Ένα υπερφυσικά μεγάλο παιδί μου γνέφει πίσω από ένα παράθυρο. Πηγαίνω. Θα είναι πάνω από εκατόν πενήντα κιλά, με κοιλιά και πρόσωπο σαν του Βούδα. Μια ελπίδα-για να με καλέσει κάτι θα έχει να μου πει. Πλησιάζω. Σήκωσέ με στην αγκαλιά σου μου λέει να σου πω τη διεύθυνση του Δημητρη. Προσπαθώ, ούτε να μετακινήσω όμως δεν μπορώ τον υπερφυσικό μπεμπέ. Μα γιατί ήρθα στην Αμερική; Μια εκδρομή μόνο ήθελα να κάνω. Και τώρα; Πού θα κοιμηθώ, πού θα φάω, τι τέλος πάντων θα κανω εδώ που ήρθα; Και το σπουδαιότερο, πώς θα ξαναπάω στην Ελλάδα όπου έχω πιθανότητες να βρω ένα σπίτι και κάποιον γνωστό; Καθώς σκέφτομαι αυτά ένα αυτοκίνητο έρχεται κατεπάνω μου και με σκοτώνει. Αλλά πώς καταλαβαίνω ότι είμαι πεθαμένος αν έχω πεθάνει; Ανοίγω τα μάτια μου να δω τι συμβαίνει και βλέπω το μάτι μιας ηλεκτρικής σόμπας. Μάλιστα. Βρίσκομαι στο κρεβάτι μου στην ελλάδα.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Τόσο που είναι αποξενωμένοι μεταξύ τους και τόσο μακριά όντας ο ένας από τον άλλο, δεν μπορούν να κάνουν κακό σε κανέναν παρά μόνον στον εαυτό τους οι άνθρωποι.
Αντίθετα το καλό έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και φτάνει πολύ μακριά.  Έτσι εξηγείται που μερικοί βοηθήθηκαν από τα γραφόμενά μου για την ακράτεια.
Γι αυτό σήμερα θα μιλήσω και για μια άλλη αρρώστια που έχω. Την κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου (ΚΜΔ) με όλα της τα επακόλουθα, που ταλαιπωρεί πολλούς, νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες.
Θα  μιλήσω σαν παθός.
Και δε θα πω πράγματα που λέει και ο γιατρός στον καθένα σας, αλλά για πράγματα που είναι αδύνατο να κάτσει και να εξηγεί ο γιατρός σε κάθε του άρρωστο. Ο γιατρός θα δώσει γενικές οδηγίες, τις οποίες ο άρρωστος πρέπει να αναλύσει στις συνιστώσες τους στην καθημερινή ζωή του.
Λοιπόν:
Αποφεύγετε το φτάρνισμα και τον βήχα όσο μπορείτε και όταν βήχετε ή φταρνιζόσαστε ΝΑ ΒΓΑΖΕΤΕ ΕΞΩ τον αέρα και όχι να τον πνίγετε στο στόμα σας.
Όταν μπορείτε να καθήσετε μη στέκεστε όρθιοι.
Βαδίζοντας ή στεκάμενοι να έχετε ίσιο το κορμί σας.
Όταν κάθεστε να έχετε τα γόνατα λυγισμένα και ακόμα καλλίτερα να πατάτε κάπου-σε ένα σκαμνί ή μια άλλη καρέκλα ας πούμε.
Στεκάμενοι, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, ακουμπήστε με το ένα σας πόδι λυγισμένο στο γόνατο, σε ένα υποστήριγμα που υπάρχει κοντά σας. 
Αν δεν μπορείτε αυτό, ακουμπήστε με την πλάτη σας κάπου. Όταν μπορείτε, ακουμπάτε με τα χέρια σας, ρίχνοντας το βάρος του σώματός σας σε αυτά, σε κάτι που βρίσκεται μπροστά σας,
Όταν κάνετε όρθιοι και χωρίς να περπατάτε μια δουλειά στο σπίτι σας, βρείτε έναν τρόπο να την κάνετε λυγίζοντας τα γόνατα και ακουμπώντας τα σε κάποιο έπιπλο ή αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά σας έτσι, που να νιώθετε αμέσως ότι ξεκουράζεται η μέση σας. 
Όταν πλένετε τα πιάτα στον νεροχύτη, ακουμπάτε το κεφάλι σας στο ντουλάπι που βρίσκεται πάνω από τον νεροχύτη-εννοείται όταν αυτό βρίσκεται αρκετά χαμηλά, πράγμα που συμβαίνει στις περισσότερες κουζίνες-, μειώνοντας έτσι το βάρος που δέχονται η μέση και τα πόδια.
Όσοι και όσες σφουγγαρίζετε, μην κάνετε κινήσεις της σφουγγαρίστρας δεξιά και αριστερά, αλλά μόνον εμπρος πίσω.
 Αν ο ανήφορος σας ταλαιπωρεί και σας φέρνει πόνο (κάτι που σε όλους τους πάσχοντες από ΚΜΔ θα συμβαίνει), τότε, κοντά στο νου κι η γνώση, μην βαδίζετε σε ανήφορο. Αν αυτό είναι απαραίτητο, τότε ή πιαστείτε βοηθώντας με τα χέρια σας από κάποια κουπαστή, ή, αν έχετε κάποιον δυνατό και πρόθυμο κοντά σας βάλτε τον να σας τραβήξει από τα χέρια σας με τα χέρια του, ή ανεβείτε τον ανήφορο όχι σε ευθεία γραμμή αλλά κάνοντας ζικ-ζακ.
Θα ελαχιστοποιήσετε τον πόνο από το ανέβασμα ενός ανήφορου αν, όπως πρέπει να κάνετε πάντα, έχετε και τώρα το κορμί σας ισιασμένο.
Τα ίδια με τον ανήφορο ισχύουν και για σκάλες-μόνο που εδώ δεν μπορεί κανείς φυσικά να κάνει ζικ-ζακ.
Αυτά τα λίγα.
Βέβαια θα έχετε ήδη πάρει απόφαση ότι η ζωή σας με την ΚΜΔ  άλλαξε προς το χειρότερο (τα βήματα που μπορείτε να κάνετε πεζή είναι ορισμένα στον αριθμό καθημερινά, η ορθοστασία επιτείνει τα συμπτώματα, ο περιορισμός λιγότερο ή περισσότερο της κοινωνικότητάς σας και γενικά των δραστηριοτήτων σας είναι εκεί).
Ακόμα, όσοι πάσχετε και από κάποια άλλη αρρώστια, θα έχετε παρατηρήσει ότι μπορεί οι περιορισμοί που επιβάλλει η ΚΜΔ να ανακουφίζουν μεν από αυτήν, αλλά να μην ενδείκνυνται για μια συνυπάρχουσα αρρώστια. Για παράδειγμα όποιος πρέπει (για τόσους πολλούς λόγους) να βαδίζει πολύ, θα πρέπει να σταθμίσει τις συνέπειες και να δώσει προτεραιότητα σε όποια ενέργειά του κρίνει συμφερότερη σε συνδυασμό με τις ασθένειες που συνυπάρχουν.
Μα τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;
Μακάρι να υπήρχαν και στην Ελλάδα Σύλλογοι πσχόντων από ΚΜΔ ώστε να μπορούσε ο καθένας μας να πηγαίνει εκεί και να βοηθιέται από τους άλλους. Μα δεν υπάρχουν όπως δεν υπάρχουν και για άλλες αρρώστιες.

Με την ευκαιρία απαντώ από εδώ στον Δημήτρη σχετικά με τις μυκητιάσεις οι οποίες ταλαιπωρούν τον πατέρα του που πάσχει από ολική ακράτεια: Προληπτικά και ύστερα από την καθαριότητα της ημέρας εφαρμογή της κρέμας Bepanthol στην ουρογεννητική χώρα. Αν υπάρξει μυκητίαση, η κρέμα Fucidin βοηθάει. Υπάρχουν και γαζούλες εμποτισμένες με Fucidin, οι οποίες βοηθάνε πολύ ιδίως στη μυκητίαση των μηροβουβωνικών πτυχών γιατί παραμένουν επί πολύ εκεί. Όμως με την καθαριότητα, την συχνή αλλαγή πανών ή την συχνή αλλαγή των χαρτοπετσετών και με τη χρήση των γαντιών όπως έχω πει Δημήτρη, δεν θα φτάσεις σε δύσκολα αντιμετωπίσημη κατάσταση.
       ΟΙ  ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Επικινδύνως έκυπτεν απ’  το παράθυρον
(μόνο έτσι φαίνονταν ο δρόμος).

Κι είχε το λόγον του για ν’ ανυπομονεί-
απόψε θα της πρότεινε να παντρευθούν.

Η στάσις της είχεν πολύ αλλάξει τελευταίως
όπως την ήθελεν είχε επιτέλους γίνει.

Πολύ δεν εμιλούσε.
Το κάπνισμα είχε παύσει.
Να διακρίνει είχε μάθει
ένα ωραίον πίνακα και το κυριότερον
της ήρεσε κι αυτής
ώρα να μένει άφωνη κι εκστατική
μετά την κάθε αναζήτησιν χαράς
και στην υπέροχον εκείνην είχε μάθει την σιωπήν
κάθε λεπτό και πιο βαθιά να μπαίνει
καθώς εις μίαν στάσιν πλήρους χαλαρώσεως
κι οι δυο εις το κρεβάτι εξάπλωναν.
Κι όταν σε τέτοιες ώρες εμιλούσαν
εγίνονταν κι αυτό τόσο σιγά κι ωραία
που αντί να διαλύει εμεγάλωνε
την πλήρη εκστάσεως σιωπήν-α!  
νιώθονταν απολύτως τις στιγμές εκείνες!

Η άλλη τώρα για τηλέφωνο έψαχνε.
Θα του  ’λεγε να μη την περιμένει-
πως άλλο δεν μπορούσε να τον ανεχθεί-
να μη μιλά! πού ακούστηκε!
να μη καπνίζει!  φοβερόν!
Κι ούτε μπορούσε όρθια να μένει
και να βλέπει ζωγραφιές.

Μπορεί να μη τον έπαιρνε και διόλου.
Πολύ του πήγαιναν οι εξηγήσεις.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

      ΤΟ  ΡΟΔΟ

Καιρόν αγαπούσα
μ’ αγάπη μεγάλη
αγόρι με μύριες
τις χάρες τα κάλλη.

