Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΗΞΕΡΕ

Αυτό το ποίημα θα 'πρεπε να διαβαστεί
με δυνατή φωνή
γιατί χαμηλότονο πολύ είναι
και δε θ' ακούγεται αλλιώς.

Γιατί τα βήματα που την οδήγησαν ως το παράθυρο
θανάτου ήταν βήματα οριστικά.
Γιατί το άτι το αγαπημένο δεν εκάλπαζε
αλλά περίλυπα
στον έρήμο σερνόνταν δρόμο 
στην βροντερη του άλλοτε ράχη
το σώμα νεκρό κουβαλώντας.
Γιατί ο ήλιος δεν έχει φτερά ελπιδοφόρα
Γιατί η γη μία μόνο φορά φυτρώνει το λουλούδι
και γιατί εκείνη
τον τελευταίο της δρόμο ξεκινώντας
απ' το τραπέζι ως το παράθυρο,
ήξερε,
πως κιόλας το λουλούδι είχε κοπεί.
ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ ΤΗΣ 7-11-99 ΣΤΟ L.A.

Σαν όχι οι ουρανοί ν' ανοίξανε αλλά ο Άδης
και κρύο γέμισε και μαυρίλα ο αέρας.
Τα σύννεφα καπνοί της Κόλασης
και με δάκρυα πεθαμένων βρέχουν.

Και το νερό τη νύχτα σε ξυπνάει,
σαν κάποιος να ποτίζει τον κήπο του ξαγρυπνώντας.

Και μεριάζεις την κουρτίνα στο παράθυρο
και κοιτάζεις.
Και άνθρωπος δεν είναι.
Ούτε θεός.
Βροχή μόνο. Κι ένα σταχτί χρώμα γύρω
που τα πράγματα όλα νεκρά κάνει.
Και πια δεν ακούς την τετράχορδη συμφωνία της καρέκλας
ή τον μονόλογο του τραπεζιού
και η τόση σιωπή νεκροταφείο θυμίζει
και φοβάσαι και, μηχανικά
τον σταυρό σου κάνεις.
ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ

Κάθε που αλάργα θα βρεθεί
μετράει χαμένο
κάθε που πέρα θ' απλωθεί
πια είναι ξενο.

Πρόβατο φεύγει απ' το μαντρί
άβρετο μένει
άνθος μακριά από το δεντρί
σβήνει-πεθαίνει.

Καλύβα είμαι ερημική
σ’ άγνωστο δάσο
Φίλοι μακριά η Αμερική
και θα σας χάσω.

Λος Άντζελες 1987
ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ

Κάθε που αλάργα θα βρεθεί
μετράει χαμένο
κάθε που πέρα θ' απλωθεί
πια είναι ξενο.

Πρόβατο φεύγει απ' το μαντρί
άβρετο μένει
άνθος μακριά από το δεντρί
σβήνει-πεθαίνει.

Καλύβα είμαι ερημική
σ’ άγνωστο δάσο
Φίλοι μακριά η Αμερική
και θα σας χάσω.

Λος Άντζελες 1987
Ο ΟΡΚΟΣ

Αιώνιο όρκο αγάπης σου δίνω
όσο οι πέτρες ακούν ανθρώπων θρήνο
και όσο τον αέρα θα σκίζουνε βέλη
η έρημή μου ψυχή να σε θέλει.

Και όσο θα προδίνουνε οι φίλοι
με πάθος να ζητώ τα δυο σου χείλη.
Και όσο η κακία τη γη θα διαφεντεύει
η έρημή μου η ψυχή να σε γυρεύει.

Αιώνιο αγάπης όρκο σου κάνω
στο μόνο σταθερό στον κόσμο επάνω:
όσο στη γη δε θα υπάρχει αγάπη
να σ' αγαπώ απ' της ψυχής τα βάθη.
Τo πανηγύρι τ' αη-Νικόλα-1992

Και γυρνάει η γη σαν τρελό γαϊτανάκι
στον αιώνιο ρυθμό του απείρου
και δεμένους μας σέρνουν γοργόνες και δράκοι
στον μονάχο υπάρχοντα κόσμο-του ονείρου.
Στο πανηγύρι τ' αη-Νικόλα πολύχρωμα μπαλόνια
άντρες που σεργιανίζουνε
μεταξύ πόσθης και βαλάνου τις ελπίδες τους
ανεξαργύρωτες εις τον αιώνα
παιδιά που παίζουν κι όλο παίζουν
λες αύριο πρωί θα μεγαλώσουνε
και πια θα ειν' αργά
γυναίκες που κατάφορτες μ’ ό,τι μπορούν
εκλιπαρούν μια κολακεία.

Κι η γη
αηδιασμένη κι ένοχη να σκύβει το κεφάλι
μπρος στ' άλλα αστέρια που τη βλέπουν και γελούν.

Και γυρνάει η γη σαν τρελό γαϊτανάκι
στον αιώνιο ρυθμό του απείρου
και δεμένους μας σέρνουν γοργόνες και δράκοι
στο μονάχο υπάρχοντα κόσμο-του ονείρου.
(Μες στο γραφείο του ναού οι παπάδες
μοιράζονται τα κέρδη από την πώληση
των ούζων και των σουβλακίων
ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών
καθώς ανήκει κι η Δανία στο έθνος των Δανών).

Λος  Άντζελες
ΓΙΑΤΙ;..

Γιατί μέσα στους κυκλους σου να υπάρχουμε
Ανάγκη-
γιατί μέσα στου σύμπαντος την άσκοπη γιορτή
του λόγου του ανθρώπινου να σέρνονται τα ράκη-
γιατί ζωή μας έδωσες Ανάγκη εσύ-γιατί;

Γιατί κάθε μεγάλη σου έκρηξη ν' ακλουθήσει
πρέπει τ' ανθρώπου η έλευση πάνω σ' αυτή τη γη;
γιατί αφού η που άναψες φωτιά θα ξανασβήσει
κάθε που η ύπαρξη γυρνά στην πρώτη της πηγή;

Ποιου θέλημα πληρώνοντας γοργά να προχωράμε
πρέπει, αιτία χωρίς καμιά να ξέρουμε ή σκοπό;
σε ποιον τυφλά υπακούοντας ολοζωής πονάμε
για ποιόνε πάντοτε έχουμε το μάτι μας νωπό;

Γιατί Ανάγκη στους πλατιούς ατέλειωτούς σου
κύκλους
πρέπει κι εμάς ατέλειωτα δέσμιους να μας κρατάς;
και γιατί σ' ό,τι σε ρωτώ σ' αυτούς εδώ τους
στίχους
να μην μπορώ ν' αφουγκραστώ αυτό που μ'
απαντάς;..
ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΡΑΓΕ

Θα γίνω άραγε τόσο μεγάλος
που να πάψω να ονειρεύομαι;
Θα ’ρθει καιρός που τ' άλογα
θα 'χουνε χάσει τα φτερά
και γερά στη γη θα πατάνε;
Που τα ρυάκια δε θα μουρμουρίζουνε
τραγούδια τρυφερά κι ανείπωτα στο κύλισμά τους
αλλ' άχρωμα θα τρέχουν τα νερά;
Που τα χωράφια θα 'ναι χρήσιμα
για να μας τρέφουν μόνο
και τ' αγριολούλουδα εντός τους περιττά;

