Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΈΛΕΝΑ
(Με μια ήρεμη ευχαρίστηση να διαγράφεται στο πρόσωπο της)
Ευχαριστώ. Μου δίνετε θάρρος να σας πω τα χειρότερα.
Γιατί έφτασα σε σημείο να σκεφτώ πως δεν έφταιγα εγώ για ό,τι γινόταν, αλλά ο άντρας μου.
'Ετσι, όταν, για λόγους άλλους, χωρίσαμε, σκέφτηκα να δοκιμάσω μήπως με κάποιον άλλον άντρα τα πράγματα
θα ήσαν διαφορετικά. Μήπως όταν βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα, έπαυα να νιώθω την ψύχρα εκείνη που σφράγιζε κάθε μου επαφή μαζί του.
Υπήρχε κάποιος πελάτης του πριν άντρα μου που έδειχνε από καιρό να του αρέσω. Ήτανε στην ηλικία μου και με παρουσιαστικό που θα τραβούσε κάθε άλλη γυναίκα. Με κριτήρια αυτά, που θα χρησιμοποιούσε μια γυναίκα για
να αποκτήσει έναν άντρα, με αυτά τα ξένα κριτήρια αποφάσισα κι εγώ να δοκιμάσω για δεύτερη και τελευταία φορά.
Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα στο ξενοδοχείο μιας γειτονικής πόλης.
Τα χέρια μου άτονα κρέμονταν κάτω όταν με φιλούσε. Το θεώρησε σαν ένα είδος ντροπής από μέρους μου και  έβαλε αυτός τα χέρια μου πάνω στους ώμους του.
Τον δέχτηκα μέσα μου με την ίδια ψυχρότητα-μπορώ να πω απέχθεια-με την οποία δεχόμουν τον άντρα μου.
Με μια πρόφαση δεν τον ξαναείδα.
Αυτή είναι κύριε Περτίνι η αγαπημένη σας.
Ύστερα ήρθατε εσείς.
(Γυρίζει και τον βλέπει. Με συγκίνηση)
Γιατί να διαλέξετε εμένα από όλες τις γυναίκες της πόλης κύριε Περτίνι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν έχετε την απάντηση διαβάζοντας τα τόσα
ποιήματα μου;

ΈΛΕΝΑ
Αυτό είναι αλήθεια. Ναι, δεν ξέρω τι έχει μείνει που να μην έχετε πει που να δικαιολογεί την αγάπη σας για μένα. Εσείς, ο ποιητής, θα έχετε οπωσδήπτε κι άλλα να πείτε, όμως για μένα αυτά ήσαν αρκετά για να με συγκινήσουν. Ναι, αυτή είναι η λέξη-να με συγκινήσουν. Όχι βέβαια ερωτικά, όμως συγκίνηση είναι να ταράζεται η ψυχή σου από κάτι. Συγκίνηση είναι να νιώθεις χαρά βλέποντας απέξω από την πόρτα σου ένα βιβλίο που μιλάει για σένα σαν να ήσουν μια φυσιολογική γυναίκα. Μια φυσιολογική γυναίκα! Χαιρόμουν από τη μια, μα λυπόμουν όταν σκεφτόμουνα ότι όλα αυτά δεν ταιριάζουν σε μένα. Ότι ένα λάθος ήτανε η συνύπαρξη μας-εμένα και εκείνων των γραφτών. Οτι σε κάποιον άλλη έπρεπε να είχανε πάει.
Όλα εκείνα τα χαριτωμένα λόγια σας, όλα τα υμνητικά της ομορφιάς μου ποιητικά εφευρήματα σας, εκείνες οι παρομοιώσεις σας που μ’ έκαναν να νιώθω πουλί τη μια φορά, αγεράκι την άλλη, μήτρα του Σύμπαντος μετά, θέληση που κάνει τη γη να γυρίζει, όλες εκείνες οι λεπτές σας παρατηρήσεις για τον ψυχισμό της γυναίκας, τα γεμάτα υψηλό ερωτικό περιεχόμενο νοήματα που στριμώχνατε τόσο ταιριαστά μέσα σε λίγες γραμμές, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω σαν μια μικρή μάγισσα, αφού εγώ τα είχα καταφέρει, αφού εγώ έκανα να υπάρξουν. Μια μάγισσα που όμως-αλλίμονο-δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της ανεκτά ευτυχισμένον.
Όμως, μ’ αυτά ζούσα ό,τι μου είχε στερήσει η Φύση. Μ’ αυτά γινόμουν γυναίκα. Στη φαντασία μου πάντοτε, όμως πόσο δυνατή ήτανε αυτή η φαντασία!  Ό,τι μου είχε στερήσει η ζωή, μου το χάριζαν τα ποιήματα σας. Γινόμουν μια γυναίκα που ένας άντρας βρίσκει σ’ αυτήν τόσα πράγματα που εκείνη δεν ήξερε πως είχε. Και πιο πολύ, βρίσκει μια θερμή γυναίκα. Μια γυναίκα που τα φιλιά της θα τον έκαναν ευτυχισμένο. Τα δικά μου φιλιά... (γελάει πικρά) που αν τα έδινα σε κανένα, θα τον πάγωνα...  Είναι φοβερό να μην αγαπάς!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Φοβερότερο είναι ν’ αγαπάς.

