Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

                               ΠΤΙΤΣΑ

Και αν ακόμα δεν είχα γνωρίσει την Τιαλίν του Θανατηφόρου Έλκους, θα έφτανε η γνώση ότι το πουλί στα βουλγαρικά λέγεται «πτίτσα» για ν’ αγαπήσω τη Βουλγαρία.

Πτίτσα!
Πιο αρμοστό συνδυσμό φωνηέντων και συμφώνων για την απόδοση της έννοιας του πουλιού δεν έχω συναντήσει.
Πτίτσα!

Πρωτο το «πι». Που η ιδέα του μόνο γεμίζει το στόμα σου αέρα, πνοή που θέλει να βγει, που ζητάει να εκτονωθεί, να φύγει από κει μέσα που είναι κλεισμένη και να πετάξει, να λεφτερωθεί, να πάει πέρα και πάνω και γύρω, όπως το πλασματάκι που η λέξη «πτίτσα» προσδιορίζει.
Θα μπορούσε να μην έχει πουλιά ο κόσμος μας; Όχι. Γιατί τότε τι θα μας χρησίμευε αυτό το όλο ορμή και απαλότητα, δύναμη και γλυκύτητα, πάθος και ηρεμία, θάνατο και ανάσταση μάζεμα του αέρα πίσω από τα χείλη μας, αν ήτανε μόνο να πούμε: περνώ, παρέα, πέτρα κι όχι να προσδιορίσουμε κάτι που πππππ-ετάει; Όχι! Κι αν δεν είχαμε πουλιά θα τα είχαμε φανταστεί.
Στα ελληνικά το «πι» του «πουλιού» ακολουθείται από ένα «ου», έναν βαρύ δηλαδή και σκληρό φθόγγο, που η εκφορά του καθηλώνει όλα τα γύρω του. Και άραγε και το «πι» και το πουλί μαζί του. Και πώς έτσι το πουλί να πετάξει;
Στο «πτίτσα» όμως το «πι» όχι μόνο δεν δεσμεύεται από κάτι, αλλά η γλώσσα μας ενώνει τις δυνάμεις της με τους μύες των παρειών και των χειλιών που μόλις έχουν κατορθώσει το «πι», για να δώσει σ’αυτό, με τον αέρα που εκτοξεύει πραγματώνοντας το «ταύ» μόλις αφού το «πι» έχει βγει απο το στόμα, μιαν ακόμα ώθηση,-να το εφοδιάσει με μια ακόμα πνοή, μ’ ένα ακόμα φύσημα, σαν όπως καμμιά φορά τα μικρά πουλάκια, που μερικές φορές διστάζουν να πρωτοπετάξουν και που εκτός από την προσταγή της Φύσης θέλουν και το σπρώξιμο της μητέρας τους για να το τολμήσουν. Και αυτό το διάστημα ανάμεσα στην εκφορά του «πι» και του «ταύ», αυτή η απειροελάχιστα προσωρινή δέσμευση του «πι» μέχρι να ακουστεί απόκοντα το «ταυ», που επιτείνει την ορμή του «πι» όταν πλέον αυτό πάρει την επίνευση, την επιτακτική αυτή συγκατάβαση του «ταυ» για να υπάρξει και να προχωρήσει, δεν σας φέρνει στο νου το απειροελάχιστο διάστημα που μεσολαβεί από την όλο ετοιμότητα κατάσταση των δρομέων που έχουν κιόλας πάρει τη θέση τους και έχουν κιόλας ανακάμψει από την γονυκλινή τους στάση πανέτοιμοι για εκτόξευση, μέχρι τη πιστολιά του αφέτη, που να! ακούγεται κιόλας; Και δεν σας θυμίζει ίσως την αρχική ισχνή άρνηση της γυναίκας πριν αμέσως μετά φωνάξει με όλη τη δύναμη του φύλου της το «ναι», κάνοντας έτσι πιο ηδονική την ανεπιφύλακτη πια παράδοσή της;
Να λοιπόν το «πι» και το «ταυ» του «πτίτσα».
Και ύστερα έρχεται το «γιώτα».
Ήδη η συρτή, ευθεία και όσο θέλει να υποθέσει κανείς προεκτεινόμενη γραμμή του, δίνει την εικόνα ενός πετάγματος όσο διαρκούς μπορεί να γίνει. Όπως του τρεξίματος ενός αυτοκινήτου, που αφού πέρασε από την πρώτη και δεύτερη ταχύτητά του, τώρα τρέχει με τετάρτη χωρίς ένια πια, χωρίς αντιστάσεις. Όπως του πετάγματος ενός αεροπλάνου, που αφού απογειώθηκε μέσα σε δυο λεπτά, ύστερα πετάει για χιλιάδες μίλια. Όπως το «πτίτσα» με το «πι» του και το «ταύ» του.
Και ο τόνος είναι στο «γιώτα» του «πτίτσα», που και γλωσσογνωστικά σημαίνει πως όσο θέλεις πια το μακραίνεις αυτό το «γιώτα» και άραγε το πέταγμα του πουλιού. Πέταγμα όλο γλύκα και ομορφιά, πέταγμα πρότυπο κάθε τι που μπορεί να πετάξει, που σημαίνει όλων όσων οι άνθρωποι θέλουνε να βλέπουνε ψηλά: ιδανικά, αισθήματα, ονειροπολήσεις, εκλετπυσμένους έρωτες, σκοπούς που θέτουν στη ζωή τους και μέσα εκπλήρωσής τους…

Και μήπως το «τσα» που κλείνει τη λέξη είναι άχρωμο;
Μήπως είναι μόνο ένα συμπλήρωμα για να τελειώνουμε όπως να ’ναι και με την έννοια «πουλί»;
Καθόλου.
Τα «τσ» του, δεν είναι το κελάδημα του πουλιού; Δεν είναι το σύμπλεγμα συμφώνων που μας πάει κατευθείαν στα πουλιά; Δεν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, η ειδοποιός διαφορά των ανθρωποποιημένων φωνών των διαφόρων ειδών του ζωικού βασιλείου; To «μια-ου» μάς παραπέμπει στον γατόκοσμο, το «γα-ου» στον σκυλόκοσμο, το «τσ-ίου» μάς πάει ίσα στον φτερωτό κόσμο των πουλιών. Και στο γραφτό μου αυτό, είναι σαν να θέλει να μας πει: Ει! Πάψτε να ονειρεύεστε αεροπλάνα, γυναίκες, δρομείς και αυτοκίνητα. Για μένα-για το πουλί μιλάτε!
Σωστά. Και εμένα τουλάχιστον με έκανε να ντραπώ λίγο η αναφορά μου σε μηχανήματα σε ένα γραφτό μέσα που μιλάει για πουλιά, όμοια όπως θα ένιωθα ντροπή αν έγραφα αριθμούς μέσα  σε ποιήματα.
Ως γιο το «τσα» ολόκληρο πια, τί να έλεγα που μιλάει μόνο του! Γιατί είναι η κατάληξη πολλών ωραίων πραγμάτων και ανθρώπων, όταν χρησιμοποιείται σαν κατάληξη στα υποκοριστικά τους. Από ονόματα ωραίων γυναικών που είναι άφθονα (όπως Τριανταφυλλίτσα, Ελενίτσα, Γαρουφαλλίτσα κλπ), δέντρων (μηλίτσα, πορτοκαλίτσα), χώρων (Φωλίτσα, αγκαλίτσα, τρυπίτσα) όρων σχετικών με ζεστασιά (φωτίτσα, ζεστίτσα), αντικειμένων διάφορων (Θαλασσίτσα, ζακετίτσα). Έτσι το «τσα» και από αυτή την άποψη, μόνο καλά φέρνει στο μυαλό, αφού σε άσχημα πράγματα δεν συνηθίζουμε να δίνουμε υποκοριστικά-ποτέ δε θα λέγαμε ας πούμε την πείνα πεινίτσα, την πανούκλα πανουκλίτσα.

Θα μπορούσε να μου πει κάποιος πως και στην ελληνική λέξη «πτηνό» έχουμε το «πτη». Ναι, όμως με μια καταλυτική διαφορά που κάνει τον θαυμασμό μου για τη βουλγάρικη λέξη αντικειμενικό: το γεγονός ότι το «πτη» στο «πτηνό», ακολουθείται από ένα άηχο και άψυχο, από ένα νεκρό κιόλας «νο». Kαι μάλιστα τονιζόμενο, έτσι που να δίνει τέλος σε όποια ελπίδα για χάρη και ελαφρότητα είχε αφήσει προφερόμενο να δημιουργηθεί το «πτη», ώστε με τη λέξη «πτηνό» να έχεις μπροστά σου ένα ψόφιο πουλί το ολιγότερο (αλήθεια τι δουλειά έχει το «νι» μ’ ένα πουλί;)
Τελειώνοντας θέλω να ξεκαθαρίσω πως όταν αναφέρομαι στη λέξη «πτηνό» σε σύγκρισή της με τη λέξη «πτίτσα», δεν κάνω σύγκριση γλωσσών, ώστε να κατακρίνω καμία και να εξυψώνω άλλην. Μια λέξη πήρα που εδόνησε κάποια μέσα μου χορδή κι έγραψα κάποιες αλήθειες γι αυτήν. Ύστερα εσείς που με διαβάζετε καιρό, αφού με δικαιολογείτε όταν υμνώ τα κάλλη μιας γυναίκας, πολύ περισσότερο θα μου δικαιολογήσετε την ενασχόλησή μου με μια έστω μόνο λέξη, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι χωρίς τη λέξη (γλώσσα), δε θα υπήρχε γυναίκα (τίποτα).
ΜΑΡΙΑΝΝΑ

Σκηνή τέταρτη

Πανηγύρι του Αη-Λια. Φώτα, μικροπωλητές, κόσμος που πηγαινοέρχεται βλέποντας και διασκεδάζοντας.

ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ
Παιχνίδια, κεριά, μαλλί της γριάς!
Μπιζουδάκια, σταυροί, χαλβάς ταψιού!
Λουλούδια για τις όμορφες.
Μύγδαλα, καρύδια!

ΧΑΜΙΝΙΑ ΜΕ ΚΑΣΕΛΆΚΙΑ
Καλαμπόκια ψητά!
Γλυφιντζούρια, καραμέλες!
Εμπρός ας τρέξουμε!
Φιστίκια, φουντούκια!

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ
Τι κοσμοσυρροή τι σαματάς!
Τι κοσμοπλημμύρα!
Ανοίξτε δρόμο!
Τι κοσμοσυρροή-
Ανοίξτε δρόμο!

ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ
Κράτα με σφιχτά!
Τι σαματάς!
Ας τρέξουμε!


ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
(στην κόρη της)
Βίλμα, ν’ ακούς όταν σε φωνάζω!
Έλα!

ΠΕΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕ
Γκαρσόν γρήγορα
Ένα ποτήρι!
Τρέξε. Μπύρα φέρε μας να πιούμε.
Έναν καφέ!
Γκαρσόν, ποτά!

(Μπαίνουν η Μαριάννα με τον Μεζ)

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Μεζ, κράτα με να μη χαθούμε.

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ
(στη ΜΑΡΙΑΝΝΑ)
Μαριάννα, φύγετε, θα σας σκοτώσουν.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Ποιος; Έλα δω, πες μου...

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ
Φεύγω. Έχω δουλειά.
(χάνεται στο πλήθος)

(Ο ΜΕΖ σταματάει σ’ ένα πάγκο)

ΜΕΖ
(γελώντας)
Λίγο μίσος. Πόσο κάνει;

ΠΩΛΗΤΗΣ
(γελώντας)
Όλη την αγάπη σας.

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ
Τι κοσμοσυρροή! τι σαματάς!
Κράτα με σφιχτά!
Τι κοσμοσυρροή! ας τρέξουμε.

ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
(στην παρέα της, δείχνοντας τη ΜΑΡΙΑΝΝΑ)
Μακριά απ’ την πομπεμένη.

Η ΠΑΡΕΑ ΤΗΣ
(στη Μαριάννα)
Χάσου! Φύγε! Βρωμερή!
(στην παρέα της)
Θε μου τι φριχτοί καιροί!


ΧΑΜΙΝΙΑ ΜΕ ΚΑΣΕΛΑΚΙΑ
Χουρμάδες, κούκλες
Παστέλια και λουλούδια.


ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ
Τι κοσμοσυρροή!
Πρόσεχε τα παιχνίδια δεξιά σου!
Προχωράτε, προχωράτε...

ΠΑΙΔΙΑ
Θέλω μια λόγχη.
Θέλω ένα ντουφέκι.
Ένα τόξο και βέλη.

ΠΩΛΗΤΕΣ
Μπλουζάκια, φουστίτσες
Κούκλες για τα κοριτσάκια.

ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ
Γάλα καρύδας
σουβλάκια νόστιμα.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
(από το βάθος της σκηνής)
Μεζ! Μεζ! Πάει, αχ, τον έχασα.
Μεεεζ!

ΜΕΖ
(ακούγεται η φωνή του)
Θα σε δω κει που ανταμωθήκαμε...

(Η ΜΑΡΙΑΝΝΑ φτάνει σ’ ένα λιγοσύχναστο μέρος. Κορίτσια βρίσκονται εκεί κουβεντιάζοντας)

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
(στη ΜΑΡΙΑΝΝΑ)
Είσαι μια αδιάντροπη..

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Γιατί αυτό;

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Δεν κοιμήθηκες χτες με τον ξένο;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Και λοιπόν;

ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Γι αυτό! Γιατί πηγαίνεις στο κρεβάτι μ’ έναν ξένο. 

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Τον αγαπώ-λοιπόν είναι δικός μου.

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Αστεφάνωτη κοιμάσαι με άντρα;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Το πιο φωτεινό στεφάνι μάς στεφανώνει. Ποιες είστε σεις που σύνορα θα βάλτε στην Αγάπη;

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Όχι εμείς. Όλη η κοινωνία. Και η θρησκεία μας.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Κοινωνία μου τα λόγια του και θρησκεία μου τα λόγια που στ’ αυτί μου ψιθυρίζει.
 
ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Εμάθαμε πως τέτοια λόγια γράφει κιόλας. Ίδια αισχρά καθώς εκείνα που σου λέει θα ’ναι.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Αυτό για σας. Όσο για μένα όμως,
Αν αυτά μια μέλισσα τα είχε γράψει, λουλούδι θα εγινόμουν να με πιει.
Αν συγγραφέας τους ήταν η θάλασσα, το κύπελλό μου θα εγέμιζα μ’ αυτήν ως να την άδειαζα.
 Κι αν φλόγα, μέσα της θα κλειόμουν
Ωσπου όλη όπως αχεράκι να καώ.

ΚΟΡΙΤΣΙ
Άκου κορίτσι πράμα τι πάει και λέει...

(μπαίνει ο ΜΕΖ. Φιλάει τη ΜΑΡΙΑΝΝΑ)
Να που δε χαθήκαμε...

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ
(σε άλλο, σιγά)
Πήγαινε πες στους άντρες πως κι οι δυο τους είν’ εδώ.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Πάμε να φύγουμε Μεζ.

(τα κορίτσια κάνουν ένα κύκλο γύρω τους)

ΚΟΡΙΤΣΙ
Δεν έχετε να πάτε πουθενά. Θα τιμωρηθείτε.

ΜΕΖ
Γιατί;

ΚΟΡΊΤΣΙ
Για ανηθικότητα.

 (τα κορίτσια περιμένοντας τους άντρες.
Η ΜΑΡΙΑΝΝΑ και ο ΜΕΖ αγκαλιασμένοι σ’ ένα παγκάκι)

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Ποιος είσαι;

ΜΕΖ
Ποιος είμαι;..
 Είμαι ένας ποιητής.
Τι κάνω;..
 Γράφω.
Και πώς ζω;..
Μες στη φτώχεια και την ανεμελιά μου
Ξοδεύω σαν κύριος τρανός
Ρίμες και ύμνους αγάπης.
Για όνειρα,
για χίμαιρες,
για πύργους στην άμμο.

Έχω ψυχή εκατομμυριούχου.
Είναι φορές που από το χρηματοκιβώτιό μου
Αρπάζουν όλα τα κοσμήματα δυο κλέφτες-
Ένα ζευγάρι ωραία μάτια.
Όπως τώρα, που μαζί σου ήρθαν
Και τα περασμένα μου όνειρα-
Τα όμορφα όνειρά μου-
Μεμιάς τα εξανέμισαν.
Μα η κλοπή δεν με λυπεί
Γιατί τη θέση της πήρε
Η γλυκιά ελπίδα
Τώρα που με γνωρίζεις
Μίλησε και συ. Ποια είσαι;
Θα ’θελες να μου πείς;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Με φωνάζουν η Παράξενη.
μα τ’ όνομά μου είναι Μαριάννα.
Η ιστορία μου είναι σύντομη.
Σε πανί ή σε μετάξι
Κεντώ, στο σπίτι ή έξω.
Είμαι ήσυχη και χαρούμενη
Και η διασκέδασή μου είναι
Να κεντώ κρίνους
Και τριαντάφυλλα.
Μου αρέσουν τα πράγματα
Που έχουν μια γλυκιά μαγεία
Που μιλούν γι αγάπη, για άνοιξη,
Για όνειρα και για χίμαιρες-
Με δυο λόγια τα πράγματα
Που λέγονται ποίηση...

Μόνη μου ετοιμάζω το φαγητό μου
Και τρώω μονάχη.
Ζω μόνη, ολομόναχη,
Εκεί-σε μιαν άσπρη καμαρούλα.
Μόνη,
Κοιτάζοντας το ταβάνι της και τον ουρανό.
Μα όταν οι πάγοι λιώνουν
Ο πρώτος ήλιος είναι δικός μου-
Το πρώτο φιλί του Απρίλη είναι δικό μου.
Ανθίζει σ’ ένα βάζο ένα ρόδο...
Πέταλο το πέταλο το κρυφοκοιτάζω.
Είναι τόσο ευγενικό το άρωμα ενός λουλουδιού…
Μα τα λουλούδια που φτιάχνω εγώ, αλλίμονο
Δεν έχουν μυρωδιά.
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω για μένα.   

ΜΕΖ
Ο ποιητής λοιπόν βρήκε την ποίηση.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Λές αλήθεια να μας σκοτώσουν-να είχε δίκιο εκείνο το παιδί;

ΜΕΖ
Αν δε φερθούμε όπως θέλουν, μ’ αυτούς όλα είναι πιθανά.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Αν είναι να πεθάνω θέλω πρώτα να προσευχηθώ.
Ελπίζω να με αφήσουν λίγο μόνη.
(Σηκώνεται. Κορίτσια τη σταματούν. Στα κορίτσια)
Δε φεύγω. Θέλω να μείνω για λίγο μόνη.

ΚΟΡΙΤΣΙ
Αφήστε την. Κατά κει είναι η θάλασσα. Δεν μπορεί να ξεφύγει.