Κι άραγε θα ’ρθει ο καιρός τα δυο σου χείλη
να 'ναι δυο χείλη μόνο και τα δυο
εξαίσια σου τα μάτια
δυο μάτια να 'ναι μόνο γαλανά;
ΜΑΤΖΥ

Όταν εσύ κι εγώ ήμασταν νέοι Μάτζυ
όλα τελούνταν μες στο αίμα μας.
Όταν εγώ κι εσύ Μάτζυ φιλιόμασταν
έλαμπε διπλά ο ήλιος.
Όταν εσύ κι εγώ Μάτζυ στα μάτια κοιταζόμασταν
η γη φλεγόταν και πετούσε το παλτό της.
Όταν εγώ κι εσύ ήμασταν ερωτευμένοι Μάτζυ
ο Έρωτας εμάθαινε από μας.
ΜΕ ΡΟΔΑ

Με ρόδα σου στολίζω μυρωμένα
τα μακριά μαλλια τ’ αγαπημένα.
Χάρου! Ευφραίνου! Βέλος η ομορφιά σου
στο τόξο του παμφάγου Χρόνου. Βιάσου.

Ούτε για πάντα θα ’χεις στολισμένα
με ρόδα τα μαλλιά σου, ούτε εμένα.
Γύρνα δεξά σου κοίτα, έρχεται άλλη
το σκήπτρο από τα χέρια σου να πάρει

και στέμμα της το στέμμα σου να βάλει.
Και γύρισε ζερβά και κοίτα πάλι
τον μαύρο λαοβόρο καβαλάρη
που έρχεται και τους δύο μας να πάρει.
Ασφυκτικά

Βλέπω τις μέρες που εμπρός-
εμπρός μου στέκουν κι όχι πίσω
εκείνες είναι ο εχθρός-
αυτές μπροστά μου θ' απαντήσω.

Για κείνες θρήνος από πριν
αρμόζει-θρήνος από τώρα
σε κείνες ζουν όλα τα πλην
και τα θεριά τα χαροβόρα.

Σ' όλες τις μέρες της ζωής
ήτανε τ' άγρια μοιρασμένα
μα σα μια μέρα σβήσει, ευθύς
όσα θεριά κρατεί κρυμμένα,

στου μέλλοντος θα στριμωχτούν
τις άφαντες ακόμα μέρες
και τώρα οι μέλλουσες κρατούν
και κείνων όλων τις φοβέρες.

Κι όλο και πιο ασφυκτικά
γεμίζει πόνο κάθε μέρα
κι όλο και πιο αναιμικά
έχουμε μεις φως και αέρα.

Ώσπου τη μέρα τη στερνή
ασήκωτο μολύβι ο Πόνος
λάμα στο στήθος να χωθεί
και να σωθεί για μας ο Χρονος.
ΣΒΗΣΤΑ

-Γιατί σε χάδι δεν απλωνεις
χέρι; Γιατί στόμα πικρό
όταν μιλάς μόνο πληγώνεις;
Λόγο γιατί δεν λες γλυκό;

Τόσα θερμά η ψυχή που κλείνει
τάχα γιατί να μην τα λέει;
Γιατί χαρά ούτε σ' άλλους δίνει,
γιατί κι αυτή στο δάκρυ πλέει;

Φωνή γιατί βραχνή να βγαίνεις;
Μάτι γιατί κοιτάς σκληρά
και την ψυχή δεν αλαφραίνεις
και την καρδιά πονάς βαθιά;

-Φόβος μας δένει και μας έχει
αμίλητα, σφιχτά, κλειστά.
Φόβος μεγάλος μας κατέχει
και μας κρατεί κεριά σβηστά.

-Σπάστε το φόβο! Κλείσετέ τον
αυτόν αντίς σας φυλακή
κι εκεί για πάντα αφήσετέ τον
και σεις εβγείτε από κει.

Και αντηχήστε μες στη ζήση
με απαλόσυρτη φωνή
και αδερφώστε με τη φύση
που λείποντάς της σεις πονεί.

-Σώπασε μη σ' ακούσει ο φόβος
και μας κλειδώσει πιο βαθιά
και το σκοτάδι γίνει ζόφος
και μας λιανίσουν τα σπαθιά.

Σώπα και κάθισε μαζί μας
ως να 'ρθει η ώρα η στερνή
που τότε μόνο η φυλακή μας
λεύτερος κάμπος θα γενεί.

Τότε-α-τότε ό,τι κλειούμε
στα σωθικά μας-ό,τι κλεις
πλέρια τριγύρω θα σκορπούμε
κι όλα μ' αγάπη θα φιλείς.

Σώπα! Πολλά ’χουμε μιλήσει.
Τα λόγια ετούτα, τα στερνά
ας είναι που έχουμε ψελλίσει.
Σώπα! Ο φόβος κυβερνά!
ΚΑΛΒΙΚΟ

Η πολιτεία κοιμήθηκε.
Τα κλεισμένα μάτια της
μανταλωμένες θύρες
που ποτέ δε θ' ανοίξουν
στην κρύα νύχτα.

Ο φόβος τα φωτά όλα
με το λαμπρό του σκότος.
Τα όνειρα ταραγμένα
των ψυχών ταλαιπώρων
και των σωμάτων.

Κι αν σκυλιά αλυχτήσουνε
ή θηρία μουγκρίσουν
θ' ακουστούν τόσο αλάργα
σα σε άλληνε πλάση
ανθρώπων άλλων.

Τα πέλματα την χλόην
διψασμένην, κύπτουσαν
θα σεβάσουν απόψε
το πάτημα ευπρόσδεκτον
έτι εάν ήτο.

Τέθριππον άρμα φλογών
εν τω μέσω του σκότους
η σελήνη ιππεύει.
Πυρ το αργυρόν της
στόμα εμέσσει.

Η αύρα φλογωδών άστρων
το θαλερόν λαμπύρισμα
αδυνατεί να φέρει
επί των ακαμάτων της
άλλοτε ώμων.


Εις την κλίνην του ο Δίκαιος
ύπνov πνιγηρόν κοιμάται.
Στο όνειρόν του η πατρίς
ερυθρόν ρόδον εύοσμον
του φέρει νέον.

Δρόσου δάκρυ ερύει
η παρειά που εκείνη φιλεί.
Όμως εις αυτόν όλη
ή βαθεία οδύνη
άπαυστος μένει.

Τo κάλλιστον άνθος θεωρεί
και διστάζουσα μένει
προσπαθούσα να έβρει
θέσιν κάποιαν περίοπτον
να το αποθέσει.


Ας ιδώ ολίγον πάλιν
τα χείλη τα πλέον εύμορφα
που την δρόσον χαρίζουν
στα πρωινά Ανοίξεων
της πλάσης όλης.

Μέσα εις το λαμπρόν φέγγος
του τυφλώνοντος άστρου
της χρυσής ομορφιάς της,
ας σηκώσω το χέρι μου
στο φως του αντήλιον.