ΈΛΕΝΑ
Ίσως. Δεν μπορώ να πω. Εσείς τα έχετε γνωρίσει και τα δύο.
Εγώ λοιπόν, εγώ η ανέραστη, ζούσα έναν, ψεύτικο έστω, έρωτα στα ποιήματα σας μέσα.
Κοιμόμουν μαζί τους. Τα κουβαλούσα στην τσάντα μου. Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως τα χάσω. Σκεφτόμουν να κάνω αντίγραφα τους που να τα φυλάξω σε ένα άλλο
μέρος, πιο ασφαλές. Και από τότε που αγάπησα έστω με αυτή την αγάπη τα ποιήματα σας, από τότε που
γνώρισα αυτή τη μικρή και παράξενη αγάπη, άρχισα να καταλαβαίνω τι στερούμαι και τι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα νιώσει ποτέ.
Κι έτσι σκέφτηκα... είπα... πως σας ώφειλα μιαν εξήγηση για τη στάση μου απέναντι σας όλον αυτό τον καιρό που εσείς μου γράφατε τα ποιήματα σας.
Θα έπρεπε να σας είχα πει κάτι, ένα όχι έστω, θα έπρεπε να σας έχω δείξει ότι ναι, σας καταλαβαίνω, ναι, εγώ είμαι αυτή, αλλά ξέρετε κύριε Περτίνι, σας ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χαρίσατε, σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε, σας ευχαριστώ που διαλέγοντας εμένα να πείτε όλα αυτά ταωραία πράγματα με κάνατε πολύ χαρούμενη, όμως... και να έβρισκα ένα ψέμμα που να σκότωνε κάθε ελπίδα ίσως σε σας, και
κάθε χαρά για μένα. Ένιωθα ένοχη να παίρνω όλα αυτά τα χαριτωμένα και να μη λέω ούτε ένα ευχαριστώ. Ήταν σαν να τα έκλεβα. Και είπα να έρθω να σας δω. Κι ακόμα για έναν άλλο λόγο όμως ήρθα. Ήθελα να δω από κοντά και να μιλήσω μαζί σας, μαζί με τον άνθρωπο που είχα καταφέρει άθελα μου να κοροίδέψω, δηλαδή να κάνω να με αγαπήσει. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί αυτό. Είναι πολύ άδικο για σας. Ποια μοίρα φέρνει σε μια γειτονιά δυο ανθρώπους σαν και μας και τους κάνει να γνωριστούνε; Πόσο φρικτή είναι η ζωή με τέτοιες άστοχες πράξεις της!
Και μαζί είχα την περιέργεια να δω πώς θα αντιμετωπίζατε το αντικείμενο της αγάπης σας όταν αυτό θα σας αποκάλυπτε την αλήθεια για την κατάσταση του. Γιατί από τη στιγμή που αποφάσισα να σας αντικρίσω ούτε για μια σιγμή δεν μου ξανάρθε στη σκέψη να σας πω ψέμματα. Θα ’τανε σαν να έριχνα μια σκοτεινή αχτίδα στον ήλιο, σαν να έγραφα ένα όχι σε χίλια ναι ανάμεσα.
Και είδα.
Σας είδα και βρήκα να ταιριάζουν όσα λέτε με ό,τι είστε. Ετσι ακριβώς φανταζόμουν τη συνάντηση μας καθώς ερχόμουν εδώ πάνω για να σας δω. Τα ήξερα όλα σαν να είχαν ξαναγίνει κάποτε, παλιά, και απλά τώρα τα έφερνα στη μνήμη μου πάλι. Κάθε γραμμή των γραφτών σας ταιριάζει με κάθε λέξη σας. Κάθε στροφή των ποιημάτων σας είναι μια μικρή κίνηση σας. Κάθε σας βλέμμα είναι κι ένα από τα ποιήματα σας. Αιστάνομαι σαν να κρατώ ένα αντίγραφο σας έχοντας τα ποιήματα σας στο σπίτι μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Μιλάτε ποιητικά.