Σκηνή πέμπτη

(Η Μαριάννα μπροστά στη θάλασσα)

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Πατέρα μου με βλέπεις.
Και ξέρεις και συ πως βρήκα ό,τι ζητούσα.
Βρήκα την αγάπη.
Ήρθε μόνη της, όπως εσύ με τη σοφία σου μού είχες πει.
Και τώρα θέλουν να με σκοτώσουν γι αυτό.
Ν’ αρνηθώ την αγάπη για να ζήσω;
Όχι βέβαια.
Ούτε και συ δεν περιμένεις από μένα κάτι τέτοιο.
Διαλέγω μαζί με τον αγαπημένο να πεθάνω.
Θα χάσεις μια κόρη κι εγώ θα χάσω τη ζωή μου.
Μα βρήκα την αγάπη.
Και χίλιους θάνατους αν ήταν να πεθάνω,
Πάλι την αγάπη θα διάλεγα.

Εδώ μού λένε ότι πρέπει να ντρέπομαι γιατί αγάπησα.
Και γι αυτό να μη μιλώ.

Είναι αλήθεια ένας παράξενος πλανήτης.

Μα ας ζήσουν όπως θέλουν αυτοί.
Εγώ αγαπώ.
Τώρα κατάλαβα γιατί
στης αγάπης το αστέρι
η αγάπη δεν ανθεί.

Μα εγώ αγαπώ
Κι αν ακόμα είναι γι αυτό να χάσω τη ζωή μου.
Για τι τάχα θα ζούσα
αν όχι για ν’ αγαπούσα;

Η αγάπη πατέρα οδήγησε τα βήματά μου.
Η αληθινή αγάπη που τίποτα δε φοβάται
Από το μυαλό μου αναβλύζουν τραγούδια,
Από τα δάχτυλά μου ανθίζουν λουλούδια.

Όταν τον πρωτόδα
Πώς έκαιγε το βλέμμα του!
Χαμήλωσα τα μάτια από φόβο μη διαβάσει
Τις κρυφές μου σκέψεις.
Ω! Τι ωραίος που ήταν ο ήλιος την ημέρα που τον πρωτοείδα!
Ένιωσα γεμάτη ζωή μα και ανήμπορη μαζί.
Πόθος πρωτοφανέρωτος με μπέρδευε και δεν ήξερα τι θέλω.

Ω! Τι όμορφα πετούν τα πουλιά και πώς φωνάζουν!
Τι ζητούν;
Κατά πού τραβάνε;
Ποιος να ξέρει... η μάννα μου,
που έλεγε τη μοίρα,
Καταλάβαινε το τραγούδι τους.
Και όταν ήμουν μικρή μού τραγούδαγε:

«Εϊ, έϊ! Φωνάζουν όσο θέλουν κει ψηλά
και ορμούν πετώντας σα βέλη...
Τα πουλιά!
Προκαλούν τα σύννεφα και τον ήλιο τον καυτό
Και τριγυρίζουν στ’ ουρανού τις στράτες.
Αφήστε τα να περιπλανιούνται στους αιθέρες
μια και διψούν για γαλάζιο και για φως.
Κι αυτά, όπως εμείς, μια χίμαιρα, ένα όνειρο κυνηγούν
σαν μες από τα χρυσαφένια σύννεφα περνούν.

Κι αν τα κυνηγούν οι άνεμοι,
Κι αν οι θύελλες τα φοβερίζουν,
Διόλου δεν τα λογαριάζουν σαν ανοίγουν τα φτερά.
Μήτε βροχή, μήτε αστραπές τα σκιάζουν
Παρά πετούν
Πάνω από τις αβύσσους
Και τα πελάγη.

Βάζουν πλώρη για κάποιαν άγνωστη γη
Που ίσως να την έχουν ονειρευτεί
Και που μάταια την αναζητούν.
Μα οι μποέμ ετούτοι τ’ ουρανού,
Την κρύφια δύναμη που τους σπρώχνει
Ακολουθούν και πάνε»

Ένα τέτοιο πουλί κι εγώ πατέρα μου
Που τ’ όνειρό του ακολουθάει.
Πατέρα μου γεια σου.
Μη λυπηθείς για μένα.
Να χαίρεσαι μαζί μου:
Αγάπησα!
(Γονατίζει και σκύβει το κεφάλι. Ο Μεζ πηγαίνει κοντά της)

(Μπαίνουν κορίτσια)

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ
Μια ανύπαντρη σε έρωτες να πηγαίνει!...
Τέτοια ευχαρίστηση να μένει.
Η θρησκεία μας καθαρά το λέει
Κι όποιος την παρακούει φταίει.
Κι απ’ το σπίτι το ξέρουμε καλά
-από παππούδες, γιαγιάδες, μητέρες
πως για χαρά δεν ειν’ όλες οι μέρες.
Πρέπει μετά τα δεκοχτώ και καλά
Άντρα μια κοπέλα να φιλά
Και του έρωτα τα χάδια να γεύεται-
και πάλι, μόνο αφού παντρεύεται.
Έτσι το βρήκαμε, έτσι το κρατάμε.
Αλλιώς στο γκρεμό όλες μας πάμε.

ΑΛΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Αν δεν ακούμε χωροφυλάκους και παπάδες
Στη ζωή μας σίγουρα θα ’χουμε μπελάδες.
Γιατί και οι νόμοι μας το λένε καθαρά
Ότι έχει την ώρα της και η χαρά
Και πρέπει πρώτα γυναίκα να γενεί
Και μετά, το κορίτσι, ν’ αγαπηθεί.
Αν η Παράξενη αυτή δε μετανιώσει
Και συγνώμη αν δε ζητήσει
Να πεθάνει ευθύς
Τα κορίτσια εμείς αποφασίζουμε.
Το ίδιο και για τον παραλυμένο ξένο.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ
Να! Έρχονται οι δικαστές!
(Μπαίνουν τρεις δικαστές ακολουθούμενοι από πέντε οπλισμένους στρατιώτες. Τα κορίτσια οδηγούν μπροστά τους τον Μεζ και τη Μαριάννα)

ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
(βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη του και διαβάζει)

Εμείς, οι δικαστές του Κράτους της Ηθικής, αφού πήραμε υπόψη μας τις ανήθικες πράξεις της επονομαζόμενης Παράξενης, που άγνωστο από πού έχει έρθει, και τις ανήθικες πράξεις του επονομαζόμενου Μεζ, που πρώτη φορά βλέπουμε στο Κράτος μας, αποφασίσαμε το θάνατο και των δύο.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η εκτέλεσή τους θα γίνει με τουφεκισμό σήμερα και ενώ διαρκεί το πανηγύρι του Αη Λια, ώστε μέσα στα τραγούδια και στις δοξολογίες για τον άγιο να μην ακουστούν οι πυροβολισμοί και ενοχληθούν οι πολίτες του ευσεβούς μας Κράτους.

ΤΡΙΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
(στον επικεφαλής των στρατιωτών)
Ετοιμαστείτε για την εκτέλεση!

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
(στον Μεζ, με τα μάτια της να βλέπουν ψηλά και μακριά)

Πες μου, δεν ακούς μια ουράνια μελωδία;
Ω! Ακούγεται το γαμήλιο εμβατήριο! Ετοιμάζουν την τελετή για μας. Ω! Τι ευτυχισμένη που είμαι! Τι χαρά νιώθω και δεν μπορώ να το πω! Λάμπουν τριγύρω τα αγιοκέρια. Να και ο ιερέας. Δώσε μου το χέρι σου. Τι ευτυχισμένη μέρα!...
Επιτέλους είμαι δική σου. Επιτέλους είσαι δικός μου.
Τις πιο γλυκές χαρές θα μοιραστούμε εσύ κι εγώ. Τη ζωή μας ένα ουράνιο χαμόγελο θα φωτίζει...

ΜΕΖ
Δεν βρίσκεται κανένα άλλο όνειρο
πιο ευγενικό και πιο τρυφερό
που να έχει μιλήσει ποτέ στην καρδιά μας.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Κάτω από τον δικό μας ουρανό
Πιο ελεύθερος θα είναι ο έρωτάς μας.
Εκεί, το θεό της αγάπης
Κι οι δυο θα λατρεύουμε.
Πεθαίνουμε-λευτερωνόμαστε!..

ΜΕΖ
Μοιραίε έρωτα, έρωτα τρομερέ,
Κομμάτιασέ μου την καρδιά-δος μου το θάνατο.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Ας φύγουμε από την αφιλόξενη χέρσα γη.
Μια νέα πατρίδα ανοίγεται μπροστά στον έρωτά μας.
Εκεί, σε δάση παρθένα,
Μέσα στις ευωδιές των λουλουδιών,
Θα λησμονήσουμε τον κόσμο αυτόν
Μέσα στην έκσταση της ευτυχίας.


ΜΕΖ
Ναι, ας φύγουμε απ’ αυτά τα τείχη.
Ας φύγουμε μέσα στους κήπους.
Εδώ μόνο η δυστυχία βασιλεύει.

Να πεθάνεις!
Τόσο αγνή κι ωραία!
Να πεθάνεις από έρωτα για μένα.
Πάνω στο άνθος της νιότης σου να φύγεις από τη ζωή.
Ο ουρανός σε έπλασε για τον έρωτα
Και εγώ σε σκοτώνω γιατί σε αγάπησα.
Όχι, όχι, δε θα πεθάνεις
Γιατί πολύ σ’ αγάπησα!
Γιατί είσαι πολύ ωραία.

(Οι στρατιώτες σκοπεύουν)

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Βλέπεις; Αστραφτερός ο άγγελος του θανάτου
Μας πλησιάζει,
Και πάνω στα χρυσαφένια του φτερά
Μας οδηγεί στην αιώνια ευτυχία.
Βλέπω κιόλας τον ουρανό ν’ ανοίγει.
Εκεί τελειώνει κάθε ανησυχία.
Εκεί αρχίζει η έκσταση
του αιώνιου έρωτα.

ΜΕΖ
Όλα τελείωσαν για μας πάνω στη γη.
Οι ουρανοί ανοίγονται
Για να μας υποδεχτούν.
Μελωδίες υπερκόσμιες κιόλας αντηχούνε.
Ας ενώσουμε τα χέρια μας.
(ενώνουν τα χέρια)

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Αχώριστα πια...

ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Πυρ!
(Οι στρατιώτες πυροβολούν. Στη θέση που βρίσκονταν η Μαριάννα και ο Μεζ ρούχα άδεια πέφτουν στο χώμα, ενώ από τον ουρανό ξεχύνεται ένα λαμπρό φως που εξαϋλώνει όλα γύρω)

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

                    ΜΑΡΙΑΝΝΑ
             (θεατρικό μονοπρακτο)

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Ουρανός  και προς το τέλος γη.
Ο Οντίν στο θρόνο του.
Χτυπάει η πόρτα και μπαίνει η Βαλκυρία.

Οντίν
Καλώστηνε. Τι ζημιά έκανες πάλι και ζητάς να σε γλιτώσω;

Βαλκυρία
Άλλο θέλω σήμερα πατέρα από σένα.

Οντίν
Ακούω.

Βαλκυρία
Θέλω να ταξιδέψω. Θέλω να πάω σ’ ένα αστέρι.

Οντίν
Πώς έτσι;

Βαλκυρία
Άκουσα πως υπάρχει το αστέρι της αγάπης. Και λένε ότι η αγάπη είναι κάτι πολύ όμορφο. Θέλω να τη γνωρίσω.

Οντίν
Τι εύκολα για σας τους νέους μοιάζουν να είναι όλα! Ξέρεις πόσο σπάνια είναι η αγάπη; Όσο να βάλεις το χέρι σου μέσα σε ένα σακί με μπλε μπαλίτσες και να πιάσεις τη μία άσπρη που υπάρχει μέσα στο σακί αυτό.

Βαλκυρία
Μα αν την πετύχεις...αν...δεν αξίζει μια προσπάθεια γι αυτό πατερούλη;

Οντίν
Ξέρεις όμως τους κανόνες. Πηγαίνοντας εκεί δεν έχεις τη θεϊκή προστασία. Και το μόνο που κρατάς είναι το δικαίωμα να επιστρέψεις εδώ όποτε το ζητήσεις.

Βαλκυρία
Ξέρω πατέρα.

Οντίν
Πήγαινε στη γη αν επιμένεις. Πριν όμως έχω να σου προτείνω άλλα ταξίδια σε άλλα αστέρια που είναι γνωστά για άλλες, πιο ευκολόβρετες και ακίνδυνες περιπέτειες. Γιατί πρέπει να ξέρεις ότι η αγάπη δεν είναι χωρίς άσχημα επακόλουθα.

Βαλκυρία
Σαν ποια αστέρια μου προτείνεις;

Οντίν
Τον Βαρίονα ας πούμε. Εκεί μέσα σε σφαίρες διάφανες θα πλέεις. Ή τον Άρη. Πολύ δικό μας αστέρι βέβαια, όπου πάνω του ρέουν ποτάμια γαλήνης, ποτάμια ηλιοβασιλέματος, ελευθερίας, ηδονής, που μέσα τους μπορείς αιώνια και χωρίς να βαρεθείς να κολυμπάς. Ή τον Περίβλεπτο που από κει θα βλέπεις όλα τ’ ουρανού μας τ’ άστρα σαν να ήσαν δίπλα σου και θα διασκεδάζεις με τα χρώματα και τις κινήσεις τους.

Βαλκυρία
Σ’ ευχαριστώ πατέρα μου, μα προτιμάω τον πλανήτη της αγάπης. Κι ας μη την έβρω ίσως, μόνο που θα ’χω προσπαθήσει να τη βρω θα λέω πως δεν πήγε άδικα η θεϊκή μου ύπαρξη.

Οντίν
Στη γη λοιπόν! Καλό ταξίδι σου. Αποχαιρέτησες τις αδερφές σου;

Βαλκυρία
Και βέβαια. Ήξερα πως δε θα μου αρνιόσουν.

Οντίν
Εμπρός λοιπόν. Πάμε στο μπαλκόνι!

(Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται με την Βαλκυρία στο μπαλκόνι του θεϊκού παλατιού)

Κατέβαινε. Τα χέρια μου θα σε κρατούν σε ασφάλεια μέχρι τα πόδια σου ν’ ακουμπήσουνε στη γη.

Βαλκυρία
(φιλεί τον Οντίν)
Γεια σου πατέρα.

Οντίν
Στο καλό κόρη μου. Να προσέχεις.

(απλώνει προστατευτικά στο κενό τα χέρια του. Η Βαλκυρία αναβαίνει στα κάγκελα και αφήνεται να πέσει έξω από το μπαλκόνι.)

Είσαι καλά;

Φωνή της Βαλκυρίας
Ναι πατέρα.

(σε λίγο)

Πατέρα, χάνω τα φτερά μου,

Οντίν
Μα βέβαια και θα τα χάσεις. Άνθρωπος θα γίνεις.

(σε λίγο)

Φωνή βαλκυρίας
Πατέρα...μα τι είναι αυτά που βλέπω; Κάτι μεταλλικά αντικείμενα που γυρίζουνε γύρω από τη γη...

Οντίν
Παιχνιδάκια των ανθρώπων της γης...θέλουν να φτάσουνε σε μας. Καταλαβαίνεις τώρα σε τι κουτό πλανήτη πας;

Φωνή Βαλκυρίας
Δεν πειράζει  αφού εκεί βρίσκεται το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου... μα τι είναι αυτά που σκεπάζουν το σώμα μου;

Οντίν
Ρούχα παιδί μου. Τέτοια φοράνε οι άνθρωποι. Και στη δεξιά τσέπη του σακακιού σου θα βρεις λεφτά.

Φωνή Βαλκυρίας
…Λεφτά;..

Οντίν
Ναι. Θα δεις όταν φτάσεις εκεί... κοντεύεις;

Φωνή Βαλκυρίας
Ναι πατέρα... βλέπω σπίτια, χωράφια...

(δυνατά)

Πατέρα!

Οντίν
Ναι!..

Φωνή Βαλκυρίας
Πού να ψάξω να βρω την αγάπη;..

Οντίν
(δυνατά)
Θα σ’ έβρει αυτή!

Βαλκυρία
Φτάνω πατέρα. Τα πόδια μου σχεδόν ακουμπάνε το χώμα.

Οντίν
Γεια σου μικρή μου...καλή τύχη!
(στον εαυτό του)
Σου χρειάζεται αλήθεια...

Φωνή Βαλκυρίας
Γεια σου πατέρα.

(πατάει στη γη. στον εαυτό της)
Και είμαι η Μαριάννα από τώρα κι ύστερα...


τελος πρωτης σκηνης





             Σκηνή δεύτερη

Μώλος παραλιακού χωριού. Παρέες παιρνοδιαβαίνουν.
Σ’ ένα παγκάκι κάθεται η Μαριάννα.


Μπαίνουν δυο νέοι

Α΄ ΝΕΟΣ
Φέρε αύριο μαζί σου τη Βιβή.

Β΄ ΝΕΟΣ
Θα ’ρθει με δίχως παρακάλια.
Θέλει και κείνη να σε δει.
(περνούν)

(Μπαίνουν τρεις κυρίες)

Α΄ ΚΥΡΙΑ
(τινάζοντας το φόρεμά της)
Μου ’κανε το φόρεμά μου χάλια.
Παιδιά-καθόλου δεν προσέχουν.

Β΄ ΚΥΡΙΑ
Στο μυαλό τους άλλα έχουν-
σ’ άλλα δίνουν προσοχή.
(περνούν)

(Μπαίνουν δυο άντρες)

Α΄ ΑΝΤΡΑΣ
Λες να έχουμε βροχή;

Β΄ ΑΝΤΡΑΣ
Μην το κακομελετάς
Θα φροντίσει ο αη Λιας
Που δική του ειν’ η γιορτή
Όλα ωραία να ’ναι εκεί.
(περνούν)
(μπαίνει το ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΑΚΙ)

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΑΚΙ
Γεια σου Μαριάννα!

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Γεια σου! Για πού το ’βαλες;

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΑΚΙ
Έχω δουλειά! Γεια σου!

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Γεια σου.

(μπαίνουν κορίτσια τραγουδώντας)

ΚΟΡΙΤΣΙΑ

Για μας η θάλασσα υπάρχει
Κι ο ήλιος λάμπει εκεί ψηλά.
Για μας χρυσό έγινε το στάχυ
Για μας το ρυάκι αργοκυλά.
Για μας εγίνανε τ’ αγόρια
Τα φουσκωτά σαν τα κοκόρια.

Καλοκαίρι! Τι χαρά!
Με ανέμελη καρδιά
και ρουχάκια ελαφρά
μες στους κάμπους τριγυρνούμε
παίζουμε και τραγουδούμε.
Και σαν έρθει το βραδάκι
Πα’ στου μώλου ένα παγκάκι
Πλέκουμε τα όνειρά μας
Με το νήμα της χαράς μας.

Τι χαρά! Τι ευτυχία!
Με κλεισμένα τα σχολεία
Σκέψη μια βράδυ πρωί-
Να χαρούμε τη ζωή.


Μα, κορίτσια μου εσείς προσοχή
Μη μιλήστε σε ξένον κανένα
Είτε πλούτη έχει αυτός  ή αν βροχή
Γράφει αυτός τραγουδάκια θλιμμένα.