Ειρηνικές θάλασσες,
έρημες, νωθρές, άπλευστες,
οι οφθαλμοί της.
Κακοί θαλασσινοί δράκοι
της τα φυλάσσουν.

Καθώς τα ξηρά χώματα
από μίαν εις άλλην ημέραν
εις καιρόν της Ανοίξεως
κάτωθεν ανθών κρύπτονται
ευμορφισμένα,

και ο ξένος διαβάτης
πού να πατεί δεν ηξεύρει,
και ο σέβων εντόπιος
προσκυνάει της φύσεως
τον νουν ο άνους,

έτσι η πατρίς πάντοτε
κάθε νέαν ημέραν
χωρίς προσπάθειαν καμίαν
εστολισμένη τελείως
με χάριν είναι.

Όπως στην πρωινήν αύραν
τα στάχυα αθέριστα
τρέμουν, έτσι στο ρίγος
του παλαιού της σφρίγους
τα όρη της τρέμουσιν.

Τα ρίγη της τρομάσσουν
την ψυχήν γαλήνιον
και ρέουν απ' επάνω της
ωσεί ξένα, πίστις, θάρρος,
χαρά, ευγένεια.

Δρόσος ρέει επίλυπος
στα σεπτά επάνω μέλη
που σα δει ο Απόλλων
εις αυτήν το χρυσό του
 σκήπτρον θα δώσει.

Λάμπουσιν στο φως, λάμπουσιν
τα μαλλιά μετάξια.
Φέρτε λοιπόν να γεμίστε
ποταμοί τις κοίτες σας
θεϊκόν φέγγος.

Πρόσωπο πιο γλυκύτερον
από μισοκρυμμένην
πίσω από αραιά σύννεφα
σελήνην, βήμα θοός
υπερηφάνου.

Η φωνή της σειρήνος
που όσες αν προφυλάξεις
είχεν ο πολυμήχανος
αδίκως-δέσμιος θα είχε
πλησίον αυτής μείνει.


Άνεμε, αν σου τύχει
εκεί που πας ν' ακούσεις
πικρά αναστενάγματα
από νόστου πόνον,
τώρα που ηξεύρεις,

δώρησον εκεί, περνώντας,
με το ψιθύρισμά σου,
λόγια γλυκά παρήγορα
εις όσους άθυρμα έγιναν
πλου οδυσσείου.

Πες τους πως εδώ εβρήκες
κάποιον που κόβει
του απέλπιδου νόστου
η λεπίδα, και το φως
όλον του κρύβει.

Και ποτέ μην πιστέψεις
αν κανείς θα σου πει
το φιλί της πατρίδος
με τι μοιάζει, αγέρα,
ούτε το χάδι.

Διότι ουδείς γνωρίζει
εις του βίου του τον ρουν
κανείς παρ' από μένα
τη γλύκα του φιλιού της
κι ας μην το πήρα.

Διότι ουδείς γνωρίζει
άλλος από εμένα
του κορμιού την φοβεράν
φλόγα κι ας μη-αλλί μου-
μ' έχει κάψει.

Να ’την! πλήρης αγνότητος
αναποφασιστος στέκει -
πού το άνθος ταιριάζει;
στα μαλλιά μου; στο στόμα;
ή μη στο αυτί;

Εν τέλει οίμοι! συνέρχεται
και από σκέψιν προδομένη
κάτω το άνθος ρίχτει
και το τσαλαπατά.
Ήταν τ' άνθος μου.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟ

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
λαών τις μοίρες και αν χαράζεις
τότε αλίθωρος πρέπει να 'σαι
μεγαλοδύναμε, ή να κοιμάσαι.

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
ζωές ολόκληρες κι αν ρημάζεις
τότε φιλεύσπλαχνος διόλου δεν είσαι
μεγαλοδύναμε κι ας θεωρείσαι.

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
κι αν έχεις δύναμη να διατάζεις
κι είσαι καλός, πάψε να παίζεις
και τους πιστούς σου να περιπαίζεις.

Μεγάλωσέ μας-δυνάμωσέ μας
δώσε ν' αντέξουμε στα φοβερά
τ' άγρια αστραπόβροντα που πανωθέ μας
εξαπολύεις τα φοβερά,

που συ μας έταξες να βαστούμε.
Μ' ακόμα αν ίσως-άκου κι αυτό-
μες στη ζωή μας να κουραστούμε
ή να κιοτέψουμε το 'χεις γραφτό,

χωρίς καθόλου να στο ζητήσει,
σε τέτοιον άντρα-δεν είναι δίκιο;-
που συ του στέρησες μι' αντρίκια ζήση
δώστου τουλάχιστο θάνατο αντρίκιο.
ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ

Σαν να πετώ σε ουρανού
καινούργιου τους αιθέρες
σαν πια να μην υπάρχουνε
οι νύχτες και οι μέρες.

Σαν να σταμάτησε η ροή
του χαροκλέφτη χρόνου
και σαν η αίσθηση η καυτή
να χάθηκε του πόνου.

Σαν των κρυφών των λογισμών
να στέρεψε η πηγή
κι οι μαχαιριές στα σώματα
δεν κάνουνε πληγή.

Σα σ' άνθρωπων παράξενων
τη γη να 'χω βρεθεί
που πάνω της μιαν άφατη
γαλήνη έχει χυθεί.

Σαν να μη ζω πια στων στιγμών
τα δίχτυα που τρομάζουν.
Πόσο αλήθεια μακρινά
τα χτεσινά μου μοιάζουν!..

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ

Το σπίτι που μ’ αγάπησε
κι εγώ έχω χτισμένα
το σπίτι που μ’ αγάπησε
το πήραν χέρια ξένα.

Και χρήματα το γέμισαν
και κρύα χρυσά το ντύσαν
και χρήματα το γέμισαν
και κάθε ωραίο τού σβήσαν.

Και κείνο κλαίει και πονεί
και άχαρο όλο μένει-
και κείνο κλαίει και πονεί
και η ψυχή του βγαίνει.

Το σπίτι που αγάπησα
θλιμμένο με ζητάει
το σπίτι που αγάπησα
στον τάφο μ’ ακλουθάει.
ΕΣΚΑΨΑΝΕ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΜΟΥ
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Εσκάψανε τον Κήπο του Σπιτιού μου.
Τάχα τον Τάφο τους να ετοιμάζουν;
Άλλο δε βάζω τίποτα στο Νου μου
…ή μη για Λίρες τ’ Άνθη του ρημάζουν;..

Κι αν είναι μέσα εκεί για να θαφτούνε
σάμπως Μικρό για Μνήμα τους τούς πέφτει-
είναι πολλοί να μην αβασκαθούνε:
λάθεψε αυτός που απ’ όλους τους το εσκέφτη.

Αλλ' αν εκεί θαφτούν, τι θα ξεπλύνει
ωσάν αυτήν Αποκοτιά-να μιάνουν
τον Τόπο, Ιερό που έχει γίνει,
Θεών, που αυτοί, Χαμένοι, δεν τους φτάνουν;
ΤΑ ΑΣΤΕΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑΚΙΑ

Υπάρχουν κάτι αστεία πλασματάκια
με διάφορα χρώματα
με μικρά περπατούνε βηματάκια
και μυρίζουνε χώματα.