Του το  ’κρυβα όμως
του το  ’πε τ’  αστέρι
και να  ’το  που φτάνει
τ’  αγνό μου το ταίρι.

Πηδάει το φράχτη
στον κήπο μου μπαίνει
σφιχτά μ’  αγκαλιάζει   
μαζί του με παίρνει.

Στο δρόμο αποσταίνει
Μ’  αφήνει απαλά
μου πιάνει το χέρι
γλυκά μου μιλά.

"Καλή μου τι θέλεις
κι εγώ θα το κάνω! "-
του δείχνω η έρμη
στο βράχο επάνω.

"Εκείνο το ρόδο
να πας να μου φέρεις"
κι αμέσως τον χάνω-
τι τάχος δεν ξέρεις.

Ανέβηκε, κόβει
τ’  ολόδροσο ρόδο
τρελλός στη χαρά του
μου γνέφει να το  ’δω.

Κατάρα στη γνέψη
στο ρόδο κατάρα
κατάρα στην τόση
που μου  ’χε λαχτάρα`

μια πέτρα κυλάει
το πόδι γλυστρά
και πέφτει ο καλός μου
στο ρέμα βαθιά.

Τον φτάνω. Στο χέρι
το ρόδο κρατούσε
και στ’  άλικα χείλη
χαμόγελο ανθούσε.

Φιλώ του το στόμα
σφαλίζω τα μάτια
και παίρνω τα ίδια
κι εγώ μονοπάτια.
ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ


ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Πήγαινε έξω σε παρακαλώ. Δεν ήρθε η σειρά σου.

ΑΛΗ
Η σειρά μου δε θα 'ρθει ποτέ. Η δική σας σειρά θα 'ναι πάντοτε. Ο πολιτισμός για σας. Η πρόοδος για σας. Για μας η ανέχεια και η δύσκολη ζωή. Για μας...

ΥΠΕ
(διακόπτοντάς την, στο χωροφύλακα)
Πάρτην έξω. Θα σου πω πότε να τη φέρεις.

ΑΛΗ
(προχωρώντας αμέσως προς την πόρτα)
Βγαίνω μόνη μου. Δεν είμαι ανάγωγη. Ξεχασμένη είμαι.
(βγαίνει. Την ακολουθεί ο χωροφύλακας που κλείνει την πόρτα)

ΥΠΕ
Αυτά τραβάμε. Τη στέλνεις στον ψυχίατρο, σου λέει δεν υπάρχει λόγος να την κρατήσει εκεί. Είναι υγιής. Ύστερα πάει κι αλητεύει. Ζητιανεύει και βρίζει όποιον προφτάσει.

ΓΚΡ
(με κάποιο ενδιαφέρον στη φωνή του)
Πόσω' χρονών είναι;

ΥΠΕ
Κάποτε μας είπε πως είναι σαρανταοχτώ. Κανείς δεν ξέρει, κανέναν δεν συναναστρέφεται. Μόνο φωνάζει. Δεν της αρέσει λέει η κοινωνία μας όπως είναι φτιαγμένη. Βλέπεις Γκρέγκορυ ότι υπάρχουν κι άλλοι δυσαρεστημένοι. Όμως αυτή η γυναίκα ποτέ δεν αποπειράθηκε ν' αυτοκτονήσει.

ΓΚΡ
(ίδια)
Πώς τη λένε;

ΥΠΕ
Κανείς δεν ξέρει. Ταυτότητα δεν έχει. Ίσως να μην έχει και όνομα. Στην περιοχή μας βρίσκεται κάπου ένα χρόνο. Ποτέ δε μας έχει πει όνομα.
(φωνές της αλήτισσας απέξω χωρίς να ξεχωρίζουν λέξεις)
Έχουμε δουλειά λοιπόν απόψε. Κι έχω και να συμπληρώσω και τα χαρτιά για την περίπτωση του καθενός σας.
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)

Α'ΧΩΡ
Κύριε αστυνόμε να την κλείσουμε μέσα; Δεν αντέχεται άλλο.

ΥΠΕ
(αποφασιστικά)
Φέρτην εδώ!

Α΄  ΧΩΡ
(γρήγορα)
Μάλιστα!
(στην αλήτισσα που περιμένει απέξω) Έλα μέσα!

ΑΛΗ
(μπαίνει. Δυνατά)
Έχουμε λέει κράτος. Και σκοπός του λέει είναι η ευτυχία των πολιτών. Ευτυχία να σου πετύχει…χωρίς φαγητό, χωρίς δουλειά, χωρίς φάρμακα για την αρρώστια σου. Πήγανε λέει στο φεγγάρι. Προόδεψε η ανθρωπότητα... Κι εγω δεν είμαι ανθρωπότητα; Στους εκατό μόνο οι δύο καλοπερνάνε. Οι άλλοι υποφέρουνε για να καλοπερνάνε αυτοί οι δύο. Α! Σούβλισμα που τους χρειάζεται...

ΥΠΕ
(που ως εκείνη τη στιγμή δείχνει ότι περιμένει να
τελειώσει η αλήτισσα για να μιλήσει αυτός)
Τελείωσες;

ΑΛΗ
(σα να μη τον άκουσε. Στον Γκρέγκορυ)
Κάπου σε ξέρω εσένα.
(συνεχίζει όπως πριν)
Σούβλισμα! Δικαιοσύνη λένε, δικαιοσύνη. Και κάνουνε πόλεμους για τη δικαιοσύνη. Και κλέβουνε για τη δικαιοσύνη. Γιατί; Γιατί είναι δυνατοί. Κι από πάνου μας κοροϊδεύουν. "Όλα για τη δικαιοσύνη! Μα εμείς άλλο ξέρουμε πως είναι δικαιοσύνη. Η ίδια λέξη έχει πολλές έννοιες;
(πιάνει τον Γκρέγκορυ από το βραχίονα και τον πηγαίνει πέρα δώθε ενώ συνεχίζει να μιλάει)
Η γλώσσα! Η γλώσσα μάς σκοτώνει! Η γλώσσα μάς δυναστεύει. Κόψε τις γλώσσες των ανθρώπων και τότε θα δεις δικαιοσύνη.  Αληθινή δικαιοσύνη!..
(αλλάζει απότομα ύφος. Στον Γκρέγκορυ, συλλογισμένη)
Κάπου σε ξέρω εσένα...
(σκέφτεται)
Ήσουνα στη Γκρενόμπλ παλιά;

ΓΚΡ
Ναι.

ΑΛΗ
Καλά το κατάλαβα ότι κάπου σε ξέρω.
(δείχνει τον υπστυνόμο και συνεχίζει επιθετικά)
Κι αυτός ο χαφιές αν δεν είχε γλώσσα δε θα μπορούσε να λέει τις βλακείες που λέει.

ΥΠΕ
(θυμωμένος)
Αρκετά! Αυτό είναι περιύβρισις Αρχής! Εάν είσαι
τρελή να πας στο τρελλοκομείο. Αν δεν είσαι τότε θα πληρώσεις για τις πράξεις και για τα λόγια σου.
Πές μου εδώ, πετροβόλησες τις λάμπες στο δρόμο ή όχι;

ΑΛΗ
Εσύ δε σβήνεις τα φώτα στο σπίτι σου πριν κοιμηθείς;

ΥΠΕ
Έβρισες το όργανο της χωροφυλακής που ήρθε να σου κάνει συστάσεις ναι ή όχι;

ΑΛΗ
Τον είπα πουλημένο τομάρι. Αυτό δεν είναι βρισιά. Η αλήθεια είναι. Και η αλήθεια δεν είναι βρισιά.
(ο Α' χωροφύλακας κάνει μια κίνηση συγκρατημένης αγανάκτησης)

ΥΠΕ
Ωραία! Θα μηνυθείς γι αυτό! Δεν μπορεί ο καθένας και η καθεμία...
(ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Β' χωροφύλακας που χωρίς να ζητήσει άδεια, σιγά)

Β' ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Β' ΧΩΡ)
Κύριε υπαστυνόμε έχουμε έφοδο...

ΥΠΕ
(θορυβημένος, στον Α χωροφύλακα)
Πρόσεχέ τους!
(βγαίνει ακολουθώντας τον Β' χωροφύλακα)

ΑΛΗ
(πλησιάζει τον Γκρέγκορυ και τον κοιτάζει εξεταστικά)
Και ήσουνα φοιτητής της Ιατρικής-ναι;

ΓΚΡ
Ναι.

ΑΛΗ
Από τότε είχα καταλάβει πως είσαι κουτός.Δεν ήσουνα από κείνους που πολεμάνε στη ζωή. Δεν ήσουνα δυνατός. Μ' έβλεπες όλη την ώρα στη φιέστα της πρωτοχρονιάς, με ήθελες, αλλά δεν έκανες καμία προσπάθεια να με πλησιάσεις. Μα ο Έρικ ήταν έξυπνος. Μ' ένα κομπλιμέντο και με το γέλιο του με κέρδισε για όλους τους χορούς εκείνο το βράδυ. Κι εκείνο το βράδυ ήτανε η αρχή για το γάμο μας αργότερα. Εσύ περίμενες μέσα στη ζεστή φωλιά της φαντασίας σου. Περίμενες να γίνουν όλα μόνα τους όπως τα ήθελες: εγώ να μαγευτώ από σένα, ν' αρνηθώ όλους τους άλλους και να 'ρθω να πέσω στα πόδια σου ικετεύοντας τον έρωτά σου, Τότε συ θα έδειχνες πως αποδέχεσαι την προσφορά μου. Και σε κάθε ασυμφωνία της φαντασίας σου με την πραγματικότητα θα κλεινόσουν πάλι στον εαυτό σου και θα περίμενες να μεταποιηθεί πάλι η πραγματικότητα στα μέτρα της φαντασίας σου.
(σιγά, αναπολώντας)
Kι εγώ μάταια περίμενα μια σου λέξη... ένα σου βλέμμα...
(γυρίζει στο χωροφύλακα που παρακολουθεί)
Τι κοιτάς σα χάχας εσύ; (στον Γκρέγκορυ)
Μα φαίνεται πως ακόμα δεν έχεις παραδοθεί. Δεν έχεις μαδηθεί τελείως. Τι σε κρατάει;

ΓΚΡ
Έχω ένα γιο.

ΑΛΗ
Πόσω' χρονώ';

ΓΚΡ
Είκοσι.

ΑΛΗ
Πες ξόφλησες κιόλας και συ. Ο γιος σου δε σ' έχει πια ανάγκη.

