Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017


ΘΥΜΗΣΟΥ

Πριν από πολλούς Καιρούς.
Κι από άλλους τόσους.
Αίσθηση και Σκέψη μαζί.
Σκέψη από πριν.
Από τότε.
Κλεισμένος.
Κρυφός.
Στον μικρό Χώρο.
Πίσω σου Μυριάδες.
Ήρθες πρώτα.
Σκοτάδι.
Φως ούτε σαν Φαντασία.
Παλμοί στην αρχή.
Ανεπαίσθητοι. 
Το Κλειστό Πέρασμα Άνοιξε 
Και πλημμύρισε Ερχομούς
που Κανένας τους δεν έφτασε.
 Ήσουν… όχι!
Δεν ήσουν.
Όχι!
Δεν ήσουν.
Ποτέ.
Πουθενά.
Στα μελλοντικά Αυτιά σου μια Γεύση στρογγυλή
που κλεινόταν κι αυτή στον Εαυτό της.
Δεν ήταν Χώμα
Ούτε Σάρκα 
Ούτε Προαίσθημα.
Θυμήσου.
Το Σκοτάδι εκεί 
τόσο φιλικό
τόσο γεμάτο.
Και βγήκες.
Το Μακρινό
το φυλαγμένο πάντα
το πάντοτε κρυμμένο 
με μια Αχτίδα του σε ακολουθεί…
Παιδί Διωγμένο.
Ήσουν μια Ελπ….
Μια… όχι! Ούτε.
Όχι!
Κάτι μόνο που έμοιαζε με μια Ελπίδα
που θα μπορούσε να είναι.
Θυμήσου.
Γεννήθηκες;

Τι είναι αυτές οι Πέτρες;…
Πήρες μία.
Τίποτα γύρω να σκοτώσεις.
Όλα πεθαμένα.
Νεκροί αναρίθμητοι.
Μόνο να παλιώνεις τα Νεκρά μπορούσες.
Παλιώνοντας τον Εαυτό σου.
Πάλιωσες το Δρόμο, τα Ζώα, τα Πράγματα.
Πάλιωσες το Κορμί σου, την Πέτρα, το Σπίτι σου.
Θυμήσου.
Έζησες;

Έβαλε το Δοχείο στη Φωτιά.
Έριξε το Νερό.
Μέσα στο Νερό Κομμάτι νεκρού Ελαφιού.
Πρόσθεσε στο Νερό λίγο Πράσινο.
Περιμένοντας
Σκάλισε μια Ζωγραφιά στον Σοβά πάνω.
Αδιάφορα την κοίταζε.
Άκουσε ένα Θόρυβο.
Κρύφτηκε.
Ύστερα εκεί… εκεί… στην Αυλή…
Ένα Κάτι Τι έχει ξεχωρίσει
Και όλο πλησιάζει απειλητικά.
Κλείνει τα Μάτια του σφιχτά.
Κουνάει το Κεφάλι πέρα δώθε.
Το Ερχόμενο αφανίζεται μέσα στη Στάχτη.

Ανεβαίνει στο παλιωμένο Σπίτι.
Παράθυρο κανένα.
Φως πουθενά.
Κάποτε
Παλιά
Παιδιά βγαίναν από τα Σάβανά τους
και παίζοντας χτυπιόνταν μέσα στο Σπίτι.
Παλιά.
Τότε κουρντισμένες Κούκλες γελούσαν.
Παλιά.
Τώρα οι σκεβρωμένες Αρθρώσεις τους
τυλιγμένες σε Πάγου Φασκιώματα.
Τίποτα. 

Δάση ανύπαρκτα υψώνονταν πέρα.
Ποτάμια αόρατα κυλούσαν βουερά τα Νερά τους.
Ένιωθε τη Βοή και καταλάβαινε ότι κάπου υπάρχει Κάτι.
Στη Βοή αυτή έβλεπε κάτι Φιλικό.
Τα χείλη τότε ενώνονταν και ήχος έβγαινε πνιχτός.
Αυτή μήπως ηταν η Ελπ… όχι!
Όχι!
Όχι!
Ποτέ!
Κάτι μόνο που έμοιαζε
με μια Ελπίδα που θα μπορούσε να είναι.
Θυμήσου.
Έζησες;

Παλιά η Ζωγραφιά ενός Ήλιου φώτιζε του Σπιτιού το Ταβάνι.
Πεθαμένοι βουτούσαν τη Γλώσσα τους στη Φωτιά του.
Το Νεκροταφείο έκλεινε στις δέκα το Βράδυ.
Νεκροταφείο;
Όχι Νεκροταφείο!
Οι Αγέννητοι μόνο θορυβούσαν.
Όχι Νεκροταφείο.
Όλα ένας Θάνατος.
Ο Ίσκιος του η Ζωή.

Ένα Ούρλιασμα από κάποιον
Που δεν είχε μάθει να μιλάει.
Πάγος οι Τοίχοι.
Κόκκαλα παγωμένα κρέμονται από τη σκεπή του.
Στο Σαλόνι ένας Χιονάνθρωπος σοβαρός.
Χωρίς Μάτια.
Αιώνες πριν το Σπίτι είχε αρχίσει να κρυώνει. 

Κάπου στο Βάθος της Μνήμης
ένα Αγκάλιασμα Σάρκας.
Φευγαλέα Εικόνα χωρίς Αιτία και Αρχή.
Πέρασε κι αυτή η Μέρα.
Θυμήσου-έζησες;


Η Ωρα γέρνει ταράζοντάς τον.
Όλα μίκρυναν.
Η μέσα Διάρκεια των Πραγμάτων
που αυτός κοίταζε,
αφανισμένη.
Μια μαραμένη Ανθοδέσμη. 
Άλλαξε Χέρια άπειρες φορές.
Με τις Ευλογίες του κάθε φορά.
Τώρα τα ξερά της Φύλλα γίνονται Σκόνη. 
Η Νύχτα του Πένθους καταπίνει τον Ουρανό.
Ένας υπόκωφος Θρήνος αρχινάει.
Με Δαγκωνιές μεγάλες καταβροχθίζει ό,τι συναντάει στο κυκλικό του Διάβα.
Αυτός με το Χέρι του ζωγραφίζει στο Χάος ένα Κρεβάτι.
Μια θρηνώδης Κραυγή το σβήνει.
Γύρω του μόνον ο Θάνατος.
Ό,τι μέσα του λεγόταν Αύριο
Τώρα ένα Κενό.
Κι ό,τι Μνήμη ήταν
Ο πεθαμένος Δεσμοφύλακάς του τώρα.

Θυμήσου-προσπάθησε να θυμηθείς-
Γεννήθηκες;
Έζησες;
Προτού η Λάμψη του Ματιού χαθεί θυμήσου!
Γεννήθηκες;
Έζησες;
Και τελευταίο-πέθανες;
Θυμήσου!..