Σηκώνονται νωρίς απ' το κρεβάτι
γοργά ετοιμάζονται
με βιασύνη μασουλάνε κάτι
στον καθρέφτη κοιτάζονται.

Την κοπριά τους στη γη παραχώνουν
κι όταν φοβούνται
στης γυναίκας τους τη φούστα τρυπώνουν
κι εκεί κοιμούνται.

Όταν περάσει ο φόβος βγαίνουνε
δυνατά φωνάζουνε
θυμώνουν,σινεμά πηγαίνουνε
λόγους βγάζουνε.

Σε άλλους βαθιά τη μέση λυγίζουνε
το κεφάλι τους σκύβουνε
υποκλίνονται, τους ξεσκονίζουνε
το μίσος τους κρύβουνε

και σ' άλλους διπλό το φανερώνουν.
Κι όταν τρομάζουν
στης γυναίκας τους τη φούστα τρυπώνουν
κι εκεί φωλιάζουν.

Τη νύχτα σ' ερημιά όταν βρεθούνε
απ' το φόβο τους τρέμουνε
κι ασφάλεια όταν αιστανθούνε
γελούν-χορεύουνε.

To κρασί τους ασύδοτα νερώνουν
κι όταν σκιάζονται
στης γυναίκας τους τη φούστα τρυπώνουν
και κουλουριάζονται.

Υπάρχουν κάτι αστεία πλασματάκια
με διάφορα χρώματα
με μικρά περπατούνε βηματάκια
και μυρίζουνε χώματα.
ΣΤΟ ΑΛΣΥΛΛΙΟ 

Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος
μες στου αλσυλλίου τις σκιες
που μαγίστρες μοιάζουνε γριές
κάποιος πικροκλαίει στη γη πεσμένος.

Κάποιος κλαίει πάνω στο χορτάρι.
Σφίγγουνε τα χέρια του τη γη. 
Κάτι να της δώσει προσπαθεί;
Κάτι από κείνηνε να πάρει;

Σχίζουν οι λυγμοί του το σκοτάδι.
Στ' άπονα τα χώματα χτυπούν.
Οι ψυχές ξυπνούνε και ακούν
μες από τον άπελπο τον Άδη.

Τάχα στο αλσύλλιο ποιος να κλαίει…
ποιος στην ησυχία τη βραδινή-
ποιος μες στη νυχτιά τη σκοτεινή
δέεται στον Πλάστη-και τι λέει;
TO ΜΙΚΡΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ

Τo μικρό το παραθύρι
η καλή μου το 'χει γείρει-
δεν ανοίγει να τη δω
και σα ρόδο αργομαδώ.

Ολη νύχτα θα κρατήσει
το μαρτύριο που 'χει αρχίσει
σαν εικόνα μαγική
ναν' αυτή κρυμμένη εκεί.

Να 'χα ένα αεροπλάνο
και ν' ανέβω εκεί πάνω
και να κάνω γης Μαδιάμ
το κονάκι της μαντάμ.

Παραθύρι να μη μείνει
και να μην μπορεί πια εκείνη
απ' τα τζάμια τα θολά
μετ' εμένα να γελά.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΜΑΣ

"Το Πάσχα μας..."

Μα έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι τ΄αρνιά κι η μαγειρίτσα;

Πού είναι τ' αυγοκούλουρα:
Πού το Χριστός ανέστη;

Έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι η Μεγάλη Τρίτη μας η Κασσιανή;
Πού η αυγοβαφού Μεγάλη Πέμπτη;

Χαθήκανε και πάνε όλα. 
Και θυμώντας τα
την απουσία τους μόνο μεγαλώνουμε.

Πάνε τα Πάσχα μας.
Παρασκευές Μεγάλες έχουμε μονάχα
που και κείνες
τόσο τις συνηθίσαμε
που ως κι οι σταυροί δε μας πονάνε πια.

Το Πάσχα μας! Πού είναι το
με την Αγάπη και με το φιλί;..

Λος Άντζελες 1998
Η ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΜΟΥ Η ΕΛΕΝΗ
Η ΕΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

Μετά σαράντα χρόνια που είχε να με δει
να μου τηλεφωνήσει ή να μου γράψει
ήρθε και μ' είδε για να παραπονεθεί
πως την εξέχασα.

Από μικρή
χαζούλα ήταν η καημένη.

Της δήλωσα ορθά κοφτά κι εγώ
δεκάρα πως για συγγενείς δε δίνω.

Μετά απ' αυτό ελπίζω να εννοήσει
και πια να μη και πάλι μ' ενοχλήσει.

 Κούτελη, 2002
ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ

Επάνω στης Τραπέζης τα γραμμάτια
μικρούλικα θα γράψω ποιηματάκια-
του χρήματος τον κόσμο θα τον σβήσω-
στη θέση του έναν άλλο θα ποιήσω.

Εκείνους που λατρεύουνε το χρήμα
να πείσω δεν μπορώ-και είναι κρίμα.
Ανθρώπινο τον κόσμο το δικό μου
να κάνω όμως χρωστώ στον εαυτό μου.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Άλλον το Σώμα όπως αυτόν καλό γιατρό δεν έχει.

Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Ψηλός, αδύνατος και γελαστός
φορώντας την μπλουζίτσα του την πάλλευκη
την μόλις πάντα σιδερωμένη
έρχεται ο κύριος διευθυντής.
Που τίποτε γι αυτόν κρυφό δεν είναι 
που όλα στην εντέλεια κατέχει
της Επιστήμης τα μυστήρια.
Έρχεται ο κύριος διευθυντής.

"Ας πάω τώρα κι εγώ-ήρθε η σειρά μου
να εμφανιστώ στην καθημερινήν επίσκεψη.
Απ' την κορφή ως τα νύχια λάμπω
και η ποδιά μου αστράφτει.
Κι ύφος δεν έχω αυστηρό
(πέρασαν οι καιροί των αυστηρών γιατρών,
τώρα ένα ύφος φροντισμένα απλό χρειάζεται).
Όλοι στην κλινική με υπολήπτονται
και δείχνουν να εκτιμούν τη μόρφωσή μου.
Συγκαταβατικοί-τουλάχιστο δεν κάνουν ερωτήσεις
κι αν τους ξεφύγει κάτι τι δεν επιμένουν.

Εκείνος ο αγριάνθρωπος μόνο
να έλειπε από την παρέα μας..
Δε σέβεται και δε φοβάται ο άθλιος
ούτε τη θέληση των δικτατόρων που με κάναν Διευθυντή...
Α! Ο αγριάνθρωπος! Μονάχα που με βλέπει
καταλαβαίνω πως με οικτίρει."