ΓΚΡ
(σιγά)
Είσαι η Ηρώ...

ΑΛΗ
(σιγά)
Σιγά να μην ακούσουνε αυτά τα βρωμόσκυλα τ' όνομά μου-δεν το 'χω για κείνους. Ναι. Αυτή είμαι.

ΓΚΡ
Πώς βρέθηκες εδώ;

ΑΛΗ
Ωραία ερώτηση! Τραβώντας το δρόμο μου. Άκου
πώς βρέθηκα εδώ...

ΓΚΡ
Τι έκανες με τον Έρικ;

ΑΛΗ
Τίποτα. Αυτός έκανε με μένα. Περνώντας με το
μπουλούκι του από τα μέρη σας κλέφτηκε με μια
παντρεμένη.
(στο χωροφύλακα)
Αυτόν δεν τονε πιάσατε όμως. Αυτός δεν έσπασε καμιά λάμπα.

ΓΚΡ
Εσύ...

ΑΛΗ
Τι "εσύ";
(Ο Γκρέγκορυ δεν απαντάει)
Λέγε ντε!

ΓΚΡ
Ο άντρας σου κλέφτηκε με μια παντρεμένη από τα
μέρη μας; 

ΑΛΗ
Παράξενο σου φαίνεται; Πρώτη φορά ακούς για τετια;
(στρέφει στον χωροφύλακα)
Ελευθερία! Άλλη μεγάλη σας λέξη! Μπορεί να 'ναι κανείς ό,τι θέλει εκτός να κοιμάται στο παγκάκι. Μπορεί να λέει ό,τι θέλει κανείς, αρκεί να μη σας λέει την αλήθεια.
(στον Γκρέγκορυ και στη συνέχεια κοιτάζοντας πότε το χωροφύλακα πότε τον Γκρέγκορυ)
Κοίτα τώρα!
(στον χωροφύλακα που σε ό,τι ακούει δείχνει ότι δίνει τόπο στην οργή)
Παιδί μου είσαι ευχαριστημένος από τη δουλειά σου; (ο χωροφύλακς δεν απαντάει)
Απαντώ εγώ γι αυτόν. "Ναι, είμαι". Και αιστάνεσαι υπερήφανος που εφαρμόζεις το νόμο και κυνηγάς τους κακούς; "Ναι, αιστάνομαι". Τώρα ρώτησέ τον τι είναι κακό και τι είναι νόμος και θα σε κοιτάει σαν μπούφος. Α! Είναι θύμα κι αυτός αλλά δεν το ξέρει.
(σηκώνει ψηλά τα χέρια σε ένδειξη απορίας. Βηματίζοντας μέσα στο γραφείο)
Πώς μπορούν και αποβλακώνουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ανθρώπους; Ποια τέχνη κατέχουν και κρατάνε στο σκοτάδι τόσα πλήθη; Που αν ξεσηκώνονταν αυτοί, εκείνοι δε θα 'ξεραν πού να κρυφτούν. Ποια μηχανή έχουν ανακαλύψει και κρατάει άπρακτους εκείνους που βασανίζονται; Αλλά κι εκείνοι τι τα 'χουνε τα μάτια αφού δε βλέπουν; Τ' αυτιά αφού δεν ακούνε; To μυαλό αφού δε σκέφτονται; Γιατί αν αυτοί άκουγαν, έβλεπαν, σκέφτονταν, τότε κι εγώ θα είχα σπίτι και τούτοι 'δώ οι χαραμοφάηδες και θα δούλευαν και θα 'ταν ευτυχισμένοι. Και κανείς άνθρωπος δε θα 'τανε δούλος στον άλλο. Ενώ τώρα... Πού είναι η σκέψη και η ορθή κρίση; Παντού υποταγή και δουλικότητα.
(στον χωροφύλακα)
Τι έχεις να πεις γυμνοσάλιαγκα;
(η πόρτα ανοίγει και ο υπενωμοτάρχης την κρατάει ανοιχτή για να περάσει ο επόπτης πρώτος. Ύστερα μπαίνει κι αυτός και κλείνει την πόρτα. Ο επόπτης είναι ένας σαραντάρης με ακριβό κοστούμι και με ένα ευγενικό χαμόγελο)

ΥΠΕ
(στον επόπτη)
Περάστε! Καθίστε κύριε επόπτα! Μπορείς να πηγαίνεις χωροφύλαξ!
(ο χωροφύλακας χαιρετάει και βγαίνει)

ΕΠΟΠΤΗΣ
Κύριε υπενωμοτάρχα βλέπω πως έχεις παρέα. Ποια
είναι η κυρία και ο κύριος;

ΑΛΗ
(στον Γκρέγκορυ)
Δηλαδή αυτό είναι πιο μεγάλο κεφάλι από τον αστυνόμο. Είδες ρεβεράντζες που του κάνει; Μεγαλεία έχουμε απόψε!..

ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Σιωπή!
(στον επόπτη)
Κύριε επόπτα αυτή εδώ συνελήφθη για αλητεία. Εξύβρισε τα αστυνομικά όργανα που τη συνέλαβαν. Συχνά την έχουμε εδώ. Κάθε φορά τα ίδια. Έχω όλα τα στοιχεία για να συντάξω την αναφορά μου.

ΕΠΟ
Και ο κύριος;

ΥΠΕ
Προσήχθη προς εξακρίβωσιν στοιχείων. Πιθανή απόπειρα αυτοκτονίας.

ΑΛΗ
(γελάει)
Χα! Αυτός αυτοκτονία; Αυτός φοβάται που ζει και θ' αυτοκτονήσει; Χα!

ΕΠΟ
(στην αλήτισσα)
Κυρία μου γιατί έβρισες τους αστυνομικούς;

ΑΛΗ
Αν μ' ενοχλήσουνε πάλι, πάλι θα τους βρίσω.

ΕΠΟ
Δεν θα σε ξαναενοχλήσουν κυρία μου. Μπορείς  να πηγαίνεις στο καλό και σου ζητάμε συγνώμη για την ενόχληση.

ΑΛΗ
(στον Γκρεγκορυ)
Η γλώσσα! Η γλώσσα!
(δείχνει τον επόπτη)
Αυτός είναι ο χειρότερος! Η γλώσσα! Να η κατάρα του ανθρώπινου γένους! Όποιος ξεριζώσει τη γλώσσα από τους ανθρώπους τους έσωσε!
(σηκώνει τα χέρια σε απόγνωση πηγαίνοντας προς την πόρτα.)

ΓΚΡ
(στην αλήτισσα)
Έχω ένα δωμάτιο. Έλα να μείνεις απόψε.

ΑΛΗ
Μ' αρέσει εκεί που είμαι!

ΓΚΡ
Αν κάποτε χρειαστείς δικηγόρο ξέρω κάποιον...

ΑΛΗ
Δε χρειάζομαι δικηγόρο! τους τα ψέλνω και μόνη μου. Δε θέλω ούτε σπίτι ούτε δικηγόρο. Τότε δε θα 'μουνα παρά ένα ανθρωπάκι όπως αυτοί.
(βγαίνει)

ΕΠΟ
(στον Γκρέγκορυ)
Είναι αλήθεια ότι αποπειράθηκες ν' αυτοκτονήσεις κύριε...

ΓΚΡ
...Γκρέγκορυ.

ΕΠΟ
...κύριε Γκρέγκορυ;

ΓΚΡ
Όχι. Εξήγησα στον κύριο υπενωμοτάρχη. Είχα βγει για μια βόλτα.

ΕΠΟ
Μπορείς να πηγαίνεις κύριε Γκρέγκορυ.

ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Χαίρετε.
(βγαίνει)

ΥΠΕ
Κύριε επόπτα, αύριο θα 'ναι πάλι εδώ αυτή η αλήτισσα και ίσως και ο Γκρέγκορυ να κάνει βόλτες στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί…

ΕΠΟ
Και σεις θα τους πιάσετε και θα τους φέρετε εδώ. Αυτή είναι η δουλειά σας υπαστυνόμε. Και αν τύχει να κάνει έφοδο κανένας επόπτης στο Τμήμα σας, θα τους αφήσει ελεύθερους. Φίλε μου έχουμε να κάνουμε με πλήθος ανθρώπων κι είμαστε λίγοι. Μερικοί από μας πρέπει να δείχνονται καλοί. Έτσι διατηρούνται οι ελπίδες των ανθρώπων πως μια αλλαγή μπορεί να γίνει προς το καλύτερο. Ώστε κι αν ακόμα πετύχουν την αλλαγή, πάλι εμείς θα τους διαφεντεύουμε. Και εκείνοι θα είναι ευχαριστημένοι που άλλαξαν τα πράγματα και εμείς που δεν άλλαξαν.
Οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι φίλε μου. Όποιος το καταλάβει αυτό μπορεί να τους κουμαντάρει. Στην υπηρεσία μας όποιος το καταλάβει παίρνει και προαγωγή επιπλέον. Κι έτσι προχωρεί η ζωή υπαστυνόμε. Άλλοι ηλίθιοι φεύγουν, άλλοι ηλίθιοι έρχονται. Κι εμείς εδώ. Στις επάλξεις. Να τους μαστιγώνουμε, να τους φυλακίζουμε, να τους κολακεύουμε.
Υπαστυνόμε πρέπει να πηγαίνω. Έχω άλλους δυο σταθμούς να δω απόψε. Μήπως υπάρχει λίγος καφές για το δρόμο;

ΥΠΕ
Βεβαίως κύριε επόπτα!
(βάζει καφέ σ' ένα κύπελλο και το προσφέρει στον επόπτη)
Ορίστε!

ΕΠΟ
Ευχαριστώ. Δεν είναι ανάγκη να με συνοδεύσεις. Καληνύχτα.
(κοιτάζει το ρολόϊ του) Ή μάλλον καλημέρα.

ΥΠΕ
Καλημέρα σας κύριε επόπτα!
(ο επόπτης βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης κάνει μερικές
βόλτες στο δωμάτιο σκεφτικός. Μετά)
Τι εύκολα που είναι όλα! Γιατί εγώ τα βλέπω
δύσκολα;

ΑΥΛΑΙΑ

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

          ΠΡΑΒΙ

Τέσσερους μήνες έχω εδώ
τέσσερους μαύρους μήνες
μακριά  ’πο χάδι και φιλί
κι από αγκαλιά και φίλο 
σκελετωμένα χέρια-άσαρκο κορμί
ώρες βαριές-πικρό ψωμί
στον τόπο αυτό τον έρημο
στον τόπο αυτό τον ξένο
που χάνεται η προσευχή
πριν φτάσει στο Θεό
που ο Διάβολος τον ρήμαξε
με τ’  αγκαλιάσματά του-
με τα φριχτά του χέρια
στον τόπο αυτό τον έρημο
στον τόπο αυτό τον ξένο
τέσσερους μήνες έχω εδώ
τέσσερους μαύρους μήνες.