ΈΛΕΝΑ
Ίσως να έμαθα κάτι μετά από τόσες φορές που διαβάζω τόσα ποιήματα.
(σιωπή)
ΡΑΪΜΟΝΤΟ

Κυρία, είπατε όσα είχατε να πείτε;

ΈΛΕΝΑ
Όχι. Ένα ευχαριστώ μεγάλο θέλω να σας πω και μια συγνώμη να σας ζητήσω.
Τώρα ναι, τελείωσα.
Και νομίζω πως πρέπει πια να πηγαίνω.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Κυρία, ήρθε η ώρα να μιλήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ να μη φύγετε αν πρώτα δεν με ακούσετε.
Μου λέτε πως είπατε ό,τι είχατε να πείτε και ότι θα έπρεπε ίσως να πηγαίνετε.

ΈΛΕΝΑ
Ναι, δεν έχω να σας πω άλλο τίποτε, και όσο
για να σας ζητήσω κάτι ούτε λόγος να
γίνεται...
Έκανα το καθήκον μου νομίζω απέναντι σας.
Δεν ήθελα να σας αφήνω να πονάτε για κάτι
που δεν αξίζει πόνος γι αυτό. Συχωρείστε με
που άργησα, δείξτε την κατανόηση που θα
απάλυνε τον δικό μου πόνο, και
διατηρείστε την ανάμνηση μιας γυναίκας που
αγαπήσατε κάποτε χωρίς να τη χαρείτε, όχι
επειδή δε θα το ήθελε η ίδια, μα επειδή η
Πλάση δεν το θέλει.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Η Πλάση κυρία δεν είναι κάτι έξω από σας και από μένα. Είμαστε και μεις Πλάση όσο και αυτή. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Αν κάτι παράξενο ή άσχημο συμβαίνει στον καθένα, τούτο δεν είναι παράξενο ή άσχημο, ή ό,τι άλλο. Εμείς είμαστε που το ονομάζουμε έτσι. Αυτό είναι απλά και ξεκάθαρα, Πλάση. Πλάση και τίποτε άλλο. Και αυτή ποτέ δεν μένει η ίδια κυρία. Βλέπετε μέσα σε μια μέρα πόσο διαφορετικά πράγματα μας δίνει, βλέπετε ακόμα πόσες μορφές κάνει να παίρνει ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ή, σκεφτείτε ακόμα πως το ίδιο πράγμα αλλάζει και ανάλογα με τη διάθεση εκείνου που το βλέπει.
Ο ήλιος είναι αυτός που το πρωί είναι κόκκινος και όχι πολύ ζεστός, ο ίδιος ήλιος είναι που το μεσημέρι καίει και είναι ολόλευκος, και που το απόγεμα και το βράδυ το χρυσοκόκκινρ χρώμα του μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε άλλον πλανήτη, ολότελα διαφορετικόν από τον πρωινό μόλις.
Αυτή είναι που κάνει το λουλουδάκι να
πρωτοφαίνεται σαν μπουμπούκι την άνοιξη, μετά λίγες μέρες ανοίγει, και τέλος μαραίνεται και πεθαίνει.
Αυτή είναι που φτιάχνει το κουκούλι που μέσα του θα πλαστεί η χρυσαλίδα που η ίδια χρυσαλίδα αργότερα, όταν η άνοιξη θα στείλει τη ζωοδότρα πνοή της να φυσήξει πάνω από στεριές και θάλασσες, πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από κήπους και βραγιές-η ίδια αυτή χρυσαλίδα θα γίνει η ωραία πεταλούδα, το στολίδι αυτό της άνοιξης, κυρία. Μήπως, κυρία, είστε η χρυσαλίδα και το μπουμπουκάκι, μήπως είστε ο πρωινός ήλιος, και προσμένετε την άνοιξη για να ανοίξετε τα φτερά σας, και προσμένετε την άνοιξη για να ανθίσετε, και προσμένετε το δείλι για να φλογίσετε-το σκεφτήκατε ποτέ;