Κι αρχίζει κάποτε η επίσκεψη.
και φτάνει στο μικτόν όγκο της παρωτίδος.
Αδίστακτα ο κύριος Διευθυντής
"Μαγουλάδες!", διαπιστώνει, "αντιβίωση! να φύγει!"
Κι όποιαν ερώτηση για να προλάβει,
γρήγορα,
στον δίπλα τρέχει άρρωστο
προτού δοθεί καιρός.
Α! ο κύριος-α! ο κύριος Διευθυντής!...
Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Χωρίσαμε αθόρυβα
χωρίς σκηνές και κλάματα
χτες που επέρασ' η νυχτιά
και ήρθαν τα χαράματα.

Λυπήθηκες-λυπήθηκα
μ' αρέσει να το λέω
πως είμαι άνθρωπος κι εγώ-
κι ότι μπορώ και κλαίω.

Εδώσαμε τα χέρια μας
σαν να 'μαστε δυο φίλοι
που σ" άλλο μέρος η ζωή
βουλήθηκε να στείλει.

Εσκύψαμε στη μοίρα μας
κι οι δύο το κεφάλι
ποιος θα μπορούσε άραγε
στο νου του να το βάλει...

όποιος μας έβλεπε πιο πριν
να! χτες το βράδυ ακόμα
θα προτιμούσε να κλειστεί
για πάντα του το στόμα

παρά να έλεγε για μας
ότι μας λείπει κάτι-
τα 'χαμε όλα: τη χαρά
να λάμπει μες στο μάτι.

Γιατί χωρίσαμε λοιπόν;
ποια ήταν η αιτία;
ίσως να ήτανε πολλές
μα ίσως και καμία

μα κι αν πονέσαμε πολύ
ή μόνο αν δακρύσαμε
αν μας αφήκεν η χαρά
κι αν τέλος εχωρίσαμε

να 'στε γι αυτό περήφανη
ωραία μου κυρία-
αν κι άνθρωποι εγράψαμε
μια ανθρώπινη ιστορία.
ΜΙΛΛΥ

Στο Ταό σα βρεθείτε
και αν βαρεθείτε
εγώ που έχω πάει
προπέρσι το Μάη
συστήνω ένα σπίτι-
το σπίτι της Κίττυ.

Πολλές ευκαιρίες
με γλυκές κυρίες
ευχάριστα τρίο για
κυρίους με μπρίο
χαρούμενο σπίτι
το σπίτι της Κίττυ.

Μικρά κοριτσάκια
με άσπρα κορμάκια
παιχνίδια αιθέρια
μ' ευαίσθητα ταίρια
απόλαυσης σπίτι
το σπίτι τής Κίττυ.

Γευτείτε τη χάρη
ξενοιάστε απ' τα βάρη
τον έρωτα νοιώστε
γιορτάστε-ξεδώστε
της Λήθης το σπίτι
το σπίτι της Kίττυ.

Και όταν η ώρα
θα φτάσει, το κέφι
κι η άφεση η τόση
για σας να τελειώσει
και πριν πια το σπίτι
ν' αφήστε της Κίττυ

να βρείτε τη Μίλλυ
και πέστε της φίλοι
το "γεια σου" από μένα
που λιώνω στα ξένα
μακριά απο το σπίτι-
το σπίτι της Κίττυ.
«Πόσα έχουμε να πούμε...»,
είπε.
Κι εννοούσε
Πόσα μπορούνε ν’ ακουστούν ανοιγοκλείνοντας το στόμα τους
ο ένας προς τον άλλονε κοιτώντας.
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Στην τηλεόραση,
Στο σινεμά,
Όλα λαμπρά κι ωραία.

Φτάνει να κλείσεις το κουμπί
Για να βρεθείς μονάχος
Και μ΄όλες σου τις δυστυχίες αγκαλιά.

Η διαφορά ότι στο μεταξύ
Η τηλεόραση έχει πάρει δύναμη
Κάθε φορά περσότερη
Ώστε περσότερο κάθε φορά
Να σε κατέχει.
ΓΙΑ ΟΣΑ ΕΘΑΨΑ

Στοχαστικοί κι ασπαίροντες
όταν κοντά στο τζάκι
οι άλλοι θα στέκουν γέροντες
κι απ' το πηχτό φαρμάκι

τις τελευταίες θα πίνουνε
και πιο πικρές γουλιές του,
ενώ απαλά θα κλείνουνε
ενός βίου καταμέστου

από χαράς πλανέματα
την κουρασμένη αυλαία,
τα γηραλέα τους βλέμματα
έστω και νυσταλέα

πάνω θα ξεκουράζονται
σε κάτι μαραμένα
λουλούδια, ή θ' αναπαύωνται
πάνω σ' αγαπημένα

κιτρινισμένα γράμματα
που γράφτηκαν πριν χρόνια-
στα χρόνια που τα θάματα
μοιάζαν πως θαν' αιώνια.

Ενώ λοιπόν θα νήχωνται
οι άλλοι μες στις μνήμες
πλάι σ΄εμέ θα βρίσκονται
μονάχα κάτι ρίμες

να λεν για όσα έθαψα
στα μαύρα τους κατώγια
γράμματα που δεν έγραψα
και που δεν είπα λόγια.
1960. Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Μάθημα Γαλλικών. Καθηγητής ο κ. Μανδαμαδιώτης.
Μια μέρα μας διάβασε ένα ποίημα. Στο τέλος του μαθήματος μας είπε, όποιος μπορεί να μεταφράσει ποιητικά το ποίημα στα ελληνικά. 
Την επομένη είχα έτοιμο το ποίημα. Στην ερώτησή του αν είχε κανείς μεταφράσει το γαλλικό ποίημα, κανένας δεν απάντησε. Ούτε εγώ! Ο φόβος της ειρωνίας, της αποκοπής όσων «δεσμών» είχα με μεγάλη προσπάθεια «χτίσει» με τους συμμαθητές μου όταν αυτοί θα μάθαιναν ότι ασχολούμαι με την ποίηση, με κράτησε.
Ακόμα με κατατρέχει εκείνη η ατολμία μου, κι ας έκανα πάλι το ίδιο και σήμερα σε ανάλογη περίσταση-ούτε η κοινωνία άλλαξε, ούτε εγώ.


Τo ποίημα που ζητήσατε κύριε Μανδαμαδιώτη
έχω την ευχαρίστηση να σας γνωρίσω ότι
έκατσα βράδυ ως τις τρεις και το 'γραψα- ιδού το!
Κάτι βεβαίως παράξενο συμβαίνει,κι είναι τούτο:

ότι από τότε πέρασαν χρόνια σχεδόν σαράντα.
Όμως ο πόθος να το πω σε σας, μ' έκαιγε πάντα
κι η φλόγα του μου έλεγε πως κάτι σας οφείλω
όχι όπως σ' ένα δάσκαλο μα ως σ’ ένα σπάνιο φίλο.

Δειλία όμως άπρεπη κι αιδώς αρρωστημένη
τους δισταγμούς πληθαίνουνε κι η τόλμη αργοπεθαίνει.
Στην κεφαλή μου έπεσε το άλιωτο το χιόνι
και η δική σας κεφαλή κάτω απ' το χώμα λοώνει.