ΟΙ KATAPAMENOI

ΤΟΠΟΣ
Επαρχιακό Αστυνομικό Τμήμα στη Γαλλία.

ΧΡΟΝΟΣ
1972

ΠΡΟΣΩΠΑ
Γκρεγκορυ
Αλήτισσα
Υπενωμοτάρχης (ή αστυνόμος)
Α' χωροφύλακας 
Β΄ χωροφύλακας
Επόπτης.

To γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος. Δεξιά η μοναδική πόρτα του δωματίου. Ο υπενωμοτάρχης κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του και ο Α' χωροφύλακας είναι απέναντί του όρθιος.

Α’  ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Α' ΧΩΡ)
Δεν είχε προλάβει ακόμα να δέσει την πέτρα στο λαιμό του. Καθότανε πάνω της. Δεν κατάλαβε ότι τον πλησιάσαμε ώσπου φτάσαμε δίπλα του. Τόσο απορροφημένος ήτανε από τις σκέψεις του.

ΥΠΕΝΩΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΥΠΕ)
Παραδέχτηκε αμέσως την πρόθεσή του;

Α' ΧΩΡ
Όχι μόνο αμέσως αλλά ούτε ακόμη. Εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι πήγε ως εκεί για μια βόλτα.

ΥΠΕ
Βόλτα στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί;
(Ο Α' χωροφύλακας σηκώνει τους ώμους του)
Τι είχε στις τσέπες του;

Α' ΧΩΡ
Στη δεξιά του παντελονιού τρία κέρματα, μια οδοντογλυφίδα κι ένα κουτί σπίρτα. Στην αριστερή μία τσατσάρα κι ένα φακελάκι με καραμέλες του βήχα. Στη μέσα αριστερή τσέπη του σακακιού είχε μια φωτογραφία που είναι όπως λέει του γιου του. Και στη δεξιά έξω τσέπη του σακακιού του ένα σπάγκο γερό και μακρύ.

ΥΠΕ
Καλά χωροφύλαξ! Του είπατε ό,τι είχατε υποχρέωση να του πείτε; Εφαρμόσατε τον κανονισμό;

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπαστυνόμε. Του είπα ότι η αυτοκτονία είναι ο χειρότερος τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων της ζωής, ότι ο άνθρωπος πρέπει ν' αγωνίζεται και ποτέ να μην καταθέτει τα όπλα, του είπα ότι η πατρίδα έχει ανάγκη από όλους μας για να γίνει μεγάλη και δυνατή, αλλά τον έφερα κι εδώ κύριε υπαστυνόμε γιατί αν τον άφηνα εκεί μπορεί και να αυτοκτονούσε. Δεν ήθελα να έχω την ευθύνη. Και κρίμα γιατί φαίνεται καλός άνθρωπος.

ΥΠΕ
Καλά, ας έρθει μέσα.

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα!

(χαιρετάει στρατιωτικά, βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται, στρώνει τη στολή του επάνω του, ταχτοποιεί τα μαλλιά του, σταυρώνει πίσω τα χέρια του και παίρνει δυο βαθιές εισπνοές. Κάθεται. Ο Α΄ αστυνομικός ανοίγει την πόρτα και αφήνει να περάσει μέσα ο Γκρέγκορυ. Είναι πενήντα περίπου χρονών, φτωχικά ντυμένος και με μιαν έκφραση απορίας στο πρόσωπο. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται και με εγκάρδιο χαμόγελο τον υποδέχεται).

ΥΠΕ
Καλώς τον Γκρέγκορυ. Κάτσε.
(ο Γκρέγκορυ κάθεται. Ο υπενωμοτάρχης τον καλοκοιτάζει.)
Είσαι μια χαρά άνθρωπος Γκρέγκορυ! Τι σε έκανε να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή σου;

ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ (ΓΚΡ)
Δεν ήθελα να τερματίσω τη ζωή μου κύριε αστυνόμε...

ΥΠΕ
(διακόπτοντάς τον)
Γκρέγκορυ θα σου πω μια ιστορία. Όταν ήμουνα μικρός μου άρεσε να σκαρφαλώνω στα φορτηγά που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας. Εκεί ακριβώς ήτανε μια μεγάλη τρύπα στο δρόμο και όλα τα αυτοκίνητα λίγο πριν φτάσουν σ' αυτήν έκοβαν ταχύτητα. Όταν περνούσαν την τρύπα ανέπτυσσαν και πάλι ταχύτητα. Εγώ σκαρφάλωνα πάνω τους όταν ήσαν σχεδόν σταματημένα. Κατέβαινα εκατό-διακόσα μέτρα πιο κάτω, όταν τα αυτοκίνητα έτρεχαν πια. Αυτό το 'κανα μαζί με άλλα παιδιά. Συναγωνιζόμασταν ποιος θα κρατούσε περισσότερο πάνω στ' αυτοκίνητο και θα πηδούσε τελευταίος. Αυτός ήταν και ο νικητής. Καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Ένα παιδί έσπασε το πόδι του πηδώντας. Φυσικά αυτό το κάναμε κρυφά από τους γονείς μας. Μια μέρα μ' έπιασαν ακριβώς την ώρα που ήμουν έτοιμος να σκαρφαλώσω στ' αυτοκίνητο. Δεν ξέρω ποιος τους έστειλε εκεί. Μπορεί η Θεία Πρόνοια. Ε! Νομίζεις ότι παραδέχτηκα ποτέ ότι πραγματικά περίμενα εκεί για να ανέβω στο φορτηγό; Είπα για δικαιολογίες χίλια δυο πράγματα και μόνο την αλήθεια δεν είπα. Κορόιδευα μέχρι τέλους τους ανθρώπους που ήθελαν να σώσουν τη ζωή μου. Μήπως αυτοί με πίστεψαν; Όχι. Και ευτυχώς. Γιατί αν με πίστευαν την άλλη μέρα θα 'κανα πάλι το ίδιο. Και πάλι. Ώσπου κάποια μέρα θα βρισκόμουν στο νοσοκομείο, και γιατί όχι; ίσως και στο νεκροταφείο.
(χτυπάει το ξύλο του γραφείου τρεις φορές)
Γιατί θυμήθηκα αυτή την παιδική μου ιστορία; Μα θα το κατάλαβες ήδη Γκρέγκορυ. Δεν περιμένω ούτε συ να μου πεις ότι θέλεις να αυτοκτονήσεις. Όμως εγώ δε θα πάψω να σου λέω πόσο άδικο είχες γι αυτή σου την απόφαση, πόσο κουτό είναι να θέλεις να στερήσεις τον εαυτό σου από το μεγάλο δώρο της ζωής. Όσα προβλήματα και να 'χεις, αυτή είναι η χειρότερη λύση.

ΓΚΡ
(έντονα)
Δεν ήθελα ν' αυτοκτονήσω!

ΥΠΕ
(κοιτάζει τον Γκρέγκορυ με σημασία)
Και το σπάγκο τι τον ήθελες μαζί σου;

ΓΚΡ
Δένω το παντελόνι μου καμιά φορά που πάει να μου πέσει.

ΥΠΕ
(συγκαταβατικά)
Θα 'ταν καλλίτερα και για τους δυο μας να το παραδεχτείς Γκρέγκορυ. Όλα θα 'ταν πιο εύκολα έτσι.

ΓΚΡ
(απογοητευμένος που ο υπενωμοτάρχης δεν πείθεται)
Μπορώ να φύγω;

ΥΠΕ
Όχι ακόμα. Ας κάνουμε μια υπόθεση. Ότι σε αφήνω να φύγεις. Ότι δεν επιμένω και σε αφήνω να φύγεις χωρίς την ομολογία σου πως είχες σκοπό να αυτοκτονήσεις και βέβαια χωρίς να ακούσεις αυτά που έχω να σου πω σαν υπεύθυνος αυτού του Σταθμού. Και χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Και ας υποθέσουμε, πράγμα πολύ πιθανό κατά τη γνώμη μου, ότι εσύ φεύγοντας πηγαίνεις κατευθείαν στη γέφυρα και αυτή τη φορά δεν κάθεσαι πάνω στην πέτρα για να σκεφτείς αλλά τη δένεις κατευθείαν στο λαιμό σου και βουτάς στο ποτάμι. Όταν σε βρουν αύριο, όλοι θα μάθουν πως ήσουν απόψε εδώ. Και η επόμενη σκέψη τους θα είναι: "καλά, πώς τον άφησαν να φύγει έτσι από το Αστυνομικό Τμήμα; Δεν ήξεραν ότι έτσι τον στέλνουν ίσα στο θάνατο;" Kαι θα έχουν δίκιο. Αν ήμουν μόνος μου εδώ Γκρέγκορυ, ίσως και να σε άφηνα να φύγεις. Μα τώρα άλλα δύο όργανα του Σταθμού ξέρουν πως βρίσκεσαι εδώ. Σε έφεραν εδώ και δεν έχουν πια ευθύνη-όλη την ευθύνη για σένα την έχω εγώ. Κατάλαβες;

ΓΚΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι ότι ένας πολίτης μπορεί να μπλέξει χωρίς λόγο μόνο επειδή έκανε μια βόλτα. Αν έκανα και κάτι παράνομο τι θα γινόταν χειρότερο; Μα τίποτε χειρότερο πιστεύω. Φυλακισμένος θα 'μουνα και τότε. Γιατί και τώρα φυλακισμένος είμαι..
(σηκώνεται και δείχνοντας την πόρτα λέει δυνατά)
Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου κύριε αστυνόμε!
(η πόρτα μισανοίγει και το κεφάλι του Α' χωροφύλακα φαίνεται στο άνοιγμά της)

Α'ΧΩΡ
Όλα εντάξει κύριε υπενωμοτάρχα;

ΥΠΕ
Εντάξει χωροφύλαξ.
(η πόρτα κλείνει)
Κύριε Γκρέγκορυ κάθισε. Κάθισε και ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να φωνάζεις. Είμαι όργανο της τάξεως κι εκτελώ διαταγές. Πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα στην περίπτωσή σου. Ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε πολιτισμένα και σωστά. Και πρώτα απ' όλα πρέπει να μιλήσεις. Αυτό ανακουφίζει. To γράφει ο Κανονισμός. Να μου πεις για τον εαυτό σου, για τη ζωή σου, για τους φίλους και τους συγγενείς σου. Έχουμε καιρό. Ας κάτσουμε εδώ σαν δυο παλιοί φίλοι κι ας κουβεντιάσουμε. Αλλά κι αν ακόμα δεν είχα χρόνο γι αυτό πάλι θα 'βρισκα. Μα έχω χρόνο απόψε.
(σηκώνεται και κατευθύνεται προς ένα ντουλάπι στον τοίχο. To ανοίγει και από ένα θερμός που βγάζει από μέσα γεμίζει με καφέ ένα φλιτζάνι)
Εγώ θα πάρω λίγον καφέ. Μου είναι απαραίτητος τα βράδια. Με βοηθάει να ξαγρυπνώ. Θέλεις λίγον;

ΓΚΡ
Όχι, ευχαριστώ.