Από μας όλοι οι άντρες μακριά
είτε είναι μεγάλοι ή παιδιά.
Μακριά από αντρών παντελόνι
Σα να ήταν σκυλί που δαγκώνει

Να ζητούν και ποτέ να μην έχουν
Να πως έχει οριστεί από αιώνες.
Από πίσω μας πρέπει να τρέχουν
Να μας βρούνε κοιτάζοντας μόνες.

Μα εμείς δύο δυο και τρεις τρεις
στο χωριό μέσα θα περπατούμε
και καμιά μοναχή δε θα βρεις
όσο υπάρχει ζωή κι όσο ζούμε.

Όχι κάθε κοπέλα ό,τι θέλει,
Μα τα ήθη ότι λεν τα καλά μας.
Κι αν μπροστά μας πυργώνει το μέλι
μα τα έθιμα εμείς τα χρηστά μας!

Κι από έρωτα οι άντρες ας σκάζουν
Και ας λιώνουνε σα μας κοιτάζουν
Μεις ψηλά την αγνεία κρατούμε
Κι ο Χριστός όπως δίδαξε ζούμε.

Δίχως έρωτα όποιανε μένει
Παραδείσου χαρά την προσμένει.
Αμαρτία μεγάλη ο έρως
Στου μικρού μας χωριού όποιο μέρος.

Και γι αυτό δύο δυο εμείς γυρνούμε
Μη μονάχες οι άντρες μας βρούνε
Και μάς πάρουνε ότι στα ουράνια
Κρυφή χάρη λογίζεται σπάνια.

Προσοχή γιατί μάτι αν σας δει
Στο χωριό όλο τότε θα πει
Για τη βρώμια που κάνατε πράξη
Και της ζήσης μας πια πάει η τάξη.

Και ας καίγεστε να τους μιλήστε
Κρατηθείτε! Σεις πόρνες δεν είστε!
Μόνο πόρνες σε άντρες μιλούνε
Και ας έχουν  πολλά να τους πούνε.


Τι καλά τι καλά
Που η ζωή μας κυλά
Όλες να ’μαστε ομάδι
Δίχως έρωτα χάδι!

Τι καλά νιώθω εγώ
Μακριά να κρατώ
Τα ζωηρά τα παιδιά-
Το νερό απ’ τη φωτιά...

Την τιμή μας! Την τιμή μας!
Την κρυμμένη στο βρακί μας
Προσοχή μη μας τη βγάλουν
Κι άλλο κάτι εκεί μας βάλουν!

Ο υμένας! Ο υμένας!
Μη μας τον ιδεί κανένας!
Και μη Θε’ μου μας τον σπάσει
Γιατί πια χαλάει η Πλάση!

Με αχάλαστον υμένα
Δε φοβόμαστε κανένα.
Με τα πόδια μας κλειστά
Πάμε μεις πάντα μπροστά.

Α΄  ΚΟΡΙΤΣΙ
Να κι η Παράξενη που καθισμένη
Σαν κάθε μέρα πάλι εδώ.
Λες κάποιονε πως περιμένει.

Β΄  ΚΟΡΙΤΣΙ
Μεγάλο λόγο δε θα πω
Μα ότι και να καρτερεί
Αυτό ποτέ δε θε’ να ’ρθεί...
(γέλια)

Γ΄ ΚΟΡΙΤΣΙ
Κι αμίλητη έτσι και γερτή
πάντοτε καθώς  στέκει
ό,τι κι α’ ρθεί δε θα το δει
κι ας ειν’ αυτό παρέκει.
(γέλια)

(μπαίνουν αγόρια πειράζοντας τα κορίτσια)

Α΄ ΑΓΟΡΙ
(πιάνοντας τα μαλλιά ενός κοριτσιού)
Παιδιά, ελάτε ν’ ακουμπείστε
Μαλλιά σα σύρματα απαλά.

ΚΟΡΙΤΣΙ
(απωθεί το αγόρι)
Για πλησιάστε... Αν τολμείστε
Θα μετανιώστε για καλά...

Β΄ ΑΓΟΡΙ
(πάνω σε ποδήλατο)
Ποια θέλει βόλτα να την πάω
μπροστά εκείνη κι εγώ πίσω
αλλά να ξέρει-ως οδηγάω
κάποια στιγμή θα τη φιλήσω...

ΚΟΡΙΤΣΙ
(ειρωνικά)

Μμμ...τόσο άνοστα φιλιά
Άλλος κανείς δε δίνει.
Γι αύριο κράτησ’ τα
Κι επάνω άφησ ’τα
Στην άγια εικόνα του Αη-Λια-
αν τα δεχτεί και κείνη...
(όλοι γελούν)
(ειρωνικά)

Κι από καμιά κοπέλα
Μην περιμένεις τρέλα
Σε ποδηλάτου σέλλα.
Τέτοια θα έχει χάρη-
φιλί από μας θα πάρει
μονάχα με στεφάνι.

ΚΟΡΙΤΣΙ
Να η Παράξενη εκεί.
Αυτή ίσως σε φιλήσει
Και το ποδήλατο γι αυτή
Μπορεί να είναι λύση.
Έτσι που ζει μονάχη
Και μακριά από μόδες
Καλό είναι ίσως να ’χει
ποδήλατου έστω ρόδες...

(στη Μαριάννα)
Παράξενη, παίρνεις φιλί
Σε ποδηλάτου σέλλα;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
(στον εαυτό της)
Όλα στους ανθρώπους βρωμερά
Και το βρωμερότερο η χαρά
Που φτηνές αιτίες τη γεννάνε.
Παρακαλεστούς να βλέπω ανθρώπους
Που να μου ζητούν μ’ όλους τους τρόπους
Την αγάπη μου να τους δώσω
Ω! το σιχαίνομαι τόσο!
Πολλά στον κόσμο άσχημα μετράνε
μα χειρότερο απ’ αυτό δε γίνεται-
Η αγάπη δεν ζητιέται-δίνεται.

ΑΓΟΡΙ
Περίμενες κάτι άλλο να σου πει;
Κρίμα τόσο όμορφη να ’ναι κουτή!
(στη Μαριάννα, φωναχτά)
Έλα στην παρέα μας Παράξενη!
Η Μαρία δεν είσαι η Αειπάρθενη.
Μόνη πώς μπορείς και κάθεσαι;
Ή παρέα άλλη θα σου άρεσε;..

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Καλή η παρέα σ’ όποιον της ταιριάζει.
Καλό το φως για να υπάρξει η μέρα,
κακό για τη νυχτιά, που τήνε σφάζει.
Καλό από σας εγώ να στέκω πέρα.

ΑΓΟΡΙ
(σιγά στους άλλους)
Όποιος νόημα έβγαλε ας το πει!
Αχ θεέ μου, κι από βλίτο πιο κουτή!
(δυνατά, στη Μαριάννα)

Να ’σαι καλά.
(στους άλλους)
          Μα πέστε μου
Πάντα έτσι αυτή μιλάει;
Τότε μιαν άλλη βρέστε μου
Που ίσως να με πάει.


ΚΟΡΙΤΣΙ
Είναι λειψή η καψερή.
Μα κι ούτε η ίδια ξέρει
Πούθε η σκούφια της κρατεί,
Τι εδώ την έχει φέρει...
Όμως την ανεχόμαστε.
Κοντά μας τη δεχόμαστε
Κι αυτή αν δε μας θέλει...
Ε, δε μας πολυμέλει...

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
(στον εαυτό της)
Όχι, χυδαίος κανένας δε θα πάρει
Όση κρατάει το κορμί μου χάρη.
Όλη δική θα είναι εκεινού που θα ’ρθει
Απ’ του Άχρονου ανεβαίνοντας τα βάθη.
Που δε θα τον χωράει κανένας τόπος
Και η ψυχή του θα ευωδά λουλούδι όπως.
Εκείνον πάντοτε θα περιμένω
Που οι άλλοι θα τον βλέπουνε σαν ξένο.
Αυτόν που αγάπη όλος θά ’μπει εντός μου
Με δίχως «πάρε μου» να λέει ή «δος μου»...
Κι απόψε κάτι λες μου ψιθυρίζει
Η ώρα η ποθητή ότι εγγίζει...
Καλώς να ’ρθεί΄ μα πάλι κι αν δεν έρθει
Αξόδευτη εγώ κρατώ τη μέθη
Μαζί με κείνονε που θα γευτούμε
Που μόνο να με δει, θ’ αγαπηθούμε.
Καημένα ανυποψίαστα κουκλάκια-
Καημένα μου μικρούλια κοριτσάκια
Πόσο μακριά από την αγάπη είστε!
Πόσο μικρή ζωούλα μια θα ζήστε!

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ
Πάμε ως τη βάρκα εκεί την άσπρη
Πάνω της να τραμπαλιστούμε
Κι αν ίσως δούμε ένα πεφτάστρι
Πλούτη ευθύς ας του ζητούμε.

(Βγαίνουν)

Τέλος της δεύτερης πράξης




Πράξη τρίτη


 Μπαίνει ο Μεζ))
ΜΕΖ
(στον εαυτό του)

Έρημος στον κόσμο τριγυρνώ
Και τις ώρες μου μονάχος μου περνώ.
Τρυφερό ανθάκι της καρδιάς μου
Άδοτο ακόμα είσαι κοντά μου.

(κοιτάζει γύρω)

Ω! Τι τοπίο!
Εξαίσιο! Θείο!
Δεν το περίμενα να βρω
Κάτι στη γη όπως αυτό!
Η ευτυχία η μαγική
Μοιάζει εδώ να κατοικεί.
Κάτι εδώ
Απαλό
Σαν βελούδινο φιλί
Να το δρέψω με καλεί.
Και μια μέσα μου φωνή
Με την κλήση συμφωνεί.
Θα ΄βρω εδώ ό,τι εζητούσα
Τόσα χρόνια που γυρνούσα;
Αν σε χώρες μακρινές
ετριγύριζα ως τα χτες
ήταν τάχα εδώ για να ’ρθω;
Πώς θα γίνει να το μάθω
Και να ξέρω για καλά
Πως η ζωή δε με γελά,
Και στο παλαιό μου χάλι
Δε θα με βυθίσει πάλι;

Χρόνια τριγυρνώ πολλά-
Σε ανθρώπους μέσα ξένους
Απ’ το μίσος ρημαγμένους.
Κι έτσι ο χρόνος μου κυλά
Για να βρω τη συντροφιά μου
Με ψυχή όπως τη δικιά μου
Που κι αυτή θα τριγυρνά
Κι όλο εμένα θα ζητά.
Γιατί έτσι έχει τάξει
Του δικού μας κόσμου η Τάξη:
Όποιος σ’ άλλο θα βρεθεί
κόσμο, να μη βαρεθεί-
Για τον σύντροφο να ψάχει
Που κι αυτού του έχει λάχει
Μοναχός να περπατάει-
Κι ένας άλλον να ζητάει.
Κι ως τους έχει οριστεί-
Ο ένας σ’ άλλον να κλειστεί.

Μα έρημος ως τώρα τριγυρνώ
Και τις ώρες μου μονάχος μου περνώ.
Τρυφερό ανθάκι της καρδιάς μου
Άδοτο ακόμα καις τα σωθικά μου...

(Κάθεται σε ένα παγκάκι. Μπαίνει η Μαριάννα. Η ματιά της συναντά τη ματιά του Μεζ. Ο Μεζ σηκώνεται και μένει ακίνητος κοιτάζοντας τη Μαριάννα. Εκείνη ταραγμένη βραδύνει το βήμα της και χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον Μεζ οπισθοχωρώντας αργά κάθεται άβολα στο απέναντι παγκάκι με όλες τις αισθήσεις της σε εγρήγορση)

ΜΑΡΙΆΝΝΑ
(Σιγά στον εαυτό της, με τρεμάμενη φωνή)

Πατέρα...τρέμω...
Χάνομαι...σβήνω.
Πατέρα...ήρθε;..
...ήρθε...εκείνο;..


(Ο Μεζ βγάζει ένα ολόδροσο τριαντάφυλλο κάτω από το πανωφόρι του, πηγαίνει προς τη Μαριάννα, γονατίζει και της το τείνει. Η Μαριάννα το παίρνει και το κλείνει μέσα στα χέρια της. Τα μάτια της τώρα λάμπουν και το πρόσωπό της έχει πάρει μιαν έκφραση άφεσης και αγαλλίασης. Ο Μεζ κάθεται δίπλα της, κοιτάζοντας ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου)

ΜΕΖ
Σ’ εσέ για να ’ρθω περπατούσα μια ζωή.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Εσένα καρτερώντας είμαι εδώ.

ΜΕΖ
Μια πρωτόγνωρη χαρά διακρίνω στη ματιά σου.
Το πρόσωπό σου λάμπει περήφανο κι αγέρωχο.
Αξιοζήλευτο το όνειρο εκείνο
Που η αγαπητή θωριά του πάνω σου ρίχνει
Ένα τέτοιο φως ευδαιμονίας.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Σήμερα εκπληρώνονται
όλα τα όνειρα της καρδιάς μου.

ΜΕΖ
Ανοίγει για μας ο ουρανός
Και οι περιπλανώμενες ψυχές μας
Πετούν προς το φως της αιώνιας μέρας.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Ένα άστρο φωτεινό σαν το δικό σου
που λάμπει σαν τον ήλιο,
στην αυλή μου ταιριάζει να λάμπει.
Καυτή για σένα η φλόγα του έρωτά μου
Μεθάει, κατακτά και κατατρώει την καρδιά μου.

ΜΕΖ
Ω γλυκιά μικρή
Ώ γλυκό πρόσωπο
Που το τυλίγει απαλά το λευκό
Φως του φεγγαριού,
Σε σένα ζωντανεύει
Το όραμα που θα ήθελα να βλέπω πάντοτε.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ:
Α! Εσύ μονάχα αγάπη, έτσι απαιτείς.
Ω! Πόσο γλυκά κατεβαίνουν
Ως την καρδιά οι ελπίδες που μου δίνεις!
Εσύ μονάχα αγάπη, έτσι απαιτείς.

Μες στην καρδιά μου πάλλονται
Τα πιο γλυκά συναισθήματα,
Όπως πάλλεται ο έρωτας στο φιλί.

ΜΕΖ
Για σένα με απέραντη χαρά
όλα γύρω ζωντανεύουν.
Χάρη σε σένα βλέπω
να ξαναγεννιέται η μέρα της ελπίδας
και όλα καινούργιο χρώμα να παίρνουν.
Σαν άστρο σε σκοτεινή νυχτιά είσαι.
Σαν χαμόγελο στον πόνο.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Από τις γεμάτες αγαλλίαση ψυχές μας
αναβλύζει η αγάπη. Ω! Ν’ αγαπάς
είναι ακόμα πιο γλυκό κι απ’ το μέλι.
Έχω τόσα πράγματα που θέλω να σου πω,
ή όχι, ένα μόνο,
μεγάλο σαν τη θάλασσα,
σαν τη βαθιά, ατέλειωτη θάλασσα,...
είσαι η αγάπη μου και η ζωή μου ολόκληρη.

ΜΕΖ
Σ’ εσέ για να ’ρθω περπατούσα μια ζωή.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Εσένα καρτερώντας είμαι εδώ.

ΜΕΖ
Ποτέ θεός είτε θνητός δεν πυρπολήθηκε
Από έρωτα τόσο δυνατό σαν τον δικό μου

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Ανάστατη και ταραγμένη είμαι
Από τον έρωτα αυτόν
Που ακτινοβολεί στο βλέμμα σου.
Θέλω να ζήσω στο πλευρό σου
Μια ζωή γεμάτη έρωτα, μαγεμένη,
Ήρεμη και γαλήνια.
Σε σένα παραδίνομαι.
Όρισε τη ζωή μου.

ΜΕΖ
Πριν από το θεό και πριν από το χρόνο σε γνωρίζω.
Από τα στήθη σου ρόδα λευκά σαν το χιόνι ανθίζουν.
Τα βουνά τεράστιοι βωμοί για τη θυσία της αγάπης μου.
Έφερες μέσα μου μια ομορφιά που κανείς δε θέλω να τη δει.
Θα τήνε πλήγωνε ότι την σιμώσει.
Είσαι ένα κρίνο ολόλευκο χωρίς καμία σκιά στην όψη.
Είσαι λουλούδι που το αγάπησε το φως.
Τώρα το φως εκείνο έγινε πυρκαγιά κοντά μου.
Μα γιατί δε φεύγει πια αυτή η μέρα;
Είδε την αγάπη μας-τι άλλο ωραιότερο θα δει;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Αυτά είναι τα τρυφερά,
Τα πολυαγαπημένα λόγια
Των παρθενικών μου ονείρων.

ΜΕΖ
Μια πύρινη φλόγα μου ξεσχίζει το κορμί.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Αχ! Είναι ωραίο
Μέσα σε ζωηρές φλόγες
Να αφανίζεσαι.
Αχ! Έλα, έλα, έρωτά μου, μέθυσέ με!
Γέμισε την καρδιά μου με απόλαυση!
Αποκάλυψέ μου έναν ουρανό
γαλήνης κι ευτυχίας.

ΜΕΖ
Ω! Ίμερε ασίγαστε της καρδιάς μου...
Ω! Τι χαρά μου δίνεις!
Ποια σύννεφα σκορπίζεις!
Όλα λαμποκοπούν από φως κι έρωτα.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Εικόνα του αγαπημένου μου,
Έλα και χαράξου
Στην ερωτευμένη μου καρδιά.
Αγαπημένη μορφή, που μου χάρισες
Το πρώτο καρδιοχτύπι.
Μείνε  εδώ να μου θυμίζεις για πάντα
την απόλαυση της αγάπης.
Ο πόθος μου πάντα θα πετά νοερά σε σένα
Και αιώνια θα ’σαι για μένα ο αγαπημένος.

ΜΕΖ
Σ’ εσέ για να ’ρθω περπατούσα μια ζωή.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ
Εσένα καρτερώντας είμαι εδώ.

(μπαίνουν επιστρέφοντας τα κορίτσια. Βλέπουν τη Μαριάννα και τον Μεζ. Μεταξύ τους)

ΚΟΡΊΤΣΙΑ
Παράξενη είναι-την εδεχόμαστε.
Μα κάτι ανήθικο δεν ανεχόμαστε.

(τραγουδιστά)
Μπορεί ότι θέλουμε να λέμε
Μα άλλο είναι τι κάνουμε.
Στο χωριό μας βρωμιές δε θέμε
Και τους φαύλους ξεκάνουμε.

Αλήθεια ήτανε λίγο χαζή
Μα δε θα πει πως πρέπει
Σαν πόρνη δίπλα μας να ζει.
Από ψηλά Ο θεός βλέπει..
Κορίτσι με άντρα να μιλάει
Αυτό για μας πολύ πάει...

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
(στον Μεζ)
Ξένε τι ζητάς στο χωριό μας;

ΜΕΖ
Δικό σας είναι το χωριό κι όχι εσείς δικοί του;

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Από πού ήρθες;

ΜΕΖ
Από το άστρο ήρθα των Χαδιών.

ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Ποια είναι η χώρα σου

ΜΕΖ
Η Χώρα των κορμιών
Αγάπη που τρυγάνε.

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ.
Η πόλη σου, η γειτονιά σου;..

ΜΕΖ
Η πόλη μου η πόλη είναι του Φωτός
Κι η γειτονιά μου των Φιλιών που δεν τελειώνουν.
Κι εσείς ποιες είστε;

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Εμείς έχουμε ελευθερία.

ΜΕΖ
Άλλο τι έχετε;

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Έχουμε παρέες-φίλους και φίλες.

ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Έχουμε σπίτια, χωράφια, βάρκες.

ΜΕΖ
Τι άλλο έχετε;

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Έχουμε χαρά, ομορφιά, πλούτη...

ΜΕΖ
Αγάπη έχετε;

(τα ΚΟΡΙΤΣΙΑ μεταξύ τους πεισμωμένα)

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
θεέ μου Τι ξετσίπωτος...

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Θεόφτωχος... ξεσπίτωτος...

ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Κι ήρθε εδώ βρωμιές να κάνει
Μ’ όποιο μπρος του βρει φουστάνι.

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Και βρήκε την Παράξενη
Που μ’ όλα είναι παράταιρη

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Όμως κι αυτή ξετσιπωσιά!
Αντί να του ’δινε κλωτσιά
Να του μιλάει με γλύκα...

ΤΡΙΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Η μόνη που έχει προίκα:
Φτωχή μια κακομοίρα
Δίχως στον ήλιο μοίρα...

ΠΡΩΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Το χωριό μας αυτοί μαγαρίζουν
Και με ανήθικες πράξεις γεμίζουν.
Στους μεγάλους-εμπρός!-να το πούμε
Ώστε πάλι κακό να μη δούμε.

ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
(τραγουδιστά, βγαίνοντας)

Μπορεί ότι θέλουμε να λέμε
Μα άλλο είναι τι κάνουμε.
Στο χωριό μας βρωμιές δε θέμε
Και τους φαύλους ξεκάνουμε.
(βγαίνουν)

τέλος της τρίτης σκηνής

(αύριο τελειώνει)

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017




ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ 

Στο Γύθειο η θάλασσα κάθε πρωί φουσκώνει, μπαίνει μες στα σπίτια, σκεπάζει τους ανθρώπους και αφήνει το χρυσάφι της επάνω στα κορμιά τους. Όταν απέλθει, εκείνοι ανάβουν ένα σπίρτο και στεγνώνουν. Και πλέον αρχίζουνε τη μέρα τους μ’ ένα στρώμα χρυσαφιού περσότερο ντυμένοι.
Στη ζώνη των παραλίων ταβερνών ισχνές κοπέλλες, διασχίζοντας το πλάτος του δρόμου κουβαλούν επάνω σε τεράστιους δίσκους φαγητά για τους απολαμβάνοντες τη θαλάσσιαν αύρα. Η σαλάτα πλέει μέσα στο λάδι. Από την πρώτη μπουκιά της σε λιγώνει. Μαρίδες. Λιθρίνι. "Δοκιμάστε, είναι καλό...", "Μμμ πράγματι ωραίο..." Ο πίθηκος: "Not for me please, thank you".
Τα καταστήματα διαθέτουν πλήθος μικροαντικειμένων κατάλληλων για δώρα. Παίρνουν οι ξένοι για τους δικούς τους, αγοράζουν οι ντόπιοι για τους ξένους. Η αγορά κινείται. Μπρος στο ηρώο της πόλης δύο κορίτσια έχουν θρονιαστεί πάνω στο μάρμαρο. Ωραία κορίτσια. Το σώμα τους κρύβει τα σκαλισμένα στο μάρμαρο λόγια του εθνικού ποιητή. Κρύβουν τη θέα προς το λιμάνι, κρύβουν το μισό Αιγαίο, κρύβουν σχεδόν όλη την πατρίδα. "Τι κάνετε εδώ;" "Τιμούμε το ηρώο" "Κάτι άλλο το κάνετε έτσι που είστε καθισμένες" Θυμός. Κάτι άλλο κάνουμε όλοι μας αλήθεια την πατρίδα σήμερα. Το φοβερό είναι πως της αξίζει.

Οι Καρυές εύθραυστες, αρωματισμένες, κρατώντας μέσα σ’ ένα σπίτι τους την Ομορφιά. Την ώρα που φτάσαμε η Καλή ήταν ξαπλωμένη. Σιέστα. Το μαγαζί του αδερφού της ανοίγει μ’ ένα σπρώξιμο της πόρτας. Κανείς μέσα. Τόσα πράγματα πώς δε φοβούνται μη τους τα κλέψουνε; "Lets go for a walk around!" "Πηγαίνετε, έρχομαι."
Φως στο μαγαζί δεν μπαίνει παρά όσο χρειάζεται να βλέπω. Οικονομία του ήλιου πίσω από κλειστά παντζούρια. Προχωρώ μέσα στο χώρο του καταστήματος
ανάμεσα στα εμπορεύματα που ήσυχα ήσυχα, σαν
πόρνες αποσταμένες ολημέρα, περιμένουν ακόμα ν'
αγοραστούν. Τα χταπόδια βγαίνουν από τα κουτιά
τους και χορεύουν μπροστά μου έναν πηδηχτό,
οχταπλόκαμο χορό. Οι ντομάτες ξαναρριζώνουν
και μπροστά μου ντοματιές γεμίζει ο τόπος    ,
τόσο, που δυσκολεύομαι ανάμεσα από τα
τρυφερά, πενταπράσινα ευωδιαστά κλαδάκια τους
να προχωρώ. Οι μπακαλιάροι ξαναπαίρνουν το
στρογγυλό τους σχήμα και κολυμπούν στον αέρα.
Όλα αναστατώθηκαν και αρχίσανε να ζουν μέσα
στην αίθουσα. Πιάνω στο χέρι μου ένα λεμόνι. Έτσι
μικρό θα είναι το στήθος της κοιμωμένης.
Χορταίνω μυρωδιές σκότους και κλεισίματος σε δροσερό παντοπωλείο με τον ήλιο ένα βήμα    μακριά μου.Τίμια οσμή-οσμή όλων των εξ ων συνέτέθημεν. "Είναι κανείς εδώ;" Απάντηση καμμία.
Μολύβι και χαρτί. Γράψιμο σημειώματος που θ’ αφεθεί πάνω στον πάγκο ή θα χωθεί μες στο συρτάρι με την άκρη του να προεξέχει λίγο, καθώς προεξέχει στους αγενείς το θράσος στις κουβέντες τους. Λοιπόν- "Γεια σου. Πέρασα να σε δω"  Όχι. Δε λέγεται έτσι ωμά η αλήθεια σήμερα που τόσο αδηφάγα στόματα κυκλοφορούν καραδοκούντα.
Άλλο χαρτί- "Πηγαίνοντας προς Μολάους πέρασα να σε
δω και με την ευκαιρία να δω και την πατρίδα σου…" Λάθος. Παρεμπιπτόντως θα την έβλεπα; Κι αν δε μετράει το ένα ή το άλλο για κείνη, μετράει για μένα όμως, που η τήρηση των λεπτών ισορροπιών τέτοιας φύσης έχουνε γίνει τ’ οξυγόνο μου. Άλλο σημείωμα. "Πόσος καιρός πάει από το θέατρο; Ένας μήνας; Μου φάνηκε πολύ και είπα να 'ρθω να σε δω και με την ευκαιρία να δω και την πατρίδα σου." Τρίτο χαρτί σχισμένο. Ένα μου μένει από το μπλοκάκι. Ας μη ρισκάρω. "Γεια σου Ηλία. Πέρασα να σε δω μα ήσουν κλειστός. Η πόρτα όμως ανοιχτή. Είπαμε να κλέψουμε τίποτα με την παρέα μου, όμως σου τη χαρίσαμε γι αυτή τη φορά. Θα τα πούμε. Χαιρετίσματα στις αδερφές σου." Καλό. Και πότε γράφει ή λέει κανείς εκείνο που θα ήθελε;
Πάτησα ένα πλήκτρο του ταμείου. Όλα ξαναπήραν τις πρώτες τους θέσεις. Τα χταπόδια, οι ντομάτες, οι μπακαλιάροι, οι σκούπες στη γωνιά τους, τα μανταλάκια στη σειρά τους πάνω στο χαρτόνι περασμένα. Βγαίνω. Στο τζάμι της εξώπορτας ακόμα η διαφήμιση του θεάτρου πριν ένα χρόνο στη Σπάρτη. Με το μολύβι μου αλλάζω την ημερομηνία της παράστασης. Την κάνω μια βδομάδα μετά. Όλα είναι τόσο εύκολα. Λοιπόν σε μια βδομάδα θα ξαναδώ το πρόσωπο της σοβαρό στο ρόλο του, το βάδισμά της κάθε βήμα κι ένας κόσμος, το διάγραμμα του στήθους της δυο ορόσημα της ύπαρξης μου. Έξω οι άλλοι στέκουν μπρος στο σπίτι του ποιητή. Ο Βλάκας: "Έλα να το δεις. Αυτό το θέαμα είναι για σένα." Πήγα. "Πράγματι!" Τι να ’λεγα-πως οι ποιητές είναι οι χαραμοφάηδες της γης; Πως αηδιάζω ακούγοντας ένα ωραίο ποίημα; Πως κείνο που κάνουνε οι ποιητές είναι να προσπαθούνε ν’ ανοίξουνε μια πόρτα με λάθος κλειδί και στο τέλος χαλάνε την κλειδωνιά; Λέγονται τέτοια; Ούτε στον εαυτό μου δε θα τα ’λεγα. Γιατί πια πάει, θα διασαλεύονταν του σύμπαντος η τάξη που θέλει να θωρεί όλους βαλμένους όπου αυτή όρισε. "Θ’ αγοράσω ένα σπίτι εδώ. Εδώ θα μείνω!" “O! No George, don’t do that, we need you closer…” «Καλά, μια σκέψη ήτανε.» Πετάξαμε στο καπό τις εντυπώσεις μας των Καρυών,στριμώξαμε καμπόσες κάτω από τα καθίσματα και προχωρήσαμε. Πως ήμασταν σε αγαπημένο μέρος μόνο μια δυστροπία του αυτοκινήτου να ξεκινήσει το ’δειξε, κι ένας αγέρας που σηκώθηκε, αντίθετος στην πορεία μας. Δεν είδαμε τα περίφημα αρχαία λατομεία, δεν είδαμε το ναο με τις ωραίες αγιογραφίες, δεν είδαμε το Πνευματικό Κέντρο και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Δεν είδαμε ούτε την εκκλησία την ψηλή και κουκλίοτικη όπως Εκείνη. Λιγάκι θα λιγόστευε η λαχτάρα μας. Είδαμε όμως το πιο αξιοθέατο-το σπίτι της. Όμως πόσο Καρυάτιδα θα ήσουνα Καλή μου αν δεν καταγόσουν από τις Καρυές; (πολύ βολεύει αυτό το όνομα: Καρυάτιδες! Όλου του κόσμου οι ποθητές Καρυάτιδες με κεφαλαίο καππα δεν είναι;)

Η βίλλα του Ηρώδη του Αττικού. Σοφιστής. Γεννήθηκε στον Μαραθώνα. Και με τα περισσέματά του έφτιαχνε "έργα".  Κανείς δε σκέφτεται πας τα περισσέματά του ήτανε στερήματα εκατοντάδων χιλιάδων λαού. Κάτι μάρμαρα σπασμένα έξω από τη βίλα. Μάρμαρα. Και τα τέτοια μαρμαρά λέει, είναι η δόξα των ελλήνων (ποιων ελλήνων;) Βόσκουν ανάμεσα τους σαύρες. Μερικές κάνουνε σπίτι τους κάτι τρύπες που έχουνε τα μάρμαρα. Και αυτή είναι η μόνη χρησιμότητα των μάρμαρων. Τέχνη λέει, υψηλές έννοιες και ιδανικά λέει, Παρθενώνας λέει, ανεπανάληπτος και μοναδικός... Στο φως που σκορπίζει ο Παρθενώνας (εις δόξαν του ανθρώπου), μπορείς να δεις παιδιά στην Αφρική να ψοφούν σαν μύγες από την πείνα, μπορείς να δεις τη δυστυχία του κόσμου χτισμένη απάνω στα μαρμαρά του. Και μια γέφυρα εκεί δίπλα, που έφερνε νερό για να πίνει και να λούζεται ο Ηρώδης. Και κοιτάνε οι σύγχρονοι το "υδραγωγείο" σα να ’τανε κάτι σπουδαίο, σαν να θαυμάζουνε που και οι τότε άνθρωποι επίνανε νερό. Ο Τατούλης, ας ειν’ καλά, θα αναδείξει αυτή την κόπρο του Αυγεία. Τι καλά που θα ήτανε αντίς για βίλες να μάθει γράμματα τους έλληνες! Ας ελπίσουμε σε κάποιον επόμενο υφυπουργό πολιτισμού, όχι γελοίο. Τόσες χιλιάδες χρόνια ήταν αγράμματοι οι έλληνες, κι αν μείνουν άλλες μερικές σπουδαίο είναι; Ας χάνονται ψυχές. Χρήματα να κερδίζονται.

Απέναντι, το μοναστήρι του (της;) Λουκούς. Ας πάμε κι εκεί. Άλλο κτίσμα καταστροφικό του ανθρώπου για τον Άνθρωπο. Ο Γκαίτε είπε πως ο χριστιανισμός θα πάει τον κόσμο δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω. Μα ύστερα ίσως κάτι άλλο να φανεί αγαπημένε ποιητή και πάλι ο κόσμος να τραβήξει προς τα πεπρωμένα της εντροπίας αμαχητί. Εκκλησία. Εκατομμύρια στρέμματα γης στα νύχια της. Χιλιάδες κτίρια στα δόντια της ανάμεσα. Εκατομμύρια "πιστών" άχρηστων για την κοινωνία. Πίσω, πίσω, πίσω, πίσω. Καλά ίσως κάνει και ίσως εμείς να έχουμε άδικο. Πτώση! Αυτό δεν είναι η μοίρα όλων; Ίσως η εκκλησία να είναι ένας ελεήμων επιταχυντής. Καλόγρηες που χαίρονται επειδή μαζί με τη βίλα του Ηρώδη θα γίνουν επισκευές και στις τοιχογραφίες του ναού. Ωραίες μάντρες και λουλούδια, ωραίοι κοιτώνες μοναχών, ωραία βρύση... κι εγώ φαντάζομαι πόσο καλλίτερα θα ήταν να λέγαμε: Ωραία αναγνωστήρια φοιτητών, ωραίοι κοιτώνες φοιτητών, ωραία βρύση Γνώσης το κτίριο ολόκληρο. Προτού τη σκέψη μου τελειώσω έρχεται μια άλλη να κονταροχτυπηθεί μαζί της: λοιπόν όχι στη θρησκεία; όχι στην εκκλησία; όχι στα μοναστήρια; Μα δε χρειάζεται κονταροχτύπημα. Βέβαια κι όχι. Παραδίνομαι ανάστροφα και η δεύτερη σκέψη γίνεται ευθύς ριψίδορυς. Μοναστήρι της Λουκρύς-την απανθρωπιά του ακούς; Ωραίο δίστιχο ομοιοκατάληκτο. Μα αυτά είναι για τους άπιστους. Να! τώρα οι πιστοί προσέρχονται στο μοναστήρι για τη λειτουργία της Αγάπης. Δεύτερη μέρα του Πάσχα βλέπεις. Αγάπη! Τι μεγάλη λέξη για να χωρέσει στο ναό του μίσους! Μοναστήρι Λουκούς. Στο προαύλιο αρχαίες μαρμάρινες στήλες από τη βίλα του Ηρώδη του Αττικού. Μια μαρμάρινη καρέκλα. Παιδιά κάθονται στην κοιλότητα του μάρμαρου όπου είχε κάτσει ίσως και ο Ηρώδης. Αυτό ήτανε. Και τι άλλο εκτός της μνήμης είναι που συντηρεί τέτοιες σκέψεις και επόμενα τέτοιους "θαυμασμούς"; Μαρμάρινες στήλες λοιπόν. Ειδωλολατρικές. Και πάνω τους θυμιατά. Χριστιανικά. Συνύπαρξη δυο κόσμων. Μάλλον συνύπαρξη των συντριμμιών ενός κόσμου νικημένου, με ένα κόσμο νικητή χωρίς το φόβο να του αμφισβητηθεί η νίκη. Νίκησε ο χριοτιανισμός, κατάστρεψε κάθε τι παλαιό και τώρα συνυπάρχει με τα συντρίμμια του κόσμου που κατάστρεψε. Όπως οι πλούσιοι συνυπάρχουν αρμονικά με τους προλετάριους, όπως οι αμερικάνοι συνυπάρχουν αρμονικά με τους ινδιάνους.
Ένα θυμιατό πάνω σε μια αρχαία μαρμάρινη στήλη! Πού καταντάνε τα μάρμαρα! Και στο δάπεδο του προαύλιου, ανάμεσα στις πλάκες του, μη λογαριάζοντας τι λέει κανένας για όλα αυτά, μη δίνοντας σημασία σε πολιτισμούς και μάχες και καταστροφές, χορταράκια ζωηροπρασινούλια που ρίζωσαν εκεί. Η ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Και το νόημα όλων αυτών; Τίποτα. Μηδέν. Ο κόσμος είναι μια α-νοησία. Και καλλίτερα. Γιατί αν είχε νόημα ο κόσμος θα ήμασταν δούλοι του νοήματος αυτού. Ενώ τώρα διαλέγουμε οι ίδιοι τη δουλεία μας.

Και τούτη είναι η κληματαριά του Παυσανία. Παυσανίας. Μαθητής του Ηρώδη του Αττικού! Μικρός που είναι ο κόσμος! Αυτός ταξίδευε και έγραφε ό,τι έβλεπε. Και πια εμείς χαιρόμαστε γιατί περιγράφει πράγματα που είδε στην αρχαία Ελλάδα. Ε και λοιπόν; Και μεις βλέπουμε ένα σωρό πράγματα και μάλιστα τώρα, σημερινά, φρέσκα. Μα να! τώρα περνάνε οι κάτοικοι της τότε Ελλάδας και "θαυμάζουν". Ένας γέρος επισκέπτης με πλησιάζει. "Την άλλη φορά που ήρθα το κλίμα ήτανε μακρύ δύο χιλιόμετρα. Τι έγιναν;.. Είμαι απ’ την Κρήτη ξέρετε… μόνάχα στη Μάνη και στα Σφακιά δεν πάτησε τούρκος... η κόρη μου είναι αγροτική γιατρίνα εδώ... θα κόψω ένα κλαρί να το φυτέψω στον κήπο μου και θα γράψω πάνω του πως είναι από την κληματαριά του Παυσανία..." Τον ακούω σκεπτικός. Όλα εγίνανε για να μπορεί αυτός ο βάτραχος να κοάζει; Και σκέπτομαι πως από τα βιβλία που έγραψε ο Παυσανίας εσώθηκαν μονάχα όσα μιλούσανε για την Ελλάδα. Και βέβαια κουβέντα ας μη γίνεται πως οι αρχαίοι έλληνες ήσαν ρατσιστές. Ας καταστρέψανε όλα τ’ άλλα τα βιβλία του Παυσανία και ας άφησαν μόνο όσα μιλούσαν για Ελλάδα. Κι ας ήτανε προμετωπίδα στο βιβλίο της ελληνικότητας τους το "πας μη έλλην βάρβαρος".  Και ο Πλάτωνας είναι "θείος" και ο μέγιστος των φιλοσόφων κι ας ήθελε να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου. Η δόξα αποκτάται με φωτιά, καταστροφές και αποσιωπήσεις. Καταλαβαίνει πια κανείς τι δόξα είναι αυτή. Α! Να ’τανε να ’χε μυαλό ο άνθρωπος! Και αντί για Χριστούς και Βούδες και Ζωροάστρες να ’χε γιορτή μιας μέρας κάθε χρόνο για το λουλούδι του αγρού! Κι αντί για Παυσανίες να ευχαριστεί τη γη που δίνει το μελάνι! Και να θυμάται αντί ποιος έγραψε τις μεγαλύτερες βλακείες, ποιος βόηθησε τον άνθρωπο ν’ ανέβει...