Σαράντα χρόνια πέρασαν και βρίσκεται ακόμα
το ποίημα στο συρτάρι μου όπως ψυχή σε σώμα.
Μα τώρα νάτο φίλε μου σαν μια πνοή ανεβαίνει
και την ψυχούλα σας να βρει ολόισια πηγαίνει.

Καλό ταξίδι σου μικρό ανθί μου μυρωμένο.
Καλό ταξίδι σου μικρό τραγούδι μου θλιμμένο.
Και σεις δεχτείτε φίλε μου αυτό το ποιηματάκι
κι αλήθεια συγχωρείστε με αν τ' άργησα λιγάκι.



ΙEPΟ ΧΡΕΟΣ (από το γαλλικό)

Του δέντρου μου ξεράθηκε
και το στερνό το κλώνι.
Μα δε με νιάζει-ευτυχείς
διαβήκαν μου οι χρόγοι.

Γι αυτό απόψε που γλυκά
τ' αστέρια λαμπυρίζουν
και τα λουλούδια αρώματα
μεθυστικά σκορπίζουν

φτιαξτε ένα λάκκο μοναχό
κι αφήστε με να γείρω-
πάντα ο θάνατος νικά
στον τελευταίο γύρο.

Και στην ταφόπετρα βαριά
καθώς θα με σκεπάζει
τα λόγια τούτα γράψετε
καθείς να τα διαβάζει:

"Κείτεται εδώ που πάντοτε
πεθύμησε να κείται
γι αυτό και σεις στον τάφο του
δεν πρέπει να θρηνείτε.

Είναι ο ναύτης που γυρνά
σαν πάψει ν' αρμενίζει-
ο κυνηγός που με πολλά
θηράματα γυρίζει".
ΔΟΣΟΛΗΨΙΕΣ

Θεέ μου συ που μεριμνάς
για τα φτωχά σου πλάσματα
και στων ανθρώπων τις πληγές
ω! βάλε καταπλάσματα.

Δε σου ζητούνε και πολλά.
Να τους βοηθήσεις μόνο
να βγούνε όλοι νικητές 
στην πάλη με τον πόνο. 

Στο κάτω κάτω της γραφής 
Σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα σου και συ,
Βολεύονται και κείνοι.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ' ένα θάμα.

Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το 'πιασε το γατί
κι αντί να 'ρθεί στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να 'ρθεί σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.

Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ' έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεμένη.
ΑΡΡΗΤΟΛΕΠΤΟΠΝΕΥΣΤΙΑ

Τον θεόν ο πτωχός επροσκύνησε
με κατάνυξιν τόσον βαθείαν
κι είχε τόσην στο πρόσωπον έκστασιν
την εικόνα ως εθώρει την θείαν

που απ' το σκύψιμο μεν του εσκίστηκε
μια σκελέα παλιά που φορούσε
κι εις το χαίνον το οτόμα του εχώθηκε
μία μύγα που γύρω πετούσε.

Κι ο γιατρός και ο ράφτης του πήρανε
τόσα χρήματα, που εσοφίστη
να καλεί μυγοχάφτη τον πλάστη μας
και ακόμα φτωχών ρουχοσκίστη.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Ο ΒΩΜΟΣ

Σαν τους αρχαίους έλληνες έχω κι εγώ υψώσει
ένα βωμό στη μέγιστη την άγνοια μου την τόση.
Ένα βωμό που τον κρατώ μες στην ψυχή βαθιά μου:
ένα βωμό στο Άγνωστο και Μέγα ποίημά μου.

Υπάρχει ο άγνωστος θεός-όλα μου το φωνάζουν
και όλοι οι άλλοι μου θεοί το δρόμο του 'τοιμάζουν.
Ξέρω, σε κάποιο γύρισμα του βίου μου του φαύλου
θα 'γροικηθεί λυτρωτική η φωνή του Θείου Σαύλου.
ΤΑ ΒΑΡΕΤΑ

Δε θέλω τις μισόγυμνες γυναίκες του Ιουλίου
που ξεσκεπες ασύδοτα στους δρόμους τριγυρνούν.
Μοιάζουν ατίθασσα άλογα ενός ίπποφορβείου-
άγρια πουλαρόπουλα που άπρεπα προκαλούν.

Μου αρέσουν oι σε ολόζεσχα ρούχα χειμώνα κρύου
μυστηριακές κι ολόθερμες γυναίκες τυλιγμένες
που λες σ' ονείρου ζουν θωριά κρυφόπλεχτου και θείου,
από το κάθε αντρικό βλέμμα καλοκρυμμένες.

Που σε φορέματα ζεστά τυλίγουν το κορμί τους
κι ανείπωτα θα το χαρείς όταν μαζί τους πας
στου δωματίου σου τη ζεστή φωληά κι εκεί μαζί τους
εδώ κι εκεί τα βαρετ4 πια ρούχα τους πετάς.
TO ΑΓΝΩΣΤΟ

Μιαν άγνωστη περίμενα
και μ' έπνιξε η χαρά μου
όταν την είδα να 'ρχεται
να στέκεται κοντά μου.

Μου μίλησε-της μίλησα
της πρότεινα να μείνει
δέχτηκε κι έτσι εγνώρισα
την άγνωστη εκείνη.

Αλλά το βράδυ-συφορά-
την έδιωξα. Και φεύγει:
Δεν ήθελα την άγνωστη.
Το Άγνωστο με θέλγει.
ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ

Το κύπελλο πάνω στέκει
στο στρογγυλό τραπέζι.
Και καθόλου στη σκέψη του δεν έχει
πώς να κινηθεί ή πώς, ίσως, να σπάσει.
Και σε όνομα κανένα δεν ακούει-δοχείο
ή τάσι, ή τσάσκα, ή ποτήρι.

Κόσμοι μέσα του
βοούν και σφύζουν και το δονούν
έτσι σφιχτά καθώς ο ποιητής του
πιεσμένους τους διαμόρφωσε
και συμμετρικούς.

Μα δε γνιάζεται γι αυτούς
και μόνη του φροντίδα
έτσι που-αν και άθελά του-
καθορισμένο υπάρχει,
είναι το σχήμα του
σε ο,τι μέσα του χυθεί
απαραιτήτως να δώσει.

Δίνει και παίρνει έτσι
το μερίδιο της πραγματικότητας
που, προσωρινά βέβαια μόνον
υπηρετεί κι εξουσιάζει.
ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ

Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν,θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.
ΑΝΑΘΕΣΕΙΣ

Για να ’χει το μυαλό της καθαρό
και να μπορεί ν’ απολογείται
ανάθεσε την αγωνία στα χέρια της.
Εκείνα δίπλωναν,συσφίγγονταν,συστρέφονταν,
τρίβονταν το ’να στ’ άλλο,
τα δάχτυλά τους ανακάτωναν,
πονούσαν.

Και η ομιλία στο φακό μπροστά
τελείωσεν επιτυχώς,
αφου αυτός
διόλου τα χέρια της δεν έδειξε.
ΕΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Εγνώρισα το θάνατο μέσα
στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου.
Εγνώρισα το θάνατο
στις κρύες νύχτες του χειμώνα
στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων
μέσα στα μάτια πληγωμένου ελαφιού
μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον ιδρώτα.
Μέσα σε νερά γαλήνια, νύχτα ανάστερη
το σοβαρό και αμέτοχο πρόσωπό του μου γελούσε.

