Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Δ
Δεν πιστεύω σε αντικειμενικές αξίες. Δεν υπάρχουν. Η ζωή δεν έχει νόημα, ο κόσμος δεν έχει λογική τάξη. Όλα συντελούνται τυχαία πάνω στη γη. Θεός δεν υπάρχει. Ο Θεός, όπως όλα, είναι εφεύρημα των ανθρώπων. Η θρησκεία είναι μια φιλοσοφία ντυμένη με φόρεμα παραμυθιού. Η ιουδαϊκή θρησκεία, που με τα παρακλάδια της-τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό- είναι η πιο διαδεδομένη στον κόσμο, άρχισε από την ιδέα του Αβραάμ να εδραιώσει την κυριαρχία του στους υποτακτικούς του με τη βοήθεια ενός ανώτερου όντος που θα υποστήριζε τα υλικά αγαθά του: τα κοπάδια του, τους δούλους, τις γυναίκες του. Το πέτυχε με την εφεύρεση ενός θεού που υποστήριζε μόνο αυτόν σε όλες τις διαφορές του με τους εχθρούς του, τιμωρώντας τους. Ο Μωυσής συστηματοποίησε και εδραίωσε-με τις δέκα εντολές του-αυτή την κυριαρχία. Από τότε, όσοι δηλώνουν υποταγή στον προστάτη θεό του Αβραάμ και στους κάθε εποχής εκφραστές και αντιπροσώπους του στη γη, έχουν εξασφαλισμένη την προστασία του ισχυρού αφέντη. Και από την εποχή του Αβραάμ και μετά, όλοι οι πλουτοκράτες ακολουθούν τα αχνάρια του σαν τον μοναδικό τρόπο επικράτησής τους στους άπιστους-με τα όπλα- και στους πιστούς-με τις επιταγές της θρησκείας τους. Και ως σήμερα η κυριαρχία τους καλά κρατεί.
Ο Αβραάμ και οι συνεχιστές του δεν έκαναν άλλο από το να δρασουν ιδιοτελώς, για το συμφέρον τους. Όλοι οι άνθρωποι είναι ιδιοτελείς. Και εγώ είμαι ιδιοτελής. Χωρίς όμως να αλλοτριώνω τον εαυτό μου, χωρίς να τον προδίνω με έννοιες φιλανθρωπίας, οίκτου, αλληλεηγγύης.
Σαν απόλυτος εγωιστής που είμαι, αιστάνομαι τον κόσμο σαν ιδιοκτησία μου, σαν κάτι που είναι στην εξουσία μου να το χρησιμοποιήσω όπως μου αρέσει. Μπορώ να τον καταστρέψω, μπορώ να τον απολαύσω. Και δεν μοιράζομαι με κανέναν άλλο αυτή την καταστροφή, την απόλαυση, ή την όποια μοίρα την οποία αποφασίζω  για τον κόσμο. Και όλο αυτό το κάνω μόνος μου. Και δεν με ενδιαφέρει το μέλλον παρά μόνο το παρόν. Και κάνοντας έτσι, αφήνω τους άλλους να κάνουν το ίδιο για τον εαυτό τους. Γιατί στοχος μου δεν είναι η ανατροπή του κατεστημένου, αλλά η χρησιμοποίησή του από μένα για να επιτύχω έτσι την ηδονή-με την επικούρεια έννοια της.

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Γ 
Βρίσκομαι σε διαρκή κατάσταση εξέγερσης προκειμένου να απαλλαχτώ από όλα τα μεγάλα ψεύδη που στοχεύουν στην αλλοτρίωσή μου: οικογένεια, κράτος, λαός, κοινωνία, κοινωνικές τάξεις, ανθρωπότητα, κοινότητα, ομάδα. Όλα αυτά είναι ψευδή κατασκευάσματα και τάξεις εξάρτησης, είναι ξένοι αφέντες που αποβλέπουν στην υποδούλωσή μου, στον ευνουχισμό μου, στο να μην γίνω αυτό που είμαι, στο να μην ζήσω τον εαυτό μου. Για παράδειγμα το κράτος είναι ένας δικτάτορας που με τους νόμους και τα διατάγματά του καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κάθε ανθρώπου, του λέει τι είναι δίκαιο και τι δεν είναι, τι μπορεί να κατέχει και τι όχι. Το κράτος έτσι αυτονομείται, γίνεται μια εξωτερική, αυτοδύνμη αρχή, που βάζει φραγμό στα συμφέροντά μου ενώ συγχρόνως προσδιορίζει τα συμφέροντα και των δημιουργών του, στην εποχή μας των καπιταλιστών. Και τι είναι πια οι άνθρωποι; Είναι ευνουχισμένα εγώ, φυλακισμένα στην ιδεοληψία που οι ίδιοι κατασκεύασαν. Τα ίδια ισχύουν και για τα άλλα ψεύδη που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος: λαό, πατρίδα, οικογένεια κλπ
Δεν πιστεύω στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλία, στην αγάπη.
Η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί μέσα σε κοινωνικά πλαίσια. Κάθε κοινωνία επιβάλει στο άτομο όρια που το εμποδίζουν  να αντιδράσει απέναντι στους άλλους όπως του αρέσει. Το σλόγκαν «η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» δείχνει πως η ελευθερία μέσα στην κοινωνία είναι πάντα σχετική, ελευθερία μέσα στον περιορισμό, στην καθυπόταξη και στη δουλεία.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν όμως ότι είμαι ερημίτης. Συνάπτω σχέσεις (π.χ. φιλικές ή επαγγελματικές), ποτέ όμως δεν παραδίνομαι σ’ αυτές, δεν αφήνω να με ορίσουν, δεν θυσιάζω το συμφέρον μου για χάρη τους. Ίσα ίσα, τις χρησιμοποιώ για το συμφέρον μου.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

B
Ο μηδενιστής έχει έλλειψη του θεμέλιου λίθου πάνω στον οποίο θα χτιζόταν η πίστη στις αξίες. 
 Ο μηδενιστής αρνείται όλες τις αξίες. Έτσι αρνείται και τους κανόνες της ηθικής και αδιαφορεί γι αυτούς.
Δεν δέχεται κριτική για την «ηθική ποιότητα» των πράξεών του, δεν κάνει αυτοκριτική, δεν εισπράττει επιδοκιμασία ή απόρριψη από το κοινωνικό σύνολο, δεν έχει τύψεις.
Για τον μηδενιστή δεν υπάρχει καλό και κακό.
Η έλλειψη της πίστης γίνεται γι αυτόν το εφαλτήριο προς τα εμπρός, προς το μέλλον. Γκρεμίζει τις αξίες για να χτιστεί πάνω στα συντρίμμια τους η συνειδητή και δημιουργική α-ηθικότητα που θα ελευθερώσει τον άνθρωπο.
Ειδικότερα η χριστιανική ηθική θέλει τον άνθρωπο μια ισοπεδωμένη προσωπικότητα, μια έρημο όπου δεν συναντάς μια πέτρα, ένα δεντράκι, μια σαύρα.
Η χριστιανική ηθική θέλει μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτήν θα αγαπά ο ένας τον άλλο, θα γυρίζει και την άλλη παρειά όταν τον χτυπούν στη μία, δεν θα κλέβει, δεν θα σκοτώνει, δεν θα λέει ψέματα. 
Θέλει να υποκαταστήσει τον άνθρωπο με σάρκα και οστά με τον άνθρωπο είδωλο.
Αυτό είναι από μόνο του ένα σημάδι παρακμής.
Και ο πιο δυσφάνταστος των ανθρώπων καταλαβαίνει τι κοινωνία θα ήταν αυτή.
Ο άνθρωπος βαδίζει τυχαία πάνω στη γη και δεν έχει ούτε ενότητα ούτε και τελικό σκοπό.

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Όσοι με διαβάζουν θα έχουν καταλάβει πως είμαι μηδενιστής.
Και όλοι ξέρουν ότι ο μηδενισμός πηγαίνει χέρι χέρι με τον άκρατο εγωισμό.
Όντας μηδενιστής αρνούμαι τη δυνατότητα γνώσης από τον άνθρωπο. Αρνούμαι τη δυνατότητα της βαθιάς και πλήρους γνώσης, δηλαδή της αλήθειας.
Βλέπω το ποτήρι, το αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου, το χρησιμοποιώ για να πίνω νερό, όμως δεν έχω καμία ιδέα για το τι, πέραν αυτού που εγώ αντιλαμβάνομαι, είναι ένα ποτήρι, δηλαδή ποια είναι η φύση του ποτηριού, τι βρίσκεται πίσω από ό,τι εγώ βλέπω, τι δημιούργησε αυτό το ποτήρι. Τέλος τι συμβαίνει ανάμεσα στο πώς πραγματικά είναι το ποτήρι και στο πώς εγώ το βλέπω. 
Και αν ένας χημικός βάλει μπροστά μου τη δουλειά του και φτάσει να μου πει πως το ποτήρι αποτελείται από άτομα, δεν απαντάει στην απορία μου: την μεταθέτει στο άτομο. Και ακόμα στο τι ενδιάμεσα παράβλεψε στη διαδικασία των ερευνών του καθώς τις ωθούσε προς το επιθυμητό γι αυτόν αποτέλεσμα-να φτάσει στο μικρότατο συστατικό της ύλης του ποτηριού. 
Ότι το ποτήρι αποτελείται από άτομα είναι μια αλήθεια, όμως είναι αυτή μία αλήθεια για το ποτήρι όπως το παρατηρούνε οι άνθρωποι και όχι για το ποτήρι όπως αυτό υπάρχει ή δεν υπάρχει στον δικό του κόσμο, στον κόσμο τον πραγματικό, τον ανεξάρτητο από τον κόσμο της ικανότητας αντίληψης των αισθήσεων του ανθρώπου.
Το ίδιο αδύναμες είναι και οι άλλες αισθήσεις του ανθρώπου και σε ψευδή αντίληψη του γύρω μας κόσμου μας οδηγούν. Αν ας πούμε βάλω το χέρι μου στη φωτιά και καώ, αυτό δεν σημαίνει ότι γνώρισα τη φύση της φωτιάς ή του καψίματος. Και αν δεν βάζω το χέρι μου πάλι στη φωτιά, δεν το κάνω, όχι γιατί ξέρω την αλήθεια για τη φύση της φωτιάς ή του καψίματος, αλλά επειδή η μνήμη μου ενεργεί ώστε να με αποτρέψει από κάτι που θα με κάνει να πονέσω.
Ο Ντεκάρτ μαζί με άλλους, θέλησε να πολεμήσει τους μηδενιστές και τους σκεπτικιστές με το «σκέπτομαι άρα υπάρχω» του, παίρνοντας από αυτό τη σιγουριά ότι υπάρχει και άραγε ότι αυτό είναι μια αναμφισβήτητη γνώση-και άραγε να! υπάρχει έστω μία γνώση, μία αλήθεια.
Τι σημαίνει όμως «σκέπτομαι»; και τι σημαίνει «υπάρχω»; Και ίσως το πιο αμφισβητούμενο στοιχείο του συλλογισμού να είναι το συμπερασματικό «άρα».
Ίσως άθελά του, ο Καρυωτάκης απάντησε στον Ντεκάρτ με τον στίχο του: "Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Για τους μηδενιστές η γνώση είναι αδύνατη για τον άνθρωπο.

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

MIKPA


Δίχως τον ήλιο το ρολόγι μας θα 'τανε μια παράξενη συσκευή άγνωστο σε τι χρησιμεύουσα, πέρα από την ικανότητα του κατασκευαστή να τοξεύει.

*

Χρωματιστά γονίδια αναπτερώνουν το ηθικό. Προσβλέπουμε σ' αυτά και ευελπιστούμε για χρωματιστές θύελλες το ολιγότερο.

*

Είμαι στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγούν με μια κυρία συνοδηγό.
Φορώ το μουστάκι μου, γίνομαι κουνέλι και χειρονομώ.
Ύστερα βγάζω το μουστάκι.

*

Κρούμιο κρανίο το κύπελλο πάνω στο τραπέζι.
To χαρτί κιτρίνισε άγραφο.


*

Η γάτα μου δεν υπάρχει. To μαρτυρεί η ράχις της όταν κυρτούται-ίδιο ανάστροφο ύψιλον.

*
Ενα λεπταίσθητο είμαστε και φρούδο εργαλείο
που η ανυπόμονη άγνοια επάνω του ξεσπά
παιδιού που παίζοντας, κολλά τα μέρη μας τα δύο
για λίγο έτσι μας κρατεί-κι απέ μας ξανασπά.

*

Τα όνειρά μας ψάχνουμε που χάθηκαν να βρούμε.
Βαδίζοντας ακούγονται κατ' απ' τα πέλματά μας
Ήχοι που κάνουν σπάζοντας εκεί τα όνειρά μας.
Κι εμείς συνέχεια ψάχνουμε-συνέχεια προχωρούμε.

*

Δηλαδή αν δεν υπήρχε η βαρύτης
ο ελέφας θα πετούσε σα σπουργίτης
και φτερά δε θα φυτρώναν-για φαντάσου-
στους αλόγινους τους ώμους του Πηγάσου…

*

Μετά την αγάπη πρέπει να διαφυλάξουμε τις μάσκες για την επόμενη φορά.

*

ΛΕΣΛΥ
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω
μα πρόπερσι ανταλλάξαμε ιούς.

*

Και τώρα ας γυρίσω το χαρτί
στην άγραφη πλευρά του.
Και τώρα ας γυρίσω τη ζωή
στην όψη του θανάτου.

*

Κι αν ακόμα Προμηθέας Δεσμώτης ήμουν, τα σπλάχνα μου δε θα επαρκούσαν για τόσες μεταπτώσεις.

*

To σούρουπο έρπον καταφθάνει.
Ανύποπτα, αμετάτρεπτα, κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου.

*

Βάλτε με μέσα σ' ένα βαθύ πουκάμισο κίτρινο και δώστε μου μια ζώνη χορταρένια.
Αμέσως γίνομαι Πρόδρομος Ιωάννης και γυρίζω τον κόσμο δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.

*

Κάθε Κυριακή πρωί οι άντρες ανεβάζουν τα παντελόνια τους, οι γυναίκες αφήνουνε τη φούστα τους να πέσει στη θέση της και παν στην εκκλησιά όπου μ' ευλάβεια ευχαριστούνε και δοξάζουνε τον Κύριο.

*

Μετά 'πο τόσα ηδύποτα
μας έδειξε ξετσίπωτα
τα κάλλη της τ' ανείπωτα-
εγώ δεν είδα τίποτα.

*

Καμιά φορά δεν ειν' νερό οι χοντρές σταγόνες
που μανιασμένα μαστιγώνουνε τη γη
αλλά τα δάκρυα των φτωχών που από αιώνες
συνάζονται και πέφτουνε απάνου μας μ' οργή.

*

Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή προτού ο ήλιος να έχει βγει. Έτσι και πάλι θα καρτερώ κάτι ωραίο και φλογερό.

*
Οι σκέψεις που στριμώχνονται εντός μου σαν ρόγες σταφυλιών ωριμάζουν.
Και σκούρκοι απάνου τους διψασμένοι βόσκουν.

*

Αμφιβολία δε στέκει μια-τέκνα είμαστε δικά σου.
Κοίτα, δε βλέπεις μέσα μας Αδάμ τη μοναξιά σου;

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

Χρόνος: Χριστούγεννα
Πρόσωπα: Μητέρα, Κόρη της.

(Η Κόρη συναρμολογεί, κολλώντας τα κομμάτια της, μια χαρτονένια φάτνη)

-Έσπασε μάννα το φτερό του αγγέλου.

-Να! Πάρε άλλο.Υπάρχουν δυο ακόμα.
Αρχισε να νυχτώνει... καλοβλέπεις
ή θα 'θελες να σου άναβα τη λάμπα;

-Βλέπω ακόμα.Δώσε μου την κόλλα.

-Να! Το Χριστό τον έχεις ετοιμάσει;

-Ναι. Πριν απ' όλα. Και τα δύο βόδια,
τον Ιωσήφ, το άστρο, τη Μαρία...
δυο άγγελοι μου μένουν και οι μάγοι.

-Κάθησε συ και τέλειωσε τη φάτνη,
κι εγώ θα πάω να σιδερώσω δίπλα.

-Μάννα για πες μου, αν τον ρωτήσω κάτι
μπορεί να μου απαντήσει ο Χριστός μας;

-Λόγος κι αυτός για μια κοτζάμ κοπέλα!
Δεν είναι ο Χριστός εδώ μαζί μας.
Είναι ψηλά. Επήγε στα ουράνια.

-Μα σήμερα ξαναγεννιέται πάλι..
Και ουτ' εγώ μεγάλη είμαι κοπέλα.
Δώδεκα χρόνων ειμ' εγώ μονάχα.
Θέλω να μάθω τι με περιμένει
Θέλω να μάθω η ζωή τι να 'ναι.

-Σ’ αυτό σε σπρώχνει μόνο ο πυρετός σου.
Ακόμα καις; Για να σε δω... Ακόμα!
Δεν την αφήνεις τώρα πια τη φάτνη
να πας να κοιμηθείς; Τη φτιάχνεις αύριο.

-Όχι. Χριστούγεννα σήμερα είναι.
Πρέπει να την τελειώσω. Εσύ τράβα.
Λίγο μου μένει ακόμα.Δε θ' αργήσω.

-Κατόπι πιες το φάρμακο και ύπνο.

-Και ειν' αλήθεια πως τη μέρα ετούτη
ό,τι ζητήσεις ο Χριστός το κάνει;

-Ελα και μην ακούω κουταμάρες.
Αυτά παλιών καιρών ιδέες είναι.
Τελείωσε τη φάτνη και κοιμήσου.

-Όμως Χριστέ μου εγώ θα σε ρωτήσω.
Κανένας γύρω μου δε μ' απαντάει.
Πες μου λοιπόν ποια θα 'ναι η ζωή μου;
Πες, απ' αυτήνε τι να περιμένω;
Ειμ' ένα νέο κορίτσι που ζητάει
όχι να ζήσει σαν τυφλή στον Άδη
χωρίς να ξέρει κάθε μιας ημέρας
καινούργιο τι ο ήλιος της θα φέρει.
Τη μνήμη κάποιος αν μας έχει δώσει
και να γνωρίζουμε το πριν μπορούμε
μα εγώ ζητάω κάτι παραπάνω,
θέλω το μέλλον να μου πεις ποιο θα 'ναι
εμένα, της μικρούτσικης κοπέλας
που ολόκληρη η ζωή μπροστά της είναι.
Από ποιον άλλον έχω να προσμένω
παρά από σένα να μου πεις Χριστέ μου;

(τέσσερες μαυροφορεμένες μορφές εμφανιζονται
να στέκουν μπροστά στην Κόρη. Είναι η Ζωή,
 η Πορνεία, ΄Μοναξιά και ο Χριστός που μία μία συστήνονται στην Κόρη και με τη
σειρά συνδιαλέγονται με αυτήν)

-Κουτή μικρή πόσο πολύ λαθεύεις!