Γεύμα στον Ισθμό. Η θάλασσα φαίνεται πόσο μεγάλη είναι μόνο όταν βλέπεις ένα μικρό κομμάτι της. Πόσο μικροί εμείς μπροστά στον Ισθμό!
Φαγητό. Οι σερβιτόροι γελαστοί όπως σε κάθε ευημερούσα πόλη. Μαρίδες. Λίγο μεγάλες αλλά πάντα νόστιμες. Σαλάτα, φέτα, λιθρίνι ψητό. Ένα καράβι περνάει. Κάποιο μικρό πλεούμενο το οδηγεί. Η γέφυρα όπου περάσαμε για να βρεθούμε από την Πελοπόννησο στη Στερεά εξαφανισμένη τώρα. Μήπως δε βλέπουμε καλά; Μήπως κοιτάμε λάθος κατεύθυνση; Όχι, η γέφυρα είχε καταδυθεί για να επέρναγε το πλοίο. Σε λίγο η γέφυρα βρισκότανε πάλι σχη θέση της στάζοντας νερά. Να υπάρχουν ψάρια άραγε ή πεταλίδες που να ’χουνε στα σίδερά της τις φωλιές τους; Κι αν ναι, θα ξέρουνε να εξηγήσουν το ανεβοκατέβασμα αυτό, ή οι επιστήμονές τους θ’ αποφαίνονται: «Ό κόσμος είναι κάτι σίδερα μέσα σε υγρό, που ανεβοκατεβαίνουνε σε άτακτα χρονικά διαστήματα»;  Άγνωστο τι από τα δυο, όπως άγνωστα θα είναι πάντοτε για μας τα ψάρια και η θάλασσα και ο εαυτός μας. "Έχετε ερωμένη;" "Μα πώς..." "He always has one…" Πέφτουν τα λόγια σαν βροχή στη θάλασσα και η αρμύρα της τα πίνει-δεν ειπώθηκαν. Τσιγάρα δίπλα μας που κάπνιζαν ανθρώπους. Όλη η Ελλάδα ένα στόμα που καπνίζει τους κατοίκους της. "Πάμε σιγά σιγά;" "Πάμε; What do you think? Shall we go?” “O! Yes. Its already three!”
Εφύγαμε με αρμύρα στο μυαλό και στο στομάχι μας μαρίδες.
Δεν μπήκαμε στο Ξηροκάμπι. Ξηροκάμπι... η Γιωργία της Ποτίτσας… δασκάλα, που έφυγε νέα... Η Γιωργία! Η αγία για όλους όσοι την εγνώριζαν. Μνήμες... ζωηρά θυμάμαι το πάντοτε γελαστό πρόσωπο της. Έλαμπε ολόκληρο από μια φλόγα εξωγήινη αγνή. Τα λόγια της, γρήγορα όκαθώς βγαίναν απ’ το στόμα της αρχίζαν και τελειώνανε με γέλιο. Τ’ "όχι" δεν ήξερε τι θα ειπεί-ποτέ δεν το ’πε σαν απάντηση σε ό,τι της ζητούσαν. Η αγία Γεωργία... Ας μείνει εδώ, σε τούτο το βιβλίο η ανθρώπινη ουσία της κι η θύμηση της.

Τρίπολη,πλατεία του Άρεος. Πρωί Πάσχα. Βόλτα στις δέκα. Ψήνονται αρνιά. Στέκω μπροστά τους. Η σούβλα να βγαίνει από το στόμα τους σαν μια τεράστια μυτερή γλώσσα. Γυρίζουνε αυτόματα με έναν ηλεκτρικό στροφέα. Σε κάθε στροφή τους τα αθώα μάτια καθενός τους να με βλέπουν επιτιμητικά και με υπόσχεση εκδίκησης. Δεξά κι αριστερά ονόματα που δείχνουν το "δικό μου" καθενός. ΚΑΠΗ, Ορειβατικός Όμιλος, Πρόσκοποι, Φιλοτεχνικός, Λύκειο Ελληνίδων. Όλοι οι κατέχοντες (χρήματα) και μη κατέχοντες (ψυχή). Φεύγω. Νωρίς είναι ακόμα για να έρθουν ο Βλάκας και ο πίθηκος. Θα κοιμούνται ακόμα. Επάνοδος στη μία. Ο Δήμος μοιράζει κόκκαλα και λίπος. Οι φτωχοί τα παίρνουν και με ευλάβεια τα μεταφέρουν στο σπίτι τους για να κάνουν Πάσχα με αυτά. Ο δήμαρχος με τους ημέτερους θα φάει τα ψηνόμενα αρνιά. Με το κρέας τους μαζί αυτά. Σε χωριστό τραπέζι, άλλο από εκείνο των δημοτών. Ας μην κάτσουμε να πούμε τώρα, μέρα χαράς (γιατί;) και ανάστασης (ποιανού;), πως τα αρνιά του δήμαρχου τα ’χουν πληρώσει κείνοι που φάγανε κρύα κόκκαλα και λίπος. Ας δούμε όμως ποιοι μπορεί να είναι άλλοι στο τραπέζι του δήμαρχου. Ό αντιδήμαρχος ο επιφορτισμένος με την εκδίωξη από το δημαρχείο των ανεπιθύμητων στο δήμο πολιτών, ο "επί των πολιτιστικών", νεκροθάφτης με τις ευλογίες του δήμου του πολιτισμού της Τρίπολης, ο ΕΚΚΕάτης Τατούλης, αρχιερέας της τελετής ενταφιασμού του πολιτισμού και κλέφτης από τους επιφανέστερους μαζί με άλλους μεγαλοκυβερνητικούς, ο Ρέππας, σοβαροφανής υπουργός και μέγας λήσταρχος, ο Σπυρόπουλος, μπαλώνοντας το πορτοφόλι του για να ’ναι έτοιμο να το ξαναγεμίσει κλεψιμέϊκα, ο Κωστόπουλος, οπορτουνιστής, μασώντας με τρεις μασέλες και ανοιχτά κοροϊδεύοντας την κοινωνία, ο Λυκουρέντζος, ανερχόμενο μπουμπούκι της Δεξιάς, πρόεδροι Συλλόγων, Ομίλων, Οργανισμών, Λυκείων, νομάρχες, έπαρχοι, και διάφοροι άλλοι, όλοι χίτες και ταγματασφαλίτες και διάφορες άλλες όλες χίτισσες και ταγματασφαλίτισσες, που πάντα ευδοκιμούν στην πόλη αυτή και που αγαστά συνεργάζονται στην καταλήστεψη του λαού της. Η παρέα καταφτάνει. Μια βόλτα ακόμα στην πλατεία και αντίο αρνιά-πάμε για αρνί. 

Μαηθανασάκος. Καλά τα φαγητά του όλα. Καλός ο κόσμος που ήτανε κεί-όχι επίσημοι. Εκεί γινόντανε δεκαετίες πριν οι εκδρομές του σχολείου μου. Εκεί, μπροστά στην εκκλησία στήνονταν το τραπέζι των καθηγητών. Από κει επέβλεπαν τους μαθητές. Στο Μαηθανασάκο στις μέρες μας κάνουν συγκεντρώσεις και συνεστιάσεις οι λαοβόροι, λαότροφοι, λαοκατάρατοι, λαοφόνοι, λαοθαμβείς, λαοπλάνοι, λαοφθόροι, συλλυσώντες συλλοίδωροι, συλληστές και συλλήστριες του λαού,οι συλλαγνεύοντες, οι συλλαφήσσοντες και συλλειώντες το λαό, συλλεσχηνεύοντες.  Κρασί ροζέ. Ο Γιωργάκης, το παιδάκι της διπλανής παρέας, όλο βγαίνει έξω και προσπαθεί να ανοίξει με ένα κλειδί αυτοκινήτου την εκκλησία. Δικοί του τρέχουν κάθε φορά από πίσω του. Η μητέρα του παιδιού ευσταλής, ευόμιλος και καλή ευνάστρια.

Τρίπολη. Βράδυ. Πλατεία του Άρεος. Νύχτα. Συζήτηση ανάμεσα σε δύο φίλους. "Γράψε αυτά που μου λες. Είναι τόσο πρωτότυπα". "Τίποτε δεν είναι πρωτότυπο. Όλα έχουν ειπωθεί." "Αυτά που μου είπες για το Χρόνο μόλις τώρα. Πες τα και σε άλλους-γράψε ένα βιβλίο." " Ό,τι κι αν γράψουμε κι ό,τι κι αν πούμε είναι άχρηστα. Καθένας άνθρωπος είναι ένα διαφορετικό ον που δεν έχει τίποτα κοινό με κανέναν άλλον. Ό,τι σκέφτεται κανείς μπορεί να έχει κάποια σημασία μόνο για τον εαυτό του. Αφόντας γεννηθήκαμε όλα είναι άσκοπα."

Στην Κάρτσοβα, που άλλοτε παίρναμε νερό, πάμε τώρα με μιαν ανύποπτη παρέα. Τι και αν έλεγα στην πιθηκίνα πως εκεί πηγαίναμε να πιάσουμε νερό για τις ανάγκες του σπιτιού; Τι αξία θα είχε γι αυτήν μια τέτοια ενημέρωση; Θα με κοίταζε παράξενα-κι αυτή παίρνει νερό από κάποια βρύση… Έτσι λέω μόνο: μια βρύση απ’ τις πολλές της Τρίπολης. "It’s dirty, don’t drink!"- δεν πίνω. Κάποτε όμως έπινα κι ας ήταν "ντέρτι".
Ας φύγουμε. Μια ακόμα βρύση! Γιατί τους πήγα εκεί;
Και η τελειωτική και τελευταία συνάντηση στο DOZEN DONUTS. Εκεί που τελείωσε ο πόλεμος προτού χρειαστεί ν’ αρχίσει ούτε μια μάχη. Εγώ: «Θα έρθω όταν μπορέσω να σας δω για λίγες μέρες» Ο Βλάκας: «You want him to com to America to see us?» Ο πίθηκος: «O! No! Not at all!» Ο Βλάκας: «Το άκουσες. Να μην έρθεις. Δε σε θέλει.» Ύστερα όλα γίνανε χωριστά, όπως οι λογαριασμοί στο εστιατόριο.

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017




ΗΜΙΣΠΑΣΤΑ

Αυτός που διψούσε νάματα-
αυτός που δάγκωνε τα χείλη του ξερά-
τι ειρωνεία τώρα να πνίγεται μέσα στη θάλασσα της δίψας του.

*


Ο άλλος κόσμος
θα ’ναι ο ίδιος βέβαια μ’ αυτόν
από τα έξω ιδωμένος.

*

Ο χειμώνας γεννάει την Άνοιξη κάθε χρόνο
καθώς  ο ήλιος καθημερινά τη δυστυχία.

*

Αν δεν υπήρχε ο Νείλος κι οι αιγύπτιοι
οι τάφοι μας μπορεί και να ’τανε ακόμα στρογγυλοί.

*

Αν όλα θα χαθούν
τίποτα δεν εχάθη.

*

Μέσα στη θύελλα την καλοκαιρινή
λυσσάει ο άνεμος και η βροχή μανιάζει.
Πέφτουν τα φύλλα
πέφτει ο ουρανός
πέφτει και μια μπλουζίτσα ολάσπρη απλωμένη
από το λυσσομάνι ξεσκισμένη.

 *

Πού είναι το φιλί που φτάνει ως το θάνατο!
Πού ’ναι το χάδι που ευφραίνει στον αιώνα!

*

Όλη η ζωή μας αν καλοσκεφτείς
μας δόθηκε να μάθουμε
γιατί δεν πέφτουνε τα δέντρα απ’ τον αέρα.
Και ούτε αυτό δε μάθαμε.

 *

Η ανάκουστη φωνή της πέτρας
μόνο απ’ Αυτόν ακούγεται. Είναι γιατί Αυτός
της ακοής τους νόμους έχει θέσει.

*

Είναι η γκλίτσα στο χέρι του βοσκού
και ο σταυρός στο χέρι του επίσκοπου.
Γι αυτό και μια τον παίρνει ο θάνατος μια η ζωή τον πάει.

 *

Αφότου εγεννήθηκε
εν’ αγκάθι στην ψυχή του.

*

Τα πεύκα τα ξέρανε ο μελιτοβάκιλλος.
Χαλάλι του.
Η εικόνα αυτή αξίζει
Όπως κάθε θάνατου.

 *

Τις νύχτες
τα βουνά
σαν ζώα υπάκουα
τραβάν στη θάλασσα και πλένονται.
Γι αυτό και λάμπουν το πρωί
στου πρώτου ήλιου τις αχτίδες.

*

Όταν εκπνεύσει στον καθρέφτη του
και δεν θαμπώσει
τότε ο καθρέφτης θα ’ναι αυτός.

 *

Το τέλος φτάνει.
Ο αμαξάς πληγώθηκε.
Οι ινδιάνοι πλησιάζουν όλο.
Και μακριά η πόλη.

*

Κληρονομιά θ’ αφήσει στους ερχόμενους
τη γνώση πως δεν έρχονται
μα ότι όπως όλα
κι αυτοί μονάχα πάνε.

 *

Κοιτάζοντας κατάματα την πυρκαγιά
καθώς το κύμα ο ναυαγός,
ολόρθος θα θαφτεί μέσα στη στάχτη των ονείρων.

*

Γέμιζε τ’ όπλο του με σίγουρες κινήσεις
όπως γεμίζουν οι νοικοκυρές τα κολοκύθια.
Κι όλο αδειανό έμενε κείνο.
Πόλεμος.

*

 Το παγώνι είναι ο αντίζηλος των ποιητών.

*

Όταν θα πάει Εκεί
τα παιδικά του χρόνια δεν θα έχουνε υπάρξει.
Όνειρο που ’σβησε θα είναι οι αγάπες
και οι αναζητήσεις του Απόλυτου.
Όταν θα πάει Εκεί
η πόρνη μνήμη θα χαθεί
και απ’ αυτόνε όλο κι όλο που θα μείνει
θα είναι ένα κατάξανθο
ένα ωραίο ωραίο μηδενικό.
Όταν θα πάει Εκεί.

*

Τα δέντρα ομορφιές γεμάτα και χαρούμενα
Λουζόνταν μέσα στο γλυκό το θάμπος του πρωιού.
Την ίδια ώρα ο χωρικός
κρυώνοντας και πεινασμένος
λάδωνε το πριόνι του.

*

Κάποτε η μέρα είχε διάρκεια τριών λεφτών.
Πόσα εκατομμύρια άσκοπα χρόνια!

*

Μπορείς να φανταστείς τον ουρανό χωρίς αστέρια;
Έτσι και δε γινότανε να μην υπάρξεις.

 *

Τα νησάκια των ποταμών.
Η ασφάλεια μες στον κίνδυνο.

*

Ο Προμηθέας μπορούσε να μη δώσει στους ανθρώπους τη φωτιά.
Όμως κάπως αλλιώς θα παράκουγε το Δία.
Γιατί Προμηθέας σημαίνει παρακοή.

 *

-"Πώς είστε;"
-"Άσχημα"
Λες και τον ρώτησαν από ενδιαφέρον.

*

Όπως κάθε άνθρωπος χρειάζεται έναν άγγελο προστάτη
έτσι και κάθε άγγελος έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο.
Αλλιώς η ύπαρξη του θα ήταν αδιανόητη.

*

Του αρέσει των κομμένων των κλαδιών η μυρωδιά κάθε Άνοιξη.
Γι αυτό η Άνοιξη έρχεται.

*

Τάχα πώς λεν τη γη τους οι άνθρωποι του φεγγαριού;
Φεγγάρι βέβαια.

*

Κουμπιά… κουμπιά… κουμπιά...
Κουμπιά με δύο τρύπες
κουμπιά με τρεις τρύπες
κουμπιά με τέσσερις τρύπες.
Και ψάχνανε το ποιο ταιριάζει στο σακάκι του.

*

Μην μπορώντας ν’ αντέξουνε κάτω από τη γη
κάθε βράδυ οι νεκροί έρχονται
και μέσα μας μπαίνουν.
Γι αυτό τους βλέπουμε τη νύχτα στα όνειρα μας.

*

Καθώς το χιόνι στην πεδιάδα έλιωνε
πρώτη ξεπήδησε τινάζοντάς το μια μαργαριτούλα
από την αγένειά του φουρκισμένη
τόσο αργά να μείνει φέτος.

 *

Αν επιζούσε ο Ρωμαίος
θα ’χε ξεχάσει την Ιουλιέττα σ’ ένα μήνα.

*

Όταν στης λύπης το δέντρο
τα φύλλα πυκνώνουνε
τότε τελείως κρύβουνε το άστρο της χαράς.

 *

Οι νέοι και η επανάσταση πάνε μαζί.
Καμμιά φορά, σε κάποιο χάνι
οι νέοι παρατρών και παραπίνουνε.
Τότε γυρίζουνε και λεν στην επανάσταση:
προχώρα κι έρχομαι.
Κι η οικουμένη τότε δυστυχεί.

*

Περιπλάνηση σε τοπία ηλιοβασιλέματος.
Το άνθος της Σιωπής εδώ περίλαμπρο.

*

Ο ποιητής ζει μέσα στα ποιήματα του
όπως ένας νεκρός μέσα σε τάφο
που ο ίδιος έσκαψε.

*

Να συλλέγεις-ναι. Μα τι;
Πάνω σ' αυτό το "τι;" ζυγιάζονται όλα.

*

Κάθε καινούργια μέρα μια Δευτέρα Παρουσία
μετά το θάνατο της νύχτας.

*

Ήτανε όχι μια αγριοροδιά.
Μα μία ήμερη, μια σοβαρή
μια ήρεμη, όμορφη ροδιά.
Όχι μια πρόκληση στην ερημιά
μα μια γλυκειά οπτασία στον κόσμο μέσα.

