Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ταυτίζεις Φώτη τον θετικό καταστροφοτακτισμό με την απαισιοδοξία.
Έχω την εντύπωση ότι έχουν αυτές οι δύο έννοιες μια διαφορά.
Ο απαισιόδοξος είναι βέβαιος πως το κακό που περιμένει θα έρθει. Δεν περιμένει καν το καλό, δεν σκέφτεται διόλου ότι υπάρχει πιθανότητα να έρθει και το καλό, έτσι είναι δοσμένος από πριν στην αποτυχία.
Ο θετικός καταστροφοτακτισμός έχει τη διαφορά από την απαισιοδοξία ότι ο άνθρωπος που αυτός κατέχει, σκέφτεται. Σκέφτεται όλες τις πιθανές εκδοχές δίνοντας όμως συντριπτικές πιθανότητες υπερίσχυσης στη δυσμενή κάθε φορά έκβαση του προβλήματος  που τον απασχολεί.
Ο θετικά καταστροφοτακτισμικός (όρος ε;) όπως εγώ, προβλέπει και περιμένει πάντα την χειρότερη δυνατή εξέλιξη, με συνέπεια να κατακλύζεται διαρκώς από αρνητικά συναισθήματα και άγχος. Και έχω τη γνώμη ότι δεν πάσχει ο τρόπος σκέψης μου, καθώς αυτό που περιμένω σαν αποτέλεσμα είναι ρεαλιστικά πιθανό να συμβεί. Το λάθος μου ίσως είναι πως υποτιμώ ή δεν πιστεύω πως μια θετική ή και ουδέτερη εξέλιξη είναι εξίσου πιθανή ή και πιθανότερη. Και μη σκεφτείς πως όντας βέβαιος ότι θα μου συμβεί το χειρότερο ετοιμάζω κανένα πλάνο αντιμετώπισης της καταστροφής-απλά ταλαιπωρούμαι και άγχομαι προκαταβολικά μέχρι να έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Και αν έχω κάπου μια επιτυχία, υποτιμώ την αξία αυτής της επιτυχίας, αποδίδοντας την σε εξωγενείς παράγοντες, δηλαδή στην τύχη και όχι στον ίδιο μου τον εαυτό.  
Η μέθοδος που εφαρμόζω για να μετριάζω την καταστροφή είναι η μη εμπλοκή μου σε διφορούμενες ή σε καταστάσεις που απαιτούν τον ανταγωνισμό με κάποιον ή τη λήψη σοβαρών αποφάσεων. Με ένα λόγο η μόνωσή μου. Δεν παραπονιέμαι για κάτι στους φίλους μου γιατί θα με παρατήσουν. Δεν παίρνω αποφάσεις γιατί θα καταλήξουν σε βάρος μου. Δεν διεκδικώ πράγματα, δεν λειτουργώ δυναμικά σε σοβαρά ζητήματα της ζωής μου. Όταν δούλευα έτρεμα πως αν κάνω κάτι λάθος θα απολυθώ. Και πάντοτε είμαι σίγουρος ότι θα αργήσω στα ραντεβού μου αν και ποτέ αυτό δεν έχει συμβεί.
Ξέρω, θα μου πεις ότι για όλα αυτά δεν πρέπει να είμαι καθόλου υπερήφανος και αν λέω πως είμαι κάνω λάθος και μπερδεύω την περηφάνεια με τη ματαιοδοξία.
Όχι φίλε. Υπάρχει μια δαφορά ανάμεσα στη ματαιοδοξία και στην περηφάνεια και έγκειται στο ότι η περηφάνεια προέρχεται από την πεποίθηση στη γενική ανωτερότητά μας, ενώ αντίθετα η ματαιοδοξία είναι η επιθυμία μας να κάνουμε τους άλλους να έχουνε για μας αυτή τη γνώμη. Η περηφάνια έχει την πηγή της στην άμεση και εσώτερη πεποίθηση ενός ατόμου στην αξία του και αντίθετα η ματαιοδοξία επιζητεί από τους άλλους μια τέτοια κρίση, για να φτάσει ύστερα στην αυτοεκτίμηση. Η ματαιοδοξία κάνει τον άνθρωπο φλύαρο, ενώ η περηφάνια τον κάνει σιωπηλό. Ωστόσο ο ματαιόδοξος θα έπρεπε να ξέρει πως την εκτίμηση των άλλων την πετυχαίνουμε πιο εύκολα με τη σιωπή και όχι με τα πολλά λόγια.
Δεν μπορεί να είναι περήφανος ένας που θελει απλώς να είναι τετοιος, γιατί εκείνο που κάνει τον άνθρωπο πραγματικά περήφανο είναι η βαθιά, η ακλόνητη πεποίθησή του πως έχει ανώτερα και εξαιρετικά προσόντα.
Ο μεγαλύτερος εχθρός της περηφάνιας είναι η ματαιοδοξία, που αγωνίζεται ν’ αποσπάσει επαίνους από τους άλλους για να φτάσει στην αυτοεκτίμηση, ενώ η περηφάνια  προυποθέτει την αυτοεκτίμηση ριζωμένη μέσα μας.
Και οι άνθρωπι που κατηγορούνε και επικρίνουνε την περηφάνια, ασφαλώς δεν έχουν τίποτα μέσα τους, που να μπορεί να τους κάνει περήφανους.