Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Μαρία γιατί εκπλήσσεσαι; Μέσες άκρες τα ήξερες.
Πού είσαι αυτό τον κσιρό; Όπου και να είσαι η θύμησή σου δεν ωραϊζεται περισσότερο. Σε θυμάμαι με το ποδήλατο να μου έρχεσαι κάθε μέρα… κάθε μέρα… Μικρή και εύθραυστη από μακριά, φλόγα κοντά… Ξέρω πως δεν θα συναντηθούμε πάλι. Μα δε μετράει αυτό. Ό,τι μου έδωσες μου αρκεί για δέκα ευτυχισμένες ζωές. Και ούτε να λυπάσαι για μένα ότι και να μου συμβεί. Ύστερα οι γιατροί είπανε ότι θα. Το πότε δεν το προσδιορίζουν.
Άκου τώρα το σημερινό δίλημμά μου και συμβούλεψέ με.
Ξέρεις ότι δεν είμαι άξιος να βάλω μία πέτρα πάνω σε άλλη. Δεν έχτισα ούτε απόχτησα ποτέ σπίτι. Και ευγνωμονώ τους κατόχους σπιτιών που τα νοικιάζουνε σε τύπους σαν και μένα. Αλλιώς τι θα γινόμουν; Γι αυτό και όταν το χειμώνα ακούω τον αέρα να σφυρίζει ενώ εγώ είμαι προφυλαγμένος από τη μανία του μέσα στους γερούς τοίχους του σπιτιού που ο κυρ Παναγιώτης έχτισε και που μου επέτρεψε, μικρού πρίασθαι, να μένω μέσα σ’ αυτό, πλημμυρίζω από αισθήματα ευγνωμοσύνης για κείνον και τη γυναίκα του.
Χάρη σε κείνον ζω.
Πριν από κάμποσους μήνες ο κυρ-Παναγιώτης μου έκοψε τριάντα ευρώ από το ενοίκιο, λόγω της κρίσης όπως μου είπε. Το κατάπια.
Σήμερα, το χαρτί που μου έριξε από τη χαραμάδα  της πόρτας που και συ τόσες φορές είχες διαβεί, έγραφε: «Γιατρέ μου, όπως βλέπετε, άλλη μια μείωση του ενοικίου, για τους ίδιους λόγους.» Και αντί για διακόσια εβδομήντα, το ποσό που αναγραφόταν για το Γενάρη είναι διακόσες πενήντα.
Τι να κάνω; Να δεχτώ τη μείωση; Δεν το μπορώ. Ο  άνθρωπος που επειδή αυτός υπάρχει δεν είμαι στα νοσοκομεία με πνευμονία κάθε τόσο, ο άνθρωπος που απ’ αυτόν έχω προφυλαγμένα από τα στοιχεία της φύσης τα υπάρχοντά μου-τραπέζι, καρέκλα, κρεβάτι, υπολογιστή-, ο άνθρωπος που χάρη σ’ αυτόν δεν σέρνομαι κάθε τόσο στο αστυνομικό τμήμα για αλητεία, ο άνθρωπος αυτός μου λέει δίνετέ μου από δω και πέρα είκοσι ευρώ το μήνα λιγότερο. Τι να κάνω;
Η ευγνωμοσύνη μου (δε βρίσκω άλλη λέξη) εξανίσταται στη σκέψη και μόνο πως θα δεχτώ τη μείωση. Δεν θα είμαι ένας αγνώμων, ένας επιλήσμων αν το κάνω; Εγώ που σκεφτόμουνα να τους δώσω αύξηση και που μόνον η λοιδωρία, η κοροϊδία, το περιγέλασμα, ο εμπαιγμός που θα πάθαινα από όσους το μάθαιναν με σταματούσε από το να το κάνω, εγώ που θεωρώ ότι τους κλέβω κάθε φορά που νιώθω ασφαλής μέσα στους τέσσερες δικούς τους τοίχους, πώς τώρα θα δεχτώ κι άλλη μείωση; 
Δυο τρόποι αντίδρασης ανοίγονται μπροστά μου. Ο ένας να τους πω όσα γράφω σε σένα τώρα και να τους εκλιπαρήσω να δεχτούν το αίτημά μου. Μα ούτε χρόνο διαθέτουν για να ακούσουν ούτε τα μισά από όσα εδώ γράφω. Ο δεύτερος τρόπος είναι να τους δηλώσω ευθαρσώς ότι αν επιμείνουν στη μείωση θα μετακομίσω.
Θέλω τη βοήθειά σου. Πρόσεξε γλυκειά μου, δε σου ζητώ να με μεταπείσεις όπως θα έκανε ματαιοπονώντας κάποιος που δεν με ξέρει, αλλά να εγκρίνεις κάποιον από τους τρόπους που σου ανάφερα πιο πάνω ή να μου προτείνεις κάποιον καινούργιο. 
Απάντησέ μου γρήγορα γιατί αύριοτο πολύ μεθαύριο θα δώσω το νοίκι.
Α προπό, φέτος πάλι το νόμισμα έπεσε σε μένα. Και για σένα αυτό δε λέει τίποτα, όμως πες σε κάποιον ότι ξέρεις έναν που επί δεκαεφτά χρόνια του πέφτει το νόμισμα στη βασιλόπιτα και θα δεις την αντίδρασή του.
Φιλιά Γιώργος.