-Ποιος μίλησε-ποιος μίλησε Χριστέ μου;

-Εγώ σου μίλησα. Εδώ είμαι. Δες με.

-Ποια είσαι; Ποιος σε κάλεσε; Πώς ήρθες;

-Πριν να σου πω μικρούλα μου ποια είμαι
κάτι εγώ θα σε ρωτήσω πρώτα:
Πιστεύεις πως εκείνο το χαρτόνι
που τη μορφή ανθρώπου του 'χεις δώσει
μπορεί σ' ό,τι ρωτάς να σ' απαντήσει;
Πότε χαρτόνια είδες να μιλάνε;

-Όλοι το λεν πως είναι ο θεός μας.

-Ουφ-τι μικρούλα αληθινά που είσαι!
Πιότεροι από τις τρίχες των μαλλιών σου
ειν' οι θεοί που φτιάξαν οι ανθρώποι
αφότου μες στον κόσμο μου υπάρχουν.

-Ποιος ειν' ο κόσμος σου λοιπόν; Ποια είσαι;

-Ειμ' η Ζωή μικρό μου κοριτσάκι.
Εγώ είμαι η θεά σου η μονάχη.

-Κι οι τρεις φιγούρες πίσω σου που στέκουν;

-Τα τρία παιδιά μου.Πάντα μ' ακλουθάνε
και με βοηθούν και με υπηρετούνε.
Και τώρα εσύ μονάχη σου η ίδια
θα δεις ποια θαν' η ζωή σου, αλλ' ακόμα
θα σε βοηθήσω και να τη διαλέξεις.
Διάλεξε ποιο απ' τα τρία τα παιδιά μου
θέλεις παρέα όσο ζεις να έχεις.
Και σεις καθένα σας παρουσιαστείτε
και πέστε στη μικρούλα τη δουλειά σας.
Αφού μας φώναξε, χαρά μου είναι
ό,τι με ρώτησε να τ' απαντήσω.

-Ειμαι η Πορνεία.Της Ζωής η πρώτη
κι η πιο αγαπημένη θυγατέρα.
Εμένα σα διαλέξεις θα 'σαι πάντα
καλοδεχούμενη όπου πηγαίνεις.
Δίχως παρέα ποτέ σου δε θα μείνεις.
Οι άντρες από πίσω σου θα τρέχουν
και θα 'χεις όσους θέλεις από δαύτους.

-Όχι. Πολλούς δε θέλω να 'χω άντρες.
Ενα μονάχα και να μ' αγαπάει.

-Θα σ' αγαπάνε όλοι τους καλή μου.
Και συ απ' όλους κείνους θα διαλέγεις
όποιονε τα περσότερα σου δίνει.
Γιατί οι γυναίκες πάντοτε όλο θέλουν
και δεν τους φτάνουνε ποτέ όσα έχουν.
Έτσι και σένανε δε θα σου φτάνουν
αυτά που ο ένας άντρας θα σου δίνει
και από άντρα σ' άντρα θα πηγαίνεις
για να σου δίνουνε... και να σου δίνουν...

-Εγώ δε θέλω να μου δίνουν άλλο
παρά μονάχα αγάπη. Κι όχι όλοι.
Ενός η αγάπη μοναχά μου φτάνει.
Αγάπη αληθινή. Αγνή αγάπη.

-Ναι κοριτσάκι μου: Αγνή αγάπη.
Εκείνη που οδηγάει κάθε νέα
προς κάθε όμορφο και πλούσιο νέο.
Η μη σκοπό το έχεις ν' αγαπήσεις
κάποιον φτωχό και άσχημο γεράκο;

-Βέβαια κι όχι. Νέα κι όμορφη είμαι
κι όμορφο νέο κάποιον θ' αγαπήσω.

-Και βέβαια πλούσιο.

-Ίσως. Όμορφη είμαι
γιατί να μη διαλέξω κάποιον πλούσιο;

-Και λες ότι αυτή η δοσοληψία
είναι αγάπη;

-Ναι. Αγάπη. Αγάπη.

-Μα κοριτσάκι μου βλέπεις κοντά μας
άλλον να στέκει από τους τέσσερίς μας;
Κι ούτε την αδερφή μου λεν Αγάπη.
Κι αυτός είν' άντρας όπως πάλι βλέπεις.
Παιδί της Ζωής δεν είναι-όχι-η αγάπη.

-Μαζί σου δε θα 'ρθώ Πορνεία ποτέ μου,

-Είμαι η Μονάξα. Θες εμένα μήπως;

-Ναι. Ώρες ώρες θα 'θελα να σ' έχω.

-Αυτό δεν το μπορείς. Ή είσαι μαζί μου
ή κάποιον άλλο διάλεξε απ' τους τρεις μας.
Αν μια φορά παρέα ανθρώπου κάνεις
τότε στα δίχτυα πέφτεις της Πορνείας.

-Και πώς αυτό;

-Γιατί όπου κι αν πηγαίνει
ο άνθρωπος πάει για να πάρει κάτι.

-Έτσι είναι. Ο άνθρωπος μες στη ζωή του
παίρνει και δίνει κάτι ολοένα.

-Αν όσο πάρει τόσο και θα δώσει
τότε γιατί αυτό το πάρε δώσε;
Όμως καθένας πιο πολύ πασκίζει
να πάρει απ' ό,τι έχει σκοπό να δώσει.
Αυτό αν θες, στην αδερφή μου τράβα.

-Αλλά και συ θαρρώ πως φοβερή είσαι.

-Λάθος. Γεμάτη αξιοπρέπεια είμαι
και γνώση, και σοφία, και καλοσύνη.
-Μικρή 'μαι κι η παρέα σου με φοβίζει
αν πρέπει νύχτα μέρα να την έχω.

-"Παρέα μου"; Αν εμένα θα διαλέξεις
ούτε κι εμένα για παρέα δε θα 'χεις-
Κι απ' τη Μονάξα-εμέ- πιο μόνη θα 'σαι;

-Όχι. Ούτε σε Μονάξα δε σε θέλω.

-Τότε ορίστε αδερφέ, δική σου.

-Ποιος ξέρει τι φρικτός και κείνος θα 'ναι
αφού την κεφαλή του έχει σκυμμένη
κι όλη αυτή την ώρα ούτε μία
δεν έδειξε φορά το πρόσωπο του...

-Λάθος κοπέλα μου. Εγώ ειμ' εκείνος
που όλα όσα γυρεύεις θα σου δώσω.
Αγάπη και Λησμόνια κι Ευτυχία.
Και μ' όλα γύρω σου θα σε φιλιώσω.
Κι απάντηση σε όλες σου θα δώσω
τις όποιες απορίες σε βασανίζουν.
Και ούτε την Πορνεία θα γνωρίσεις
ούτε την αποτρόπαιη Μονάξα.
Ό,τι γυρεύεις θα το βρεις κοντά μου.

-Ποιος είσαι;

- Θάνατο όλοι με φωνάζουν.

-Θάνατο; Τόσο νέα και να πεθάνω;
Πηγαίνετε όλοι από δω-μακριά μου.
Δε ζήτησα να δω από σας κανέναν.
Εγώ το νεογέννητο Χριστό μας
ρώτησα να μου πει το πώς θα ζήσω
και όχι να μου πει πώς θα πεθάνω.
Χάρη εζήτησα, όχι καταδίκη.
Πηγαίνετε όλοι από δω-μακριά μου.
Ακάλεστοι μου ήρθατε εδώ πέρα.
Και συ, χειρότερος από τους άλλους
ούτε το πρόσωπο σου δε μου δείχνεις.
Ποιος ξέρει-κιόλας ίσως να μην έχεις.

-Αφού το θέλεις, δες το πρόσωπο μου.

-Ω! Φρίκη! Του Χριστού το πρόσωπο έχεις!

-Κι όλα του τ' άλλα. Γιατί εκείνος είμαι
και όνομα ας μου δίνετε σεις άλλο.

-Δεν είναι δυνατό!

-Γιατί λες έτσι;
Τίποτ' αδύνατο για με δεν είναι.
Έτσι και η θρησκεία σας δε λέει;
Ή ενώ πίστευες πριν από λίγο
και να σου πω το μέλλον μου ζητούσες
έπαψες τώρα δα να με πιστεύεις;

-Αδύναμη ν' αντέξω τη Μονάξα.
Κι είμαι άνθρωπος πολύ για να 'μαι πόρνη.
Γι αυτό και Θάνατε, διαλέγω εσένα.
Μα που ναι η Ζωή; Πού η Πορνεία;
Και η Μονάξα;.. Πού όλες τους επήγαν;
-Ω! Τι σε νοιάζει, τώρα είσαι δική μου
και τίποτε από κείνες δεν υπάρχει.

(Η Κόρη στα τελευταία λόγια του Χριστού παραπαίει και τέλος πέφτει. Μπαίνει η μητέρα)

-Κόρη μου τι 'τανε αυτός ο δούπος;
Κόρη μου έπεσες;...Τι έχεις πάθει;..
Κόρη μου δε μ' ακούς;.. Ω! Παναγιά μου!
Χριστέ μου! Αααααααα...   

ΤΕΛΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

Χρόνος: Χριστούγεννα
Πρόσωπα: Μητέρα, Κόρη της.

(Η Κόρη συναρμολογεί, κολλώντας τα κομμάτια της, μια χαρτονένια φάτνη)

-Έσπασε μάννα το φτερό του αγγέλου.

-Να! Πάρε άλλο.Υπάρχουν δυο ακόμα.
Αρχισε να νυχτώνει... καλοβλέπεις
ή θα 'θελες να σου άναβα τη λάμπα;

-Βλέπω ακόμα.Δώσε μου την κόλλα.

-Να! Το Χριστό τον έχεις ετοιμάσει;

-Ναι. Πριν απ' όλα. Και τα δύο βόδια,
τον Ιωσήφ, το άστρο, τη Μαρία...
δυο άγγελοι μου μένουν και οι μάγοι.

-Κάθησε συ και τέλειωσε τη φάτνη,
κι εγώ θα πάω να σιδερώσω δίπλα.

-Μάννα για πες μου, αν τον ρωτήσω κάτι
μπορεί να μου απαντήσει ο Χριστός μας;

-Λόγος κι αυτός για μια κοτζάμ κοπέλα!
Δεν είναι ο Χριστός εδώ μαζί μας.
Είναι ψηλά. Επήγε στα ουράνια.

-Μα σήμερα ξαναγεννιέται πάλι..
Και ουτ' εγώ μεγάλη είμαι κοπέλα.
Δώδεκα χρόνων ειμ' εγώ μονάχα.
Θέλω να μάθω τι με περιμένει
Θέλω να μάθω η ζωή τι να 'ναι.

-Σ’ αυτό σε σπρώχνει μόνο ο πυρετός σου.
Ακόμα καις; Για να σε δω... Ακόμα!
Δεν την αφήνεις τώρα πια τη φάτνη
να πας να κοιμηθείς; Τη φτιάχνεις αύριο.

-Όχι. Χριστούγεννα σήμερα είναι.
Πρέπει να την τελειώσω. Εσύ τράβα.
Λίγο μου μένει ακόμα.Δε θ' αργήσω.

-Κατόπι πιες το φάρμακο και ύπνο.

-Και ειν' αλήθεια πως τη μέρα ετούτη
ό,τι ζητήσεις ο Χριστός το κάνει;

-Ελα και μην ακούω κουταμάρες.
Αυτά παλιών καιρών ιδέες είναι.
Τελείωσε τη φάτνη και κοιμήσου.

-Όμως Χριστέ μου εγώ θα σε ρωτήσω.
Κανένας γύρω μου δε μ' απαντάει.
Πες μου λοιπόν ποια θα 'ναι η ζωή μου;
Πες, απ' αυτήνε τι να περιμένω;
Ειμ' ένα νέο κορίτσι που ζητάει
όχι να ζήσει σαν τυφλή στον Άδη
χωρίς να ξέρει κάθε μιας ημέρας
καινούργιο τι ο ήλιος της θα φέρει.
Τη μνήμη κάποιος αν μας έχει δώσει
και να γνωρίζουμε το πριν μπορούμε
μα εγώ ζητάω κάτι παραπάνω,
θέλω το μέλλον να μου πεις ποιο θα 'ναι
εμένα, της μικρούτσικης κοπέλας
που ολόκληρη η ζωή μπροστά της είναι.
Από ποιον άλλον έχω να προσμένω
παρά από σένα να μου πεις Χριστέ μου;

(τέσσερες μαυροφορεμένες μορφές εμφανιζονται
να στέκουν μπροστά στην Κόρη. Είναι η Ζωή,
 η Πορνεία, ΄Μοναξιά και ο Χριστός που μία μία συστήνονται στην Κόρη και με τη
σειρά συνδιαλέγονται με αυτήν)

-Κουτή μικρή πόσο πολύ λαθεύεις!

-Ποιος μίλησε-ποιος μίλησε Χριστέ μου;

-Εγώ σου μίλησα. Εδώ είμαι. Δες με.

-Ποια είσαι; Ποιος σε κάλεσε; Πώς ήρθες;

-Πριν να σου πω μικρούλα μου ποια είμαι
κάτι εγώ θα σε ρωτήσω πρώτα:
Πιστεύεις πως εκείνο το χαρτόνι
που τη μορφή ανθρώπου του 'χεις δώσει
μπορεί σ' ό,τι ρωτάς να σ' απαντήσει;
Πότε χαρτόνια είδες να μιλάνε;

-Όλοι το λεν πως είναι ο θεός μας.

-Ουφ-τι μικρούλα αληθινά που είσαι!
Πιότεροι από τις τρίχες των μαλλιών σου
ειν' οι θεοί που φτιάξαν οι ανθρώποι
αφότου μες στον κόσμο μου υπάρχουν.

-Ποιος ειν' ο κόσμος σου λοιπόν; Ποια είσαι;

-Ειμ' η Ζωή μικρό μου κοριτσάκι.
Εγώ είμαι η θεά σου η μονάχη.

-Κι οι τρεις φιγούρες πίσω σου που στέκουν;

-Τα τρία παιδιά μου.Πάντα μ' ακλουθάνε
και με βοηθούν και με υπηρετούνε.
Και τώρα εσύ μονάχη σου η ίδια
θα δεις ποια θαν' η ζωή σου, αλλ' ακόμα
θα σε βοηθήσω και να τη διαλέξεις.
Διάλεξε ποιο απ' τα τρία τα παιδιά μου
θέλεις παρέα όσο ζεις να έχεις.
Και σεις καθένα σας παρουσιαστείτε
και πέστε στη μικρούλα τη δουλειά σας.
Αφού μας φώναξε, χαρά μου είναι
ό,τι με ρώτησε να τ' απαντήσω.

-Ειμαι η Πορνεία.Της Ζωής η πρώτη
κι η πιο αγαπημένη θυγατέρα.
Εμένα σα διαλέξεις θα 'σαι πάντα
καλοδεχούμενη όπου πηγαίνεις.
Δίχως παρέα ποτέ σου δε θα μείνεις.
Οι άντρες από πίσω σου θα τρέχουν
και θα 'χεις όσους θέλεις από δαύτους.

-Όχι. Πολλούς δε θέλω να 'χω άντρες.
Ενα μονάχα και να μ' αγαπάει.

-Θα σ' αγαπάνε όλοι τους καλή μου.
Και συ απ' όλους κείνους θα διαλέγεις
όποιονε τα περσότερα σου δίνει.
Γιατί οι γυναίκες πάντοτε όλο θέλουν
και δεν τους φτάνουνε ποτέ όσα έχουν.
Έτσι και σένανε δε θα σου φτάνουν
αυτά που ο ένας άντρας θα σου δίνει
και από άντρα σ' άντρα θα πηγαίνεις
για να σου δίνουνε... και να σου δίνουν...

-Εγώ δε θέλω να μου δίνουν άλλο
παρά μονάχα αγάπη. Κι όχι όλοι.
Ενός η αγάπη μοναχά μου φτάνει.
Αγάπη αληθινή. Αγνή αγάπη.

-Ναι κοριτσάκι μου: Αγνή αγάπη.
Εκείνη που οδηγάει κάθε νέα
προς κάθε όμορφο και πλούσιο νέο.
Η μη σκοπό το έχεις ν' αγαπήσεις
κάποιον φτωχό και άσχημο γεράκο;

-Βέβαια κι όχι. Νέα κι όμορφη είμαι
κι όμορφο νέο κάποιον θ' αγαπήσω.

-Και βέβαια πλούσιο.

-Ίσως. Όμορφη είμαι
γιατί να μη διαλέξω κάποιον πλούσιο;

-Και λες ότι αυτή η δοσοληψία
είναι αγάπη;

-Ναι. Αγάπη. Αγάπη.

-Μα κοριτσάκι μου βλέπεις κοντά μας
άλλον να στέκει από τους τέσσερίς μας;
Κι ούτε την αδερφή μου λεν Αγάπη.
Κι αυτός είν' άντρας όπως πάλι βλέπεις.
Παιδί της Ζωής δεν είναι-όχι-η αγάπη.

-Μαζί σου δε θα 'ρθώ Πορνεία ποτέ μου,

-Είμαι η Μονάξα. Θες εμένα μήπως;

-Ναι. Ώρες ώρες θα 'θελα να σ' έχω.

-Αυτό δεν το μπορείς. Ή είσαι μαζί μου
ή κάποιον άλλο διάλεξε απ' τους τρεις μας.
Αν μια φορά παρέα ανθρώπου κάνεις
τότε στα δίχτυα πέφτεις της Πορνείας.

-Και πώς αυτό;

-Γιατί όπου κι αν πηγαίνει
ο άνθρωπος πάει για να πάρει κάτι.

-Έτσι είναι. Ο άνθρωπος μες στη ζωή του
παίρνει και δίνει κάτι ολοένα.

-Αν όσο πάρει τόσο και θα δώσει
τότε γιατί αυτό το πάρε δώσε;
Όμως καθένας πιο πολύ πασκίζει
να πάρει απ' ό,τι έχει σκοπό να δώσει.
Αυτό αν θες, στην αδερφή μου τράβα.

-Αλλά και συ θαρρώ πως φοβερή είσαι.

-Λάθος. Γεμάτη αξιοπρέπεια είμαι
και γνώση, και σοφία, και καλοσύνη.
-Μικρή 'μαι κι η παρέα σου με φοβίζει
αν πρέπει νύχτα μέρα να την έχω.