ΈΛΕΝΑ
Ωραία όλα αυτά κύριε Περτίνι και πολύ όμορφα ακούγονται. Μακάρι να είχε η άνοιξη έγνια και για μένα, μακάρι το μεσημέρι να φρόντιζε και για τη λαύρα μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν είστε λουλουδάκι και ήλιος. Είστε γυναίκα. Και για τη γυναίκα ο ήλιος είναι ο άντρας και η άνοιξη είναι η αγάπη του. Δεν ταιριάζουν;

ΈΛΕΝΑ
Ναι, και ίσως ο άντρας για μένα να ήσασταν εσεις... Μα είναι αργά πια για μένα. Δεν είμαι χρυσαλίδα πια κύριε Περτίνι, και δεν είμαι ο πρωινός ήλιος, είμαι στο μεσημέρι μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Τόσο μικρή ιδέα έχετε για την Πλάση; Τόσο την υποτιμάτε; Υπάρχει αργά και νωρίς γι αυτήν; Υπάρχει αδύνατο κάτι για την παντοδυναμία της; Είναι δυνατό σ’ αυτή να σας δημιουργήσει και της είναι αδύνατο να σας φέρει όποτε αυτή θέλει την άνοιξη; Και το νωρίς και το αργά με τι μέτρα τα μετράτε κυρία; Έχουμε μέτρα εμείς για το μεγαλείο της;