Εγνώρισα το θάνατο
στα επιφωνήματα των άστρων όταν πέφτουν
στο κρυφομίλημα παρθένων
στο γέλιο των πορνών.
Κατω από λέξεις χωματένιες
βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες
μέσα στην άτολμην οργή και την αμηχανία
μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση
στην τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στων αηδονιών το γλυκολάλημα
μες στην καρδιά και μέσα μέσα
στις έλικες τις ευφυείς του εγκεφάλου.
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο
της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού χωρίζει από το σώμα.

Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και ρόγας-
εγνώρισα το θάνατο.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

TO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζέ τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. Ο ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα τήν ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δε δηλωνόταν φραστικά από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νιαζόνταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του εσήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάπoιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μη συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει και ποτέ δε διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "σεμνά και ταπεινά", "πάταξις της διαφθοράς" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στό βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Τι; Αλλος λοιπόν εμύρισε…

Τι; Άλλος λοιπόν εμύρισε τ' ωραίο μου λουλούδι
που αφόντας το εφύτεψα κι ώσπου να βγάλει χνούδι
με ίδρω το επότιζα και μ' αίμα και με μύρο
κι απ' τ' άγρια το προφύλαγα χορτάρια εναγύρω;

Που ως να μεστώσει κι ακριβό να δώσει μπουμπουκάκι
ολονυχτίς το χάιδευα μ' ολότρεμο χεράκι
κι ως να γενεί τριαντάφυλλο με κόκκινα όλο φύλλα
τ’ αχείλι μου συχνά πυκνά λατρευτικά το εφίλα;

Και σαν ο ξένος έσκυψε το βέβηλο κορμί του
εκείνο γιατί έγινε το γέρας στην οσμή του-
γιατί τραχιά δεν πρόβαλε τ' αγκάθια του θανάτου
να ρίξει άψυχον αυτόν που τέτοια ετόλμαε κάτου;

Κι αν άθελα εμυρίστηκε γιατί ακόμα στέκει
ολόφρεσκο κι ολόδροσο κι από τ' αστροπελέκι
του μαρασμού ένα χάλασμα δεν έχει όλο γίνει;
Γιατί ακόμα ζει; Χαρά ποια του 'χει απομείνει;

Κατάρα σ' ό,τι έτσι φριχτά τον Πλάστη του προδίνει'
κατάρα σ’ όποιονε βοηθός σε τέτοια σχέδια εγίνει'
Και χίλιες δυο φορές αυτός καταραμένος να 'ναι
που στο μυαλό του οι προδοσές για πρόοδες μετράνε.

Κατάρα σ' όποιον όσα βρει γι αυτό τ' ανθί γραμμένα
δεν τα πετάξει στη φωτιά-οι φλόνες να τα φάνε
παρά στον κόσμο να τα δει γραμμένα θα τα δώσει΄
κατάρα σ' όποιον πάνω τους χέρι σωσμού απλώσει.

Καλάβρυτα 2001
Και μένα μόνον όχι

Για τελευταία φορά λοιπόν ας γράψω
προτού οριστικά να υπάρχω πάψω.
Ας γράψω ετού' το ποίημα που βγαίνει
από 'να νου που μόλις ανασαίνει.

Χάσου λοιπόν εαυτέ μου, πάντων Πλάστη
που ο νους σου τέτοιον κόσμον εφαντάστη.
Αντίο φύση, πόνοι μου, αστέρια-
αντίο ποθητά της Λέττας χέρια,

που τόσες έχουνε χαϊδέψει γίδες
μα συ το χρώμα τους μονάχα είδες.
Αντίο αθώα της ωραία χείλη
που αρνιά φιλούσατε αυγή και δείλι

και μένα μόνον όχι. Αντίο μάτια
που μες στα πράσινα, υγρά σας πλάτια
τον κόσμον είχα όλονε απλώσει
χαρίζοντάς του εμορφάδα τόση.

Τώρα σε τούτα όλα μία καννη-
κι αυτή μαζί με με που θα πεθάνει-
όταν το στίχο αυτόν θα 'χω τελειώσει
σε όλα τέλος και αρχή θα δώσει.

Καλάβρυτα 2001
Ουτ' εγώ

Καλό μου μοιάζει ετούτο το μπιστόλι.
Ό,τ' οι εχθροί μου δεν μπορέσαν όλοι
αυτό θα κάνει: τη ζωή θα κόψει
που 'χει το θάνατο μακριά μου διώξει.

Δε θα 'ναι τίποτα, Σα να πηγαίνω
κι απ' το σαλόνι στην αυλή να βγαίνω
ενός σπιτιού που όλα του τα μέρη
της ζωής ετούτης βάσανο και ταίρι.

Τον κόσμο αυτόν που εγώ έχω γεννήσει
ετούτο το μπιστόλι θα τον σβήσει.
Μπιστόλι που κι αυτό γέννα δική μου
καθώς η φύση, η σκέψη κι η ζωή μου.

Λάθος μου πoυ 'πλασα ένα πλάσμα τέτοιο
που του χαμού μου τώρα γίνεται αίτιο.
Λάθος μου ομορφιά τέτοια να πλέξω
που δεν μπορώ ουτ' εγώ να την αντέξω…

Καλάβρυτα 2001
Μισητά

Δωμάτια μισητά των κοριτσιών
που όταν μέσα τους εκείνα μπουν
κι όταν την πόρτα πίσω τους θα κλείσουν
αφήνουν ορφανή την οικουμένη...

Μέσα εκεί το Μέγα Μυστικό κλειέται μαζί τους.
Μέσα εκεί
μωράκια ακόμα
ηδονικά
βομβίζουν τα μελλοντικά τους τα φιλιά.

Μέσα εκεί-
στων συρταριών τ' ανάκατα τα ρούχα-
φωλιάζει ό,τι ζωή κι απαντοχή μας είναι:
το ανυπόμονο του πόθου
και του γλυκού χαδιού η προσμονή.

Έξω από τα δωμάτια μένουν τότε μόνο
το μαύρο και η νέκρα και το κρύο.

Κι όταν την πόρτα ανοίξουνε
και πάλι βγουν
τότε δειλά το φως ξαναπροβάλλει
φέγγοντας πλέρια μόνο σα θα γίνει φανερό
πως τα κορίτσια μέσα εκεί
θ' αργήσουν να ξανάμπουν.

Κακάβρυτα 2001
Μόνο...

Αγάπη αγάπη αγάπη μου-
αγάπη αγάπη φως μου
μαζί σου να 'μαι κι ας βρεθώ
στα πέρατα του κόσμου.

Και ας μην ήμουνα παρά
μόριο ενά μόνο σκόνης
πάνω στο ποδαράκι σου
σε βήμα όταν τ' απλώνεις.