-"Παρέα μου"; Αν εμένα θα διαλέξεις
ούτε κι εμένα για παρέα δε θα 'χεις-
Κι απ' τη Μονάξα-εμέ- πιο μόνη θα 'σαι;

-Όχι. Ούτε σε Μονάξα δε σε θέλω.

-Τότε ορίστε αδερφέ, δική σου.

-Ποιος ξέρει τι φρικτός και κείνος θα 'ναι
αφού την κεφαλή του έχει σκυμμένη
κι όλη αυτή την ώρα ούτε μία
δεν έδειξε φορά το πρόσωπο του...

-Λάθος κοπέλα μου. Εγώ ειμ' εκείνος
που όλα όσα γυρεύεις θα σου δώσω.
Αγάπη και Λησμόνια κι Ευτυχία.
Και μ' όλα γύρω σου θα σε φιλιώσω.
Κι απάντηση σε όλες σου θα δώσω
τις όποιες απορίες σε βασανίζουν.
Και ούτε την Πορνεία θα γνωρίσεις
ούτε την αποτρόπαιη Μονάξα.
Ό,τι γυρεύεις θα το βρεις κοντά μου.

-Ποιος είσαι;

- Θάνατο όλοι με φωνάζουν.

-Θάνατο; Τόσο νέα και να πεθάνω;
Πηγαίνετε όλοι από δω-μακριά μου.
Δε ζήτησα να δω από σας κανέναν.
Εγώ το νεογέννητο Χριστό μας
ρώτησα να μου πει το πώς θα ζήσω
και όχι να μου πει πώς θα πεθάνω.
Χάρη εζήτησα, όχι καταδίκη.
Πηγαίνετε όλοι από δω-μακριά μου.
Ακάλεστοι μου ήρθατε εδώ πέρα.
Και συ, χειρότερος από τους άλλους
ούτε το πρόσωπο σου δε μου δείχνεις.
Ποιος ξέρει-κιόλας ίσως να μην έχεις.

-Αφού το θέλεις, δες το πρόσωπο μου.

-Ω! Φρίκη! Του Χριστού το πρόσωπο έχεις!

-Κι όλα του τ' άλλα. Γιατί εκείνος είμαι
και όνομα ας μου δίνετε σεις άλλο.

-Δεν είναι δυνατό!

-Γιατί λες έτσι;
Τίποτ' αδύνατο για με δεν είναι.
Έτσι και η θρησκεία σας δε λέει;
Ή ενώ πίστευες πριν από λίγο
και να σου πω το μέλλον μου ζητούσες
έπαψες τώρα δα να με πιστεύεις;

-Αδύναμη ν' αντέξω τη Μονάξα.
Κι είμαι άνθρωπος πολύ για να 'μαι πόρνη.
Γι αυτό και Θάνατε, διαλέγω εσένα.
Μα που ναι η Ζωή; Πού η Πορνεία;
Και η Μονάξα;.. Πού όλες τους επήγαν;
-Ω! Τι σε νοιάζει, τώρα είσαι δική μου
και τίποτε από κείνες δεν υπάρχει.

(Η Κόρη στα τελευταία λόγια του Χριστού παραπαίει και τέλος πέφτει. Μπαίνει η μητέρα)

-Κόρη μου τι 'τανε αυτός ο δούπος;
Κόρη μου έπεσες;...Τι έχεις πάθει;..
Κόρη μου δε μ' ακούς;.. Ω! Παναγιά μου!
Χριστέ μου! Αααααααα...   

ΤΕΛΟΣ

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ ΤΩΝ ΘΕΏΝ
ΤΟ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ

Χρόνος: 3/4 π. Χ. Τόπος:
Αίθουσα στον ουρανό.
Καρέκλες γύρω γύρω κολλητά στους τοίχους, πιασμένες όλες από θεούς.
Όρθιοι στέκουνε κι άλλοι γιατί οι καρέκλες δε φτάνουν για όλους.
Συνεχίζεται συζήτηση.

ΑΠΙΣ
Αναλαβαίνω εγώ τη δουλειά.

ΠΈΤΡΑ
Δεν μπορεί να το κάνει αυτό κανείς από μας. Πρέπει να πάει κάποιος καινούργιος. Εμείς ξοφλήσαμε.

ΓΥΝΑΊΚΑ
Ξοφλήσαμε; Ποιος το ’πε; Ας μιλάει καθένας για τον εαυτό του. Εγώ έχω εκατομμύρια πιστούς.

ΖΩΡΟΆΣΤΡΗΣ
Κι εγώ το ίδιο.

ΆΛΛΟΙ
Κι εγώ… κι εγώ…

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΤΧΛΙ
Και γιατί πρέπει να στείλουμε άλλο θεό κάτω; Οι άνθρωποι έχουν θεό: όλοι τους κάποιον από μας πιστεύουν.

ΠΈΤΡΑ
Πρέπει γιατί μας βαρέθηκαν πια. Μας συνήθισαν. Δε μας υπολογίζουν. Είδαν οι άνθρωποι πως δεν μπορούν πια να μας έχουν εμπιστοσύνη γιατί δεν κάναμε τίποτα από ό,τι τους υποσχεθήκαμε. Γι αυτό. Και χωρίς θεό να εμπιστεύονται δεν πρέπει να τους αφήσουμε. Πρέπει να τους αναζωογονούμε κάθε τόσο την πίστη τους σε κάποιο νέο θεό. Ένα θεό που θα τους φέρνει εκείνο που κάθε φορά αυτοί ζητάνε.

ΒΡΆΧΜΑ
Και ποιος κίνδυνος είναι για μας αν μείνουνε οι άνθρωποι χωρίς καινούργιο θεό-δεν καταλαβαίνω.

ΠΈΤΡΑ
Γιατί αν δεν τους έχουμε έναν έτοιμο θεό καθώς τον θέλουν, θα στραφούν στον εαυτό τους και θα καταλάβουν πως είναι κι αυτοί θεοί. Αυτός είναι ο κίνδυνος για μας. Και αν τώρα εμείς είμαστε στην αποστρατεία, όμως κάποτε πάλι οι άνθρωποι θα ξαναρχίσουν από την αρχή. Μα κάποιος μετεωρίτης που θα τους αποδεκατίσει,  μα ένας ατομικός πόλεμος, μα  ένα ηφαίστειο, ένας σεισμός, κάτι θα τους φέρει πάλι πίσω στα χρόνια του προϊστορικού σκοταδισμού. Και τότε θα μας ξαναχρειαστούνε. Μέχρι τότε όμως ας έχουμε την εξυπνάδα να τους διατηρούμε την ανάγκη για ένα θεό εξ ουρανού. Ας τους στείλουμε λοιπόν κάτου έναν καινούργιο θεό. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Το ζητούμενο είναι ποιον να στείλουμε. Και έχουμε να βιαστούμε. Μην ξεχνάτε πως μ’ αυτή μας τη συγκέντρωση έχουμε αφήσει τη γη χωρίς θεό. Και ο κόσμος χωρίς θεό είναι στο έλεος του κάθε τυχοδιώκτη που θα μοστράρει για θεός. Λοιπόν, προτάσεις!

ΦΩΤΙΆ
Σαν που είμαι από τους πιο παλιούς θεούς θα πάρω πρώτη το λόγο. Προβλέπω αδιέξοδο στο πρόβλημά μας. Όλοι κι όλα έχουνε γίνει θεοί κατά καιρούς. Όλα τα ζώα, τα φυτά και τα δέντρα, όλα τα αντικείμενα. Η τίγρης, το βουβάλι, η κότα, η ιτιά, ο πλάτανος, η βρώμη, το σιτάρι, ακόμα μέρη του σώματος των ζώων. δόντια, φτερά, δέρμα, μάτια… ως για τα αντικείμενα ό,τι βάλει ο νους σου: δοχεία, σχοινιά, ξύλα, γυαλιά, καρφιά, ρούχα… Τι καινούργιο μπορούμε να δώσουμε στους ανθρώπους; Καλλίτερο βρίσκω να γενικέψουμε και να δυναμώσουμε κάποιον από μας κι ας τον στείλουμε κάτω για καινούργιο.

ΠΈΤΡΑ
Όλα τα ’χουμε δοκιμάσει, αλλά μένει ένα που δεν δοκιμάσαμε-να κάνουμε θεό έναν άνθρωπο.

ΟΛΟΙ
Έναν άνθρωπο;

ΤΑΥΡΟΣ
Καλά ακούσαμε λυρά προεδρίνα; Έναν άνθρωπο;

ΦΩΤΙΑ
Καλά ακούσατε. ‘Έναν άνθρωπο.

ΒΙΥΒΑΛΙ
Άνθρωπος να πιστέψει άνθρωπο;

ΠΕΤΡΑ
Γιατί όχι;

ΦΩΤΙΆ
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

ΠΈΤΡΑ
Μπορεί να γίνει. Σκεφτείτε λίγο. Η διαφορά από όλους εμάς είναι ότι θα μιλάει τη γλώσσα τους και θα μπορεί να λέει ό,τι αρλούμπες θέλει που αυτοί θα χάφτουνε αφού θα έχουν πειστεί πως είναι θεός. Και θα φροντίσουμε να τους λέει πράγματα που οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούνε. Γιατί εμάς οι άνθρωποι μας κάνανε πέρα; Γιατί τους ζητάγαμε όλο θυσίες , γιατί τους σπρώχναμε σε πολέμους, γιατί τους κάναμε εχθρούς μεταξύ τους, γιατί τους ζητάγαμε ανθρωποθυσίες…

ΜΟΛΩΧ
…Παρακαλώ να λείψουν τα υπονοούμενα.

ΠΈΤΡΑ
Δεν κατηγορώ κανέναν.

ΜΟΛΏΧ
Και ούτε ήμουν ο μόνος που ήθελα ανθρωποθυσίες.

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΤΧΛΙ
Τι θες να πεις; Τουλάχιστον εγώ δεν ζητούσα παιδιά.

ΠΈΤΡΑ
Αν έθιξα κανέναν ας με συγχωρήσει. Αλλά ας μην πιαστούμε με τα προσωπικά…

ΌΛΟΙ
Σωστά… σωστά…

ΦΕΤΙΧ
Ζητώ το λόγο.

ΠΈΤΡΑ
Παρακαλώ.

ΦΕΤΙΧ
Δυο λόγια μόνο πάνω στο θέμα για να κλείσει μια και καλή. Είπε η πρόεδρος πως ζητούσαμε πολέμους, μίση, ανθρωποθυσίες. Δεν τα ζητούσαμε εμείς αυτά. Ας συνέλθουμε κύριοι συνάδελφοι και ας μη βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας. Όλοι ξέρουμε ότι δεν είμαστε όντα με πραγματική υπόσταση και ακόμα περισσότερο όντα με υπευθυνότητα και συνείδηση. Είμαστε πλάσματα του μυαλού των ανθρώπων.  Και μας πλάθουνε όπως θέλουνε. Τις ιδιότητές τους μας φόρτωναν. Σκιές των ανθρώπινων παθών είμαστε. Θέλανε οι άνθρωποι να πολεμήσουν; Λέγανε ο θεός ζητάει πόλεμο. Θέλανε να ξεπαστρέψουνε μερικούς; Λέγανε ο θεός ζητάει ανθρωποθυσίες. Όποια βρωμοδουλειά σε μας τη φορτώνανε. Μη λοιπόν συμπεριφερόμαστε σαν να φταίμε ή να μην φταίμε εμείς για ό,τι κάνουν οι άνθρωποι. Αυτά για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και για να λείψουν οι παρεξηγήσεις.
(σιωπή)

ΠΈΤΡΑ
Τα είπες λίγο ωμά, όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Αφού λοιπόν έτσι ή αλλιώς οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ας τους στείλουμε έναν άνθρωπο-θεό.

ΓΆΤΑ
Αφού είναι έτσι γιατί να μην αφήσουμε να το κάνουν μόνοι τους;

ΠΈΤΡΑ
Γιατί τότε θα καταλάβουν ότι είναι θεοί και οι ίδιοι. Ενώ αν τους προλάβουμε πριν εκείνοι να το σκεφτούν, τότε θα έχουμε την ελπίδα ότι όταν δουν τα χάλια και του ανθρώπου-θεού, οι άνθρωποι θα ξαναγυρίσουν σε μας. Το πρόβλημα είναι πώς θα δεχτούν οι άνθρωποι έναν άνθρωπο-θεό. Εδώ βασιλιάδες και κυβερνήτες που οι ίδιοι τους έχουν διαλέξει, τους ρίχνουν ή τους σκοτώνουν με το παραμικρό. Θα γλιτώσει από την τύχη αυτή ένας θεός; Ενώ αν τους τον στείλουμε εμείς αλλάζει το θέμα. Θα πουν: αφού είναι από τον ουρανό σταλμένος, είναι θεός. Έτσι κόβεται και η φόρα εκείνων που υποστηρίζουν ότι θεός είναι και ο άνθρωπος. Γιατί τώρα θα πρέπει να προσθέτουν: «ο άνθρωπος ο σταλμένος από το θεό».

ΔΙΑΣ
Καλή ιδέα.

ΓΥΝΑΊΚΑ
Ωραία ιδέα.

ΌΛΟΙ
Ωραία… ωραία…

ΠΈΤΡΑ
Θα πάει λοιπόν κάτω ο θεός μας και θα αρχίσει να λέει: αγαπάτε αλλήλους, ο έχων δύο χιτώνες να δώσει τον έναν, μακάριοι οι πραείς, αν σε χτυπήσουν στο ένα μάγουλο γύρισε και το άλλο, και ένα σωρό τέτοια ωραία.

ΚΌΚΟΡΑΣ
Εγώ, αν και οι άνθρωποι με έχουν κατασφάξει, τους αγαπώ. Και δεν συμφωνώ να τον βάλουμε να τους λέει τέτοια. Δε λυπόσαστε τους ανθρώπους που θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν εκείνα που τους λέει, πηγαίνοντας έτσι ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό; Εμένα δεν το βαστάει η καρδιά μου. Οι άνθρωποι κοιτάνε πώς θα βγάλουν από τη μέση ο ένας τον άλλο. Κι αν δεν το κάνουν είναι γιατί εκείνοι που δέχονται την επίθεση αντιστέκονται. Φαντάζεστε τι θα γίνει αν γυρίζει και το άλλο μάγουλο εκείνος που θα χτυπηθεί στο ένα; Αυτόματα όποιος πιστεύει στον καινούργιο θεό θα γίνεται ή δυστυχής ή μακαρίτης. Άσε που μπορεί να σκοτώσουνε και τον ίδιο το θεό οι άνθρωποι…

ΠΈΤΡΑ
Αυτό είναι δική τους δουλειά. όμως αφού τέτοια θέλουν, τέτοια θ’ ακούσουν.

ΜΟΛΏΧ
Πάνε οι ανθρωποθυσίες…

ΔΙΑΣ
Πάνε oι βαγαποντιές…

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΧΤΛΙ
Πάνε οι πόλεμοι…

ΠΈTPA
Ε! Φίλοι! Τι θρήνοι είναι αυτοί; Μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε. Είπαμε: θα λέει έτσι ο θεός μας, δε θα γίνεται όμως τίποτε απ’ αυτά που θα λέει. Κι όχι μόνο, αλλά θα είναι αυτός ο αίτιος να σκοτώνονται oι άνθρωποι μεταξύ τους περσότερο απ' όσο σκοτώνονταν από μας. Έχει να κάνει πολέμους αυτός, που ο Χουιτζιλοποχτλί θα μοιάζει πρωτάρης μπροστά του. Θα κάψει ανθρώπους όσους δεν έκαψαν εκατό Μολώχ. Έχουν να υποφέρουν και να δυστυχήσουν άνθρωποι και άνθρωποι. Λοιπόν σύμφωνοι όλοι; Άνθρωπος-Θεός;

ΟΛΟΙ
Σύμφωνοι… σύμφωνοι...

ΚΕΡΑΥΝΟΣ
Και πώς θα υλοποιηθεί αυτό;

ΠΕΤΡΑ
Mια γυναίκα θα γεννήσει το νέο θεό αφού αυτός πρέπει να είναι άνθρωπος.. Και για να είναι από θεού, κάποιος από μας θα κατέβει, απόψε κιόλας κάτω στη γη, για να κανονίσει το πράγμα. Και δε βλέπω ποιος είναι πιο κατάλληλος γι αυτό από κάποιον που έχει φτερά.

ΑΕΤΟΣ
Εγώ δεν πάω γιατί μπορεί να με πιάσουν και να με εξημερώσουνε.

ΔΙΑΣ
Χμ… πηγαίνω εγώ αν δεν έχετε αντίρρηση. Ξέρω από τέτοια..Μόνο να μου δάνειζε τα φτερά του ο αετός μιας και πρέπει να πετάξω.

ΑΕΤΟΣ
Μετά χαράς.
(του δίνει τα φτερά του)

ΔΙΑΣ
Ωραία! Έφυγα κιόλας. (Πηγαίνει προς την πόρτα, γυρίζει πίσω)
Κανένα λουλούδι κάποιος;.. σε γυναίκα πηγαίνω…

ΦΛΟΡΑ
(βγαίνει από το πλήθος των θεών που στέκουν όρθιοι)
Εδώ!
(του δίνει έναν κρίνο)

ΔΙΑΣ
Γεια σας!
(βγαίνει πετώντας)


ΑΥΛΑΙΑ


ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
         (ΜΕΡΕΣ ΠΟΥΝΑΙ)



Ο ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ

Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.

Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.

Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι-
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.

Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.

Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.

Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.

Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σα μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη χύναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.

Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.

Και μεις οι τρεις, που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,

εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:

έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα εμεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τα’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)

και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.

Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.

Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.

Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.

Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.

Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.

Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.

Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:

«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Μ' ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δε θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.

Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.

Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' το σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».

…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα".




TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.

Πολύ Εσύ καλλίτερ' από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.









TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοικό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας άγγελος μες στ' όνειρό του.

Κι ήταν you αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως'
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη'
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.

Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του άγγελου τα χεΐλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:

"Μην τρέμεις-έναν άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου'
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.

Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία'
είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.

Κι ειν1 η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.

Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε ΩραΙο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,

Αυτός που εφύτεψε το Φως σrou Σκότους την καρδιά
και άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,

Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία'
κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.

Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.

Λοιπόν μη βασανίζεσαι, Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου'
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!•

Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει΄
και στη Μαρία πάει κοντά κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.




ΠΡΟΣΕΥΝΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ' τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.




ΣΑΝ ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.

Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει΄
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.



ΧΙΛΙΩΝ

Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.

Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα,
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα,
την πέτρα αφού απ' τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τηνε φέρνω-

αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση
αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι'
αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
Χιλίων είμαι άξιος θανάτων.



ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Όχι πως κάνω κριτική Θεέ μου στη βουλή Σου,
μα έχω μια διαπίστωση τα χρόνια τούτα κάνει:
κάθε χρονιά και πιο αργεί να έρθει η γέννησή Σου
ενώ όλο και πιο γρήγορα η σταύρωσή Σου φτάνει.


ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου!)
γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.
Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους'
να μη φοράνε μόνο μάσκες καλωσύνης.
Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ' άνθη'
τ' άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν'
μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν' άστρο.
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που 'ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.



ΘΑ ΔΕΙΣ

Όλα γύρω μου μου λένε
να γελάσω-γα χαρώ.
Όταν όμως άλλοι κλαίνε
τότε Θε μου δεν μπορώ.

Κάνε Θε μου πρώτα εκείνους
χαρωπούς και πια θα δεις-
ευτυχίας θ' ανθίζω κρίνους
απ’ τα βάθη της ψυχής.




TO ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Όσα χτυπήματα η ζωή
Θεέ μου κι αν μας δίνει
καθένα του με τον καιρό
περνάει-ξεχνιέται-σβήνει.

Εν' άγγιγμα όμως από Σε
πάντα δικό μας μένει-
με φως το νου μας πλημμυρά
και στην ψυχή μας δένει.




ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Τάχα οι άνθρωποι το Χρόνο εβρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.

Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν
στη Θείαν αναπαύεται τη Διάνοια.



ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
σα γάτα πα' σε δέντρο
που να γλιτώσει απ' του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια,

δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω'
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.

Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
Θε μου, να Σε γνωρίσω.






ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Άραγε πώς θ' ακούγεται η φωνή μας
στα Θεία Σου τ 'αυτιά;
Αστείοι και μεις κι αυτή μαζί μας
και θα γελάς πλατιά.

Μόνο τα Πνεύματα με Σε μιλάνε
κι αυτά μονάχα ακούς'
τα λόγια μας εμάς χαμένα πάνε
κι ας τα γεννάει ο νους.

Μα 'γω έψαξα και βρήκα τη μονιά Σου
και κει Σε καρτερώ.
Έλα! Και κάψε με με τη Φωτιά Σου!
Ζώσε με με Καιρό!

To ξέρω πως με νιώθεις-δε Σ’ αγγίζω
με ανάρμοστη φωνή'
δεντρί πανώριο είσαι και θροίζω
του κλώνου σου κλωνί.


Η ΛΥΣΗ

Με κράζει το πουλί
κοντά του με καλεί'
το δρόμο αναμετράω:
μακριά μου-δε θα πάω.

Στον ουρανό εν' αστέρι
μου άπλωσε το χέρι
μα ό,τι και να κάνω
μακριά μου-δεν το φτάνω.

Μα να ο Θεός που πλάι,
μαζί μου περπατάει
κι όλα, πουλιά κι αστέρια
κρατεί στα δυο Του χέρια



ΜΕ ΣΙΩΠΗ

Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.

Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.

Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;

Αλλ' αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροηή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥ ΚΟΡΗΣ

Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:
την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.

Και να 'ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ' την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν' ανασαίνει.

Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.




ΠΑΝΑΓΙΑ

Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.




ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Τρανός καβαλάρης σε άλογο ολάσπρο
βοήθα να γίνω μια μέρα Χριοτέ μου.
Και μέσα να ζω σε πεντάμορφο κάστρο
που δε θα φοβάται ορμή όποιου ανέμου.

Και να 'ναι η ζωή μου το στέριο το κάστρο
και να 'ναι τα γκέμια ο άσφαλτος νους μου
και να 'ναι η ψυχή μου το άτι το αιθέριο
που δίνει φτερά στους θνητούς λογισμούς μου.

Και όταν η ώρα η άγια θε’ να 'ρθει
το άτι για πάντα το κάστρο ν' αφήσει,
σαν όνειρο να 'ναι παιδάκι που πλάθει
αφού χορτασμένο στον ύπνο βυθίσει.


ΕΝΟΧΕΣ

Κάθε το χέρι μου ή ο νους
που σ' αμαρτία απλώνει
θαρρείς καρφί κρατεί Χριστέ
και Σε ξαναοταυρώνει.

Και τότε τρέμω σύγκορμος
και σιωπηλά σπαράζω
και νοερά κάθε φορά
τη Θεία Σου Χάρη κράζω

και, ή την ψυχή μου, της ζητώ
απ' το σώμα να χωρίσει,
ή να την κάνει τους φρικτούς
φονείς Σου ν' αγαπήσει.


ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΩΦΡΟΝΟΣ ΝΕΟΥ

Κι αν μηχανές η γη έχει γεμίσει
που ολημερίς μιλούν αντί για μας,
εγώ ανθρώπινη ποθώ μια ζήση-
Συ θέλω στην ψυχή μου να μιλάς.

Kι αν φτάσανε, Θεέ μου, στο φεγγάρι
ψηλότερα να φτάσω εγώ ζητώ-
εκεί που η χάρη Σου γλυκά μεθάει
το θείο Της δωρίζοντας ποτό.

Κι αν έχουνε βολάν κατευθυντήρια
κι οδήγησης συστήματα λογής,
στα γήινα θέλω εγώ τα ολετήρια
Εσύ το βήμα μου να οδηγείς.



ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ

Κι αυτά που πέρασαν κι όσα θα 'ρθούνε
δεν εχαθήκανε.
To Πριν και το Ύστερα οτο Πνεύμα νήχονται
μέσα το Θείο Σου.
Κι ειν' αναρίθμητα κι όσα θα γίνουν
κι όσα γινήκανε-
η "ιστορία" μας σταγόνα αίματος
μες στο Σφαγείο Σου.





ΈΛΕΟΣ

Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.

Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...

Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.



Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

"Πατέρα γύρισα από κει που Συ με είχες στείλει-
κάλλιο από όπου μ' άφησες μονάχον μου να πάω.
Πρωί εκίνησα και να! ψυχομαχάει το δείλι
που νύχτωμα ένα προμηνά πολύδωρο και πράο.

Ολοζωής επήγαινα, Για λίγο αν σταματούσα
το χώμα επερπάταγε στα πόδι μου από κάτου'
σε μια ζωή αγιόρταστη και πολυτυραννούσα
μελετημένα κι άφευγα φέρναν τα βήματά του.

Κι ως προχωρούσα, δίπλα μου, όντα καθώς εμένα
βαδίζανε, μη ξέροντας κι αυτά για πού τραβάνε,
μόνο πηγαίνανε κι αυτά σαν έρμα και σαν ξένα
ή από πιόμα δυνατό σαν μεθυσμένα να 'ναι.

Καθένα μίλαγε άλληνε-δική του μία γλώσσα.
Κι άστοχη κάθε του βουλή και κάθε του ήταν πράξη.
Και «ποιος», αναρωτιόμουνα, «δύστυχα όντα τόσα,
ή θέλοντας ή άθελα τα 'χεν εκεί πετάξει;..»

Και όταν μέσα εκοίταζα στα μάτια τους ζητώντας
μια συνεννόησης σταλιά, μια σπίθα αδερφοσύνης,
εκείνα αντιθωρούσανε τα μάτια μου φρικιώντας
σαν αποτρόπαιο να 'τανε να παίρνεις και να δίνεις.

Κι όταν το χέρι μου άπλωνα ν' αγγίξω εν' άλλο χέρι
(για τι άλλο θα μου το 'δινες το χέρι μου πατέρα;)
αντίς για τ' άγγιγμα χεριού με χάραζε μαχαίρι
και ματωμένη κι αλγεινή κυλούσε η κάθε μέρα.

Τους μίλησα κι ανήκουστα τα λόγια μου ήρθαν πίσω.
Τους έδωσα κι ότι έδωσα πίσω άδοτο ερχόνταν.
Η ειρωνεία με δάγκωσε σαν ήρθε ν' αγαπήσω,
και όταν άναβα ένα φως από εκείνους σβηόνταν.

Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει.
Έτσι ταιριάζει σε νερά πελάγου ίσκιος δάσου.
Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει-
δεν είμαι-όχι-στον τόπο μου σα βρίσκομαι μακριά Σου".

Την άσπρη και την κρύα Του ντυμένος ερημία
δίχως μιλιά σ Μαρμάρινος στεκόνταν ο Πατέρας,
φωνή σαν να μην ήχησε τριγύρω Του καμία
ή μάρμαρο λες να 'τανε κι ο γύρω Του αγέρας.

Και η αμέτοχη ήτανε και σοβαρή θωριά Του
ασάλευτα παράξενη κι άγρια γαληνεμένη
Και πέρα, πέρα, στο Άπειρο έβλεπε η ματιά Του.
Κι αμίλητα τα χείλια Του. Κι η γνώμη Του κρυμμένη.

Και το μαρμαροκάμωτο υφαίνοντάς Του δέρμα
πάνω Του συνωστίζονταν άπειρα πλήθη όντων-
όντων που θα τριγύριζαν αλλιώς μονάχα κι έρμα
στα ξερολίθια της στεριάς...στα κύματα των πόντων...

"Δέξου με στην αιώνια Σου Πατέρα αταραξία.
Κλέισε την ταραγμένη μου ψυχή μες στην ψυχή Σου.
Όλη όση εμοιράθηκε στην ύπαρξή μου αξία
είναι μικρό ένα μόριο να 'μαι της ύπαρξής Σου".

Ως απαντάει ο Βοριάς στ' αδύναμο πουλάκι
κι ως γνιάζονται για του γιαλού την πέτρα τ' άγρια
βύθη
έτσι κι ο Γίγας γνιάστηκε για κείνο τ' ανθρωπάκι
κι έτσι σε ότι εμίλησε Αυτός του αποκρίθη.

Και κείνο, με τα μάτια του να του θαμπώνουν όλο
το δρόμο προς του Γίγαντα πήρε το ποδονύχι
τον Μέγα όπως τ' Ουρανού τον Ατελείωτο Θόλο
κι Άσπρον καθώς το συνηθούν του Κοιμητήριου οι Τοίχοι.




ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ!

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε ποιητές.





ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ

Καράβι ειν' η ζωή μας που το κύμα
μ' ασίγαστη μανία το χτυπάει'
στον τάφο λες μας πάει κάθε βήμα
και τ' άλλο στον αέρα μας ξερνάει.

Άγιε Νικόλα,της θαλάσσης Άγιε,
των ναυτικών προστάτη και σωτήρα
έλα την τρικυμία να κοπάσεις
και στης ξηράς την άξενην αρμύρα.

Άκου πώς βαριοτρΐζουν οι αρμοί μας
δες τα πανιά μας τα κουρελιασμένα'
σε λίγο Άγιε η φτωχή ψυχή μας
ναυάγιο θα μετράει χωρίς εσένα.




«Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΞΙΦΕΙ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ.»
(Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης)

Θεέ, όταν στης γης τα σκότια βάθη
το σίδερο εδέησες να φανεί
ήξερες τάχα πως μια μέρα θα 'ρθει
που φονικό μαχαίρι θα γενεί;

Κι όταν τον άνθρωπο έδινες στην Πλάση
ήξερες πως ο ήλιος Σου θα δει
ότι  πατέρας κάποτε θα φτάσει
να μαχαιρώσει το ίδιο του παιδί;

Οι λέξεις μου δεν ψάχνουν άλλο ταίρι.
Απρόθυμη κι η ρίμα και φτωχή:
Άνθρωπος πώς κανένας το μαχαίρι
στην ίδια του το στρέφει την ψυχή;

Θεέ μου, και αν άπιστος κανένας
από πατέρα χέρι θα χαθεί
να είναι κάνε από τους λίγους ένας
που στα δεξά Σου, Τότε, θα σταθεί.




"ΕΞΕΓΕΡΘΗΤΙ ΒΟΡΡΑ, ΚΑΙ ΕΡΧΟΥ ΝΟΤΕ, ΚΑΙ ΔΙΑΠΝΕΥΣΟΝ ΚΗΠΟΝ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΡΕΥΣΑΤΩΣΑΝ ΑΡΩΜΑΤΑ ΜΟΥ."
(Άσμα, 3,16)

Για πόσους ο Βορράς δεν εξεγείρεται…
Για πόσους δεν προσέρχεται ο Νότος…
Κι αξέχυτα απομένουνε και άρρευστα
και αχρησίμευτα τ' αρώματα τους…

Α! Πιο καλά κανείς πέτρα να ήτανε
και όχι ρόδου χάρη μες στον κόσμο-
βαριά τ' αρώματα που δε σκορπίζονται'
της αχρηστίας αφόρητη ειν'  η γνώση.

Βαριά τ’ αρώματα όταν τριγύρω σου
απ' ασιτία η όσφρηση πεθαίνει
κι αφόρητη η γνώση πως η άπνοια
τη δυστυχιά στον κόσμο μας πληθαίνει.





«ΣΥ ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΓΗΝ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΑΣ….  ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΣΟΥ ΟΥΚ ΕΚΛΕΙΨΟΥΣΙΝ.»
(προς εβραιους, ι,10-12)


Θα ’ρθει καιρός που απ' την πολλή τη χρήση
Οι ουρανοί σα ρούχο θα παληώσουν
κι έτσι γλυκά η πνοή Σου θα φυσήσει
και σα νιογέννητοι θα ξανανιώσουν.

Τη φωτεινή θαυματουργή Σου πέννα
στα πανταρκή κρατώντας μέσα χέρια
πουλιά θα ζωγραφίζεις φτερωμένα
τους Γαλαξίες, τους Ήλιους και τ’ Αστέρια.

Και κείνα μες στ’ ατέρμονα τα χάη
θα λάμνουνε της σφαίρας της ουράνιας,
απλά κι αβίαστα, καθώς κυλάει
το πυρωμένο δάκρυ της μετάνοιας.

Και στην αφεύγατη διάτα όλα τούτα
μιας μόνο σκέψης Σου θα πειθαρχούνε,
σαν όπως ωριμάζουνε τα φρούτα
όταν του θέρους τ' άγγιγμα δεχτούνε.

Έτσι γι ατέλειωτο διάστημα χρόνου
Πλάσες θα φτιάχνονται και θα χαλιούνται,
καθώς στο δάγκαμα του Νόστιου Πόνου
Θλίψες θεριεύουνε κι ελπίδες σβηούνται

Και Συ για πάντα ο ίδιος θα υπάρχεις
καθώς προ των αιώνων ήσουν πάντων,
κι ευδαίμων κι εύχαρις επάνω θ' άρχεις
στη δυσστονία του Νου και των Συμπάντων.

Σα φόρεμα η Πλάση που φοράει
Οι ουρανοί της έτσι θα παληώνουν
Κι έτσι γλυκά η πνοή σου θα φυσάει
Και σα νιογέννητοι θα ξανανιώνουν.




«ΑΝD ΝΟΕΜΙΝ SΕΕΙΝG ΤΗΑΤ SΗΕ WΑS  DEΤΕRΜΙΝΕD ΤΟ  GO WIΤΗ ΗΕR, CΈΑSED ΤΟ SΡΕΑΚ  ΤΟ HER ANY ΜΟRΕ»
(Βιβλος)


                     ΡΟΥΘ

Μια επιμονή... Μία κουβέντα ακόμα…
την Ιστορία ν' αλλάξουν θα μπορούσαν-
αν της Νοεμίν τα χείλη δε σιωπούσαν…
αν δε της σφράγιζε ο Θεός το στόμα…

Μα τι ωφελούν τα «αν»... η Ιστορία
γράφτηκε όπως Αυτός έχει θελήσει:
η Ρουθ την ίδια ακλούθησε πορεία
και τον Βοόζ επήγε να γνωρίσει.

Μετά Ωβήδ... Ιεσσαί... κι ο Προφητάναξ!
Χωρίς της Ρουθ και της Νοεμίν τη φίλια
του αγέννητου θα έθαφτε η λάρναξ
τα που καλά στον κόσμο ήρθαν χίλια.

Κι η ευλογία δε θα είχε υπάρξει
της Ρουθ, που αιώνες πριν την Πηνελόπη
του Σύμπαντος εχάραξε την Τάξη-
κι ας τήνε χάλασαν ξανά οι ανθρώποι.



Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017


ΣΙΛΕΣΙΟΣ

Η ψυχή αείζωο πνεύμα πέρα από το χρόνο
είναι.
Ήδη ζει μες στο κορμί μας την αιώνια της
ζωή.

*

Γάλα το ανθρώπινο. Κρασί το θείο.
Χαρά σ' όποιονε πιει κι από τα δύο.

*

Η μεγαλύτερη ευλογιά θα 'ναι στον ουρανό
καρδιές ολάνοιχτες η μια στην άλληνε δοσμένη.

*

Αγάπη ο Θεός, και δεν μπορεί παρά να αγαπάει.
Xωρίς «γιατί» θ' αγάπαγες και συ θεός αν ήσουν.


*

Θα 'ναι ο άνθρωπος θεός αν γίνει το μοντέλο
που από κείνο ο θεός τον άνθρωπο έχει φτιάξει.

*

Ο σοφός μέσα στη θλίψη και τον πόνο δεν λυπάται.
Ούτε καν παρακαλάει να ξεφύγει από κει μέσα.

*

Η σταγόνα είναι θάλασσα στη θάλασσα όταν πέσει.
Πώς η ψυχή δε θα 'ναι Θεός όταν στο Θεό θα πάει;

*

Αν εκμηδενιστεί ο θεός, εγώ θα πάω πάλι
εκεί που ήμουνα προτού εκείνος να με πλάσει.

*

Είναι ο θεός ο μουσικός κι εμείς τα όργανα
του.
Και ο καθένας ηχεί από το πνεύμα εκείνου.

*

Απ' τον πόλεμο η ειρήνη. Απ' τον πόνο η χαρά.
Κι η κατάρα της ζωής μας ευλογία θα γενεί.

*

"Γιατί θα πρέπει ο χριστιανός δίκαιος να 'ναι κι ευσεβής;"
Ρωτάς γιατί ένα πρόβατο σαν τίγρις να μη φέρεται.

*

Θες με μια κίνηση να δεις μπροστά σου
ν' απλώνεται ο παράδεισος ο ίδιος;
Στρέψε το πρόσωπο σου από τον κόσμο.

*

Άνθρωπε, γίνε κάτι πιο από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.



Γιος του θεού είμαι κι εγώ. Και κάθομαι δεξά του.
Και μέσα μου τη σάρκα του και την ουσία του βλέπει.

*

Ο θεός δεν είναι δίκιο. Η πηγή του δίκιου είναι.