*

Παράδεισος σημαίνει ανυπαρξία έρωτα.

*

Οι νεκροί μιας μάχης
δείχνουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόλεμος.

 *

Όσα δεν υπάρχουν
είναι απείρως περισσότερα από τα υπάρχοντα.

*

Ο βάτραχος που έγινε πρίγκηπας μ’ ένα φιλί
έχει τη σημασία του ονείρου
που γίνεται αλήθεια μόνο μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο δηλαδή.

*

Το άλογο
και με το μαστίγιο
δε χάνει την περηφάνεια του.

*

Με χίλια μικρά ξεγελασμένοι
χάνουμε το ένα Μεγάλο.

*
Στο μισοσκόταδο
οι τσουκνίδες μοιάζουν με άνθη.

*

Απρίλης.
Εποχή των ανταρτών.

*

Έμβρυα μέσα στον κορμό του δέντρου
νήχονται τραπέζια, κρεβάτια, σκαμνιά.

*

Από τη φυλακή του εικοστού αιώνα
στη φυλακή του εικοστού πρώτου.

*

Η Ηγησώ ζει ακόμα χάρη στην Τέχνη.
Βάρβαρη που ’ναι η Τέχνη!

*

Γιατί ζαλίζεται απ’ το γύρισμα της
γι αυτό από παντού ξερνοβολάει νερό η γη.

*

Σκοτεινή Θάλασσα της Ηδονής!
Σκοτεινή Μήτρα της Επιθυμίας!
Λατρεία Σού πρέπει και Τελετές Μυστηριακές

 *
Η δυστυχία δε συνηθίζεται

                                  -----

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

                     ΓΥΜΝΟΣ

Ωραία λοιπόν...
κάτι καινούργιο έρχεται.
Καλώς να  'ρθεί
(έξω βρέχει).

Και τι μπορεί να  'ναι καινούργιο
για όποιον έχει δει λουλούδια μαραμένα.
Για όποιον έχει δει  το στόμα ενός μικρού παιδιού
γεμάτο αρρώστια έτσι που η γλώσσα του
να μη χωρά στο στόμα του και να προβάλει-
και τον πατέρα να  ’ναι όλος ένα βλέμμα πετρωμένο
στον ίλιγγο της απορίας και του χάους...

Και τι μπορεί να 'ναι καινούργιο
για όποιον βρέθηκε γυμνός
ανίσχυρος-ίδιος εν’ άδειο ηχείο-
ανάμεσα σε αέρηδες που ερίζουνε ποιος θα τον πρωταρπάξει...
για όποιον είδε κοριτσόπουλα να προκαλούν
χαϊδεύοντας τη φούστα τους για λίγο ανεπαίσθητα...
γι αυτόν που ξέρει πως οι συνδυασμοί των λέξεων έχουν υπάρξει όλοι...
για όποιον έχει δει τον ήλιο να ζυγιάζεται
στου τόξου τη χορδή προτού
στοχεύοντας το κέντρο κάθε ακτίνας του εκτοξευτεί...
γι αυτόν που ο βαρύτερος χειμώνας ειναι της Άνοιξης...
γι αυτόνε που ο θάνατος έχει ερθεί πολλές φορές και δεν τον βρήκε...

Και τι μπορεί να  ’ναι καινούργιο
για όποιον ξέρει 
πως είμαστε όντα ψεύτικα
είδωλα σκοτεινά μελλόντων όντων
που κάποτε ύστερα θα ζήσουν και που κάποιο
αντίστροφο προβολικό μηχάνημα τα αντιγράφει
και τα προβάλλει και τα εντυπώνει
στο φως που εβαρέθηκε να ταξιδεύει…

Ωραία λοιπόν..
κάτι καινούργιο έρχεται.
Καλώς να  ’ρθεί
(έξω βρέχει).

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Διάβαζα το De brevitate vitae του Σενέκα. Λέει κάπου: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή για έναν γέροντα από το να μην έχει να παρουσιάσει άλλη απόδειξη πως έζησε εκτός από τα χρόνια του.»

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Δε λέω, καλά είναι να έχεις παρέα μια Γυναίκα στα τελευταία σου.
Στο κρεβάτι εσύ ξαπλωμένος να σε σκεπάζει εκείνη στοργικά και να σε φιλάει πριν φύγει για τη δουλειά. Το γνιαστικό να βλέπεις πρόσωπό της σκύβοντας με αγάπη πάνω σου. Και να ακούς να σου λέει εκείνα τα λόγια που άλλοτε, καμιά φορά, μπορεί και να τα βαριόσουν. Το χάπι σου των έντεκα το έχω εδώ. Και δίπλα το νερό. Αν θελήσεις να πιεις τσάι χτύπα στον τοίχο και θα έρθει η κυρα Βιβή. Της έχω πει να έχει το νου της. Γεια σου. Ένα φιλί πάλι.
Καλό είναι να έχεις μια Γυναίκα παρέα στα τελευταία σου.
Και να ξέρεις ότι στη δουλειά η σκέψη της θα τρέχει σε σένα. Ο επιστάτης θα την παρατηρεί κάθε τόσο. Γυναίκα, δεν έχεις το νου σου στη δουλειά. Γυναίκα πρόσεχε, βγάζεις ελαττωματικά. Και η Γυναίκα να σκέφτεται, πώς να είναι; ανέβασε τάχα πυρετό; πονάει; 
Καλό είναι να έχεις μια Γυναίκα για παρέα στα τελευταία σου. Κι ας λείπει στη δουλειά κάθε μέρα. Ξέροντας πως η σκέψη της είναι και την ώρα εκείνη σε σένα, είναι σαν να την εχεις δίπλα σου.
Και κοντα της ό,τι να γίνει είναι καλοδεχούμενο και ωραίο μαζί.
Και ξέρεις τι θα γίνει.
Μετά από μια ζωή γεμάτη μίση, τραγωδίες, κακουχίες, γελοιοποιήσεις, πόνους, διασυρμούς, να τώρα η λύτρωση από όλα αυτά. Να το απάνεμο λιμάνι που στα ήρεμα νερά του το πολυταξιδεμένο καράβι θα παροπλιστεί, και ήσυχα ήσυχα θα σαπίζει ώσπου να γίνει νερό και ψάρια και αέρας και άρωμα και σκίνο και φεγγαραχτίδες και πάλι λάβα και φωτιά και σύννεφο.
Είναι καλό να έχεις μια Γυναίκα για παρέα στα τελευταία σου.
Αντιπληρωμή για όλα όσα άσχημα σου έδωσε η ζωή.
Κι όταν τελειώσει τη δουλειά της ημέρας να πάλι η Γυναίκα δίπλα σου. Με ένα λόγο της να μεταπλάθει τις ήττες σου σε νίκες, να συ δίνει το χάπι της  ευτυχίας στην ώρα του, με μια  ματιά της να κάνει σιγουριά  την αμφιβολία σου, με ένα χαμόγελό της να αλλάζει δια παντός την κατάρα σε ευλογία, και την ύστατη στιγμή σου να σε ταγίζει με το στήθος της  χαρίζοντάς σου την αιώνια ζωή.
Καλό είναι να έχεις μια τέτοια Γυναίκα δίπλα σου στα τελευταία σου.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια ήρεμη ευχαρίστηση να διαγράφεται στο πρόσωπο της)
Ευχαριστώ. Μου δίνετε θάρρος να σας πω τα χειρότερα.
Γιατί έφτασα σε σημείο να σκεφτώ πως δεν έφταιγα εγώ για ό,τι γινόταν, αλλά ο άντρας μου.
'Ετσι, όταν, για λόγους άλλους, χωρίσαμε, σκέφτηκα να δοκιμάσω μήπως με κάποιον άλλον άντρα τα πράγματα
θα ήσαν διαφορετικά. Μήπως όταν βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα, έπαυα να νιώθω την ψύχρα εκείνη που σφράγιζε κάθε μου επαφή μαζί του.
Υπήρχε κάποιος πελάτης του πριν άντρα μου που έδειχνε από καιρό να του αρέσω. Ήτανε στην ηλικία μου και με παρουσιαστικό που θα τραβούσε κάθε άλλη γυναίκα. Με κριτήρια αυτά, που θα χρησιμοποιούσε μια γυναίκα για
να αποκτήσει έναν άντρα, με αυτά τα ξένα κριτήρια αποφάσισα κι εγώ να δοκιμάσω για δεύτερη και τελευταία φορά.
Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα στο ξενοδοχείο μιας γειτονικής πόλης.
Τα χέρια μου άτονα κρέμονταν κάτω όταν με φιλούσε. Το θεώρησε σαν ένα είδος ντροπής από μέρους μου και  έβαλε αυτός τα χέρια μου πάνω στους ώμους του.
Τον δέχτηκα μέσα μου με την ίδια ψυχρότητα-μπορώ να πω απέχθεια-με την οποία δεχόμουν τον άντρα μου.
Με μια πρόφαση δεν τον ξαναείδα.
Αυτή είναι κύριε Περτίνι η αγαπημένη σας.
Ύστερα ήρθατε εσείς.
(Γυρίζει και τον βλέπει. Με συγκίνηση)
Γιατί να διαλέξετε εμένα από όλες τις γυναίκες της πόλης κύριε Περτίνι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν έχετε την απάντηση διαβάζοντας τα τόσα
ποιήματα μου;

ΈΛΕΝΑ
Αυτό είναι αλήθεια. Ναι, δεν ξέρω τι έχει μείνει που να μην έχετε πει που να δικαιολογεί την αγάπη σας για μένα. Εσείς, ο ποιητής, θα έχετε οπωσδήπτε κι άλλα να πείτε, όμως για μένα αυτά ήσαν αρκετά για να με συγκινήσουν. Ναι, αυτή είναι η λέξη-να με συγκινήσουν. Όχι βέβαια ερωτικά, όμως συγκίνηση είναι να ταράζεται η ψυχή σου από κάτι. Συγκίνηση είναι να νιώθεις χαρά βλέποντας απέξω από την πόρτα σου ένα βιβλίο που μιλάει για σένα σαν να ήσουν μια φυσιολογική γυναίκα. Μια φυσιολογική γυναίκα! Χαιρόμουν από τη μια, μα λυπόμουν όταν σκεφτόμουνα ότι όλα αυτά δεν ταιριάζουν σε μένα. Ότι ένα λάθος ήτανε η συνύπαρξη μας-εμένα και εκείνων των γραφτών. Οτι σε κάποιον άλλη έπρεπε να είχανε πάει.
Όλα εκείνα τα χαριτωμένα λόγια σας, όλα τα υμνητικά της ομορφιάς μου ποιητικά εφευρήματα σας, εκείνες οι παρομοιώσεις σας που μ’ έκαναν να νιώθω πουλί τη μια φορά, αγεράκι την άλλη, μήτρα του Σύμπαντος μετά, θέληση που κάνει τη γη να γυρίζει, όλες εκείνες οι λεπτές σας παρατηρήσεις για τον ψυχισμό της γυναίκας, τα γεμάτα υψηλό ερωτικό περιεχόμενο νοήματα που στριμώχνατε τόσο ταιριαστά μέσα σε λίγες γραμμές, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω σαν μια μικρή μάγισσα, αφού εγώ τα είχα καταφέρει, αφού εγώ έκανα να υπάρξουν. Μια μάγισσα που όμως-αλλίμονο-δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της ανεκτά ευτυχισμένον.
Όμως, μ’ αυτά ζούσα ό,τι μου είχε στερήσει η Φύση. Μ’ αυτά γινόμουν γυναίκα. Στη φαντασία μου πάντοτε, όμως πόσο δυνατή ήτανε αυτή η φαντασία!  Ό,τι μου είχε στερήσει η ζωή, μου το χάριζαν τα ποιήματα σας. Γινόμουν μια γυναίκα που ένας άντρας βρίσκει σ’ αυτήν τόσα πράγματα που εκείνη δεν ήξερε πως είχε. Και πιο πολύ, βρίσκει μια θερμή γυναίκα. Μια γυναίκα που τα φιλιά της θα τον έκαναν ευτυχισμένο. Τα δικά μου φιλιά... (γελάει πικρά) που αν τα έδινα σε κανένα, θα τον πάγωνα...  Είναι φοβερό να μην αγαπάς!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Φοβερότερο είναι ν’ αγαπάς.

ΈΛΕΝΑ
Ίσως. Δεν μπορώ να πω. Εσείς τα έχετε γνωρίσει και τα δύο.
Εγώ λοιπόν, εγώ η ανέραστη, ζούσα έναν, ψεύτικο έστω, έρωτα στα ποιήματα σας μέσα.
Κοιμόμουν μαζί τους. Τα κουβαλούσα στην τσάντα μου. Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως τα χάσω. Σκεφτόμουν να κάνω αντίγραφα τους που να τα φυλάξω σε ένα άλλο
μέρος, πιο ασφαλές. Και από τότε που αγάπησα έστω με αυτή την αγάπη τα ποιήματα σας, από τότε που
γνώρισα αυτή τη μικρή και παράξενη αγάπη, άρχισα να καταλαβαίνω τι στερούμαι και τι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα νιώσει ποτέ.
Κι έτσι σκέφτηκα... είπα... πως σας ώφειλα μιαν εξήγηση για τη στάση μου απέναντι σας όλον αυτό τον καιρό που εσείς μου γράφατε τα ποιήματα σας.
Θα έπρεπε να σας είχα πει κάτι, ένα όχι έστω, θα έπρεπε να σας έχω δείξει ότι ναι, σας καταλαβαίνω, ναι, εγώ είμαι αυτή, αλλά ξέρετε κύριε Περτίνι, σας ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χαρίσατε, σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε, σας ευχαριστώ που διαλέγοντας εμένα να πείτε όλα αυτά ταωραία πράγματα με κάνατε πολύ χαρούμενη, όμως... και να έβρισκα ένα ψέμμα που να σκότωνε κάθε ελπίδα ίσως σε σας, και
κάθε χαρά για μένα. Ένιωθα ένοχη να παίρνω όλα αυτά τα χαριτωμένα και να μη λέω ούτε ένα ευχαριστώ. Ήταν σαν να τα έκλεβα. Και είπα να έρθω να σας δω. Κι ακόμα για έναν άλλο λόγο όμως ήρθα. Ήθελα να δω από κοντά και να μιλήσω μαζί σας, μαζί με τον άνθρωπο που είχα καταφέρει άθελα μου να κοροίδέψω, δηλαδή να κάνω να με αγαπήσει. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί αυτό. Είναι πολύ άδικο για σας. Ποια μοίρα φέρνει σε μια γειτονιά δυο ανθρώπους σαν και μας και τους κάνει να γνωριστούνε; Πόσο φρικτή είναι η ζωή με τέτοιες άστοχες πράξεις της!
Και μαζί είχα την περιέργεια να δω πώς θα αντιμετωπίζατε το αντικείμενο της αγάπης σας όταν αυτό θα σας αποκάλυπτε την αλήθεια για την κατάσταση του. Γιατί από τη στιγμή που αποφάσισα να σας αντικρίσω ούτε για μια σιγμή δεν μου ξανάρθε στη σκέψη να σας πω ψέμματα. Θα ’τανε σαν να έριχνα μια σκοτεινή αχτίδα στον ήλιο, σαν να έγραφα ένα όχι σε χίλια ναι ανάμεσα.
Και είδα.
Σας είδα και βρήκα να ταιριάζουν όσα λέτε με ό,τι είστε. Ετσι ακριβώς φανταζόμουν τη συνάντηση μας καθώς ερχόμουν εδώ πάνω για να σας δω. Τα ήξερα όλα σαν να είχαν ξαναγίνει κάποτε, παλιά, και απλά τώρα τα έφερνα στη μνήμη μου πάλι. Κάθε γραμμή των γραφτών σας ταιριάζει με κάθε λέξη σας. Κάθε στροφή των ποιημάτων σας είναι μια μικρή κίνηση σας. Κάθε σας βλέμμα είναι κι ένα από τα ποιήματα σας. Αιστάνομαι σαν να κρατώ ένα αντίγραφο σας έχοντας τα ποιήματα σας στο σπίτι μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Μιλάτε ποιητικά.

ΈΛΕΝΑ
Ίσως να έμαθα κάτι μετά από τόσες φορές που διαβάζω τόσα ποιήματα.
(σιωπή)
ΡΑΪΜΟΝΤΟ

Κυρία, είπατε όσα είχατε να πείτε;

ΈΛΕΝΑ
Όχι. Ένα ευχαριστώ μεγάλο θέλω να σας πω και μια συγνώμη να σας ζητήσω.
Τώρα ναι, τελείωσα.
Και νομίζω πως πρέπει πια να πηγαίνω.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Κυρία, ήρθε η ώρα να μιλήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ να μη φύγετε αν πρώτα δεν με ακούσετε.
Μου λέτε πως είπατε ό,τι είχατε να πείτε και ότι θα έπρεπε ίσως να πηγαίνετε.

