Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Φώτη χρόνια πολλά για την αυριανή γιορτή σου. Γράψε μου πώς θα τη γιορτάσεις. Αν και νοερά θα είμαι κι εγώ μαζί σας.
Φέτος-δηλαδή από τις 24 του 2016 έως σήμερα- ήρθαν και μου τα είπαν και τις τρεις καλαντογιορτές δύο κορίτσια μαζί, άγνωστά μου. Ήταν δεκαέξη-δεκαεφτά χρονών. Όπως και τα άλλα παιδιά που ακούω να τα λένε εδώ κι εκεί, τα «λέγανε» κι αυτές σιγά και λες και ντρέπονταν για ότι κανανε.
Σήμερα όταν άνοιξα την πόρτα τους είπα: πριν μου τα πείτε εσείς έχετε καιρό να σας πω εγώ πρώτα κάτι; Έχουμε μου λένε. Λοιπόν ακούστε, τους είπα ευγενικά με δυνατή φωνή. Ήρθατε τα Χριστούγεννα για να μου πείτε πως γεννήθηκε ο Χριστός. Η γέννηση του Χριστού ήτανε ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που άλλαξε τον κόσμο. Προς το καλλίτερο ή προς το χειρότερο δεν έχει σημασία. Ο ερχομός του καινούργιου χρόνου και τα Φώτα είναι επίσης σημαντικότατα γεγονότα για τους ανθρώπους. Και σεις έρχεστε και μας αναγγέλλετε όλα αυτά τα πράγματα με μια σιγανή φωνή σαν να φοβάστε ή να ντρέπεστε! Ερχόσαστε εδώ πρωί πρωί για να μας ξυπνήσετε με μια χαρούμενη κάθε φορά είδηση και μας τη λέτε ψιθυριστά! Οι νέοι λένε τα κάλαντα στους μεγάλους και όχι οι μεγάλοι στους μικρούς. Και ξέρετε γιατί; Για να τους θυμήσουν όλα αυτά τα μέγιστα που έγιναν και να τους ξυπνήσουν, γιατί αυτοί μοιάζουν σαν να έχουν ξεχάσει. Για να τους τραντάξουν και να έρθουν στα συγκαλά τους. Και επειδή δεν μπορείτε να μας πιάσετε από το λαιμό και να μας ταρακουνήσετε, πρέπει να φωνάξετε για να μπει το νέο για τα καλά στο μυαλό μας. Φωνάξτε λοιπόν. Φωνάξτε με όση δύναμη έχουν τα πλεμόνια σας. Φωνάξτε τόσο που να σπάσουνε τζάμια της πολυκατοικίας και να πέσουν αυτοί οι παλιοσοβάδες που βλέπετε. Πέστε τα κάλαντα με τη δύναμη των νιάτων σας. Ξυπνήστε μας. Και αν πείτε τα κάλαντα σήμερα σε μένα σιγανά, θα πάρετε δύο ευρώ και οι δυο σας. Αν όμως τα πείτε έτσι δυνατά, θα σας δώσω αυτό. Και τους έδειξα ένα χοντρό χαρτονόμισμα που είχα ακουμπήσει στην καρέκλα πριν έρθουν.
Άρχισαν σιγά, κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, δυνάμωσαν λίγο τη φωνή τους, μα αμέσως την ξανακατέβασαν και έτσι πήγαν ως το τέλος.
Όταν τελείωσαν τις ρώτησα: τα είπατε δυνατά; Όχι, μου απάντησαν.
Τους έδωσα τα δύο ευρώ και τους ευχήθηκα «χρόνια πολλά και του χρόνου.»
Η κακομοιριά των ελληνικών νιάτων.