*

Γιατί μας έπλασες θεέ μου θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι ας μην μπορούσες παρά να μας πλάσεις,
ανάγκη και για μας το ευχαριστώ.

*

Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε,τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;

*

Η άβυσσός μου του θεού την άβυσσο απαντάει.
Στέκουν οι δυο διστακτικές: βαθύτερη ποια είναι;

*

Πότε τον κόσμο έφτιαξε ο θεός;
Τη μέρα που γεννήθηκα.

*

Τόσο ωραίος ειν' ο θεός, ώστε ο ίδιος, πάντα
με τη δική του ομορφιά εκστασιασμένος είναι.

*

Σαν μια πηγή είναι ο θεός.
Ρέει αβρά προς τα έξω
μα εντός του κείται ολόκληρος.

*

Ο θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά του αν δεν βλέπεις
φταις σεις κι όχι Εκείνος.

*

Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι. Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.

*

Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχε εμπειρία.

*

Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
γιατ' ήμουν πριν ό,τι είναι.

*

Τί ωραιότερο για μέ
να 'ναι ο ίδιος ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;

*

Ο θεός είναι ό,τι τρώω κι ό,τι πίνω.
Γιατί ένα του κομμάτι είμαι κι εγώ.

*

Τι 'ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο θεός
αυτός ο τόπος ήταν.

*

Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε πρέπει και να γινούμε.

*

Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν' όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
και τον ίδιο τον θεό κι όλα για πάντα.

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

ΗΡΩΔΗΣ
Ή
ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ

 (μονόπρακτο)


Χρόνος: 1 μ.Χ.
Τόπος: Παλάτι   του  Ηρώδη.
Πρόσωπα:
Ηρώδης-βασιλιάς της Ιουδαίας
Δαμασκηνός-έλληνας δάσκαλός του
Μάγοι
Φρουρός.

ΗΡΩΔΗΣ
(στον Δαμασκηνό)

Πες τους να κλείσουνε τις πόρτες όλες.
Να βλέπει και ν' ακούει κανείς δε θέλω.
Για με και για τους άλλους βασιλιάδες
Υπάρχουν ώρες μέσα στη ζωή τους
Που πρέπει μάρτυρα άλλο να μην έχουν
Παρά τους εαυτούς τους -κι ούτε κείνους.
Τις ώρες κείνες πρέπει να ’μαστε άλλοι.
Ξένοι σε ότι ως τότε ήταν δικό μας.
Πες τους να κλείσουνε τις πόρτες όλες.
Γιατί βασιλική αδυναμία
Ν’ ακούσουνε αυτιά ξένα δεν πρέπει.
Και δάσκαλε, ειν’ αυτή μια τέτοια ώρα.
Η ώρα που απολογισμό για όλεσς
Τις βρωμερές τις πράξεις μου θα κάνω.
Η ώρα που να ξεχυθεί θ’ αφήσω
Απ’ τα κλειστά τα στήθια μου η μετάνοια.
Μη  με κοιτάς  με παραξένια τόση.
Ναι, άκουσες καλά. Μετάνοια είπα.
Πες τους  να κλείσουνε  τις  πόρτες όλες.
Κι  αν σε κρατώ απόψε εδώ κοντά μου
Δεν είναι για ν’ ακούσω από σένα
Για Ιστορία ή για Φιλοσοφία
Ή τη Ρητορική να με διδάξεις.
Είναι που για να είσαι έτσι κοντά μου
Ημέρα νύχτα για δεκάδες χρόνια
Δεύτερος έχεις γίνει εαυτός μου.
Με τη σοφή σου τη διδασκαλία
Την αλλαγή έχεις φέρει στην ψυχή μου.
Μιαν αλλαγή που αφότου εγίνη μοιάζω
πιότερο εσύ παρά εγώ να είμαι.
Τόσο βαθιά με πότισαν τα λόγια
Που από το στόμα σου σα μέλι βγαίναν
Και την καρδιά μου έρχονταν ν' αγγίσουν.
Και μοιάζω με δοχείο γεμισμένο
Με υγρό που μέσα μου συ έχεις ρίξει
Απ' την ακένωτη δεξαμενή σου.
Και είναι το υγρό που ’μαι γεμάτος
Η Αρετή κι ο Λόγος κι η Σοφία.
Και τώρα εγώ Ηρώδης πια δεν είμαι
παρά ένα μικρό είμαι κομμάτι
Απ’ το Δαμασκηνό το δάσκαλο μου.
Γι αυτό και σένα απόψε έχω διαλέξει
Για μάρτυρα σ’ αυτή μου τη μετάνοια.
Μονάχα συ μπορείς αυτά να νιώσεις
Που έχω να πω, γιατί εσύ 'σαι κείνος
Που δίχως να το πεις με γλώσσας λόγια
Σ' αυτήνε τη βουλή σπρωγμένα μ' έχεις.
Γι αυτό σου λέω: πες τις πόρτες όλες
Να κλείσουν, κι έλα κάθισε κοντά μου.
(Ο Δαμασκηνός βγαίνει και ξαναμπαίνει)
Έτσι. Απόψε όλοι ας μακρύνουν.
Ούτε φρουρούς κοντά μου απόψε θέλω.
Να με φυλάξουν δεν μπορούν εκείνοι
Από εχθρό που μες στα στήθη κλείνω.
Να βλέπει και ν' ακούει κανείς δε θέλω.
Δάσκαλε πες μου το λοιπόν-την ξέρεις
Γιατί εσύ κάθε κρυφό μου ξέρεις-
Η τελευταία βδελυρή μου πράξη
Ποια ήταν; Πες το μου να το ακούσω.
Και όπως έκανα μέχρι τα τώρα
Κακή δε θα σου πω ότι δεν ήταν.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Να σου το πω ξανά φόβο δεν έχω.
Μ' αφού όμως την ξέρεις την αλήθεια
Γιατί να την ακούσεις κι από μένα;
…Τον ίδιο σου το γιο έχεις σκοτώσει!

ΗΡΩΔΗΣ
Ναι! πες το πάλι! Πες το να τ’ακούσω!
Μια μαχαίρια μου τρύπησε τα σπλάχνα
Σαν το ’πες. Και αλήθεια αυτό τ’ αξίζω.
Κι όσες φορές να μου το πεις ακόμα
Την ίδια μαχαιριά πάλι θα νιώθω
Να μου τρυπάει ως μέσα την καρδιά μου.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Εσύ ως χτες το έλεγες γελώντας.
Πώς  τώρα ξαφνικά έχεις αλλάξει
Και το ίδιο πράγμα πόνο σε γεμίζει;

ΗΡΩΔΗΣ
Η νύχτα η χτεσινή τα 'κανε όλα.
Το μάτι μου δε σφάλισε χτες βράδυ.
Κι όλα περάσανε από μπροστά μου
Όσα κακά στη ζήση μου έχω κάνει.
Γιατί, ποιος ξέρει, τέτοια μία νύχτα
Να φτάνει κάποτε σε ζήση ανθρώπου…
Έτσι απρόσκλητη ποιος τηνε στέλνει;
Ή πρόσκληση γι αυτήν ήταν ο τρόπος
που τη ζωή μου έζησα ως τα τώρα;
Μην ήρθε γιατί γέρασα-πλησιάζω
το ξέρεις, τα εβδομήντα-και οι γέροι
Το θάνατο κοντά τους βλέπουν να ’ναι
Και να λογαριαστούν ζητούν μαζί του;
Κι αν άλλοι γέροι δάσκαλους δεν είχαν
Που να τους μάθουνε πως κόσμος άλλος
Κάτω από τα πόδια μας υπάρχει
Και πως σ' αυτόν οι άδικοι υποφέρουν,
Όμως εγώ από σένα έχω μάθει
Για του Άδη τα φρικτά βασανιστήρια
που  τους κακούς παιδεύουν σαν πεθάνουν
Γιατί έτσι έχουνε αποφασίσει
Οι δικαστές οι δυο που τέλεια κρίνουν
Κι αλάθητα τις πράξεις των ανθρώπων
Όταν αυτοί στον Άδη κατεβαίνουν.
Για τον Αιακό μιλώ και για τον Μίνω
Που πάνω σε χρυσούς καθόντας θρόνους
Ολημερίς ακούραστα δικάζουν.
Κι άδικα εγώ πολλά έχω καμωμένα.
Κι ο πόνος που μου δίνουν είναι τόσος
Που μόνος δεν μπορώ να τον σηκώσω.
Τ’ ομολογώ αυτό μόνο σε σένα
Γιατί έτσι ίσως ο πόνος μου μετριάσει…
Έκανα με τη δύναμη που έχω
Τόσες μεγάλες δάσκαλε αδικίες
Που σ' όποιους θεούς όσες θυσίες κι αν κάνω
Εξαγνισμό δε θα ’βρω από κανέναν.
Βασάνισα κι έχω σκοτώσει ανθρώπους
Χωρίς να μου ’χουνε καθόλου φταίξει.
Εσκότωσα παιδιά, γυναίκες, γέρους.
Την ίδια τη γυναίκα μου, την κόρη
Του Υρκανού του μέγα, εγώ με χέρια
Σκληρά κι ανάλγητα έχω θανατώσει.
Και τον Προφήτη σταύρωσα Εζεκία,
Μεγάλο ήρωα λαού μεγάλου.
Κι έχω αυλικούς μου σφάξει για το λόγο
πως υποψίες γι αυτούς είχα μονάχα
Πως όσο έπρεπε πιστοί δεν μου ήσαν.
Έκλεψα βιος μεγάλων μας αρχόντων,
Γυναίκες άρπαξα και αδερφές τους
Για να ’χω συντροφιά την κάθε νύχτα
Καινούργια στ’ άνομό μου το κρεβάτι.
Πικρά για όλα τούτα μετανιώνω.
Ντροπή αυτό για βασιλιά, μεγάλη.
Ας ήτανε να μη τα έχω κάνει…
Χάλασα τη ζωή μου. Έχω σκοτώσει
Την ίδια την ψυχή μου πριν εκείνους
Με χέρι δολοφόνο θανατώσω.
Βιάζοντας ,κλέβοντας και αδικώντας
Στη δυστυχία δεν έχω άλλους ρίξει
παρά τον ίδιονε τον εαυτό μου.
Ξέρω, αυτά τα πράγματα τα κάνουν
Ίδια του κόσμου όλου οι βασιλιάδες,
Δίχως ποτέ γι αυτά να νιώσουν πόνο.
Κι ως χτες κι εγώ ίδια μ’ αυτούς σκεφτόμουν.
Μα σήμερα, μετά ’π’ αυτή τη νύχτα,
Που άλλη όπως αυτή να μην ξανάρθει,
Αλλιώς τα ίδια πράγματα τα βλέπω.
Δάσκαλε τη σοφή σου πες μου γνώμη:
Στον κάτω κόσμο αυτή η μαύρη νύχτα
θα κάνει αλαφρότερα να γίνουν
Τα κρίματά μου στο ζυγό επάνω
Των δύο δικαστών του άθλιου Άδη;
Οι δικαστές μου ίσως μαλακώσουν
Σα δουν ότι εγώ πριν από κείνους
Τον ίδιο μου εαυτό έχω δικάσει,
Και τ' άδικα που έχω καμωμένα
Σκληρούς μου τιμωρούς τα έχω κάνει;

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Όταν στον κάτω θα βρεθείς τον κόσμο
Οι άνθρωποι που έχεις αδικήσει
Αλλιώς θα σ’ αντικρίζουν τώρα που ’χεις
Πόσο κακό τους έχεις κάνει νιώσει,
Και που τιμώρησες τον εαυτό σου
Με μια καθώς η χτεσινή σου νύχτα.
Και τελεσφόρα πιο πολύ θα είναι
Αυτή σου η μετάνοια, όταν στο μέλλον
Δεν κάνεις κάποιες πράξεις ίδιες πάλι.
Γιατί αυτό θα ήτανε σημάδι
Πως αλλαγή σε σε δεν έχει έρθει.

ΗΡΩΔΗΣ
Δάσκαλε τόσο αφού πολύ με ξέρεις,
Πρέπει να νιώθεις πως η αλλαγή μου
Ειν' αλλαγή που γυρισμό δεν έχει.
Και τέτοια πράξη όχι καμία μόνο
Δεν πρόκειται να κάνω, αλλ' ακόμα
Έχω σκοπό καλές να κάνω πράξεις
Που θ’ αλαφρώσουν το μεγάλο βάρος
Που κλείνω ακόμα μέσα μου, κι ας έχω
Σε σένανε ανοίξει την καρδία μου.
Στη ζυγαριά σωστές αν αποφάσεις
Και δίκιες πράξεις πάνω της αν βάλω
Ίσως το άδικο να λιγοστέψω.
Μονάχα δάσκαλε κανείς δε θέλω
Να μάθει πως μετάνιωσα για ό,τι
Η δύναμή μου μ' έσπρωχνε να κάνω.
Γιατί αδύναμος θα πουν πως είμαι.
Και πίστεψε με, ο,τι καλό ως τα τώρα
Δεν έκανα, την ευκαιρία αν είχα  
Θα το ’κανα μια κι έξω μαζεμένο.
Ναι, θέλω το καλό τώρα να κάνω

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ξέχειλο τέτοιο απόφασης ποτήρι
Πρώτη φορά αντικρίζω στη ζωή μου.
Και μα το Δία, μ’ όσα έχω ακούσει
Πολύ βαθιά σκοτίστηκε η ψυχή μου.
Γι αυτό και για τους δύο μας ταιριάζει-
Γιατί και συ βαριά θλιμμένος είσαι-
Να διασκεδάσουμε λέω λιγάκι.
Χωρίς να ξεχαστεί η υπόσχεσή σου
ρούχα ας της δώσουμε χαράς να βάλει.
Λίγη χαρά οι αισθήσεις μας αν νιώσουν-
Μαντατοφόροι της ψυχής ως είναι
Μπορεί αυτό να της προσφέρουν ίσως.
Κι έχω γι αυτό να σου προτείνω κάτι.
Χτες βράδυ έχουν φτάσει στο παλάτι
Τρεις μάγοι που τραβάνε για τη Δύση.
Μπορούν αν θέλεις να σε διασκεδάσουν.
Ξέρουν να κάνουν όμορφα παιχνίδια,
Ταχυδακτυλουργίες φέρνουν νέες,
Και παραμύθια ξέρουνε να λένε
Που κουβαλούν μαζί τους και που πάνε
Στη Δύση με χρυσάφι να τ’ αλλάξουν.

ΗΡΩΔΗΣ
Το μέλλον ξέρουνε να το διαβάζουν;

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ο ένας απ’ τους τρεις ξέρει το μέλλον
Καθώς εσένα εγώ κι εσύ εμένα.

ΗΡΩΔΗΣ
Λοιπόν ας έρθουν δάσκαλε οι μάγοι
Τα θάματα τους να μας αραδιάσουν.
(Βγαίνει ο Δαμασκηνός)
Ας έρθουν. Θα ’ναι ό, τι και να κάνουν
Καλλίτερο απ' το να ’μαι μοναχός μου.
Ψηλότερα η κάθε τους η λέξη
Στη σκάλα της χαράς θα μ’ ανεβάζει.
Κι αφού στο πρώτο είμαι σκαλοπάτι
Όσο ν' ανέβω κέδρος μου θα είναι.
Όμως το πρώτο που θα τους ζητήσω
Θα ’ναι παιχνίδια όχι, μάγια όχι
παρά το μέλλον να μου πουν ποιο θα ’ναι.
Γιατί αυτή η μεγάλη αλλαγή μου
Του τώρα μου δεν είναι μόνο κόρη
Αλλά μητέρα και του Μέλλοντός μου.
Θέλω να ξέρω τι μου ετοιμάζει
Αυτή η μεγάλη μεταμόρφωσή μου.
Και ποιος να μου το πει ικανός ειν’ άλλος
Παρά εκείνοι που από της μαγείας
Τα μέρη έρχονται γεμάτοι γνώση;
Του Χρόνου ίσως τα πέπλα να ξεσχίσουν
Και ότι στέκει πίσω του να δούνε.
Ίσως κρυμμένο εκεί μου δείξουν κάτι.
(Μπαίνει ο Δαμασκηνός με τους τρεις
μάγους που κουβαλούν και τα σύνεργά τους)

Καλωσορίσατε. Λοιπόν στο μέλλον
Ανοίξτε τα πανιά. Και αρμενίστε.
Κι αφού από κει γυρίστε με τα πλοία
Γεμάτα μ' άγνωστο για με χρυσάφι,
Τότε και τις φλογέρες ξεδιπλώστε
Και της χαράς απλώστε την παντιέρα
Και διασκεδάστε μας όσο μπορείτε.
Μα πρώτα αυτό: το μέλλον να μου πείτε!

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μεγάλε βασιλιά ως χτες ακόμα
Μας βασανίζαν και τους δυο οι φήμες
Ότι το χρόνο αυτόν μέσα στη χώρα
Ο βασιλιάς γεννιέται των Ιουδαίων.
Δώσε τη διαταγή σ' αυτούς τους μάγους
Να δουν τις σφαίρες τους και τα χαρτιά τους
Και να μας ξεδιαλύνουν αν η φήμη
Πως βασιλιάς προφτάνει στους Εβραίους,
Πετάει με τα φτερά της φήμης μόνο,
Ή έχει και ρόδες που γερά πατάνε.

ΗΡΩΔΗΣ
Σήμερα δε με νοιάζει αυτό καθόλου.
Δάσκαλε ας γεννηθεί ο βασιλιάς τους.
Ας δουν κι αυτοί ξανά καλές ημέρες.
Λαός μεγάλος είναι-τους αξίζει.
Και ούτε βλάφτουνε τη Ρώμη έτσι.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Αλήθεια βασιλιά μου έχεις αλλάξει
Και μεγαλόψυχος αλήθεια εγίνεις.
…Τη Ρώμη όχι βασιλιά μου. Όμως
Κάθε στον κόσμο κέρδος των Εβραίων
Στους Έλληνες χαμό φέρνει μεγάλο.
Και συ τους Έλληνες πάντα αγαπούσες.
Εκείνους είχες μέσα στην καρδιά σου.

ΗΡΩΔΗΣ
Οι Έλληνες κι οι Εβραίοι θα υπάρχουν
Κι όταν τ’ αγγόνια μας θα ’χουν πεθάνει.
Και θ’ αντιμάχονται οι δυο τους πάντα.
Ας λύσουν μόνοι τα προβλήματα τους.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Τότε σα χάρη κάντο βασιλιά μου
Για μένα-το σοφό το δάσκαλο σου.
Άσε να δω σ' αυτήν εδώ τη μάχη
Σε ποιου η πλάστιγγα το μέρος κλίνει
Προτού τα μάτια μου για πάντα κλείσω.