ΥΠΕ
(ανάβει τσιγάρο)
Τσιγάρο;

ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω.

ΥΠΕ
Λοιπόν δώσε μου λίγο χρόνο και την προσοχή σου. Ο χωροφύλαξ που σε έφερε εδώ μου έδωσε ορισμένες πληροφορίες για σένα. Όμως καμία απ' αυτές δε βοηθάει να βγάλω συμπέρασμα για το λόγο που σε οδήγησε στις τρεις η ώρα το πρωί πάνω από τα βαθιά νερά του ποταμιού. Δώσε μου εσύ μια εξήγηση. Τι θέλει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί; Ξέρεις, ο χωροφύλακας είναι πολλές φορές και εξομολογητής. Μη διστάσεις λοιπόν. Μίλησε ελεύθερα.

ΓΚΡ
(με εμφανή στο πρόσωπό του την ενόχληση τού να εξηγεί παρά τη θλέλησή του αυτονόητα πράγματα)
Είναι απλό. Δεν είχα ύπνο και είπα να κάνω μια βόλτα. Έφτασα μέχρι τη γέφυρα περπατώντας, κουράστηκα, είπα να κάτσω σε μια πέτρα να ξεκουραστώ. Εκεί με βρήκε ο χωροφύλακας.

ΥΠΕ

Κάνεις συχνά τέτοιες βόλτες; Θέλω να πω στις τρεις η ώρα το πρωί… δεν μπορούσες να πάρεις ένα βιβλίο να διαβάσεις, ή ν' ακούσεις ραδιόφωνο ή να κάνεις κάτι άλλο μέσα στο σπίτι σου για να περάσει η ώρα σου ώσπου να νυστάξεις;

ΓΚΡ
Άλλες φορές το κάνω κι αυτό. Μα αυτή τη φορά είπα να βγω έξω.

ΥΠΕ
Έχεις λοιπόν κι άλλες φορές αϋπνίες. Άσχημο αυτό-
δεν είναι;

ΓΚΡ
Δεν μπορώ να πω πως είναι άσχημο. Συμβαίνει, απλά. Θα 'τανε άσχημο αν με απασχολούσε από τη δουλειά μου-αν την επομένη είχα να δουλέψω, οπότε θα ήταν δύσκολο για μένα να ξυπνήσω στην ώρα μου. Αλλά δεν έχω δουλειά. Έτσι δε με πειράζει να μείνω ξάγρυπνος μια νύχτα. Μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο το πρωί.

ΥΠΕ
Δεν εργάζεσαι;

ΓΚΡ
Όχι. έχω ένα σπίτι και κάτι οικονομίες.

ΥΠΕ
Αχ, ας μπορούσα να το έλεγα κι εγώ αυτό: "μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο μου το πρωί"...Τα πρωινά πρέπει να είμαι εδώ από τις εξήμισυ. Κι όταν έχω νυχτερινή βάρδια νομίζεις ότι μπορώ να κοιμηθώ μετά; Θα φύγω στις οχτώ από δω και θα πάω στο σπίτι. Μα για ύπνο ας μη γίνεται κουβέντα. Τα παιδιά από τη μια και ο θόρυβος του δρόμου από την άλλη δεν μ' αφήνουν να κλείσω μάτι. Αυτή είναι η δουλειά
μου. Και κάτι τυχαίνει πάντα όταν έχω βάρδια. Την προηγούμενη βραδιά ένας καυγάς σε ταβέρνα. Αύριο θα είναι μια κλοπή. Μα έλα τώρα, δε θα σου πω τα παράπονά μου. Τα δικά σου περιμένω ν' ακούσω. Έχεις οικογένεια; Και ας μιλάμε στον ενικό-δε θα 'ναι καλλίτερα; Τι λες;

ΓΚΡ
Δε θ' ακούσετε παράπονα από μένα. Δεν έχω παράπονα. Έχω ένα γιο. Ταξιδεύει.

ΥΠΕ
Έχεις γυναίκα;

ΓΚΡ
Είχα. Πάνε δώδεκα χρόνια. Έφυγε μ' έναν ηθοποιό που πέρασε από δω μ’ έναν περιοδεύοντα θίασο.

ΥΠΕ
Δεν ξαναπαντρεύτηκες;
(ο Γκρέγκορυ κουνάει αρνητικά το κεφάλι)
Γιατί;

ΓΚΡ
Τον πρώτο καιρό αφοσιώθηκα στην περποίηση του παιδιού και του σπιτιού μου. Να παντρευτείς σημαίνει να γνωρίσεις, να ψάξεις, ν' απασχοληθείς κι εγώ δεν είχα καιρό. Όταν μεγάλωσε το παιδί μου εγώ είχα μάθει να κάνω στο σπίτι όλες τις δουλειές που κάνει η γυναίκα. Μαγείρεμα, πλύσιμο, σκούπισμα. Γιατί λοιπόν να παντρευόμουν; Ο μόνος λόγος θα ήτανε για να υπάρχει στο σπίτι ένας άνθρωπος όταν θα 'φευγε ο γιος μου. Να μπορώ να γυρίζω απέξω μια χειμωνιάτικη μέρα και να λέω: "τι κρύο!" και κάποιος να μου απαντάει: "ναι, είδες; παλιόκαιρος". Κι αυτό θα ήταν όλο.

ΥΠΕ
Οχι μόνο αυτό.

ΓΚΡ
Έχεις δίκιο. Όχι μόνον αυτό. Είναι ακόμα που όλοι οι άλλοι, οι παντρεμένοι, θα λέγανε τότε "ο Γκρέγκορυ με τη γυναίκα του". Και αυτό το "με τη γυναίκα του" σε κάνει δικόν τους, σε τοποθετεί στην ίδια κατηγορία μ' αυτούς και μπορείς να ελπίζεις σε λίγη συντροφιά. Αυτά είναι τα καλά του γάμου. Μια αδυναμία σπρώχνει προς το γάμο. Μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ένα είδος φόβου ότι μόνος του κανείς είναι αποκομμένος από το κοπάδι, είναι ευάλωτος στο ανθρώπινο μίσος. Παρόλα αυτά, πριν δυο χρόνια είπα να παντρευτώ. Ήμουνα δυο χρόνια νεότερος τότε. Και είναι μεγάλη η διαφορά και ενός μηνός στην ηλικία μου-μέσα σε μια μέρα μπορεί κανείς να μεγαλώσει ένα χρόνο.
(μικρή σιωπή)
Μέχρι τότε και επί δέκα χρόνια έβλεπα τις γυναίκες στο δρόμο, στη γειτονιά, στα καταστήματα, στην τηλεόραση. Τα πρώτα χρόνια τις κοίταζα. Τις ήθελα. Κυκλοφορούσα ανάμεσά τους λέγοντας στον εαυτό μου "κάποιαν απ' αυτές θα παντρευτώ μια μέρα". Όμως με τον καιρό αιστανόμουν να γίνομαι όλο και πιο ξένος μαζί τους. Για χρόνια το χέρι μου δεν ακούμπησε ένα γυναικείο χέρι. Για χρόνια δεν βρέθηκα σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από κάποια γυναίκα. Είναι αξιοθαύμαστο πώς όλες οι γυναίκες περνώντας δίπλα σου, προσέχουν να μην ακουμπήσει πάνω σου ούτε η άκρη ενός ρούχου τους. Και τώρα, αν ήθελα ν' αγγίξω ένα γυναικείο χέρι έπρεπε να παντρευτώ την ιδιοκτήτριά του. Ναι, την ιδιοκτήτρια, θέλω και το λέω έτσι. Όλες αυτές οι υπάρξεις με τα λυγερά, τα μεστωμένα ή γέρικα κορμιά, όλα αυτά τα παράξενα όντα με τις πέντε ασύντακτες προσεκβολές τους το καθένα -χέρια, πόδια και κεφάλι λέω-,όλες αυτές οι γυναίκες για μένα ήτανε πράγματα. Πράγματα ξένα και μακρινά. Κούκλες ξύλινες που περπατούσαν ζώντας μιαν άλλου είδους ζωή, τελείως διαφορετική από τη ζωή μου. Πλάσματα ίσως μιας φαντασίας. Όταν λοιπόν για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα χρόνια μπήκε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι μου και κάθισε απέναντί μου, στο ίδιο δωμάτιο με μένα, σε μια καρέκλα που ήτανε δική μου και που είχα κάτσει πριν εγώ πάνω της τόσες φορές, δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος που έφερε τη γυναίκα, που έκανε τα προξενιά, μιλούσε συνέχεια. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα, άσχετα με το γάμο, άσχετα με μένα ή με κείνην. Έλεγε... έλεγε... ξαφνικά θυμήθηκε πως έπρεπε να αγοράσει τσιγάρα και βγήκε. Μείναμε μόνοι μας εγώ κι αυτή. Μέχρι τότε εκείνη δεν είχε μιλήσει. Μα ούτε τώρα εμίλησε. Τώρα που βγήκε ο άλλος, είχα την εντύπωση ότι είμαι μόνος στο σπίτι. Κι όμως, απέναντί μου καθόταν ένα πλάσμα που δεν ήξερα τι να κάνω μ' αυτό. Καθώς τα μάτια γελούνε τον άνθρωπο πολλές φορές, ήμουνα σίγουρος πως με γελούσαν και τώρα. Κανείς δεν υπήρχε στο δωμάτιο έξω από μένα.
Όταν ο προξενητής γύρισε, την πήρε κι έφυγαν αμέσως.
Ο γάμος είναι μια απάτη, μια ειρωνεία για τον άνθρωπο. Θα άξιζε σε όντα χωρίς λογική. Λογικά όντα θα περίμενε κανείς ν' αφήνονται στο ένστικτο. Μα να, η λογική χρησιμεύει σε παράλογα πράγματα. Αν αυτή ήτανε πραγματική γυναίκα και ήθελε να με παντρευτεί, γιατί δεν ερχότανε σε μένα όταν ακόμα ήταν καιρός; Όταν ακόμα ό,τι έβλεπαν τα μάτια ήταν πραγματικό; Τι είναι εκείνο που κρατάει τον άνθρωπο μακριά από τον άνθρωπο; Τυχαία αν αφήνονταν οι άνθρωποι να περπατούν πάνω στη γη, θα έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Τώρα με επιμέλεια αποφεύγουν κάθε επαφή.
Όμως να, αυτή είναι η ιστορία που δεν παντρεύτηκα πάλι.

