Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

                               ΠΤΙΤΣΑ

Και αν ακόμα δεν είχα γνωρίσει την Τιαλίν του Θανατηφόρου Έλκους, θα έφτανε η γνώση ότι το πουλί στα βουλγαρικά λέγεται «πτίτσα» για ν’ αγαπήσω τη Βουλγαρία.

Πτίτσα!
Πιο αρμοστό συνδυσμό φωνηέντων και συμφώνων για την απόδοση της έννοιας του πουλιού δεν έχω συναντήσει.
Πτίτσα!

Πρωτο το «πι». Που η ιδέα του μόνο γεμίζει το στόμα σου αέρα, πνοή που θέλει να βγει, που ζητάει να εκτονωθεί, να φύγει από κει μέσα που είναι κλεισμένη και να πετάξει, να λεφτερωθεί, να πάει πέρα και πάνω και γύρω, όπως το πλασματάκι που η λέξη «πτίτσα» προσδιορίζει.
Θα μπορούσε να μην έχει πουλιά ο κόσμος μας; Όχι. Γιατί τότε τι θα μας χρησίμευε αυτό το όλο ορμή και απαλότητα, δύναμη και γλυκύτητα, πάθος και ηρεμία, θάνατο και ανάσταση μάζεμα του αέρα πίσω από τα χείλη μας, αν ήτανε μόνο να πούμε: περνώ, παρέα, πέτρα κι όχι να προσδιορίσουμε κάτι που πππππ-ετάει; Όχι! Κι αν δεν είχαμε πουλιά θα τα είχαμε φανταστεί.
Στα ελληνικά το «πι» του «πουλιού» ακολουθείται από ένα «ου», έναν βαρύ δηλαδή και σκληρό φθόγγο, που η εκφορά του καθηλώνει όλα τα γύρω του. Και άραγε και το «πι» και το πουλί μαζί του. Και πώς έτσι το πουλί να πετάξει;
Στο «πτίτσα» όμως το «πι» όχι μόνο δεν δεσμεύεται από κάτι, αλλά η γλώσσα μας ενώνει τις δυνάμεις της με τους μύες των παρειών και των χειλιών που μόλις έχουν κατορθώσει το «πι», για να δώσει σ’αυτό, με τον αέρα που εκτοξεύει πραγματώνοντας το «ταύ» μόλις αφού το «πι» έχει βγει απο το στόμα, μιαν ακόμα ώθηση,-να το εφοδιάσει με μια ακόμα πνοή, μ’ ένα ακόμα φύσημα, σαν όπως καμμιά φορά τα μικρά πουλάκια, που μερικές φορές διστάζουν να πρωτοπετάξουν και που εκτός από την προσταγή της Φύσης θέλουν και το σπρώξιμο της μητέρας τους για να το τολμήσουν. Και αυτό το διάστημα ανάμεσα στην εκφορά του «πι» και του «ταύ», αυτή η απειροελάχιστα προσωρινή δέσμευση του «πι» μέχρι να ακουστεί απόκοντα το «ταυ», που επιτείνει την ορμή του «πι» όταν πλέον αυτό πάρει την επίνευση, την επιτακτική αυτή συγκατάβαση του «ταυ» για να υπάρξει και να προχωρήσει, δεν σας φέρνει στο νου το απειροελάχιστο διάστημα που μεσολαβεί από την όλο ετοιμότητα κατάσταση των δρομέων που έχουν κιόλας πάρει τη θέση τους και έχουν κιόλας ανακάμψει από την γονυκλινή τους στάση πανέτοιμοι για εκτόξευση, μέχρι τη πιστολιά του αφέτη, που να! ακούγεται κιόλας; Και δεν σας θυμίζει ίσως την αρχική ισχνή άρνηση της γυναίκας πριν αμέσως μετά φωνάξει με όλη τη δύναμη του φύλου της το «ναι», κάνοντας έτσι πιο ηδονική την ανεπιφύλακτη πια παράδοσή της;
Να λοιπόν το «πι» και το «ταυ» του «πτίτσα».
Και ύστερα έρχεται το «γιώτα».
Ήδη η συρτή, ευθεία και όσο θέλει να υποθέσει κανείς προεκτεινόμενη γραμμή του, δίνει την εικόνα ενός πετάγματος όσο διαρκούς μπορεί να γίνει. Όπως του τρεξίματος ενός αυτοκινήτου, που αφού πέρασε από την πρώτη και δεύτερη ταχύτητά του, τώρα τρέχει με τετάρτη χωρίς ένια πια, χωρίς αντιστάσεις. Όπως του πετάγματος ενός αεροπλάνου, που αφού απογειώθηκε μέσα σε δυο λεπτά, ύστερα πετάει για χιλιάδες μίλια. Όπως το «πτίτσα» με το «πι» του και το «ταύ» του.
Και ο τόνος είναι στο «γιώτα» του «πτίτσα», που και γλωσσογνωστικά σημαίνει πως όσο θέλεις πια το μακραίνεις αυτό το «γιώτα» και άραγε το πέταγμα του πουλιού. Πέταγμα όλο γλύκα και ομορφιά, πέταγμα πρότυπο κάθε τι που μπορεί να πετάξει, που σημαίνει όλων όσων οι άνθρωποι θέλουνε να βλέπουνε ψηλά: ιδανικά, αισθήματα, ονειροπολήσεις, εκλετπυσμένους έρωτες, σκοπούς που θέτουν στη ζωή τους και μέσα εκπλήρωσής τους…