ΗΡΩΔΗΣ
Καλά λοιπόν. Διατάζει η σοφία.
Αρχίστε απ' αυτό καλοί μου μάγοι.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Αντίπαλό μου ως χτες είχα το Χρόνο.
Σ' όλη μου τη ζωή τον πολεμούσα
Πασκίζοντας τη χάρη ν' αποκτήσω
Να τόνε κάμω υποταχτικό μου
Και να με παίρνει όταν Του λέω μαζί Του
Και να μ' αφήνει μέσα Του να βλέπω
Ό,τι κρατεί κρυφό από τους άλλους.
Πόλεμος δύσκολος. Είχα στρατιώτες
Βιβλία που σοφία ήταν γεμάτα,
Ακοίμητες για όπλα μου είχα νύχτες,
Και στρατηγό το ακούραστο μυαλό μου.
Κι όλη μου η ζήση εδόθη στον αγώνα.
Τις χάρες που η ζωή μέσα της κλείνει
Ποτέ δεν πάσκισα να τις γνωρίσω.
Καιρός γι αυτό δε μου ’μενε-το μέλλον
Έδιωξε το παρόν απ' τη ζωή μου.
Στο μέλλον μέσα ζω. Γι αυτό και κείνο
Χάρη καμιά σε μένα δεν αρνιέται.
Κι έχω ό,τι θέλω. Μόνο μία σφαίρα
Μπροστά μου βάζω γυάλινη και κρύα,
Δυο λόγια λέω, χαϊδεύω το γυαλί της
Κι η σφαίρα τότε παίρνει και ζεσταίνει
Και μέσα της ζωής εικόνες φέγγουν
Που μόνο εγώ τις βλέπω και που μόνο
Εγώ μπορώ απ’ όλους να διαβάσω.

ΗΡΩΔΗΣ
Ρώτα λοιπόν τι θέλει ο δάσκαλός μου
Κι απάντησε του σ' ότι σε ρωτήσει.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
(στον Βαλτάσαρ)
Από καιρό διαδίδουν οι Εβραίοι
Ότι θα γεννηθεί ανάμεσά τους
Ένας Μεσσίας όπως τόνε λένε
Που βασιλιάς θα γίνει των Εβραίων-
Που των Εβραίων τη φυλή θα υψώσει
Και κάθε άλλη φυλή θα τηνε σβήσει.
Και λένε ότι τώρα, να, όπου να ’ναι
Γεννιέται ο βασιλιάς τους. Και γυρεύω
Ν’ ακούσω από τα χείλη σου Βαλτάσαρ
Ό,τι γι αυτόνε τον εβραίο μπορέσει
Η γυάλινή σου σφαίρα να σου δείξει.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(βλέποντας τη σφαίρα)
Αλήθεια μέρες λίγες πριν ’γεννήθη
Ένας Εβραίος στα μέρη τα δικά σας
Που μια θρησκεία καινούργια θα ξανοίξει.

ΗΡΩΔΗΣ
Θρησκεία; Βασιλιάς λοιπόν δε θα’ ’ναι;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Μία θρησκεία καινούργια θα διδάξει.
Θρησκεία μίσους, αίματος, και βίας.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Θα είναι βασιλιάς των Ιουδαίων;

ΒΑΛΤΛΣΑΡ
Η σφαίρα μου η αλάθητη μου λέει
Πως οι Εβραίοι θα τόνε σταυρώσουν
Και ότι βασιλιάς τους δε θα γίνει.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Οι Έλληνες λοιπόν δεν κινδυνεύουν.
Ως για θρησκεία έχουμε δικιά μας
Που γέννημα είναι Αρετής και Κάλλους.
Άλλο ν' ακούσω βασιλιά δε θέλω.
Συμπάθα με που θέλησα να μάθω
Κι έκανα τη διασκέδαση ν' αργήσει
Που τόσο σήμερα έχεις ανάγκη.

ΗΡΩΔΗΣ
Όχι. Ο μάγος μας ας συνεχίσει.
Το ενδιαφέρον μου κέντρισε τούτος
Για μίσος λέγοντας μας και για αίμα.
Γιατί αυτά πολύ γνωστά μου είναι.
Ολόκληρη ζωή τα υπηρετούσα
Κι απάνου που άλλαξα για κείνα γνώμη
Κι όπου τα βρω να τα χαλάσω θέλω,
Να τα! Μου βγαίνουνε πάλι μπροστά μου.
Συνέχισε λοιπόν καλέ μου μάγε!

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Θα γίνει αφού το θέλεις βασιλιά μου.
Μόνο που σας ζητώ να μη διακόψτε
Το λόγο μου, ώσπου όλα να διαβάσω
Που μέσα η μαγική μου σφαίρα γράφει.
Έχει κι η τέχνη μου τα μυστικά της
Και διακοπές στο Χρόνο δεν αρέσουν.
Αυτός λοιπόν ο Εβραίος θα ’ναι μάγος
Απ’ όσους έχουν γίνει ο πιο μεγάλος.
Τους ισχυρούς και πλούσιους θα τους κάνει
Πιο ισχυρούς και πλούσιους απ’ ότι είναι
Και πιο πολύ τη φτώχεια θα φτωχύνει.
Και τους αρχόντους όλους θα τους σπρώξει
Σε πιο φριχτά και πιο απαίσια  έργα
Μ’ αντάλλαγμα υπόσχεσες μονάχα
Που από μακριά βοούν πως είναι φαύλες.
Πλήθος πολύ θα τον ακολουθήσει.
Δώδεκα έμπιστους δικούς του θα ’χει
Που θ' απατούνε των φτωχών τα πλήθη
Για να τους πάρουν ό,τι απομείνει
Απ’ τ’ άρμεγμα που οι πλούσιοι τους εκάμαν.
Κι έτσι ο λαός ως θα ’ναι τυφλωμένος
Θα κάνει επανάσταση να ρίξει
Την εξουσία της Ρώμης και να γίνουν
Οι δώδεκα εκείνοι κυβερνήτες.
Θα προδοθεί το κίνημα τους όμως
Κι ο Εβραίος αρχηγός τους θα πεθάνει
Απάνω σε σταυρό σαν τόσους άλλους
Χωρίς το μίσος του καρπούς να δώσει.

ΗΡΩΔΗΣ
Αυτό θα ’ναι το αίμα και η βία;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Όταν αυτός πεθάνει, τότε η Ρώμη
Δικά της τα κηρύγματα θα κάνει
Που εκείνος όσο ζούσε είχε κηρύξει.
Και θα τα γράψει μέσα σε βιβλία
Και σ' όλους τους φτωχούς θα τα μοιράσει.
Θα τους ειπεί: «Ορίστε, όλα δικά σας
Είναι τα λόγια που είναι εδώ γραμμένα
Και που γι αυτά στραφήκατε ενάντιά μας.
Τώρα και λόγια γίνανε δικά μας.
Μ’  αυτά από δω και πέρα οδηγό μας
Σοφά τον κόσμο εμείς θα κυβερνάμε.»
Κι απ' τους Ρωμαίους θ’ απλωθεί η θρησκεία
Σ’ ολόκληρο τον κόσμο η καινούργια
Και όπλο κάθε ισχυρού θα γίνει
Και κάθε πλούσιου στήριγμα για νίκη.
Κι αφού έτσι τους φτωχούς τους υποτάξουν
Οι πλούσιοι θα παλεύουν μεταξύ τους.
Και αφορμή οι πόλεμοί τους θα ’χουν
Τα λόγια του Εβραίου που 'σταυρώθη.
Για μία διάφορη εξήγησή τους
θα σφάζονται άνθρωποι εκατομμύρια.
Για κατοχή του τόπου που εγεννήθη
Ο αιματοστάλαχτος αυτός Εβραίος
Η ανθρωπότη θα ’ματοκυλιέται .
Οι πιο αισχρές στην πλάση ετούτη πράξεις
Θα γίνονται με όρκο στ' όνομά του.
Ναοί που τον τιμούν θα ιδρυθούνε
Παι τόσο θα μαζεύουνε χρυσάφι
Που μπρος του θα ’ναι ασήμαντη πραμάτεια
Όποιου μαντείου άλλου σας ο πλούτος.
Και τόσα θα ’χει πει αυτός ο Εβραίος
Που όποιος άνομος θα θέλει να ’βρει
Βοήθεια κάποια στα μιαρά του έργα
Σίγουρα μες σε κείνα θα την έβρει.
Κι όλο τον κόσμο θα τον δυναστεύει
Η απελπισιά κι ο φόβος και ο τρόμος
Που η νέα η θρησκεία θα ’χει απλώσει
Μες στην ψυχή των δόλιων των ανθρώπων.
Κι οι ήρωες του κόσμου αυτού θα είναι-
Που άγιους τότε θα τους ονομάζουν-
Όσοι θα έχουν θύματα μπορέσει
Πιότερα να μαζέψουνε στη στρούγκα
Για να τ' αρμέγει πιο εύκολα ο πλούτος.
Αυτά η σφαίρα βασιλιά μου δείχνει
Διαβάζοντας του χρόνου το βιβλίο
Ως δυο χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά μας.

ΗΡΩΔΗΣ
Α! Έκανα κι εγώ κακά μεγάλα
Μα τούτα που άκουσα χειρότερα τους.
Και όσο μια ζωή δε θα κρατήσουν,
παρά σωστές χιλιάδες χρόνια δύο.
Ω! Δία! Έφτασες στην ώρα πάνω
Και άλλαξες το δρόμο της ζωής μου.
Παρακαλώ αγαπητοί μου μάγοι
Τα σύνεργα σας πάρτε και τραβάτε.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μα βασιλιά μου τίποτα δεν είδες
Απ’ τα πολλά που ξέρουνε να κάνουν
οι τρεις αυτοί οι εξαίσιοι οι μαγίστροι.
Ας μείνουν λίγο να σε διασκεδάσουν.

ΗΡΩΔΗΣ
Όχι, ας πάνε τώρα οι καλοί μου.
Αύριο μπορεί να τους καλέσω πάλι.
(στους μάγους) 
Για τώρα όμως να φύγετε προστάζω.
(Βγαίνουν οι μάγοι)
Δάσκαλε άκουσες τι δυστυχία
Την ανθρωπότητα την περιμένει;

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Όσο οι άνθρωποι μυαλό δεν έχουν
Ο κόσμος έτσι πάντα θα υποφέρει.

ΗΡΩΔΗΣ
Οι άνθρωποι ανόητοι λες πως είναι;

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Να 'ξηγηθεί αλλιώς πώς θα μπορούσε
Όταν σηκώνουν οι άνθρωποι αγώνα
Στην ευτυχία τους την ίδια ενάντια;

ΗΡΩΔΗΣ
Κουτοί ή έξυπνοι δεν ξέρω τ' είναι.
Μα ξέρω πως ανθρώπους έχω κάνει
Εγώ, εγώ ο ίδιος να υποφέρουν.
Και να! Μου δίνεται η ευκαιρία
Εγώ, ανθρώπους τώρα να γλιτώσω
Από τη δυστυχία που τους προσμένει.
Αυτός ο Εβραίος πρέπει να πεθάνει
Προτού προλάβει όλα αυτά να κάνει.
Κι αυτός ο θάνατος καλό θα φέρει
Στα εκατομμύρια των ανθρώπων κείνων
Που απ’ αυτόν φρικτά θα δυστυχούσαν
Αν θα τον άφηνα εγώ να ζήσει.
Κι έχω τη δύναμη και θα το κάνω.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μα βασιλιά πριν μόνο λίγην ώρα
Έλεγες ότι έχεις μετανιώσει 
Για τα κακά που έχεις καμωμένα.

ΗΡΩΔΗΣ
Αυτή την πράξη αν παραλείψω απόψε
μετάνοια πια καμιά δε θα μου πρέπει
όσο πολλοί θεοί κι αν μου τη δώσουν.
Ποιον συγχωρούν οι θεοί που ’χει επιτρέψει
Γενιές να δυστυχήσουνε ανθρώπων;
Άξιος κατάκρισης κι όχι μετάνοιας
Είναι ο άνθρωπος που έχει αφήσει
Άνθρωπο σαν και κείνονε να ζήσει.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Κι ακόμα ούτε ξέρεις ποια οικογένεια
Το τέρας έχει αυτό στον κόσμο φέρει-
Και πώς θα το ’βρεις για να το σκοτώσεις;

ΗΡΩΔΗΣ
(σκεφτικός)
Τι ειρωνεία! Για να κάνω εκείνο
Που ευτυχία θα φέρει στους ανθρώπους
Πρέπει στη δυστυχία να βυθίσω
Άλλους ανθρώπους. Μα τον κόπο αξίζει.
Πλήθος πολύ αυτοί που θα σωθούνε. 

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Τι έβαλες με το νου σου βασιλιά μου;

ΗΡΩΔΗΣ
Φέτος ας πούμε πως παιδιά ούτε ένα
Δεν εγεννήθηκε σ’ αυτή τη χώρα.
Κόβω ένα δάχτυπο, κρατώ το χέρι.
Χαλώ τους σπόρους του, κρατώ το δέντρο.
Αύριο κιόλας το στρατό μου στέλνω
Στα σπίτια που στο κράτος μου είναι μέσα
Με διαταγή τα βρέφη να σκοτώσουν
Όλα όσα φέτος είναι γεννημένα.
Μαζί μ' αυτά στα σίγουρα θα πάει
Και το εβραιόπουλο που η τύχη γράφει
Πως η ζωή του θα ’ναι το μαστίγιο
Αν δε χαθεί, για του άλογου το άτι.
Δάσκαλε τώρα όμως άφησέ με.
Όλα στην ώρα πάνω έχουν έρθει:
Τ' ωριμασμένο φρούτο και η πείνα
Ο πόθος ο άκρατος και η γυναίκα
Η νύχτα και τ’ αστρόφωτα τα ουράνια.
Όλα στην ώρα πάνω έχουν έρθει:
Οι μάγοι αυτοί και η λαμπρή μου ιδέα.
Δάσκαλε, τη σοφή τη συντροφιά σου
Δεν τη χρειάζομαι άλλο γι απόψε.
Κι ούτε να προσπαθήσεις να μου αλλάξεις
Την που ’χω απόφαση κιόλας παρμένη.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Καλή σου νύχτα βασιλιά. 
(Βγαίνει)

ΗΡΩΔΗΣ
(μόνος)
Αλήθεια
θα είναι η νύχτα η αποψινή μου
Τόσο καλή όσο πιο άσχημη ήταν
Η νύχτα η χτεσινή μου.
(Χτυπάει το σήμαντρο-Μπαίνει ένας φρουρός)

ΦΡΟΥΡΟΣ
Βασιλιά μου!

ΗΡΩΔΗΣ
Να ’ρθούν ευθύς εδώ οι στρατηγοί μου!
(Ο φρουρός υποκλίνεται και βγαίνει)

ΑΥΛΑΙΑ
Οι τρεις εργάτες μπήκαν αποφασισμένοι μέσα στο γραφείο του Διευθυντού. Πίσω τους μπήκα κι εγώ ελπίζοντας να κερδίσω κάτι. Ο πρώτος εργάτης στάθηκε μπρος στο γραφείο του Διευθυντού, σήκωσε το δεξί του χέρι σε γροθιά και το απίθωσε με δύναμη πάνω στο γραφείο. Εκείνος , εντάξει, πόσα θέλετε;, είπε. Δέκα κατοστάρικα, απάντησε τραχιά ο εργάτης. Ο Διευθυντής έβγαλε από το χρηματοκιβώτιο πέντε χαρτονομίσματα των εκατό και τα έβαλε πάνω στο γραφείο του. Πέντε, είπε ήρεμα. Τα πήραμε, μίλησε ο τρίτος στη σειρά εργάτης. Τα πήραμε, είπε και ο πρώτος εργάτης στον Διευθυντή. Και βγήκαν ικανοποιημένοι. Καθώς έβγαινα κι εγώ πίσω τους, το δεξί χέρι του Διευθυντή με άρπαξε ενώ το άλλο του  έκλεινε πίσω από τους εργάτες την πόρτα. Τους έριξα, μου λέει, και αυτό είναι ανηθικο. Τουλάχιστον δυόμισι κατοστάρικα. Αυτό δεν μου επιτρέπει η συνείδησή μου να το αφήσω έτσι. Στη διπλανή πόρτα έχω εγκαταστήσει έναν μασέρ. Θα πας και θα του ζητήσεις να σου κάνει μασάζ για δυόμισι κατοστάρικα. Πρόσεξε, ούτε σέντσι παραπάνω. Άνοιξε την πόρτα και μου έδειξε τη διπλανή πόρτα. Εδώ είναι, μου είπε. Επειδή πάντα ονειρευόμουνα ένα μασάζ χωρίς ποτέ να καταφέρω να το έχω, μπήκα χαρούμενος στο δωμάτιο του μασάζ. Ο μασέρ έμοιαζε καταπληκτικά με τον καθηγητή μου των νεφρικών διαταραχών. Τον κοίταξα καλά καλά. Ξάπλωσε, μου λέει. Ξέρω, η μέση σου έχει το πρόβλημα. Ξάπλωσα και άρχισε να τρίβει τη μέση μου. Όλα καλά θα πάνε, μου είπε, μην ανησυχείς. Βλέπεις αυτό το κινησιόμετρο; Θα σταματήσει ακριβώς στα δυόμισι κατοστάρικα δουλειάς μου. Αν το σταμάτημα γίνει στη μέση μιας μου κίνησης, τότε θα κινήσω το χέρι μου αντίθετα πάνω στο κορμί σου ώστε να μην μείνει η κίνηση στη μέση. Και τη μισή κίνηση θα την κάνω στην επόμενή σου επίσκεψη. Σκέφτηκα και έφτιαξα το κινησιόμετρο γιατί μερικοί έφευγαν πριν τελειώσω την τελευταία κίνησή μου παίρνοντας και το χέρι μου μαζί τους. Βλέπεις εδώ; μου είπε, σηκώνοντας μια κουρτίνα στο διπλανό του γραφείο. Τα χέρια αυτά είναι δικά μου. Είναι εκείνα που έπρεπε να κόψω για να μην πάρει κι εμένα μαζί του ο πελάτης. Κι ξέρεις η αλλαγή χεριών κοστίζει.  Μα τι βλέπω εδώ; Τι είναι αυτό; είπε και μου έδειξε μια ουλή στο δεξί μέρος της κοιλιάς μου. Είναι από την εγχείρηση που μου κάνατε εσείς του είπα. Εγώ ή άλλος, η ουλή καταργεί τη συμφωνία μας. Ντυθείτε και βγείτε. Θα τα κανονίσω εγώ με τον Διευθυντή. Ο γενικός γραμματέας που με περίμενε έξω από την πόρτα με οδήγησε σε ένα δωμάτιο όπου ένας ηλικιωμένος άντρας κοιμόταν πάνω σ’ ένα μισοχαλασμένο ντιβάνι. Όταν ξυπνήσει θα σας κρίνει, είπε και βγήκε. Τότε κατάλαβα ότι ο κοιμισμένος ήμουν εγώ. Έβαλα το δεξί του πόδι σε στάση κάμψης γόνατος και ισχίου και έπεσα στο ντιβάνι σκεφτόμενος ότι την κρίση μου για μένα ήτανε στο χέρι μου να την κάνω ευνοϊκή.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Η μικρή φραουλίτσα

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ. Τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στα χέρια μου.
-Όχι η ψυχή κια η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
Τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω που σοπός
και μέτρο είναι της γήϊνης ζωής σου.
«ΤΣΙΠΡΑ, ΔΙΧΩΣ ΤΟΝ ΟΜΠΑΜΑ,
ΣΥ ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΡΑΜΑ»
(Κρητική μαντινάδα-από τα «ΛΟΓΙΑ»)

Με του Ομπάμα τις ευχές
και τις ευλογίες του Πάπα
ό,τι αν κάνεις κι ότι λες
δε θα φας ποτέ σου φάπα.