ΥΠΕ
Έχεις αδέρφια, συγγενείς, φίλους;

ΓΚΡ
Έχω. Τι αλλάζει; Γι αυτό δε ρωτάς;

ΥΠΕ
Δε σε φροντίζουν; Δε σε βλέπουν;

ΓΚΡ
Με βλέπουν και τους βλέπω. Με φροντίζουν και τους φροντίζω. Όμως τα σπίτια είναι φτιαγμένα να ζει μέσα τους μια οικογένεια μόνο. Η λογική πάλι. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λογική για να ζουν απομονωμένοι και ύστερα γκρινιάζουν ότι τους λείπει η επικοινωνία.

ΥΠΕ
Έχεις φίλους Γκρέγκορυ;

ΓΚΡ
Γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους. Με δυο τρεις λέμε μια κουβέντα παραπάνω, αν αυτό εννοείς με «φίλους».

ΥΠΕ
Φίλους εννοώ ανθρώπους που να σ' αγαπούν, να ενδιαφέρονται για σένα.

ΓΚΡ
Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν;

ΥΠΕ
Λοιπόν ζεις μόνος. Χωρίς γυναίκα, συγγενείς, φίλους. Η μοναξιά είναι κακός σύμβουλος. Σε σπρώχνει να κάνεις τα χειρότερα. Τώρα εξηγούνται όλα. Απογοητευμένος από τη ζωή σου, χωρίς κανέναν για συντροφιά, φυσικό είναι να σκεφτείς να κάνεις αυτό που ήθελες να κάνεις.

ΓΚΡ
Δεν είμαι μόνος μου. Έχω το γιο μου. Είναι μαθητευόμενος ασυρματιστής. Όταν βγαίνει στη στεριά τον βλέπω. Και σας ξαναλέω-δε θέλησα ν' αυτοκτονήσω!..

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω, δυνατά)
Και τι σας πειράζει εσάς που δε θέλω να 'χω σπίτι;
Πέστε μου, τι σας πειράζει;..
(ακούγονται συγκεχυμένες φωνές αντρικές μπερδεμένες με τη φωνή της αλήτισσας  χωρίς να βγαίνει νόημα)

ΥΠΕ
Πάλι αυτή!
(δυνατά)
Χωροφύλαξ!
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)

Α'ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπενωμοτάρχα!

ΥΠΕ
Γιατί τη φέρατε πάλι αυτή;

Α' ΧΩΡ
Πετροβολούσε τις λάμπες στις κολώνες κύριε υπενωματάρχα. Κι όταν την πλησιάσαμε άρχισε να μας βρίζει.

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω)
Αν δε με πειράζατε δε θα σας έβριζα.
(η αλήτισσα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. Είναι ντυμένη με παλιά, σχισμένα και λερωμένα ρούχα. Μαλλιά ακατάστατα)

ΑΛΗΤΙΣΣΑ (ΑΛΗ)
(στο χωροφύλακα)
Ήρθα μήπως εδώ εγώ να σας πειράξω; Εσείς ήρθατε στον τόπο μου.
(στον Γκρέγκορυ)
Όλοι τους ίδιοι είναι. Κάθεσαι ήσυχα στο παγκάκι σου κι αυτοί έρχονται και σου λένε "έλα μαζί μας". Γιατί παρακαλώ; Πείραξα κανέναν;
(αύριο τελειώνει)

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

ΜΟΝΑΧΟΙ  ΤΟΥΣ
(Κομοτηνή ’74, ομιλία Τρυπάνη
με θέμα: Παλαμάς)

Ας πάμε. Θα γελάσουμε πολύ.
Θα  ’ναι και κείνος ο ψηλός
που του διπλώνει ο αφαλός
καθώς σε κάποιονε μιλεί
και την κοιλιά του σκύβει.

Θα ομιλήσει ο υπουργός
με θέμα  "Παλαμάς"
θα  ’ναι καλά για μας
της Τέχνης ήταν λεπτουργός
νοήματα μεγάλα κρύβει.

Φουστάνια καλά θα φορέσουν
μετά την μπουγάδα οι κυρίες
(δε χάνουνε ευκαιρίες)
από τη βέρα θα πονέσουν
τα πρησμένα τους χέρια.

Οι ορισμένοι αξιωματικοί
τελευταίοι θα φτάσουν
και μπροστά θα κάτσουν
γίγαντες μικρονοϊκοί
με τα χοντρά τους ταίρια.

Μα πολύ θα κάνουμε χάζι
όσους μονάχοι τους πάνε
και γύρω τους κοιτάνε
με ντροπή και με νάζι
κάποιον γνωστό να χαιρετίσουν.

Όμως άγνωστοι καθώς είναι
γιατί αυτά δεν τ`  αντέχουν
και οι καϋμένοι δεν έχουν
πού την κεφαλήν κλίναι
μοναχοί τους κι εδώ θα καθήσουν.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

        Ο  ΜΟΝΑΧΟΣ

Τα χείλη του ματαίως ψάλλουν υμνωδίας.
Aνίερα φιλήματα τω όντι επιθυμούν.
Kι αντί του οίνου της Θείας  Κοινωνίας
θα  ’θελε το ποτήριον να  ’ναι πλήρες ηδονής.

Μα δεν τον έστειλε κανείς-
μόνος του επήγε-μάλιστα άνευ εμφανούς αιτίας-
και εμόνασε.
Φαίνεται ανήκει εις αυτούς που προτιμούν
μόνο όταν είναι λίαν επικίνδυνοι
τας αμαρτίας.
ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ

Σκοτώστε τους πρωτύτερα εσείς
να μείνετε αν θέτε ζωντανοί,
και όχι μόνο, μα και να μπορέστε
πάνω στη γη ετούτηνε να ζείστε
όπως σε όντα ανθρώπινα ταιριάζει.

Σκοτώστε, καταστρέψτε-αφανίστε
κάνετε σκόνη ό,τι σας στερούνε
και μην ακούτε τους μωρούς που λένε
όσα χαλάτε πως δικά τους είναι -
στον ήλιο αφού φανήκατε ,όλα δικά σας είναι.

Όλοι αυτοί παιδιά μου, στο βιβλίο
που της ψυχής το φως μ’ αχτίδες δένει
θέση δεν έχουν-άφωτοι και κρύοι
θα πάνε στο χαμό, σαν να μην είχαν
καθόλου υπάρξει. Στ' Άϋλου τα Πλάτια-
στα Αιώνια κι Άναρχά Του τα παλάτια
που σύμπαντα και κόσμους δε μετράνε-
θέση γι αυτούς δεν είναι κρατημένη.

Αδιάφορα οι καιροί θα τους μετρήσουν
σαν σάρκες σάπιες, όπως τα ψοφίμια
που συναντάει στο δρόμο του ο διαβάτης.  

Αυτή η τύχη όλων εκείνων θα ’ναι
Που τόσο το μυαλό τους λίγο κόβει
που δε γνωρίζουνε πως ευτυχία
υπάρχει μόνο αν όλοι ευτυχούνε
και η χαρά ομπρέλα πως δεν είναι
κάποιον να προστατεύει απ' τη βροχή
αλλά ένα υπόστεγο τεράστιο
που κάτω του ολ' οι άνθρωποι στεγνοί.

Και ούτε κάνουνε ποτέ τη σκέψη-
γιατί δεν τους συμφέρει όπως αυτοί
άνομα το "συμφέρει" εννοούνε-
ότι κανείς στον άλλο δε χρωστάει-
πως όλα έχουν στον άνθρωπο δοθεί
δικά του, μόνο που έχει γεννηθεί.

Μα όχι! Κι έτσι, αυτοί που' ναι ταγμένοι
της ευτυχίας των λαών φρουροί
αυτοί στη δυστυχία όλους βυθίζουν.

Μ' αυτό που από κείνων δεν περνάει
ούτε στιγμή το φαύλο το μυαλό,
για σας μια συνεχής είναι φροντίδα
κι ένας μεγάλος πόθος στην ψυχή.

Γι αυτό παιδιά μου μη λεφτό σταθείτε
μόνο χτυπάτε, σπάσετε, σκοτώστε.
Και διόλου μην ακούτε τους μωρούς
που λένε πως δικές τους περιουσίες
ειν' ό,τι εσείς χαλάτε στην ορμή σας-
αφού στη γη φανήκατε, όλα δικά σας είναι.

Κοιτάχτε τους αλήτες βουλευτές μας
κοιτάτε τους αισχρούς μας υπουργούς.
Όποια να κάνουνε βρωμιά θελήσουν
νόμο την κάνουν και αυτήν ασπίδα
έχουν και αποκρούουν μ' ευκολία
όποιαν επίκριση για τη βρωμιά τους,
παράνομον βαφτίζοντας εκείνον
που όντας από το δίκιο του πνιγμένος
και κάτω από το πέλμα τους λιωτός,
τολμάει τους φαύλους να κατηγορήσει.

Και πώς κανείς μπροστά μπορεί να έβγει
στα κτήνη, την αλήθεια για να πει
που όταν απ΄ το κοπάδι ξεστρατίσει
του τάφου τον τυλίγει η σιωπή...

Μόνον εσείς λεβέντες μου μπορείτε
να το βροντοφωνάξετε παντού
το δίκιο του μικρού και του φτωχού.