ΈΛΕΝΑ
Πόσο θα ήθελα να πιστέψω σε θαύματα κύριε Περτίνι… Και τότε πόσο εύκολο θα ήτανε να πειστώ ότι όλα μπορούνε να γίνουν στον κόσμο αυτό! Και τότε... τότε... πώς θα έλπιζα!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(Όσο ο Ραϊμόντο μιλάει, η 'Έλενα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην αρχή, με συγκίνηση προς το τέλος)
Αφού μιλήσατε για θαύματα κυρία, ακούστε αυτό που θα σας διηγηθώ, και πιστέψτε ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για το μεγαλείο της πλάσης όταν κάτι πολύ το ζητάει, όταν η ίδια δηλαδή το θέλει. Με άλλα λόγια θα σας διηγηθώ ένα θαύμα που έγινε σε μένα κυρία. Βρισκόμουν στην εξορία. Το σπίτι που καθόμουν, το χώριζε από το απέναντι σπίτι μια μάντρα και ένας στενός δρομάκος. Στον κήπο του απέναντι σπιτιού φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, που ένα από τα κλαδιά του έφτανε, περνώντας σαν μεγάλη αψίδα πάνω από το δρόμο, ως το παράθυρο μου. Κάθε άνοιξη το παράθυρο μου γέμιζε φύλλα καταπράσινα και πεντατρύφερα και τα κλαδάκια της μεγάλης εκείνης κλάρας γέμιζαν με πουλιά, που λαλούσανε τόσο γλυκά ώστε διώχνανε κάθε λύπη. Εκείνη η χρονιά που έγινε το θάμα που γι αυτό σας μιλώ, ήτανε μια δύσκολη χρονιά για μένα. Όλα πήγαιναν στραβά. Οι σχέσεις μου με την πολιτεία, η σχέση μου με τους φίλους και με τη φιλενάδα μου, τα οικονομικά μου... Μόνη παρηγοριά μου ήταν το φυλλοβόλημα του δέντρου, και άραγε μαζί και της κλάρας μου, η οποία κάλυπτε με τον ευεργετικόν όγκο της όλο το πλάτος και μήκος του παραθύρου μου.
Και κάθε πρωί-ήτανε καιρός της άνοιξης-άνοιγα, πρώτη μου δουλειά ξυπνώντας, το παράθυρο μου, για να δω το πρώτο φυλλαράκι, προπομπό των υπόλοιπων. Ήταν το μόνο που θα μου έδινε μια ανακούφιση από τις στενοχώριες της περιόδου εκείνης. Ήταν το μόνο που θα μου έφερνε το μήνυμα της αναγέννησης, της επίδας ότι όπως τα ξερά κλαριά άνθιζαν, έτσι θα άνθιζε και η ζωή μου πάλι.
Και όλο παρακαλούσα την άνοιξη να στέρξει να μου κάνει γρήγορα τη χάρη να δω εκείνα τα φυλλαράκια που θα μου έδιναν τη δύναμη ν’ αντέξω.
Μα τίποτε. Και όλο περισσότερο με πλήγωνε η ‘ελλειψη του φυλλοβοληματος, καθώς αυτό θα ήτανε το μήνυμα, από κείνη σταλμένο, που θα μου έλεγε: μη φοβάσαι τίποτα και για τίποτα μη λυπάσαι, εγώ είμαι εδώ, και είμαι μαζί σου. Να! σου έστειλα τον αγγελιαφόρο μου. Χάρου! Δε σε ξέχασα.
Και όσο αργούσε το άνθισμα του δέντρου, τόσο η θλίψη μου με έσπρωχνε όλο και περισσότερο να βρω άπρεπες και καταστροφικές λύσεις στα προβλήματά μου που όλο και διογκώνονταν απειλώντας με πνίξουν.
Το βράδυ το προηγούμενο του θαύματος, είχα ξαπλώσει με συντροφιά τις πιο πένθιμες σκέψεις. Και ο ύπνος μου δεν ήτανε ύπνος παρά εφιάλτες, τρομαγμένα ξυπνήματα και άσκοπα στριφογυρίσματα πάνω στο κρεβάτι.
Σηκώθηκα το πρωί σαν μελλοθάνατος που ήρθε η μέρα της εκτέλεσης του. Χωρίς ελπίδα καμμία πια για χάρη, από συνήθεια και μόνο άνοιξα το πραθυρο εκείνο το πρωί.
Και, κυρία, μη βιαστείτε να πείτε ότι το δέντρο είχε επιτέλους ανθίσει. Όχι κυρία. Δεν είχε ανθίσει οόκληρο το δέντρο. Ολάνθιστη και καταπράσινη στεκόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μόνον η κλάρα που φιλούσε το παράθυρο μου.
Το υπόλοιπο δέντρο κυρία, άνθισε όταν άνθισαν και όλα τα άλλα δέντρα μαζί.

ΈΛΕΝΑ
(με έκδηλη έκπληξη)
Συγκλονιστικό! Θεέ μου!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(σιγανά, γέρνοντας με αγάπη και ενδιαφέρον προς το μέρος της Έλενας)
Ήρθε νωρίς για μένα. Γιατί να μην έρθει αργά για σας;
(Η Έλενα κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο. Στέκει με την πλάτη γυρισμένη προς τον Ραϊμόντο)

ΈΛΕΝΑ
(σιγά)
Νομίζετε... πως θα έπρεπε... να δοκιμάσουμε;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα ενώ μπορούμε όλα να κερδίσουμε.
(Μένουν έτσι για λίγο. Τέλος η Έλενα στρέφει αργά και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Τζόρτζιο. Κοιτάζει κάτω. Ο Ραϊμόντο την πλησιάζει αργά, με τα χείλη του ακραγγίζει τα δικά της και κάνει ένα βήμα πίσω. Η Έλενα μένει ακίνητη και ταραγμένη. Αργά φέρνει το δεξί της χέρι στα χείλη της και αγγίζει με τα δάχτυλα του τα χείλη της. Βλέπει κατόπιν για πολλή ώρα τα δάχτυλα της, σαν να περίμενε να δει κάτι εκεί απορώντας που δεν το βλέπει. Βλέπει προς τον Ραϊμόντο με μια παράξενη δύσπιστα. Τέλος απλώνει το χέρι της προς αυτόν, πιάνει το χέρι του και με τα μάτια της λάμποντας από προσμονή τον έλκει απαλά προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώνονται. Τα χέρια της Έλενας υψώνονται και τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του Ραϊμόντο. Τέλος χωρίζουν. Η Έλενα, εκστασιασμένη, κάθεται στην καρέκλα. Ο Ραϊμόντο μένει ορθός.)