Και μήπως το «τσα» που κλείνει τη λέξη είναι άχρωμο;
Μήπως είναι μόνο ένα συμπλήρωμα για να τελειώνουμε όπως να ’ναι και με την έννοια «πουλί»;
Καθόλου.
Τα «τσ» του, δεν είναι το κελάδημα του πουλιού; Δεν είναι το σύμπλεγμα συμφώνων που μας πάει κατευθείαν στα πουλιά; Δεν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, η ειδοποιός διαφορά των ανθρωποποιημένων φωνών των διαφόρων ειδών του ζωικού βασιλείου; To «μια-ου» μάς παραπέμπει στον γατόκοσμο, το «γα-ου» στον σκυλόκοσμο, το «τσ-ίου» μάς πάει ίσα στον φτερωτό κόσμο των πουλιών. Και στο γραφτό μου αυτό, είναι σαν να θέλει να μας πει: Ει! Πάψτε να ονειρεύεστε αεροπλάνα, γυναίκες, δρομείς και αυτοκίνητα. Για μένα-για το πουλί μιλάτε!
Σωστά. Και εμένα τουλάχιστον με έκανε να ντραπώ λίγο η αναφορά μου σε μηχανήματα σε ένα γραφτό μέσα που μιλάει για πουλιά, όμοια όπως θα ένιωθα ντροπή αν έγραφα αριθμούς μέσα  σε ποιήματα.
Ως γιο το «τσα» ολόκληρο πια, τί να έλεγα που μιλάει μόνο του! Γιατί είναι η κατάληξη πολλών ωραίων πραγμάτων και ανθρώπων, όταν χρησιμοποιείται σαν κατάληξη στα υποκοριστικά τους. Από ονόματα ωραίων γυναικών που είναι άφθονα (όπως Τριανταφυλλίτσα, Ελενίτσα, Γαρουφαλλίτσα κλπ), δέντρων (μηλίτσα, πορτοκαλίτσα), χώρων (Φωλίτσα, αγκαλίτσα, τρυπίτσα) όρων σχετικών με ζεστασιά (φωτίτσα, ζεστίτσα), αντικειμένων διάφορων (Θαλασσίτσα, ζακετίτσα). Έτσι το «τσα» και από αυτή την άποψη, μόνο καλά φέρνει στο μυαλό, αφού σε άσχημα πράγματα δεν συνηθίζουμε να δίνουμε υποκοριστικά-ποτέ δε θα λέγαμε ας πούμε την πείνα πεινίτσα, την πανούκλα πανουκλίτσα.

Θα μπορούσε να μου πει κάποιος πως και στην ελληνική λέξη «πτηνό» έχουμε το «πτη». Ναι, όμως με μια καταλυτική διαφορά που κάνει τον θαυμασμό μου για τη βουλγάρικη λέξη αντικειμενικό: το γεγονός ότι το «πτη» στο «πτηνό», ακολουθείται από ένα άηχο και άψυχο, από ένα νεκρό κιόλας «νο». Kαι μάλιστα τονιζόμενο, έτσι που να δίνει τέλος σε όποια ελπίδα για χάρη και ελαφρότητα είχε αφήσει προφερόμενο να δημιουργηθεί το «πτη», ώστε με τη λέξη «πτηνό» να έχεις μπροστά σου ένα ψόφιο πουλί το ολιγότερο (αλήθεια τι δουλειά έχει το «νι» μ’ ένα πουλί;)
Τελειώνοντας θέλω να ξεκαθαρίσω πως όταν αναφέρομαι στη λέξη «πτηνό» σε σύγκρισή της με τη λέξη «πτίτσα», δεν κάνω σύγκριση γλωσσών, ώστε να κατακρίνω καμία και να εξυψώνω άλλην. Μια λέξη πήρα που εδόνησε κάποια μέσα μου χορδή κι έγραψα κάποιες αλήθειες γι αυτήν. Ύστερα εσείς που με διαβάζετε καιρό, αφού με δικαιολογείτε όταν υμνώ τα κάλλη μιας γυναίκας, πολύ περισσότερο θα μου δικαιολογήσετε την ενασχόλησή μου με μια έστω μόνο λέξη, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι χωρίς τη λέξη (γλώσσα), δε θα υπήρχε γυναίκα (τίποτα).