Κι αν κανείς το χέρι απλώσει
κάποια φάπα να σου δώσει
στον Ομπάμα εσύ ευθύς
θα προστρέξεις να το πεις,

κι όποιος να σε δείρει θέλει
αυτός ο ίδιος θα δαρθεί.
Για να μην ειπώ σαν χέλι
απ’ τον Μπάρακ θα γδαρθεί.

Χόρευε λοιπόν Αλέξη
στο σκοπό που θα σου παίξει
ο μεγάλος  πλανητάρχης
ώστε ακινδύνως ν’ άρχεις.

Μόνο μη ποτέ θαρρήσεις
πως μπορείς να αγνοήσεις
τις ρητές του εντολές-
ή αν το θες τις «συμβουλές».

Γιατί τότε με ποιου πλάτες
τα καπρίτσια σου θα κάνεις,
που τους «κάλπη»κους πελάτες
έναν έναν θα τους χάνεις;

Και πια τότε Αλεξίσκο
δε θα κάνεις τον καμπόσο
κι όποια πέτρα κι αν σηκώσω
από κάτω θα σε βρίσκω,

όχι σαν μεγάλο κάποιον
είτε σαν πρωθυπουργό,
αλλά σαν καρπό ένα σάπιον
ή σαν άπλευστη Αργώ.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.

Πολύ εσύ καλλίτερα από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά σου η φιλεύσπλαχνη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
είν' οι ανθρώποι.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ



ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Τόπος: Λόφος της Βηθλεέμ με
στάνη, σπηλιά, μονοπάτι.

Χρόνος: 1 Ιανουαρίου 0001. Βράδυ.

Πρόσωπα:
ΕΛΙΕΖΕΡ (ΕΛΡ), βοσκός
ΕΛΙΑΚΕΙΜ (ΕΛΜ),αδερφός του


(ο Ελιέζερ και ο Ελιακείμ συζητάνε ενώ κάνουνε δουλειές στη στάνη)
ΕΛΡ
Μετά τους έλληνες οι Ρωμαίοι... Ποιος το ’λεγε να έρθουν λαοί από τόσο μακριά και να μας εξουσιάζουν...

ΕΛΜ
Θα τους διώξουμε κι αυτούς. Κάνε λίγη υπομονή.

ΕΛΡ
Λίγη αν χρειάζεται την έχω. Δυο μήνες ακόμα. Παραπάνω δεν πάει, θα βγω στο βουνό.

ΕΛΜ
Και τώρα πού είσαι;

ΕΛΡ
Κορόιδευε σύ! Ξέρεις τι εννοώ. Δε θ’ αρμέγω εγώ
τα δικά μου πρόβατα για να ταϊζω τους ρωμαίους.
Δε θα τα κουρεύω για να φτιάχνουν αυτοί
αντρομίδες. Δε θα σκοτώνομαι να τα μεγαλώσω για να μου τα ψήνουν αυτοί στη σούβλα σα να ’τανε δικά τους...

ΕΛΜ
Είναι πολλοί. Είναι δυνατοί. Έχουν τα όπλα. Ο κόσμος όλος είναι δικός τους. Βολέψου με την κατάσταση.

ΕΛΡ
Να βολευτώ; Μα δεν έχεις νεύρο εσύ απάνω σου; Τι
βόλεμα να κάνω που αυτοί είναι σκυλιά ανήμερα;..

ΕΛΜ
Είναι σκυλιά. Καλά το είπες. Και δαγκώνουν. Και
ξεσκίζουν. Μόνο εμείς είμαστε στην εξουσία τους; Τι
θέλεις; Να σε σταυρώσουνε κι εσένα σαν τον
Ιωχάναν; Όσο γάλα κι αν τους έχεις δώσει, αν σε
πιάσουν να τους πολεμάς δε σε γλιτώνει
τίποτα. Γι αυτό σου λέω-κάτσε στ' αυγά σου. Και
ποιος δε θέλει να τους διώξει; Πώς όμως;

ΕΛΡ
Είναι που δεν το βάνουμε όλοι σκοπό. Γι αυτό. Και γιατί
οι μεγάλοι μας παραδοθήκανε. Γίνανε προδότες!

ΕΛΜ
Τι ήθελες; Να τους σφάξουν; Και να σφάζουν συνέχεια; Τότε ποιος θα 'μενε να εκδικήσει τα βάσανά μας; Ουφ! Με σκότισες! Θες να πας πήγαινε και πάρε τα βουνά. Πρώτα όμως να πας ν’ αδειάσεις τις καρδάρες στο λεβέτι και να στεριώσεις το έμπα του μαντριού. Άντε και να κοιμηθούμε λίγο. Με κούρασαν σήμερα τα ζωντανά...

ΕΛΡ
Είναι που δε μας αφήνουνε να τα βόσκουμε στον
τόπο μας, δίπλα μας, και πρέπει να τρέχουμε στα
κατσάβραχα.

ΕΑΜ
Εντάξει, δίκιο έχεις…
(σιωπή)
Δε μου λες, τι κάνουνε εκείνοι οι δύο στη σπηλιά; Κοιμήθηκαν; Γέννησε εκείνη;

ΕΛΡ
Έτσι μου ’πε ο Αμώς.

ΕΛΜ
Είναι καλά; Θέλουν τίποτα; Έχουν καμιάν ανάγκη;

ΕΛΡ
Δεν ξέρω. Δεν πήγα. Ο Αμώς λέει τους έδωσε λίγο
ψωμί.

ΕΛΜ
Ο Αμώς είναι παιδί. Γυναίκα γεννημένη μέσα
στη σπηλιά είναι και δεν πήγες να δεις αν θέλουν τίποτα; Τι ξέρει το παιδί;

ΕΛΡ
Έχω να δω κι άλλες δουλειές. Αν ήθελαν τίποτα θα
φώναζαν.

ΕΛΜ
Μπράβο σου! Εσύ είσαι που βρίζεις τους Ρωμαίους; Τι να το κάνω αυτό; Αφού δεν μπορείς να διώξεις εκείνους, βόηθα τουλάχιστο τους δικούς μας. Πάρε γάλα από την καρδάρα, εγώ θα σφάξω ένα αρνί να τους ταϊσουμε. Μπρος τράβα! Και πάρε και κάνα δυο κουβέρτες. Άντε λοιπόν, τι κάθεσαι;

ΕΛΡ
Εσύ νύσταζες.

ΕΛΜ
Τώρα ξενύσταξα. Τράβα.

(τέλος πρώτης σκηνής)

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Τόπος: ο ίδιος

Χρόνος: Αργότερα το ίδιο βράδυ. 

Πρόσωπα:
ΙΩΣΗΦ
ΜΑΡΙΑ
ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΟΥΣ
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
ΕΛΙΕΖΕΡ
ΑΜΩΣ, ανεψιός και βοηθός τους
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
ΜΕΛΧΙΟΡ  και
ΓΚΑΣΠΑΡ  (οι τρεις μάγοι),
ΒΟΔΙΑ,
ΕΝΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ,
ΕΝΑ ΨΕΥΤΙΚΟ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙ.

(Ο Ιωσήφ και η Μαρία. Η Μαρία  με τον Χριστό στην αγκαλιά) 

ΙΩΣΗΦ
Φάε λίγο ψωμί. Και ξάπλωσε. Θα προσέχω εγώ το παιδί.

MAP
Είμαι καλά. Κείνες οι ώρες ήταν δύσκολες. Τώρα πέρασε. Κρυώνω μόνο λίγο. Κράτησε λίγο το παιδί να τραβηχτώ κοντά στα βόδια και μου το δίνεις.

ΙΩΣΗΦ
(παίρνει το παιδί. Η Μαρία βολεύεται κοντά στα βόδια, ο Ιωσήφ της δίνει το παιδί)
Θα πάω να δω αν γύρισαν οι βοσκοί να τους ζητήσω κανένα σκέπασμα για το βράδυ.
(γκρινιάζοντας)
Τώρα τους ήρθε να κάνουν απογραφή...

MAP
Δεν πειράζει. Δεν πάθαμε τίποτα. Και ζήτα τους κι ένα κερί. Αυτό όπου να ’ναι τελειώνει. Μπορεί να μας χρειαστεί τη νύχτα… Όμως κάτι ακούω... κάποιοι έρχονται... μίλα τους καλά! Όποιοι κι αν είναι-είμαστε ξένοι εδώ.
(Μπαίνει ο ΕΛΙΑΚΕΙΜ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Να σας ζήσει. Τώρα το 'μαθα. Αγόρι ή κορίτσι είναι;

ΙΩΣΗΦ Αγόρι.
(Μπαίνει ο ΕΛΙΕΖΕΡ)

ΕΛΙΕΖΕΡ
Να σας ζήσει.

ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ και τους δυο. Ευχαριστώ και για το ψωμί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Δεν είναι λόγος να ευχαριστείς. Έπρεπε να 'χουμε κάνει περσότερα μα λείπαμε... Ο ανιψιός μου είναι μικρός, δεν ξέρει... Έκοψα ένα αρνί. Θα το ψήσω πρωί πρωί. Η γυναίκα πρέπει να φάει να δυναμώσει. Για τώρα φέραμε λίγο γάλα και για τους δυο σας. Και κουβέρτες να σκεπαστείτε. Αν είχαμε σπιτικό εδώ δε θα σας αφήναμε στη σπηλιά. Όμως καλλίτερα εδώ από τη στάνη. Βρωμάει λίγο η κοπριά βέβαια.. μήπως θέλετε και τίποτ' άλλο; To μωρό είναι μια χαρά βλέπω…

MAP
Τι να θέλουμε, όλα που θέλαμε μας τα δώσατε χωρίς να σας τα ζητήσουμε. Μόνον όταν θα φύγετε να 'ρθει μαζί σας ο άντρας μου να του δώσετε κι ένα κερί. Τίποτ' άλλο δεν μας χρειάζεται. Κι αυτά που μας φέρατε πολλά είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα πάει ο Ελιέζερ να σας φέρει. Πήγαινε ρε αδέρφι.
(ο Ελιέζερ βγαίνει. Δυνατά προς τον Ελιέζερ)
Και πες του Αμώς να έρθει. Τον θέλω.
(στον Ιωσήφ)
Από τη Ναζαρέτ άκουσα ήρθατε.

ΙΩΣΗΦ
Ναι από τη Ναζαρέτ.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;

ΙΩΣΗΦ
Από το κακό στο χειρότερο.

MAP
Δεν είναι κι άσχημα.
(επιτιμητικά στον Ιωσήφ)
Ιωσήφ!..

ΙΩΣΗΦ
Πάνε από το κακό στο χειρότερο! Ναι! Δε θα κρατηθώ να μιλήσω και σε δικούς μου ανθρώπους ανάμεσα.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Καλά λέει κυρά μου. Ασ’ τον. Ιουδαίοι δεν είμαστε κι εμείς; Και μάλιστα από τους σωστούς-τους πατριώτες;
(στον Ιωσήφ) Ξέρεις τον Ροβοάμ;

ΙΩΣΗΦ
Τον μπαλωματή;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ναι, τον ξέρεις;

ΙΩΣΗΦ
Είναι από τους πιο καλούς μου φίλους.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και από τους καλλίτερους πατριώτες. Είναι και δικός μου φίλος. Να τον ακούτε. Μια μέρα θα ξεσηκωθούμε κι αυτός θα 'ναι αρχηγός μας. Να τον προσέχετε κει κάτω. Εσύ τι κάνεις;

ΙΩΣΗΦ
Έχω ένα μαραγκούδικο. Κάνουμε συγκεντρώσεις εκεί. Κρύβω κάποιον που κυνηγάνε, φτιάχνω τόξα, βέλη, κάνω ό,τι μπορώ. Ετοιμάζομαι κι εγώ όπως όλοι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Έχουν αγριέψει τελευταία μαθαίνω.

MAP
(με σκοπό να βάλει τέλος στη συζήτηση αυτή)
Αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του, τη φαμίλια του και ύστερα τ' άλλα.

ΙΩΣΗΦ
Σώπα γυναίκα. Δουλειά χωρίς πατρίδα λεύτερη είναι
θάνατος. Θέλεις να πεθαίνεις κάθε μέρα;
(στον Ελιακείμ)
Από τότε που ανάλαβε ο Ηρώδης κάνει όλα τα χατίρια των Ρωμαίων και η αντίδραση έχει μεγαλώσει.

MAP
Δώσε μου λίγο νερό σε παρακαλώ.

ΙΩΣΗΦ
(δίνοντάς της)
Βέβαια δεν ήρθε ακόμα η ιερή ώρα του ξεσηκωμού
αλλά δε θ' αργήσει.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν χρειαστείς κάτι από μάς μη διστάσεις να το ζητήσεις. Όπως έχεις φίλο τον Ροβοάμ έτσι να ’χεις και μας. Κοίτα όμως, τώρα που θα ’ρθει ο αδερφός μου να μη συνεχίσουμε την κουβέντα αυτή-είναι από τους θερμόαιμους και όταν ακούει τέτοια πλαντάζει. Τα θέλει όλα γρήγορα. Δεν έχει μπει ακόμα καλά στη ζωή να ξέρει.

ΙΩΣΗΦ
Θα χρειαστεί αυτή η ορμή του γρήγορα. Μη του την
κόβεις.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και να ’θελα δεν μπορώ. Να, έρχεται... φέρνει και τον
Αμώς!..
(μπαίνουν ο Ελιέζερ και ο Αμώς)

ΑΜΩΣ
(ζωηρά) Γεια σας!

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ορίστε το κερί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στη Μαρία και στον Ιωσήφ)
Σας έχω μιαν έκπληξη.
(στον Αμώς)
Όταν γεννιέται ένα αρνάκι ποιο τραγούδι λένε τα παιδιά Αμώς; To ξέρεις κι εσύ; To ’χεις μάθει;

ΑΜΩΣ
To ξέρω!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο! Λοιπόν ο Αμώς θα μας τραγουδήσει για να
γιορτάσουμε τη γέννα του γιου σας. Συμπαθάτε μας
που δεν έχουμε άλλο δώρο να σας κάνουμε έξω απ'
αυτό το τραγουδάκι.
Από την άλλη όμως, ένα μικρό, είτε αρνάκι είτε παιδάκι, πριν απ' όλα είναι μικρό. Λέγε Αμώς! Ανέβα
στον κουβά.

ΑΜΩΣ
(αναποδογυρίζει τον κουβά και πηδάει πάνω του. Θαρρετά)
Θεόσταλτο, θεόδοτο
και θεοκαμωμένο
καλώς μας ήρθες πα’ στη γη
αρνί νιογεννημένο.

Μυριάδες να ’ναι οι μέρες σου,
αρρώστια να μην πιάνεις,
να ’σαι γερό σα σίδερο
κι αρνιά πολλά να κάνεις.

Μαλλί και γάλα ολάφριστο
και κόπρια να μας δίνεις
και για τους αφεντάδες σου
πλούτου πηγή να γίνεις.

Kι αν το 'χει η μοίρα σου η πικρή
και τ' άδικό σου αστέρι...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Φτάνει. Κατέβα.

ΑΜΩΣ
Γιατί; To ξέρω όλο!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο είναι για τ' αρνάκια μόνο. Δεν ταιριάζει
στους ανθρώπους.

ΙΩΣΗΦ
(στον Ελιεμέχ)
Γιατί; Όμορφο τραγουδάκι. Μην το κόβεις το παιδί. Ας ακούσουμε και το υπόλοιπο.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ

To υπόλοιπο λέγεται για να κάνει τα παιδιά να μη
λυπούνται όταν σφάζονται τ’ αρνιά…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
«...κι αν το 'χει η μοίρα σου η κακή
και τ' άδικό σου αστέρι
να πέσεις κάτω απ' το πικρό
της πείνας μας μαχαίρι,

αρνάκι μου μας συμπαθάς
μα οι άνθρωποι πεινάνε
και πώς θε’ να χορτάσουνε
αρνάκια σα δε φάνε;»
Αυτό ήτανε.

ΙΩΣΗΦ
Έχεις δίκιο. Βοηθάει τα παιδιά να συνηθίζουν...

MAP
(δυνατά, κoφτά, επιτακτικά)
Σωπάστε!
(Όλοι στρέφουν προς το μέρος της. Αμήχανη σιωπή)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ιωσήφ)
Πότε γυρίζετε στη Ναζαρέτ;

ΙΩΣΗΦ
Δε θα γυρίσω στην πατρίδα. Μέρες τώρα σκέφτομαι τι είναι το καλλίτερο να κάνω. Ο Ηρώδης, εκτός που είναι βάναυσος και εχθρικός για τους Ιουδαίους, είναι και ευκολόπιστος και προληπτικός. Πιστεύει πως κάποιο παιδί που θα γεννηθεί τον καιρό αυτόνε θα του πάρει τη βασιλεία όταν μεγαλώσει και θα γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Κι έχει καιρό τώρα που όσους πατριώτες έχουνε αγόρι τους βλέπει με μισό μάτι. Τους παρακολουθεί, δυσκολεύει τις συναλλαγές τους με το κράτος και με την αγορά, τους απειλεί πολλές φορές χωρίς λόγο. Εμένα με είχαν έτσι κι έτσι στο μάτι. Τώρα που έκανα και γιο δε θα με αφήσουν σε χλωρό κλαρί αν γυρίσω πίσω. Και όχι μόνο, αλλά το σπουδαιότερο, κινδυνεύει και η ζωή του παιδιού εκεί πέρα.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ο Ηρώδης είναι ένα κάθαρμα που του πρέπει να
πεθάνει.