ΈΛΕΝΑ
(Χωρίς να βλέπει προς αυτόν, κατάπληκτη ακόμα)
Ραϊμόντο, εσύ που είσαι ποιητής και βλέπεις ό,τι δεν βλέπουν άλλοι, είδες μόλις πριν να βγαίνουν από μέσα μου η λύπη, η κατάρα, ηκακοτυχιά, η δυστυχία, η ντροπή τόσων χρόνων;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Όχι. Όμως είδα να μπαίνουν μέσα σου η χαρά, η ευλογία, η ευτυχία, η περηφάνεια.

ΈΛΕΝΑ
Ραϊμόντο...

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ναι... Έλενα...

ΈΛΕΝΑ
Ραϊμόντο...
(τον κοιτάζει φανερώνοντας ένα πρόσωπο ευτυχισμενο, νεανικό, έτοιμο να εκραγεί από χαρά. Ψιθυριστά)
...σ’ αγαπώ!
(Ο Ραϊμόντο την σηκώνει, την αγκαλιάζει και φιλιούνται μ’ ένα ατελείωτο παθιασμένο φιλί.
Όλα από δω και πέρα γίνονται και από τους δυο πολύ γρήγορα και με ζωντάνια,σαν να σήμανε η ώρα να γίνει κάτι που για χρόνια περίμεναν)
Θα φύγουμε από δω. Θα πιάσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ως τότε θα μετακομίσω εδώ.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(την τραβάει προς την πόρτα)
Τώρα. Πάμε!

ΈΛΕΝΑ
(Τον συγκρατεί)
Ορκίσου μου ότι ούτε θα κοιτάξεις ποτέ σου άλλη γυναίκα!
(Πριν προλάβει ο Ραϊμόντο να απαντήσει, χαρούμενα έκπληκτη, μιλώντας στον εαυτό της)
Ζηλεύω! Ζηλεύω!
(σηκώνοντας τα χέρια και το κεφάλι ψηλά. Δυνατά)
Ζηλεύω!
(ξάφνω γυρίζει προς τον Ραϊμόντο)
Δεν πειράζει αυτό. Μου το ορκίζεσαι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ορκίζομαι.

ΈΛΕΝΑ
Πιο δυνατά!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(δυνατά)
Ορκίζομαι.

ΈΛΕΝΑ
(Κάνοντας αέρα με τα χέρια της στο
πρόσωπο της)
Και σβήσε αυτή τη σόμπα επιτέλους-πώς
την αντέχεις...

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(Με μια κίνηση προσποιητής αγανάκτησης
σβήνει τη σόμπα)
Πάμε για τα πράγματα!
(πιάνει την Έλενα από το χέρι και την πηγαίνει προς την πόρτα. Εκείνη τον σταματά)

ΈΛΕΝΑ
Ε, φίλε, δεν μου λες, τα πράγματα έχουν πόδια;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Πόδια... τα πράγματα... όχι βέβαια.

ΈΛΕΝΑ
Λοιπόν δεν πρόκειται να φύγουν ως αύριο!
(βλέπει προς το κρεβάτι)
Το κρεβάτι όμως έχει. Ας το κουράσουμε ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Έλα!
(Πέφτει στο κρεβάτι και ανοιγοκλείνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού προς το μέρος του Ραϊμόντο. Εκείνος την κοιτάζει, πηγαίνει στο κρεββάτι και προσποιητά σκεφτικός κάθεται δίπλα στην ξαπλωμένη Έλενα)
Τι σκέφτεσαι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Πως πρέπει να γραφτώ στο βιβλίο του Γκίννες. Είμαι ο πρώτος άντρας που θα κάνω γυναίκα μία γυναίκα!
(Η Έλενα τραβώντας τον τον ρίχνει στο κρεβάτι δίπλα της, ενώ την ίδια στιγμή πέφτει, κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ, η κόκκινη

                                    ΑΥΛΑΙΑ)