ΈΛΕΝΑ
Ναι, δεν έχω να σας πω άλλο τίποτε, και όσο
για να σας ζητήσω κάτι ούτε λόγος να
γίνεται...
Έκανα το καθήκον μου νομίζω απέναντι σας.
Δεν ήθελα να σας αφήνω να πονάτε για κάτι
που δεν αξίζει πόνος γι αυτό. Συχωρείστε με
που άργησα, δείξτε την κατανόηση που θα
απάλυνε τον δικό μου πόνο, και
διατηρείστε την ανάμνηση μιας γυναίκας που
αγαπήσατε κάποτε χωρίς να τη χαρείτε, όχι
επειδή δε θα το ήθελε η ίδια, μα επειδή η
Πλάση δεν το θέλει.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Η Πλάση κυρία δεν είναι κάτι έξω από σας και από μένα. Είμαστε και μεις Πλάση όσο και αυτή. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Αν κάτι παράξενο ή άσχημο συμβαίνει στον καθένα, τούτο δεν είναι παράξενο ή άσχημο, ή ό,τι άλλο. Εμείς είμαστε που το ονομάζουμε έτσι. Αυτό είναι απλά και ξεκάθαρα, Πλάση. Πλάση και τίποτε άλλο. Και αυτή ποτέ δεν μένει η ίδια κυρία. Βλέπετε μέσα σε μια μέρα πόσο διαφορετικά πράγματα μας δίνει, βλέπετε ακόμα πόσες μορφές κάνει να παίρνει ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ή, σκεφτείτε ακόμα πως το ίδιο πράγμα αλλάζει και ανάλογα με τη διάθεση εκείνου που το βλέπει.
Ο ήλιος είναι αυτός που το πρωί είναι κόκκινος και όχι πολύ ζεστός, ο ίδιος ήλιος είναι που το μεσημέρι καίει και είναι ολόλευκος, και που το απόγεμα και το βράδυ το χρυσοκόκκινρ χρώμα του μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε άλλον πλανήτη, ολότελα διαφορετικόν από τον πρωινό μόλις.
Αυτή είναι που κάνει το λουλουδάκι να
πρωτοφαίνεται σαν μπουμπούκι την άνοιξη, μετά λίγες μέρες ανοίγει, και τέλος μαραίνεται και πεθαίνει.
Αυτή είναι που φτιάχνει το κουκούλι που μέσα του θα πλαστεί η χρυσαλίδα που η ίδια χρυσαλίδα αργότερα, όταν η άνοιξη θα στείλει τη ζωοδότρα πνοή της να φυσήξει πάνω από στεριές και θάλασσες, πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από κήπους και βραγιές-η ίδια αυτή χρυσαλίδα θα γίνει η ωραία πεταλούδα, το στολίδι αυτό της άνοιξης, κυρία. Μήπως, κυρία, είστε η χρυσαλίδα και το μπουμπουκάκι, μήπως είστε ο πρωινός ήλιος, και προσμένετε την άνοιξη για να ανοίξετε τα φτερά σας, και προσμένετε την άνοιξη για να ανθίσετε, και προσμένετε το δείλι για να φλογίσετε-το σκεφτήκατε ποτέ;

ΈΛΕΝΑ
Ωραία όλα αυτά κύριε Περτίνι και πολύ όμορφα ακούγονται. Μακάρι να είχε η άνοιξη έγνια και για μένα, μακάρι το μεσημέρι να φρόντιζε και για τη λαύρα μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν είστε λουλουδάκι και ήλιος. Είστε γυναίκα. Και για τη γυναίκα ο ήλιος είναι ο άντρας και η άνοιξη είναι η αγάπη του. Δεν ταιριάζουν;

ΈΛΕΝΑ
Ναι, και ίσως ο άντρας για μένα να ήσασταν εσεις... Μα είναι αργά πια για μένα. Δεν είμαι χρυσαλίδα πια κύριε Περτίνι, και δεν είμαι ο πρωινός ήλιος, είμαι στο μεσημέρι μου.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Τόσο μικρή ιδέα έχετε για την Πλάση; Τόσο την υποτιμάτε; Υπάρχει αργά και νωρίς γι αυτήν; Υπάρχει αδύνατο κάτι για την παντοδυναμία της; Είναι δυνατό σ’ αυτή να σας δημιουργήσει και της είναι αδύνατο να σας φέρει όποτε αυτή θέλει την άνοιξη; Και το νωρίς και το αργά με τι μέτρα τα μετράτε κυρία; Έχουμε μέτρα εμείς για το μεγαλείο της;

ΈΛΕΝΑ
Πόσο θα ήθελα να πιστέψω σε θαύματα κύριε Περτίνι… Και τότε πόσο εύκολο θα ήτανε να πειστώ ότι όλα μπορούνε να γίνουν στον κόσμο αυτό! Και τότε... τότε... πώς θα έλπιζα!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(Όσο ο Ραϊμόντο μιλάει, η 'Έλενα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην αρχή, με συγκίνηση προς το τέλος)
Αφού μιλήσατε για θαύματα κυρία, ακούστε αυτό που θα σας διηγηθώ, και πιστέψτε ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για το μεγαλείο της πλάσης όταν κάτι πολύ το ζητάει, όταν η ίδια δηλαδή το θέλει. Με άλλα λόγια θα σας διηγηθώ ένα θαύμα που έγινε σε μένα κυρία. Βρισκόμουν στην εξορία. Το σπίτι που καθόμουν, το χώριζε από το απέναντι σπίτι μια μάντρα και ένας στενός δρομάκος. Στον κήπο του απέναντι σπιτιού φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, που ένα από τα κλαδιά του έφτανε, περνώντας σαν μεγάλη αψίδα πάνω από το δρόμο, ως το παράθυρο μου. Κάθε άνοιξη το παράθυρο μου γέμιζε φύλλα καταπράσινα και πεντατρύφερα και τα κλαδάκια της μεγάλης εκείνης κλάρας γέμιζαν με πουλιά, που λαλούσανε τόσο γλυκά ώστε διώχνανε κάθε λύπη. Εκείνη η χρονιά που έγινε το θάμα που γι αυτό σας μιλώ, ήτανε μια δύσκολη χρονιά για μένα. Όλα πήγαιναν στραβά. Οι σχέσεις μου με την πολιτεία, η σχέση μου με τους φίλους και με τη φιλενάδα μου, τα οικονομικά μου... Μόνη παρηγοριά μου ήταν το φυλλοβόλημα του δέντρου, και άραγε μαζί και της κλάρας μου, η οποία κάλυπτε με τον ευεργετικόν όγκο της όλο το πλάτος και μήκος του παραθύρου μου.
Και κάθε πρωί-ήτανε καιρός της άνοιξης-άνοιγα, πρώτη μου δουλειά ξυπνώντας, το παράθυρο μου, για να δω το πρώτο φυλλαράκι, προπομπό των υπόλοιπων. Ήταν το μόνο που θα μου έδινε μια ανακούφιση από τις στενοχώριες της περιόδου εκείνης. Ήταν το μόνο που θα μου έφερνε το μήνυμα της αναγέννησης, της επίδας ότι όπως τα ξερά κλαριά άνθιζαν, έτσι θα άνθιζε και η ζωή μου πάλι.
Και όλο παρακαλούσα την άνοιξη να στέρξει να μου κάνει γρήγορα τη χάρη να δω εκείνα τα φυλλαράκια που θα μου έδιναν τη δύναμη ν’ αντέξω.
Μα τίποτε. Και όλο περισσότερο με πλήγωνε η ‘ελλειψη του φυλλοβοληματος, καθώς αυτό θα ήτανε το μήνυμα, από κείνη σταλμένο, που θα μου έλεγε: μη φοβάσαι τίποτα και για τίποτα μη λυπάσαι, εγώ είμαι εδώ, και είμαι μαζί σου. Να! σου έστειλα τον αγγελιαφόρο μου. Χάρου! Δε σε ξέχασα.
Και όσο αργούσε το άνθισμα του δέντρου, τόσο η θλίψη μου με έσπρωχνε όλο και περισσότερο να βρω άπρεπες και καταστροφικές λύσεις στα προβλήματά μου που όλο και διογκώνονταν απειλώντας με πνίξουν.
Το βράδυ το προηγούμενο του θαύματος, είχα ξαπλώσει με συντροφιά τις πιο πένθιμες σκέψεις. Και ο ύπνος μου δεν ήτανε ύπνος παρά εφιάλτες, τρομαγμένα ξυπνήματα και άσκοπα στριφογυρίσματα πάνω στο κρεβάτι.
Σηκώθηκα το πρωί σαν μελλοθάνατος που ήρθε η μέρα της εκτέλεσης του. Χωρίς ελπίδα καμμία πια για χάρη, από συνήθεια και μόνο άνοιξα το πραθυρο εκείνο το πρωί.
Και, κυρία, μη βιαστείτε να πείτε ότι το δέντρο είχε επιτέλους ανθίσει. Όχι κυρία. Δεν είχε ανθίσει οόκληρο το δέντρο. Ολάνθιστη και καταπράσινη στεκόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μόνον η κλάρα που φιλούσε το παράθυρο μου.
Το υπόλοιπο δέντρο κυρία, άνθισε όταν άνθισαν και όλα τα άλλα δέντρα μαζί.

ΈΛΕΝΑ
(με έκδηλη έκπληξη)
Συγκλονιστικό! Θεέ μου!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(σιγανά, γέρνοντας με αγάπη και ενδιαφέρον προς το μέρος της Έλενας)
Ήρθε νωρίς για μένα. Γιατί να μην έρθει αργά για σας;
(Η Έλενα κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο. Στέκει με την πλάτη γυρισμένη προς τον Ραϊμόντο)

ΈΛΕΝΑ
(σιγά)
Νομίζετε... πως θα έπρεπε... να δοκιμάσουμε;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα ενώ μπορούμε όλα να κερδίσουμε.
(Μένουν έτσι για λίγο. Τέλος η Έλενα στρέφει αργά και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Τζόρτζιο. Κοιτάζει κάτω. Ο Ραϊμόντο την πλησιάζει αργά, με τα χείλη του ακραγγίζει τα δικά της και κάνει ένα βήμα πίσω. Η Έλενα μένει ακίνητη και ταραγμένη. Αργά φέρνει το δεξί της χέρι στα χείλη της και αγγίζει με τα δάχτυλα του τα χείλη της. Βλέπει κατόπιν για πολλή ώρα τα δάχτυλα της, σαν να περίμενε να δει κάτι εκεί απορώντας που δεν το βλέπει. Βλέπει προς τον Ραϊμόντο με μια παράξενη δύσπιστα. Τέλος απλώνει το χέρι της προς αυτόν, πιάνει το χέρι του και με τα μάτια της λάμποντας από προσμονή τον έλκει απαλά προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώνονται. Τα χέρια της Έλενας υψώνονται και τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του Ραϊμόντο. Τέλος χωρίζουν. Η Έλενα, εκστασιασμένη, κάθεται στην καρέκλα. Ο Ραϊμόντο μένει ορθός.)

ΈΛΕΝΑ
(Χωρίς να βλέπει προς αυτόν, κατάπληκτη ακόμα)
Ραϊμόντο, εσύ που είσαι ποιητής και βλέπεις ό,τι δεν βλέπουν άλλοι, είδες μόλις πριν να βγαίνουν από μέσα μου η λύπη, η κατάρα, ηκακοτυχιά, η δυστυχία, η ντροπή τόσων χρόνων;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Όχι. Όμως είδα να μπαίνουν μέσα σου η χαρά, η ευλογία, η ευτυχία, η περηφάνεια.

ΈΛΕΝΑ
Ραϊμόντο...

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ναι... Έλενα...

ΈΛΕΝΑ
Ραϊμόντο...
(τον κοιτάζει φανερώνοντας ένα πρόσωπο ευτυχισμενο, νεανικό, έτοιμο να εκραγεί από χαρά. Ψιθυριστά)
...σ’ αγαπώ!
(Ο Ραϊμόντο την σηκώνει, την αγκαλιάζει και φιλιούνται μ’ ένα ατελείωτο παθιασμένο φιλί.
Όλα από δω και πέρα γίνονται και από τους δυο πολύ γρήγορα και με ζωντάνια,σαν να σήμανε η ώρα να γίνει κάτι που για χρόνια περίμεναν)
Θα φύγουμε από δω. Θα πιάσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ως τότε θα μετακομίσω εδώ.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(την τραβάει προς την πόρτα)
Τώρα. Πάμε!

ΈΛΕΝΑ
(Τον συγκρατεί)
Ορκίσου μου ότι ούτε θα κοιτάξεις ποτέ σου άλλη γυναίκα!
(Πριν προλάβει ο Ραϊμόντο να απαντήσει, χαρούμενα έκπληκτη, μιλώντας στον εαυτό της)
Ζηλεύω! Ζηλεύω!
(σηκώνοντας τα χέρια και το κεφάλι ψηλά. Δυνατά)
Ζηλεύω!
(ξάφνω γυρίζει προς τον Ραϊμόντο)
Δεν πειράζει αυτό. Μου το ορκίζεσαι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ορκίζομαι.

ΈΛΕΝΑ
Πιο δυνατά!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(δυνατά)
Ορκίζομαι.

ΈΛΕΝΑ
(Κάνοντας αέρα με τα χέρια της στο
πρόσωπο της)
Και σβήσε αυτή τη σόμπα επιτέλους-πώς
την αντέχεις...

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(Με μια κίνηση προσποιητής αγανάκτησης
σβήνει τη σόμπα)
Πάμε για τα πράγματα!
(πιάνει την Έλενα από το χέρι και την πηγαίνει προς την πόρτα. Εκείνη τον σταματά)

ΈΛΕΝΑ
Ε, φίλε, δεν μου λες, τα πράγματα έχουν πόδια;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Πόδια... τα πράγματα... όχι βέβαια.

ΈΛΕΝΑ
Λοιπόν δεν πρόκειται να φύγουν ως αύριο!
(βλέπει προς το κρεβάτι)
Το κρεβάτι όμως έχει. Ας το κουράσουμε ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Έλα!
(Πέφτει στο κρεβάτι και ανοιγοκλείνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού προς το μέρος του Ραϊμόντο. Εκείνος την κοιτάζει, πηγαίνει στο κρεββάτι και προσποιητά σκεφτικός κάθεται δίπλα στην ξαπλωμένη Έλενα)
Τι σκέφτεσαι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Πως πρέπει να γραφτώ στο βιβλίο του Γκίννες. Είμαι ο πρώτος άντρας που θα κάνω γυναίκα μία γυναίκα!
(Η Έλενα τραβώντας τον τον ρίχνει στο κρεβάτι δίπλα της, ενώ την ίδια στιγμή πέφτει, κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ, η κόκκινη

                                    ΑΥΛΑΙΑ)

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Μια βιβλιοθηκη

Μια βιβλιοθλήκη στην Αμερική που μοσχομυρίζει Ελλάδα.
Που κρατάει άσβυστη τη δάδα της ελληνικότητας.
Μια μικρή Ελλάδα μέσα στη μεγάλη Αμερική.
Η βιβλιοθήκη του Ντάουνυ.
Βιβλία, νοοτροπία, συνήθειες, σκοπός, ιδανικά, ακραιφνώς ελληνικά.
Μια βιβλιοθήκη- το βασίλειο του Μορφέα, του αδερφού του Ύπνου, της μητέρας τους Νύχτας, του αγελιαφόρου του Δία Όνειρου, του Φάντασου… ελληνικά πράγματα.
Η βιβλιοθήκη του Νταουνυ-ένα υπνωτήριο.
Ελληνικότατο.
Οι συχνάζοντες εκεί  κοιμούνται ύπνον βαθύν. Ο Ύπνος τους τραγουδάει τραγουδάκια πατριωτικά βαμμένα με το μπλε της σημαίας και με μεγαλοϊδεάτικα τροπάρια.
Οι συχνάζοντες κοιμούνται στις καρέκλες. Η Διεύθυνση έκαμε αίτηση για κρεβάτια στη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού αλλά η αίτηση απορρίφτηκε.
Στα Συμβούλια οι συμβουλευόμενοι μετά τον ύπνο τους διηγούνται τα όνειρά τους. «Ονειρεύτηκα πως η βιβλιοθήκη μας απέκτησε προβολικό μηχάνημα», ο ένας.  Περηφάνεια στο ακροατήριο.
«Ονειρεύτηκα πως ήμουνα ξύπνιος», ο άλλος.
Αυτός τιμωρίται με στέρηση μιας εισόδου στη βιβλιοθήκη.
«Ονειρεύτηκα πως πήραμε την Πόλη», ο τρίτος. Σ’ αυτόν δώρο ένα σιντί με θρησκευτικούς και τον Εθνικό ύμνους.
Η Διεύθυνση διοργανώνει συνεδριάσεις και Σεμινάρια.
Θέματα συζήτησης των Συνεδριάσεων:
«Πώς θα μείνουμε κοιμισμένοι μέσα στην χώρα των ξύπνιων»
«Υπνωτικά και Ελληνισμός»
«Όποιος βιάζεται σκοντάφτει» 
«Υπακοη ύπακοή υπακοή»
Και άλλα παρόμοια. 
Θέματα Σεμιναρίων:
«Ο μονοσάνταλος ήταν ο Ιάσων;»
«Πού γεννήθηκε ο Όμηρος»
«Έλλην και μη χριστιανός-δύο έννοιες αλληλοσυγκρουόμενες»
Και άλλα παρόμοια.
Η ατοποχαρίεσσα Διεύθυνσις φροντίζει για την ταχεία λύση των προβλημάτων που αφορούν στη βιβλιοθήκη. Προς τούτο έχει αναθέσει την κάθε υπόθεση σε ισάριθμες ομάδες συχναζόντων κεκοιμισμένων.
Στα έγγραφα της ανάθεσης της κάθε υπόθεσης υποκεφαλίδα είναι τα ρητά: «Το καλό αργεί να γίνει» και «Πάω αργά γιατί βιάζομαι». Και πάνω τους είναι τυπωμένο το έμβλημα της βιβλιοθήκης. Μία χελώνα μέσα σε ένα τετρεάγωνο.
Η ομάδα που είχε αναλάβει τις ενέργειες για επέκταση της βιβλιοθήκης σε διπλανό κτίριο, χρειάστηκε μόλις τέσσερα χρόνια για να βγάλει το επίσημο πόρισμά της: ο ιδιοκτήτης δεν το ενοικιάζει ούτε το πουλάει.
Η ομάδα η επιφορτισμένη με την εκπόνηση σχεδίου συμπράξεως με αμερικανούς στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δέκα έτη μετά επέστρεψε στην Διεύθυνση την εντολή με την αίτηση να διευκρινιστεί τι σημαίνουν οι λέξεις «ελευθερία» και «σύμπραξις».
Η ομάδα η επιφορτισμένη με την αλλαγή της καμένης λάμπας της εξώπορτας, μετά δώδεκα χρόνια επέστρεψε την κοινοποίηση προς τον αποστολέα Διευθυντή με: «κλασσική λάμπα ή led;»
Ο Διευθυντής διδάσκει στα κοιμισμένα ελληνόπουλα χρηστοήθειαν και πατριωτισμόν. Και όταν κάποιοι ζητούν να του μιλήσουν, αυτός παραμιλάει: «Τώρα διδάσκω.» Και ξανακοιμάται.
Η βιβλιοθήκη του Ντάουνυ-ένα παράδειγμα προς μίμησιν.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017


Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Γράφεται για τους ενοίκους της πολυκατοικίας που ξέρουν τι έχει προηγηθεί ανάμεσα στον Ραϊμόντο και στην Έλενα.

Οι υπόλοιποι πρέπει να ξέρουν πως ο Ραϊμόντο είναι εδώ και δυο χρόνια ερωτευμένος με την Έλενα, ότι αυτή παίρνει τα ποιήματα που γράφει όλο αυτό το διάστημα ο Ραϊμόντο αλλά ότι ποτέ δεν έχει ανταλλάξει με αυτόν άλλο, πλην μιας απλής καλημέρας.


Δωμάτιο τουΡαϊμόντο. Ακατάστατο. Αργά το βράδυ. Ο  Ραϊμόντο διαβάζει εφημερίδα. Δειλοί χτύποι στην πόρτα. Ο Ραϊμόντο την ανοίγει. Μπρος του στέκει η Έλενα με τα μάτια να βλέπουν χαμηλά.
Στέκουν έτσι και οι δύο για λίγη ώρα. Τέλος η Έλενα μπαίνει στο χωλ με μικρά, σιγανά βήματα και στέκει δίπλα στην πόρτα.
Ο Ραϊμόντο κλείνει την πόρτα.
Στέκουν έτσι για λίγο. Ο Ραϊμόντο προχωρεί γρήγορα προς την πόρτα του δωματίου και την ανοίγει περιμένοντας να μπει η Έλενα. Εκείνη μπαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα αφού πρώτα πάρει από πάνω της και ακουμπήσει στο κρεββάτι ένα πουκάμισο που βρίσκονταν ριγμένο σ’ αυτήν. Μπαίνει και ο Ραϊμόντο και  κάθεται σε μιαν άλλη καρέκλα απέναντί της.
Η Έλενα κοιτάζοντας κάτω και ο Ραϊμόντο δείχνοντας αμηχανία.

ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνει για μια στιγμή τα μάτια ίσα λες για να δει μ’ αυτά την εικόνα της ανοιχτής εφημερίδας πάνω στο τραπέζι. Σιγά)
Τι γράφει η εφημερίδα;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(Παίρνοντας την εφημερίδα στα χέρια του και αφήνοντας την πάλι στο τραπέζι. Το ίδιο σιγά κι αυτός, λες και οι δύο να προσέχουν να μη σπάσουν με μια δυνατότερη φωνή ένα πολύτιμο,λεπτό κρύσταλλο) Ακρίβεια, κλοπές... τα ίδια...
(Σιωπή. Σαν δύο άνθρωποι που τα έχουν πει όλα και δε μένει τίποτε άλλο να μιλήσουν γι αυτό.)

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Είναι ακατάστατα εδώ μέσα...

ΈΛΕΝΑ
(Σαν να μην το άκουσε, σχεδόν ψιθυριστά)
 Δεν παίρνω πια τα βιβλία σας.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ναι. Δεν σας τα στέλνω.
(Μεγάλη σιωπή)

ΈΛΕΝΑ
(μιλώντας συνεχώς σιγά και σαν διστακτικά)
Τι είναι η αγάπη;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ό,τι μόνο μπορεί να είναι δικό μας.

ΈΛΕΝΑ
Δικό μας-τίνος;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Εκείνου που είμαστε-ό,τι είμαστε.
(Μεγάλη σιωπή)

ΈΛΕΝΑ
Μου αρέσουν τα ποιήματά σας.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Γι αυτό τα έγραφα.

ΈΛΕΝΑ
Τι είναι η ποίηση;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Να προσπαθείς να βάλεις τα αισθήματα σου στο χαρτί.
  
ΈΛΕΝΑ
Γιατί η ψυχή να προμοιάζεται με ένα μικρό αγνό μπουμπουκάκι; Και γιατί να της ταιριάζει αυτό το παρόμοιασμα;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Γιατί έτσι τη θέλουμε να είναι.

ΈΛΕΝΑ
Στο "Χιόνι" σας λέτε πως θα μπορούσατε να κάνετε έρωτα με τις νιφάδες του χιονιού.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Αν ήξερα πως αυτές μ’ αγαπούν, ναι.

ΈΛΕΝΑ
Δεν το ξέρετε;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Αν το ήξερα δεν θα ζητούσα τον ερωτά σας. Θέλω να ξέρω πως εκείνο που θα κάνω έρωτα μαζί του με θέλει κι αυτό. Και σαν άνθρωπος που είμαι, μόνο για άλλους ανθρώπους μπορώ να το καταλάβω.

ΈΛΕΝΑ
(Πηγαίνει στο παράθυρο. Παραμερίζει την κουρτίνα, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς τον Ραϊμόντο.
Βλέποντας έξω)
…Εγώ;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Τι εσείς;

ΈΛΕΝΑ
Εγώ-σας αγαπώ;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Όχι.

ΈΛΕΝΑ
(Κάθεται στην καρέκλα της με κάποια άνεση τώρα. Τρίβοντας το βραχίονα του ενός χεριού της με την παλάμη του άλλου)
Κρυώνω...

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ξεχάστηκα. Εχω μια σόμπα...

ΈΛΕΝΑ
Την ανάβετε σας παρακαλώ;
(Ο Ραϊμόντο ανάβει τη σόμπα και την τοποθετεί κοντά στην 'Έλενα. Η Έλενα ζεσταίνει τα χέρια της. Σε λίγο, κοιτάζοντας τον Ραϊμόντο)
Κι όμως μ’ άγγιζαν τα ποιήματα σας. Επεφτα σε μια γλυκειά νάρκη όταν τα διάβαζα... Έλεγα "όλα αυτά είμαι εγώ;"… Πόσο διαφορετικό είναι να μου πει κάποιος ότι τα μάτια μου είναι ωραία, και πόσο πιο όμορφα μου το είπε εκείνο σας το ποίημα... Κι όταν με κάματε να είμαι εγώ οι ίδιοι οι νόμοι του Σύμπαντος, ένιωσα σαν πράγματι εγώ να έδινα την εντολή για το κάθε τι που γίνεται. Και τα λουλούδια που στείλατε ποιητικά με τον φίλο σας, αλήθεια τα γέμισα με χίλια φανταστικά φιλιά, τόσο πολύ όσο θα θέλατε.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη ακούγοντας σας να μου λέτε για τα ποιήματα μου τέτοια λόγια, καθισμένη εδώ, δίπλα μου, όσο μεγάλη ήτανε η θλίψη μου όταν τα έγραφα, όντας σεις μακριά μου.

ΈΛΕΝΑ
Είναι αλήθεια ότι κοιτάζατε αν βγαίνει φως από τη χαραμάδα της πόρτας μου και τότε μόνον ησυχάζατε αν το δωμάτιο είχε φως, αλλιώς βασανιζόσασταν όλη τη νύχτα να σκέφτεστε πού βρίσκομαι;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
 Αλήθεια είναι.

ΈΛΕΝΑ
Αξίζει να ζείτε μόνο για να με βλέπετε, λέτε αλλού. Πως τα λόγια που κάποτε σας είπα είναι το μόνο ποτό που πίνετε... τι να πρωτοθυμηθώ...  Από ένα "ευχαριστώ" που σας είπα κάποτε, χτίσατε ολόκληρο κάστρο μ’ αυτό.
Τι βρήκατε σε κείνο το "ευχαριστώ" μου που να σας εμπνεύσει αυτό το ωραίο ποίημα γιαμένα;

ΤΖίΟΡΤΖΙΟ
Ήταν δικό σας. Και σας αγαπώ.

ΈΛΕΝΑ
Είμαι τόσο ωραία όσο λέτε στα ποιήματα σας;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Είστε ωραιότερη.

ΈΛΕΝΑ
Γιατί μόνο για σας; Τόσοι άλλοι που με βλέπουν δε μου έχουν πει κάτι παρόμοιο. Μου φέρονται σαν μια γυναίκα όπως όλες.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Γιατί σας αγαπώ.

ΈΛΕΝΑ
Και γιατί με αγαπάτε;.. ναι.ξέρω, δεν υπάρχει απάντηση...
(Μεγάλη σιωπή. Σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Τι ωραία ποιήματα!
(Σηκώνεται και κινείται αργά μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνει ένα ραδιόφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα)

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Σας ζητώ συγνώμη για την ακαταστασία.

ΈΛΕΝΑ
Έτσι το περίμενα το δωμάτιο σας. Δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει.
(Στηρίζεται σε μια γωνία του δωματίου κοντά στο παράθυρο. Χωρίς να κοιτάζει τον Ραϊμόντο)
Γράφετε για μένα ποιήματα τόσον καιρό και μου τα στέλνετε σε βιβλία. Τι περιμένατε από μένα στέλνοντας μου τα ποιήματα σας;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Να με αγαπήσετε.

ΈΛΕΝΑ
(Με μια κίνηση δυσφορίας. Απότομα και έντονα)
Ουφ! Να σας αγαπήσω! Αγάπη! Που δεν ξέρει κανείς ούτε τι είναι!

(Καταληκτικά)
Να σας αγαπήσω.
(Με ήρεμο πάθος)
Αγαπώ τα ποιήματα σας. Με μεθούνε. Με βυθίζουν σε μια πρωτόγνωρη απόλαυση. Με πονούν θα έλεγα. Τόσο βαθιά μου τα νιώθω. Μα αγάπη...
 
ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Είμαι μεγαλύτερος σας. Και όχι κομψός. Καταλαβαίνω. Γι αυτό και δεν τόλμησα να σας πω ποτέ τίποτε.

ΈΛΕΝΑ
(Σοβαρά, ήσυχα, σαν σκέψη)
Μη το ξαναπείτε. Όποιος γράφει τέτοια ποιήματα είναι και νέος και όμορφος.
(Μια απρόσμενη σιωπή, όπως να πρέπει να ειπωθεί κάτι σημαντικό που όμως δεν είναι μπορετό να ειπωθεί. Ενα αυτοκίνητο ακούγεται να παρκάρει στον δίπλα από την πολυκατοικία χώρο. Ήρεμα, σαν θυμωμένη με το αυτοκίνητο)
Μας έχουν ζαλίσει κι αυτά...
(Μεγάλη σιωπή. Κάθεται πάλι στην καρέκλα)
Ωραία η πολυκατοικία σας, καθαρή. Κουράστηκα ν’ ανέβω όμως τρία πατώματα χωρίς ασανσέρ.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Αν με ειδοποιούσατε θα σας έβλεπα κάπου
έξω.

ΈΛΕΝΑ
Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να μας δει κάποιος. Ύστερα θα έλεγαν ό,τι ήθελαν.
(Κοιτάζει πάνω στο τραπέζι. Χαμογελώντας)
Πώς ξεχωρίζετε το χαρτί που θέλετε ανάμεσα σε τόσα ανακατωμένα χαρτιά;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(με ίδια διάθεση)
Είναι θέμα υπολογισμού. Στο μυαλό μου οι σωροί των χαρτιών αυτών έχουν χωριστεί σε κατηγορίες. Μία κατηγορία ας πούμε διαμορφώνεται ανάλογα με το πόσο μακριά είναι από το απλωμένο προς αυτά χέρι μου ή πόσο κοντά σ’ αυτό. Άλλη από την πιθανότητα να χρειαστώ σύντομα ένα χαρτί ή άλλο. Ανάλογα με την πιθανότητα αυτή, τα τοποθετώ κοντά μου ή τα πετώ μακρύτερα πάνω στο τραπέζι όταν δε φτάνω να τα βάλω εκεί.

ΈΛΕΝΑ
Δεν μπερδεύεστε με τόσες πιθανότητες;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Πολές φορές είναι η αλήθεια, όμως το ρισκάρω παρά να σηκώνομαι κάθε φορά να τοποθετώ ένα χαρτί στη θέση του ή να πάρω ένα αλλο...

ΈΛΕΝΑ
Τα χαρτιά με τα ποιήματα μου πόσο μακριά σας τα έχετε;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ω! Μπορεί και κει πέρα...
(δείχνει ένα τραπεζάκι)
...δεν μετριέται έτσι η αγάπη.

ΈΛΕΝΑ
(σοβαρά) 
Πάλι η αγάπη!

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δε θα θέλατε να λέμε αυτή τη λέξη;

ΈΛΕΝΑ
Μα όλους τους ανθρώπους τους αγαπώ. Γιατί να μη λέμε τη λέξη αγάπη… μα για την αγάπη εκείνη που έχει μέσα της τον έρωτα, αυτήνε... Γιατί από ό,τι διαβάζω στα ποιήματα σας για μένα,αυτή την αγάπη εννοείτε.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν ξέρω να υπάρχει κι άλλη αγάπη ανάμεσα σε έναν άντρα και σε μια γυναίκα.

ΈΛΕΝΑ
Σωστά.
(Πηγαίνει προς τον τοίχο, ακουμπάει εκεί)

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Μήπως υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί εδώ μέσα κυρία;

ΈΛΕΝΑ
(γρήγορα) 
Όχι...όχι...
(Κάθεται. Σιωπή)
Πώς ξέρατε ότι θα μου αρέσει και μένα ο έρωτας;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Δεν ξέρω πώς να απαντήσω....Το θεωρώ δεδομένο... Τον έχετε γνωρίσει. Ήσασταν παντρεμμένη. Έχετε δυο παιδιά...

ΈΛΕΝΑ
(με μια χροιά ειρωνίας)
Δεν παντρεύονται όλοι από έρωτα, αυτό θα το ξέρετε.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Και βέβαια το ξέρω. Υπάρχουν και τα συνοικέσια.

ΈΛΕΝΑ
(ίδια)
Δεν εννοώ αυτό. Πολλές γυναίκες παντρεύονται όχι για να έβρουν μόνιμο εραστή, αλλά για να κάνουν οικογένεια, σπιτικό, παιδιά, για να αποκτήσουν μια οντότητα, μια υπόσταση, που στις επαρχίες αλλιώς δεν την αποκτούν.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ετσι είναι, όμως αυτά πάνε μαζί. Ο έρωτας, θέλει κανείς ή δε θέλει, είναι το επακόλουθο ενός γάμου.

ΈΛΕΝΑ
Αν με έρωτα εννοείτε την απόκτηση παιδιών,ναι.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Με έρωτα εννοώ τον έρωτα.

ΈΛΕΝΑ
(πιο δυνατά, επιθετικά, σχεδόν εχθρικά)
Εννοείτε το πέσιμο σ’ ένα κρεβάτι όπου αγκομαχώντας από τον πόθο δυο κορμιά, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό κυλιούνται νιώθοντας τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που
μπορεί να νιώσει άνθρωπος!;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Με βγάλατε από τη δύσκολη θέση να το πω εγώ. Ναι, αυτό εννοώ.

ΈΛΕΝΑ
(ψυχρά και χωρίς δισταγμό)
Κύριε Περτίνι, δεν έχω γνωρίσει τον έρωτα.
(Σιωπή. Ο Ραϊμόντο δεν αντιδρά)
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, αγάπησα για ένα διάστημα τον άντρα μου, πολλές φορές έπεσα μαζί του στο κρεβάτι, όμως έρωτα δεν ένιωσα.
Στο κτήνος που μούγκριζε υπόκωφα δίπλα μου ποτέ δεν έγινα σύντροφος.
Τα παιδιά γίνανε χωρίς να ξέρω πώς.
Το παράπονο του άντρα μου ήτανε πως δεν του είπα ποτέ ότι τον αγαπώ. Ήξερα τι σήμαινε το αγαπώ που θα λεγόταν τις ώρες του έρωτα-του ερωτά του-και δεν μπορούσα να το πω. Με διάφορες δικαιολογίες απόφευγα να το λέω-πώς θα μπορούσα να κορόιδευα όχι εκείνον, αλλά τον εαυτό μου για ένα τέτιο σοβαρό θέμα; Άκουγα τις άλλες γυναίκες να μιλάνε για τις χαρές του έρωτα, συζητούσαν μαζί μου γι αυτές στις γυναικείες συντροφιές μας, κι εγώ συμφωνούσα σε όλα μαζί τους δείχνοντας έτσι πως ίδια ήταν τα πράγματα και για μένα. Δεν τολμούσα να τους ομολογήσω πως δεν είχα βιώσει αυτό που για κείνες ήτανε όπως λέγανε μια μεγάλη, η μεγαλύτερη χαρά στη ζωή τους μέσα.
Έχω άλλες χαρές κι εγώ, ίδιες αυτές με κείνες που ακούω να έχουν οι άλλοι άνθρωποι, οι άλλες γυναίκες, όμως ποτέ δεν είχα τον έρωτα-ούτε τι εννοούν ξέρω λέγοντας το. Ένα ξένο σώμα έμπαινε μέσα μου σε κάθε επαφή μου με τον άντρα μου. Μια ενόχληση ήτανε για μένα κάθε φορά ό,τι για τους άλλους ήταν ο ωραίος έρωτας. Σε κανέναν δεν μιλούσα γι αυτό.
(Σιωπή)
Αγαπήσατε μια γυναίκα που δεν είναι γυναίκα κύριε Περτίνι.
(Σιωπή. Με ψεύτικη ειρωνία)
Τι λάθος μεγάλο! Φυσικά δεν μπορούσατε να ξέρετε. Τόσο πάθος, τόση επιθυμία, χωρίς αντίκρισμα…
 (Σιωπή. Η Έλεγα περιμένει μιαν αντίδραση του Ραϊμόντο. Εκείνος δε μιλά)
Δε μιλάτε λοιπόν; Δεν έχετε τίποτε να πείτε; θα θέλατε να φύγω ίσως;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
(σταθερά)
Είμαι γιατρός. Έχω δει αρκετές ψυχρές γυναίκες. Δεν είσαστε ο τύπος της ψυχρής γυναίκας κυρία. Και ως για να φύγετε, ξέρετε τι είστε για μένα. Αν, τώρα που
ήρθατε, φεύγατε, θα ήμουν πιο δυστυχής από πρώτα.
Μιλάτε σε έναν άντρα που σας λατρεύει. Μη το ξεχάσετε ποτέ αυτό κυρία.

ΈΛΕΝΑ
Που λατρεύει τι; Ένα κομμάτι πάγο;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Κυρία, μη γίνεστε κακή με τον εαυτό σας-δεν το αξίζετε.

ΈΛΕΝΑ
Ναι. Έχετε δίκιο. Ούτε αυτό δεν αξίζω... Αφού όμως ακόμα δε με διώχνετε, θα συνεχίσω να μιλώ.

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Ξέρετε πως η μεγαλύτερη απόλαυση για μένα είναι να ακούω τη φωνή σας.

ΈΛΕΝΑ
(πιο ήρεμα,και σαν να περίμενε να ακούσει αυτό για να μιλήσει) 
Με πείραζε πολύ η κατάσταση αυτή. Όχι γιατί στερούμουν κάτι τόσο όμορφο, αφού δεν ήξερα ούτε τι είναι αυτό. Μα επειδή ήμουν μια γυναίκα που διέφερε από τις άλλες. Ένιωθα σαν να πρόδινα το φύλο μου. Ένιωθα παρακατιανή, ήταν σα να ήμουν μια πριγκίπισσα που όμως για κάποιο λόγο που δεν εξαρτιόταν από αυτήν, ποτέ δε θα φορούσε το βασιλικό στέμμα. Έβλεπα τις φίλες μου με τους άντρες τους, έβλεπα τις ερωτικές σκηνές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και υπόφερα. Εγώ, που αν έβλεπα τον άντρα μου σε ένα κρεβάτι με άλλη γυναίκα δε θα ζήλευα, εγώ ένιωθα δυστυχής κάθε φορά που άκουγα μόνο τη λέξη έρωτας. Διάβασα βιβλία που να μιλούνε για την ψυχρότητα των γυναικών. Δεν μπορούσα να ταιριάσω τα αίτια που περιγράφανε σαν αιτία της στη δική μου περίπτωση. Μα και κανέναν δεν άφηνα να νιώσει τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Ήμουν σε όλες μου τις υποχρεώσεις εντάξει. Μόνον εμένα έτρωγε το σαράκι. Σας κουράζω μήπως;

ΡΑΪΜΟΝΤΟ
Καθόλου κυρία. Και μιας και διακόψατε για να μου κάνετε αυτή την ερώτηση θέλω να σας πω ότι υπάρχουν γυναίκες που δέχονται αυτή την κατάσταση σαν φυσιολογική και δεν αντιδρούν καθόλου σ’ αυτήν. Και πιστέψτε με,εκτιμώ πολύ την αγωνία σας και τις προσπάθειες που κάνατε για να αλλάξετε αυτή την κατάσταση. Δείχνει αυτό πως τα συναισθήματα που μου γέννησε η παρουσία σας στη γειτονιά μας και η πίστη μου στην ανωτερότητα σας είχαν δίκαια δημιουργηθεί. Παρακαλώ συνεχίστε.
(αύριο το τέλος)