ΙΩΣΗΦ
(Στον ΕΛΙΕΖΕΡ)
Φίλε μου ας μην αρχίσουμε μια τέτοια συζήτηση. Δε θέλω να κουράσω τη γυναίκα μου μ' αυτά στην κατάσταση που είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και τι σκέπτεσαι να κάνεις;

ΙΩΣΗΦ
Δε σκέφτομαι, το έχω αποφασίσει. Στην Αίγυπτο έχουμε φίλους που έχουνε βρει εκεί καταφύγιο. Η Αίγυπτος είναι ασφαλής για την ώρα. Θα πάω εκεί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα είναι κουραστικό ταξίδι.

ΙΩΣΗΦ
Θα είναι. Όμως ο Ντορής μου και τα πόδια μου να ’ναι καλά και θα τα καταφέρω. Η Μαρία κι το μωρό έχουνε το γαϊδούρι. Ύστερα δεν ξέρω, κάτι θα γίνει. Βλέποντας και κάνοντας. Σ' αυτό συμφωνεί και η Μαρία.
(Ο Ελιεμέχ στρέφεται ερωτηματικά προς τη Μαρία)

ΜΑΡΙΑ
Δεν βλέπω τι άλλο μπορεί να γίνει ώσπου να
ησυχάσουνε λίγο τα πράγματα…

ΕΛΙΕΖΕΡ
(μέσα από τα δόντια του)
Ή ώσπου να ψοφήσει ο Ηρώδης.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα...

ΙΩΣΗΦ
Σ' ευχαριστώ αδερφέ μου, λίγο σανό μόνο για το
γαϊδουράκι μας  για το δρόμο και λίγο ψωμοτύρι για μας όταν έρθει το πρωί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Κι όταν έρθει με το καλό η ώρα θα σου πω από πού να τραβήξεις για να βγεις πιο εύκολα στο δρόμο σου. Πότε λες να ξεκινήσετε;

ΙΩΣΗΦ
Όσο γίνεται πιo γρήγορα. Μπορεί και αύριο πρωί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν είναι έτσι τότε να κοιμηθείτε. Έχετε και οι τρεις
ανάγκη από ύπνο είτε αύριο είτε μεθαύριο ξεκινήστε.
Να πηγαίνουμε κι εμείς. Ως για τ' αρνί, πριν φύγετε θα το φάμε έτσι κι αλλιώς. Και θα πάρετε μαζί σας το υπόλοιπο. 

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(η φωνή του απ’ έξω μακριά)
Ε! Άνθρωποι!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ελιέζερ σιγά)
Τα τόξα!
(σβήνει το κερί. Ο Ελιέζερ βγάζει κάτω από το
σανό δυο τόξα και βέλη.
(Σιγά)
Μη μιλάτε!
(Δυνατά, προς τα έξω)
Ποιοι είσαστε;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι. Ταξιδιώτες. Από την Ανατολή. Για Ταξιδεύουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.
Είμαστε ταχυδακτυλουργοί. Νυχτώσαμε, είδαμε
φως, ήρθαμε. Λίγο νερό να πιούμε αδέρφια φεύγουμε. Αν έχετε την καλοσύνη… Φίλοι!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ελιέζερ;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Διώξ' τους!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ιωσήφ;

ΙΩΣΗΦ
Μου φαίνονται πως λένε την αλήθεια.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και μένα
(δυνατά, προς τα έξω)
Πλησιάστε. Και να ξέρετε, έχουμε όπλα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Δε θα χρειαστούν. Εμείς δεν έχουμε.
(μπαίνουν οι Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Βλέπετε; Είμαστε άοπλοι και ειρηνικοί. Μα πώς να δείτε καλά χωρίς φως;
(ο Ιωσήφ ανάβει το κερί)
Έτσι μπράβο φίλε μου. Γεια σας κι από κοντά. Είμαι ο Βαλτάσαρ και αυτοί εδώ είναι οι φίλοι μου Μελχιόρ και Κάσπαρ. Είμαστε πέρσες.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ταχυδακτυλουργοί είπατε;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Ναι.
(γελώντας)
Και λίγο μάγοι και λίγο σοφοί…

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Γεια σας. Είμαι βοσκός εδώ. Από δω ο αδερφός μου, ο ανεψιός μου, ο Ιωσήφ, η Μαρία και ο γιος τους. Νιόφερτος-σήμερα γεννήθηκε.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και γιατί στη σπηλιά; Χάθηκε ένα σπίτι;

ΙΩΣΗΦ
Είναι μεγάλη ιστορία φίλοι μου και δε θα σας
ενδιαφέρει.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λες. Τι να μας ενδιαφέρει; Όμως ένα νεογέννητο είναι μια καινούργια ψυχή στον κόσμο μας. Γι αυτό και θα κάνουμε και οι τρεις μας από ένα δώρο σε τούτο το παιδί.
(στρέφεται στους Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Έτσι παιδιά;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και βέβαια! Και περισσότερο που τ’ άστρα λένε πως τα παιδιά που θα γεννηθούνε απόψε θα κάνουν μεγάλες πράξεις στη ζωή τους.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και επειδή εμείς λεφτά δεν κρατάμε, θα του δώσουμε σα δώρο λίγο από ό,τι καθένας μας κουβαλάει πάντοτε επάνω του αντίς για λεφτά.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εγώ έχω χρυσάφι. Να λοιπόν ένα κομματάκι χρυσάφι
δώρο στο νιογέννητο από μένα και του εύχομαι
ολόψυχα να μη δει βάσανα και στενοχώριες στη ζωή
του.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Να και λίγο λιβάνι κι από μένα, για να φτάσει ως τα
βαθιά γεράματα το παιδί σας.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και ένα κουτάκι σμύρνα. Και εύχομαι να φύγουν γρήγορα οι ρωμαίοι από την πατρίδα σας
και το παιδί να μεγαλώσει λεύτερο. Μα αν εκείνοι ακόμα είναι εδώ όταν το παιδί μεγαλώσει, τότε να γίνει ένας καλός αγωνιστής. Ξέρουμε όλοι στην πατρίδα μου πόσο υποφέρετε από τους ρωμαίους.

ΙΩΣΗΦ
Φίλοι μου ο θεός σας στέλνει. Πιο κατάλληλη περίσταση δε θα βρισκόταν για να μας κάνει κάποιος τέτοια πολύτιμα δώρα. Τα δεχόμαστε και σας ευχαριστούμε από μέρους του γιου μας γι αυτά. Άκουσα όμως πως είσαστε διψασμένοι και ίσως και πεινασμένοι. Αν και δεν είμαι εγώ το αφεντικό εδώ, αλλά είμαι σίγουρος πως οι φίλοι μου από δω θα σας προσφέρουν ό,τι έχουνε και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εκείνο που θέλουμε για τώρα είναι λίγο νερό γιατί
μας τελείωσε και διψάμε…
(ο Ελιέζερ τους δίνει τη στάμνα και πίνουν)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Με πρόλαβες αδερφέ μου Ιωσήφ. Αμώς τράβα. Φέρε να φάνε στους ανθρώπους.
(ο Αμώς βγαίνει)
Πρώτη φορά έχουμε τόσους επισκέπτες -μέσα σε μια νύχτα κιόλας- και τα έχω λίγο χαμένα. Πέστε μας όμως πώς βρεθήκατε εδώ;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά οι τρεις μας. Σπουδάσαμε αστρολογία για να γίνουμε σοφοί και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να ζήσουμε. Για να γίνουμε όμως σοφοί έπρεπε να γυρίσουμε τον κόσμο. Κι όχι μόνο την Περσία. Και αυτό κάνουμε
(αστειευόμενος)
Έχετε μπροστά σας τρεις μελλοντικούς σοφούς!

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λέει, η σοφία μας είναι όσο μεγάλη και η ηλικία μας. Κι είμαστε νέοι όπως βλέπετε. Έχουμε καιρό ακόμα ώσπου να γίνουμε τέλειοι σοφοί. Ακόμα δε γυρίσαμε την πλάτη μας στον κόσμο.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Με άλλα λόγια δεν είμαστε σοφοί ακόμα. Όμως είμαστε ταχυδακτυλουργοί όπως σας είπαμε. Και αν θέλετε, θα σας δείξουμε μερικά κόλπα για να σας διασκεδάσουμε. Κι όσο θα παριστάνει ο ένας, οι άλλοι δύο θα συνοδεύουνε την παράσταση με τον αυλό. Και όλα αυτά θα τα κάνουμε για τη Μαρία. Γιατί τη βλέπουμε λυπημένη.

ΜΑΡΙΑ
Δεν είμαι λυπημένη. Μόνο κουρασμένη λιγάκι.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Τότε παράσταση και φεύγουμε αμέσως. Θα βρούμε κάπου να κονέψουμε. Νέα παιδιά είμαστε. Και κανένας μας δε γέννησε απόψε...
(γελούν όλοι)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μια στιγμή σας παρακαλώ να έρθει και ο Αμώς. Με
χαρά μας θα δούμε τα κόλπα σας μα περισσότερο θ'
αρέσουν στο παιδί... Και σαν τι μαγικά κάνετε
αλήθεια;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Ό,τι φανταστείτε. Απόψε όμως θα κάνουμε ένα μικρό μέρος ο καθένας για να μη σας πάρουμε πολύν χρόνο. Και αν και νέοι, είμαστε καλοί σε ό,τι κάνουμε-να φανταστείτε πως περνώντας από την Ιερουσαλήμ δώσαμε παράσταση ως και στο παλάτι.

ΕΛΙΕΖΕΡ
(έκπληκτος)
Επαίξατε για τον Ηρώδη;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και μάλιστα μας καλοπλήρωσε.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Αφού καλοκλέβει πρώτα, μετά καλοπληρώνει...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τον Ηρώδη τον ξέρατε από πριν;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Όχι βέβαια. Περαστικοί ήμασταν από την πόλη
του, έμαθε πως τρεις σπουδαίοι μάγοι ήρθανε…
(κορδώνεται επιδεικτικά και αστεία. Η Μαρία γελάει)
...και μας φώναξε. Πήγαμε, φύγαμε. Πρώτη φορά είδαμε βασιλιά και ποιος ξέρει αν θα ξαναδούμε…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει η σοφία σας-όση έχετε μέχρι τώρα- για τον Ηρώδη;

ΓΚΑΣΠΑΡ
Πως οι καλοί άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτόν.

ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ για δεύτερη φορά φίλοι μου απόψε.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Για ποιο πράγμα;

ΙΩΣΗΦ
Για τη σοφία που μόλις ξεστόμισες. Κάνει πιο ισχυρή μιαν απόφασή μου.
(μπαίνει ο Αμώς)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αμώς, άσε τα φαγητά στην άκρη-θα τα πάρουνε μαζί
τους οι φίλοι μας-κι έλα να δεις τα μάγια που θα
κάνουνε:
(απομένουν όλοι σιωπηλοί και με χαρούμενη προσδοκία Κατά τη διάρκεια των επιδείξεων των τριών που ακολουθούν, τα γέλια και τα χαρούμενα επιφωνήματα είναι συνεχή)

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(Βγάζει ένα αυγό από την τσέπη του)
Όλοι ξέρουμε πως το αυγό βγαίνει από τον ποπό της
κότας. Εγώ όμως, αφού το βάλω μέσα στο δεξί μου
αυτί… θα το βγάλω από το αριστερό.
(το κάνει)
Απαράλλαχτα όπως τα λόγια των μεγάλων μπαίνουν από το ένα και βγαίνουν από το άλλο αυτί των μικρών. Όλοι ξέρουν ακόμα πως το αυγό δεν μπορεί κανείς να το φάει ολόκληρο. Μένουν πάντοτε τα τσόφλια. Εκτός από μένα-εγώ θα το φάω ολόκληρο!
(φέρνει το αυγό στο στόμα του, καταπίνει, ύστερα δείχνει το χέρι του χωρίς το αυγό)
Αλλά επειδή δε θέλω να κλέψω τη δουλειά της κότας και για να μη χαλάσω εγώ την τάξη του κόσμου, τα αυγά θα τα παίρνουμε πάντοτε από τη φωλιά της κότας.
(πηγαίνει προς τα άχυρα και παίρνει το αυγό. Υποκλίνεται)
Ευχαριστώ.

ΜΕΛΧΙΟΡ
(Βγάζει από το σάκο του δυο κρίκους σιδερένιους, μπλεγμένους τον ένα με τον άλλο)
Αυτοί οι δυο κρίκοι είναι όπως βλέπετε μπλεγμένοι!
(τους δείχνει τραβώντας τους δυνατά)
Όπως ο άνθρωπος με η ζωή. Πολλές φορές όμως φεύγουνε από τα χέρια μου.
(τους εξαφανίζει)
Τους βρίσκω στα πιο απίθανα μέρη. Όπως στο άδειο αυτό βαρέλι.
(βγάζει τους κρίκους από ένα βαρέλι) 
Ή πίσω από αυτό το δοκάρι.
(τους παίρνει κι από κει)
To χειρότερο είναι όταν μπαίνουν γύρω από το λαιμό μου καμιά φορά.
(οι κρίκοι βρίσκονται γύρω από το λαιμό του ενώ το άνοιγμά τους είναι μικρότερο από το κεφάλι του)
Τότε με στενοχωρούν. Προσπαθώ να τους βγάλω... τίποτα. Ωχ τι έπαθα ο δόλιος... Πώς να κάνω να γλιτώσω;.. Ξέρει κανένας σας; Εσύ; Εσύ; Εσύ; Εσύ;... ξέρω! Ένα παιδί θα μου τους βγάλει τραβώντας τους.
(πηγαίνει κοντά στον Αμώς)
Τράβα τους Αμώς...
(ο Αμώς τραβάει γελώντας)
Σιγά… θα με πνίξεις... Τι να κάνω... τί να κάνω... Ξέρω! To γαϊδουράκι θα μου πει!
(βάζει το αυτί του στο στόμα του γαϊδουρακιού)
Μου είπε να τους βγάλω από κάτου, από τα πόδια μου! Μα γίνεται αυτό;..
(το κάνει)
Έγινε! Σώθηκα!
(υποκλίνεται)
Σας ευχαριστώ...

ΓΚΑΣΠΑΡ
Εγώ μισώ τα σκιουράκια! Είμαι κακός άνθρωπος γι αυτό; Δεν ξέρω, όμως μισώ τα σκιουράκια. Αλλά θα μου δώσετε λίγο δίκιο-κοιτάξτε τι μου κάνουν...
(βγάζει ένα πάνινο σκιουράκι από το σάκο του και με κατάλληλες κινήσεις το κάνει να κινείται σαν να είναι ζωντανό. Τινάζεται έξαφνα, τον τσιμπάει, τον χτυπάει, πάει να του φύγει από τα χέρια...)
To κακό μ' αυτό είναι που δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ. Χτες, εκεί που καθόμουνα ήσυχα ήσυχα, ήρθε και μου τράβαγε τα μαλλιά μου. To πιάνω, το πετάω στο πάτωμα.
(το κάνει. Ότι λέει πως έκανε χτες το κάνει και όσο τα διηγείται)
Ακίνητο το σκιουράκι. Λέω το ξεφορτώθηκα. Σκύβω να δω… μου τσιμπάει τη μύτη...το πετάω έξω από την πόρτα... αυτό να το πάλι… τo ’βαλα κάτω και το πάτησα. Έτσι…έτσι...έτσι....έτσι! Ύστερα πήρα μια μεγάλη πέτρα και την έβαλα πάνω του. Τσουπ! αυτό ξαναβγήκε ολοζώντανο από κάτω από την πέτρα και μου γαργαλούσε το λαιμό. Τότε σκέφτηκα και του 'κοψα το κεφάλι... και τα πόδια... και τα χέρια... να δω τώρα θα ξανάρθει..; Και για να είμαι σίγουρος πως ψόφησε οριστικά, ξέσκισα τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του έτσι... έτσι... έτσι... έτσι. Ύστερα, για καλό και για κακό το 'κλεισα μέσα σ' αυτό το σιδερένιο κουτί.
(Δείχνει το κουτί σιδερένιο και γερό και το κλείνει αφού βάζει πρώτα μέσα τα κομμάτια από το σκιουράκι)
Τρία δευτερόλεπτα μόνο έμεινα ήσυχος. Μετά να πάλι το βάσανο!
(το σκιουράκι βγαίνει "ολοζώντανο" από το σιδερένιο κουτί, ζωηρότερο από πριν)
Αναστήθηκε! Όπως το κάθε τι που πεθαίνει. (υποκλίνεται μέσα σε γέλια)

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και τώρα φίλοι μου να σας καληνυχτίσουμε.
(παίρνουν τα πράγματά τους και τα τρόφιμα που έφερε ο Αμώς)
Σας ευχαριστούμε για τα δοσίματα. Ιωσήφ, κυρά μου, να σας ζήσει το παιδί σας και πολύχρονο.

ΜΑΡΙΑ
Σας ευχαριστούμε για τα δώρα σας. Δε θα το
ξεχάσουμε ποτέ.

ΙΩΣΗΦ
Στο καλό φίλοι μου.
(βγαίνουν Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μας διασκέδασαν. Ο θεός ας τους φυλάει. Και τώρα αδέρφια μου καληνύχτα κι από μας και καλό σας ύπνο. Αν χρειαστείτε κάτι εδώ είμαστε. Θα τα πούμε αύριο πρωί. Γεια σας

ΜΑΡΙΑ
Καλή σας νύχτα. Ευχαριστούμε για όλα.

ΙΩΣΗΦ Καληνύχτα.
(βγαίνουν Ελιέζερ, Αμώς και Ελιακείμ)

ΙΩΣΗΦ
Κοιμήσου Μαρία. Αύριο έχουμε δρόμο. Ήσυχο το μωρό μας... Δε μας ενόχλησε καθόλου. Θες να μου το δώσεις να κοιμηθείς πιo καλά; Εγώ δε νυστάζω ακόμα...

ΜΑΡΙΑ
Δε με βαραίνει καθόλου. Ξάπλωσε και συ δίπλα μου. Εδώ. Έχει χώρο. Θα ζεσταινόμαστε περισσότερο έτσι. Η νύχτα είναι κρύα.
(ο Ιωσήφ βολεύεται δίπλα στη Μαρία. Κοιτάζει το μωρό, σκύβει και το φιλάει. Φιλάει απαλά τα μαλλιά της Μαρίας. Απλώνει το δεξί του χέρι προστατευτικά γύρω από τους ώμους της)
Καληνύχτα.

ΙΩΣΗΦ
Καληνύχτα।

ΑΥΛΑΙΑ