Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Φώτη
δίπλα μου μένει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έχουν έναν εγγονό από την κόρη τους. Ένα ζευγάρι αξιοπρεπές και σεβαστό από τη γειτονιά. Το εγγονάκι τους το αγαπάνε πολύ. Χτες άκουσα να συζητάνε η κόρη με τον μπαμπά και το μικρό εγγονάκι-ένα χαριτωμένο πλάσμα τριών περίπου χρονών που οι φωνούλες του με γεμίζουν χαρά. Ζητούσε λεφτά από τον πατέρα της η κόρη. Ο πατέρας της της αρνιόταν. Τότε λέει αυτή στον μικρό: πες του παππού «αν δε δώσεις λεφτά στη μαμά θα κάνεις δυο μήνες να με δεις.» Και το παιδάκι το είπε και ο παππούς έδωσε τα λεφτά.
Αυτό τον πατέρα και αυτή την κόρη, όταν αύριο θα τους δω, θα τους χαιρετήσω χαμογελώντας όπως αν δεν είχε παιχτεί ανάμεσά τους η φριχτή αυτή σκηνή πληρωμένης αγάπης.
Και σε ρωτώ αξίζει να ζει κανείς μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Να έχεις να συναναστρέφεσαι, να χαιρετάς και να καλοέχεις ανθρώπους σαν αυτούς; Και όταν γνωρίζεις τι συμβαίνει και δεν, τουλάχιστον, το καυτηριάζεις, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείς αυτό που γίνεται; Και τι άλλο παρά ο θάνατος θα σε απαλλάξει από τη δυστυχία να ανήκεις στην ίδια κοινότητα με αυτούς τους οιονεί ανθρώπους που εφευρίσκουν και απεργάζονται τέτοιες ψυχοκτόνες δοσοληψίες;