Και το μπιστόλι ακούγεται μακριάθε
κι ο κρότος του ανήσυχους πολύ
κάνει τους φταίχτες που η σειρά καθένας
το ξέρει ότι φτάνει και γι αυτόν.

Κι είναι για κλάματα μαζί και γέλια
ο κάθε υπεύθυνος, σαν προσπαθεί
να πείσει τους εταίρους της Ευρώπης
ότι κανένας τους δεν κινδυνεύει
αν στην πατρίδα μας ήθελ' ερθεί.

Οι ξένοι αν θέλουνε να μας αρμέγουν
δε φταίνε αυτοί αλλά εκείνοι φταίνε
που την πατρίδα κάναν αγελάδα.

Κι αυτό παιδιά μου δεν το κάναν ξένοι-
δικοί μας είναι οι σπερματεγχύτες
που την υποταγή στον ταύρο εμπάσαν
και δούλη σάς εδώσαν μια πατρίδα.

Ο ίδιος ο λαός της κάθε χώρας
είναι για την κατάντια του που φταίει
κι ο ίδιος είναι πάλι που ευτυχία
θα φέρει στο δικό του σπιτικό.
.
Το χώρο σας τριγύρω καθαρίστε
από την κόπρο κι απ' τη δυσωδία.

Κι αν θέτε δολοφόνους λαών ξένων
ιδού εμείς που τα Βαλκάνια τ' άλλα
τα κλέβουμε και οικτρά τα λεηλατούμε.

Κι αν εκμεταλλευτές θέτε ανθρώπων,
να! οι δικοί μας οι μεγάλοι φαύλοι
που το αίμα πίνουνε των βαλκανίων.

Γιατί αδέρφια μου να μη γκρεμίστε
όλα τα όρθια μες σ' αυτό το κράτος;

Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που ο πρωθυοπουργός του
είναι από το λαό αποκομμένος
όπως κεφάλι απ' το κορμί του είναι-
κεφάλι μάλιστα άμυαλο παιδιά μου;

Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που οι βουλευτές του
προεκλογικά μοιράζουνε παπούτσια
όλα δεξά ή ζερβά κι υπόσχονται ότι
του παπουτσιού θα δώσουνε το ταίρι
αν βουλευτές τους βγάλει ο λαός;

Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος όπου οι υπουργοί του
όχι προβλήματα μόνο δε λύνουν
μα τα βοηθάν χειρότερα να γίνουν;

Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που η κυβέρνησή του
του αγράμματου λαού το ενδιαφέρον
το στρέφει σε ασήμαντα κανάλια
κι αποστερεύει έτσι το ποτάμι
από τη δύναμη κι απ' την οργή του
που αυτούς τους ίδιους πρώτα θα χαλούσε;
Κι ακόμα-δυστυχώς-την ίδια αξίζει
την τύχη να 'χει κι ο λαός αυτός
που δέχεται ανδράποδο να γίνει
των υπουργοποιημένων σας τυράννων.

Τι ν' απομείνει άραγε αξίζει
από πατρίδα που τα δυο παιδιά της
μες στα χρυσά και στα μετάξια τά ’χει
και τ’ άλλα εκατό τ’ αφήνει έρμα
να τα ρημάζουνε τα δυο εκείνα;

Τι ν' απομείνει αξίζει από ’να κράτος
που οι αδίστακτοί του κυβερνήτες
τους ολιγοφρενείς έχουνε βάλει
να διαδηλώνουν για το περιβάλλον
ώστε ανενόχλητοι από κανέναν
άνετα εκείνοι να το καταστρέφουν;

Τι ν' απομείνει αξίζει από ’να κράτος
που νόμους κάνει άδικους και φαύλους
κομμένους και ραμμένους με τα μέτρα
των εκμεταλλευτών νομοθετούντων;

Τι κράτος είναι αυτό που η παιδεία
στη νηπιακή της βρίσκεται ηλικία;

Που ο πολίτης κλέβει ένας τον άλλο
σε κοινωνία μια μέσα που δικιώνει
τον μεγαλύτερο πάντοτε κλέφτη;

Κι αν βρείτε τίποτα σ' αυτή τη χώρα
νάναι καλό,
νάχετε την κατάρα μου αν το κάψτε.
Μ' αν βρείτε να το πείτε και σε μένα
για να χαρώ
και πια μολύβι και χαρτί ν' αφήσω
κι ολόθερμα να τρέξω προς τα κει
και το καλό καλύτερο να κάνω
η δύναμή μου όσο το μπορεί.

Μ' αν δε γκρεμίστε ό,τι όρθιο στέκει
και ό,τι άκαυτο αν δεν το κάψτε
κι αν ζωντανό θ' αφήστε ό,τι σας τρώει
τότε η κατάρα θα σας ακλουθάει
και του λαού και η δική μου αντάμα.

Και τότε θά 'σαστε σαν όλους κείνους
που υποσχέσεις δίνουν παχουλές
και άτιμα μετά τις παίρνουν πίσω.
Γιατί ο λαός σωτήρες του σας νιώθει
από του κράτους την παληανθρωπιά
και λυτρωτές απ' τα δεσμά που οι φαύλοι
μ' αυτά υποταγμένον τον κρατούν.

Λοιπόν τι θέλουνε όσοι σας λένε
φρένο να βάλτε στη χαλάστρα ορμή σας
κι όρθιο ν' αφήστε κάτι μες στη χώρα;-
μέσα στη χώρα που οι κάτοικοί της
ζούνε χωρίς ασφάλεια για το μέλλον
όπως με φόβο κι άγχος για το τώρα
και σα σκυλιά πεθαίνουνε στους δρόμους
ή σε φριχτά νοσοκομεία μέσα
απέλπιδοι κι αβόηθητοι και μόνοι;

Γιατί ν' αφήστε όρθιο ένα κτίσμα
που οι φτωχοί το συντηρούν με ιδρώτα
για να γλεντούνε μέσα του οι φαύλοι;

Γιατί μια τράπεζα ν' αφήστε όρθια
όπου φυλάει τα λεφτά σας όχι,
μα την ανέχεια σας μόνο φυλάει;

Γιατί ν' αφήστε άκαυτο εν' αμάξι
αφού πάνω στις ρόδες του κυλάει
τα ρομποτένια σώματα των φαύλων
ενώ οι ίδιες του εκείνες ρόδες
καθημερνά εσάς παιδιά μου λιώνουν;

Γιατί εν' άγαλμα ν' αφήστε όρθιο
απ' όσα οι φαύλοι κάνουν πως θαυμάζουν
αφού εκείνο τ' άγαλμα δεν είναι
παρά μιαρός ακόμα ένας κρίκος
απ' τις δυσβάσταχτη την αλυσίδα
που κτήνη απάνθρωπα μ' αυτή σας δένουν;

Γιατί πολιτικούς να μη χτυπείστε
αφού πολιτική γι αυτούς δεν είναι
του κυβερνάν η τέχνη, μα η τέχνη
τ' άτοπα ν' αποφεύγουν όταν κάποιοι
να τους στριμώξουν πάνε και με λόγια
κι ενέργειες όσο ανήθικες και φαύλες,
να καταφέρνουνε να τους κρατούνε
κι αυτούς υποταγμένους σαν τους άλλους-
κι όταν οι τέτοιες ικανότητές τους
είναι και το κριτήριο που με κείνο
ο υπουργός τους μπράβους του διαλέγει
και ο πρωθυπουργός τους υπουργούς του;

Βουλή! Του δίκιου το νεκροταφείο!

Του αστισμού το αισχρό το μονοπώλιο!

Το λίπασμα του αιματοπότη-κράτους!

Η ανίερη σφηκοφωλιά του πλούτου!

Βάλτε φωτιά παιδιά μου στη Βουλή τους.

Φωτιά μια βάλτε όσο αρκεί μεγάλη
για να τους κάψτε όλους εκεί μέσα
την ώρα πάνω που ιεροσυλούνε-
όπως οι κλέφτες πιάνονται στα πράσα.

Γιατί μία Βουλή να σεβαστείτε
που βέβηλα την απαρτίζουν όντα;
Όντα χωρίς σκοπό, χωρίς αιτία
χωρίς ιδανικά κι αρχές και ήθη-
όντα η εξυπνάδα τους που φτάνει
να υποτάσσουν στο μικρό συμφέρον
ιδανικά, καθήκον, αξιοπρέπεια;

Που φτιάχνουν νόμους που τους εφαρμόζουν
όταν στο πορτοφόλι τους συμφέρει
κι όταν δεν τους συμφέρει τους ξεχνάνε
και είναι σαν ποτέ να μην υπήρξαν;

Και λένε-οι γελοίοι-δημοκρατία
πως είναι να εφαρμόζονται οι νόμοι.

Τίποτα-όχι-τίποτα παιδιά μου
όσο καλή κανείς κι αν έχει πίστη
δε θάβρει για να σώσει να μπορέσει
όλους αυτούς από την εκδικήτρα
κι ελπιδοφόρα νεανική ορμή σας.

Αν ήταν να υπομείνετε παιδιά μου
φτώχεια και αλυσίδες και αθλιότη
ώστε η γενιά μετά από σας που θάρθει
να ζήσει ανθρώπινα κι ευτυχισμένα-
κι έτσι για πάντα στους μετά αιώνες-
τότε θα σας συμβούλευα ηρεμία
κι υποταγή κι υπομονή σε όλα
τα βάσανα που οι φαύλοι σας φορτώνουν.

Γενιές πολλές έχουν περάσει όμως
και τίποτε δεν έχει διόλου αλλάξει.
Κι αν κι η δική σας η γενιά εκδικήτρα
μέσα στον κόσμο μας δε θα υπάρξει
που με φωτιά και με σπαθί στο χέρι
τ' άδικο και το βρώμικο να κάψει
έτσι πικρά τα χρόνια θα κυλήσουν
κι εκείνων που μετά από σας θαρθούνε...

Γι αυτό χτυπάτε-κάψτε-αφανίστε.

Του μέλλοντος εσείς ο σπόρος είστε.

Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!

Σκότωνε κι ας φωνάζουν οι φυλλάδες
και ας ωρύονται οι μεγαλουσιάνοι.

Εκείνοι μόνο είν’ οι εγκληματίες
που δρόμους καρμανιόλες διατηρώντας
σκοτώνουνε δεκάδες τη βδομάδα.

Και πλήρωσε ποτέ γι αυτό κανείς τους;

Οι πληρωμένοι τους κοντυλοφόροι
ξεσπάθωσαν ποτέ να στιγματίσουν
τον ανελέητο φρικώδη τρόμο
που τις ψυχές των οδηγών γεμίζει
κάθε που πίσω είναι απ' το τιμόνι;

Οι αστυνόμοι πήγανε να πιάσουν
αυτούς τους δήμιους που έχουν αφήσει
τους δρόμους στο φριχτό που έχουν χάλι;

Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!

Σκοτώστε αδέρφια μου! Πολλούς θανάτους
ετούτοι οι κανάγιες σας χρωστάνε.

Κανένας δε μιλάει. Όλοι τους είναι
τόσο ανήθικοι και διεφθαρμένοι
ώστε όλα αυτά για φυσικά τους μοιάζουν
και μόνο υψώνουν τη γελοία φωνή τους
σε σας ενάντια τιμημένα αδέρφια
που από μακριά να φτάνετε σας βλέπουν.

Σκοτώσετε αδέρφια! Τέτοια ζώα
έτσι παχύδερμα καθώς εκείνοι
δε νιώθουν φόνους δυο και τρεις και πέντε.
Χύστε ποτάμι αδέρφια μου το αίμα.

Μόνο νεκροί αυτοί δε θα σας βλάφτουν.

Ο θάνατός τους η ζωή σας είναι.

Μια κοινωνία εχτίσαν υπανθρώπων
οι φαύλοι, και δουλεύει αυτή για κείνους.

Και αγαθά και χρήμα τους γεμίζει,
ενώ αυτή τα πάνδεινα υποφέρει
είτε στη ζωή την καθημερινή της
ή στα μεγάλα και τα υψηλά της.

Τάχα παιδιά μου έχουν μυαλό καθόλου
της χώρας τούτης δω οι κυβερνήτες
όταν δηλώνουν πως τους βλέπει η Ευρώπη
σαν ίσους και για τούτο τους εδέχτη;

Δεν ξέρουνε πως θέλει ο ευρωπαίος
σε διακοπές να πάει το καλοκαίρι
και το πρωί πριν φύγει στη δουλειά του
να του γυαλίσει κάποιος τα παπούτσια;

Και δεν τους κόβει ούτε τόσο λίγο
να καταλάβουνε πως η Ευρώπη
λούστρους και σερβιτόρους της τους θέλει;

Μα όχι, αυτό καλά το εννοούνε.

Αλλά, το ατομικό τους το συμφέρον
είναι που στην Ευρώπη τους τραβάει
σέρνοντας πίσω τους κι εσάς μαζί τους.

Και βάφτηκαν και σιάχτηκαν απόξω
ενώ καταβρωμάνε από μέσα
και κοροιδέψαν τάχα την Ευρώπη'
κι αυτή τους 'δέχτη-τάχα όπως οι τρώες
που από το Δούρειο την επάθαν Ίππο.

Α! Οι βρωμεροί! Που στίψανε τους δόλιους
τους μετανάστες πούρθανε απέξω
και το αίμα τους τούς στύλωσε λιγάκι...
και που η Ευρώπη χτίστες της τους έχει
για να της φτιάξουνε το εξοχικό της...

Ω! οι βρωμεροί! δεν ξέρουν τάχα ότι
το αλλοδαπό τελειώνει κάποτε αίμα
και κάποτε τα χρήματα στερεύουν;

Πού θα κρυφτούνε τότε οι αστείοι,
όταν οι ευρωπαίοι στο δεκαπλάσιο
τα όσα τους δώσανε θα τους ζητήσουν;

Μπήκανε μέσα στην Ευρώπη οι άθλιοι...
Μα σύγκριση με κείνην δεν υπάρχει.
Της κοινωνίας τους κάθε τομέας
και μια παράλειψη-κι από ένα λάθος.
Της ζωής τους της δημόσιας κάθε τμήμα
μία παληαθρωπιά και μια ασυνέπεια.
Τα υπουργεία τους είναι καθένα
συνάξεις ανεπρόκοπων κηφήνων.

Μα μήπως κι ο λαός καλλίτερός τους;
Λαός που δε σηκώνεται να διώξει
τον καταπατητή των χωραφιών του
ό,τι και να τραβάει του αξίζει.

Μα σεις παιδιά μου του λαού δεν είστε
κομμάτι από τα σάπια κρέατά του
μα το γερό του είσαστ' εσείς το μέρος
που μόνο αυτό αλώβητο έχει μείνει
από τη γάγγραινα και τη σαπίλα.

Γι αυτό διπλή κι η πάλη κι ο σκοπός σας:
από τη μια το τέρας να νικήστε
κι από την άλλη την υγειά να δώστε
κόβοντας της πατρίδας κάθε σάπιο
κι αναγεννώντας το γερό κι ωραίο.

Γι αυτό το τέρας άλυπα χτυπάτε.

Κι όταν μ' αυτό τελειώστε, τότε αδράξτε
τον άβουλο λαό και μάθετέ τον
τα δίκια του να ξέρει να προασπίζει
κι όχι νωθρός και άβουλος να στέκει
όταν τον κλέβουν και τον αδικούνε.

"Είμαστε πρώτοι", λένε, "στα Βαλκάνια".

Λοιπόν; Κι ο λύκος μες στ' αρνιά είναι πρώτος.

Για κείνους που αυτό έχουν πετύχει-
για τέτοια μια πρωτιά μόνο αξίζει
ίχνος των τέτοιων "πρώτων" να μη μείνει.

Πρώτοι στο κλέψιμο τόσων γειτόνων…

Πρώτοι στην άκρατη εκμετάλλευσή τους…

Δέκα από τις επιχειρήσεις λένε
της χώρας μας, στην πρώτη διακοσάδα
βρίσκονται των παγκόσμιων κλεφταράδων.

Κι επαίρονται γι αυτό' μα τούτο μόνο
αιτία είναι αυτές οι εταιρείες
να σβήσουν απ' της ύπαρξης το χάρτη,
γιατί με το αίμα του λαού ψηλώνουν
και με τη δυστυχία του χοντραίνουν.

Κάντε παιδιά, σεις,η ψυχή του λαού σας,
σαν πάλι θα ’ρθουνε τα χελιδόνια
φονιά κανένα ζωντανόν μη βρούνε
κι απείραχτα να κελαδούν στα κλώνια.

Κάντε παιδιά μου ο χιονιάς σα φτάσει
ο βασιλιάς του κρύου στη χώρα νάναι-
το στέμμα αυτός του πάγου να φορά
και όχι φαύλων οι καρδιές να το φοράνε.

Κάντε παιδιά μου ώστε το καλοκαίρι
να μην εβρεί στη χώρα μας τη φτώχεια-
οι φαύλοι ως τότε νάχουνε πιαστεί
στου χάρου τ' άλυγα κι αιώνια βρόχια.

Κι όταν του φθινοπώρου η βροχή
τα κίτρινα των δέντρων δέρνει φύλλα
κάντε παιδιά μου να χτυπάει μαζί
των κουφαριών των φαύλων τη σαπίλα.

Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ’ το κεφάλι του βρωμάει.

Δρεπάνι γίνετε όχι του θέρου
μα δρέπανο στου χάροντα το χέρι
που να οδηγά’ η κόψη του το χάρο
σ' όλους τους φαύλους το χαμό να φέρει.

Μιλούνε οι αχρείοι για την Ευρώπη,
και για ταχύτητες μιλάνε πρώτες,
και για σκληρούς επαίρονται πυρήνες.

Μα ούτε σκουπίδι κάτω από τη ρόδα
του άρματος των ευρωπαίων δεν είναι.

Τάχατες την αλήθεια δεν γνωρίζουν;

Και βέβαια τη γνωρίζουν, μα το λένε
για τους Σταυρίδηδες και για τις Πλώτες-
τις μηχανές αυτές που τις ταίζουν
με λόγια ηχηρά, που αυτές τα κάνουν
χειροκροτήματα, ιαχές και ψήφους.

Όμως εσείς παιδιά μου δεν μπορείτε
τέτοιες βλακείες να λέγονται ν' ακούτε.

Σεις, του αγνού του λόγου οι πρωτοπόροι,
της αγανάκτησης το ξίφος πάρτε
κι όσους μας κυβερνάνε αφανίστε
βλακείες ποτέ μη τέτοιες ακουστούνε.

Εσάς το μέλημά σας μόνο νάναι
αυτοί της αδικιάς που το μαχαίρι
μες στην καρδιά ολόισα τους πονάει
και στο κεφάλι τους μυαλό υπάρχει
κι αίστημα στην ψυχή και φως στο μάτι.

Οι άλλοι σαβούρα είναι της πατρίδας
κι όπου θα γείρει το καράβι πάνε.

Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ' το κεφάλι του βρωμάει.

Τους πλούσιους και τους φαύλους αφανίστε.
Και μην ακούτε που σας λένε ότι
ξένα είναι τ' αυτοκίνητα που καίτε,
κι οι τράπεζες κι οι βίλλες και τα σπίτια.

Μια και καλή μες στο μυαλό παιδιά μου
ετούτη τη μεγάλη αλήθεια βάλτε:
αφού στο φως φανήκατε, όλα δικά σας είναι.

Υπάρχει ένα βιβλίο που εντός του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων
Μέσα του μέχρι τώρα είναι γραμμένα
παιδιά μου, μόνο οι πράξεις των μεγάλων
που τους λαούς τους σώσαν απ' τον πλούτο.

Όλα τα πριν δεν εκριθήκαν άξια
αφού από κείνα τίποτα δεν είχε
την ανθρωπιά του ανθρώπου για σκοπό του.

Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.
Κάθε σας σφαίρα φονική, σελίδα.
κάθε εμπρησμός, κεφάλαιο λαμπρό.

Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.

Κάθε σας χτύπημα στου πλούτου ενάντια
το λιπαρό κορμί και στων τυράννων
των ντόπιων το ατέλειωτο το σμάρι,
φως γίνεται και πνεύμα που σε κείνα
μέσα βουτώντας των Καιρών η πέννα
πλουτίζει το Μονάκριβο Βιβλίο
για σας που μόνο μέσα του θα γράψει.

Γραφτείτε στο βιβλίο αυτό παιδιά μου!

Μα όμως ξέρω: αυτά που εγώ σας λέω
τα 'χετε κιόλας αποφασισμένα.

Καλό μυαλό και καλή δύναμη αδέρφια.

            -----