Καλάβρυτα 2001
Νομίζεις έρωτα θα βρεις…

Νομίζεις έρωτα θα βρεις σαν τον δικό μου άλλον-
έρωτα όπως ωκεανού για τα βαθιά νερά του,
έρωτα όπως του ηλιού για την ανατολή του
κι ως για τον πόνο της ζωής και για το νου της σκέψης;

Είσαι η λέξη που 'λειπε απ’ το ποίημα της ζωής μου-
που αυτό χωρίς εκείνηνε πουλί χωρίς φτεράκια
και που στης ποίησης τη χαρά-στην αγορά της Τέχνης
μέρος δεν ήταν να σταθεί-λιμάνι να ποδίσει.

Νομίζεις έρωτα θα βρεις σαν τον δικόν μου άλλον
που σ' αγαπώ καθώς νερό της έρημος το χώμα,
καθώς τα πρόβατα ποθούν το στάλιασμα στον ίσκιο
κι οι γίδες το σκαρφάλωμα στα μυτερά τα βράχια;

Τα δέντρα είσαι του δάσους μου! Τ’ αστέρια τ' ουρανού
μου.
Κελάδημα είσαι τ' αηδονιού στου λόγγου μου τα πλάγια.
Είσαι το χέρι που αυτό το ποίημα τώρα γράφει,
Για όλες μου είσαι τις χαρές οι αδειανοί τους τάφοι.

Καλάβρυτα 2001
Να 'ταν χαρτί…

Να 'ταν χαρτί ο Αντίλαλος και να 'χε για μελάνι
τη βρύση που στο βάθος του κυλάει τα νερά της
και τότε λίγο θα 'τανε- γιατί oυτ’ αυτό δε φτάνει
σε όποια πέννα για να πει τα κάλλη τ' ακριβά της.

Νύχτα μη φτάνεις ως εδώ. Άσε το φως να σκέπει
μονάχο ετούτη την κορφή. Εδώ μην έρθεις πάλι.
Για να 'ρχονται άνθρωποι, καθείς την ομορφιά να βλέπει
που στο τσουπί επάνω αυτό με δίχως οίκτο θάλλει.

Να βλέπει χέρι αέρινο, να βλέπει μάτια μέλι
ν' ακούει φωνή που ερωτικά ηχεί κάθε της λέξη
και γλύκα φεύγοντας μαζί να παίρνει όση θέλει
και ομορφιά πρωτόφαντη όσην μπορεί ν' αντέξει.

Παρακαλώ σε νύχτα μου. Δε βλέπεις την πλημμύρα
των δώρων που επάνω της εσώρεψεν η φύση
και ότι τόσην εμορφιά και τόσα σπάνια μύρα
ο Αντίλαλος δεν τον βολεί-κι ας θέλει-να κρατήσει;

Καλάβρυτα 2001
Μια σφαίρα...

Μια σφαίρα στο μυαλό είν' ό,τι πρέπει.
Χάνεται η Φύση απ' την τεχνολογία.
To τελευταίο σημείωμα στην τσέπη.
Η τελευταία φτηνή φιλολογία.

Μια σφαίρα στο μυαλό-εκεί στη ράχη
του "Αντίλαλου", που μία βοσκοπούλα
μες στα δυο χέρια της κρατεί μονάχη
το βράδυ μια και μία την αυγούλα.

Κι ως με φιλί ξυπνάει πότε τη μία
πότε το άλλο,εκεί, σε δύο αναμέσο
φιλήματα, στην πλήρη ηρεμία,
η μπιστολιά να ηχήσει και να πέσω.

Καλάβρυτα 2001
Αγγελική και Ιφιγένεια, οι εν Αμερική ξαδερφούλες μου

Αγγελική και Ιφιγένεια
μία δυάδα χαοτική
μες στο μυαλό καμία έγνια
α! Ιφιγένεια! Αγγελική!..

Ω! Ιφιγένεια! Ω! Αγγέλω!
Ω! Της ανοίας της χρυσής!
Να δω τη ζήση λίγο θέλω
καθώς τη βλέπετε κι εσείς.

Αγγελική με τόσο βάθος
όσο μια τρύπα στο νερό
Έφη που έχεις τόσο μάθος
όσο το ξύλο το ξερό.

Ω! Ξαδερφούλες μου χαμένες
μέσα στη δίνη των Καιρών...
ΩΙ Ξαδερφούλες βυθισμένες
στο τέλμα αστόχαστων νερών..
.
Ω! Αγγελικούλα μου! Ω! Έφη!
Ω! Ξαδερφούλες μου κενές!
Άραγε νύχτα ποια σας τρέφει
μες στ' άφωτό της το αχανές;

Αγγελική και Ιφιγένεια
κι οι δυο στην ίδια την τροχιά!
Αγγελική και Ιφιγένεια
ανεκδιήγητα στοιχειά…

Λος Άντζελες 1997
Στην Αγγελική την εν Αμερική ξαδερφούλα μου

Αγγελική Αγγελική
ειν' ένα σύννεφο εκεί
στη μέση του μυαλού σου
κι oι σκέψεις σου είναι σκοτεινές
κι ας στέλνει αχτίδες λαμπερές
ο ήλιος τ' ουρανού σου.

Αγγελική ό,τι αν φορείς
όμορφη να 'σαι δεν μπορείς
με τέτοιο που 'χεις σώμα.
Μα η ομορφιά που 'χει η ψυχή
κανείς κουρέλια κι αν ντυθεί
λάμπει και τότε ακόμα.

Λάμπει κι ανθίζει και φωτά
διόλου χωρίς να σε ρωτά
ή συ να την προσέχεις΄
η ομορφιά η σπάνια αυτή
Αγγελική, ειν' γη ανθρωπιά
κι ούτε κι αυτή την έχεις.

Λος Άντζελες 1997
ταυτότης επιθυμιών

-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματος σου τη γλυκιά φωλιά θα μ' έβαζες;
-Φαί θα ήσουν και θα σ' έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν εγινόμουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Θα 'σουνα πηρουνάκι και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καυμό με
ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει.
-Λωλό μού μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Του κόσμου πώς την τάξη εγώ ν' αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρες τα ματάκια σου τα ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου το αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι.
Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα,
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του 'κοψε ένα ρόδο.
-Αχ! Άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.
τελετουργίες

"Θέλεις;"
"Θέλω."
"Γιατί λοιπόν μου φεύγεις;"
"Qt ρίζες μου με σπρώχνουν μακριά σου'
"Τις ρώτησες γιατί;"
"Μου είπαν γιατί πρέπει να λέει το στόμα όχι,
τα μάτια σε ντροπή να ’ναι
κατεβασμένα,
ενώ την ίδια ώρα θα διαλέγω
τον πιo όμορφο και δυνατό
απ' όσους με ζητούνε."
"Αλλά με θέλεις.-δε θα πει: με διάλεξες;"
"Ναι, μα και πάλι πρέπει
όλα να γίνουν δύσκολα για σένα."
"Για να ’ναι μεγαλύτερη η χαρά της ένωσης;"
"Όχι, δε γνιάζονται οι ρίζες για χαρές.
Μον' θε ’νε να πλαντάει το σπέρμα από τον πόθο
για να ’χει μεγαλύτερην ορμή,
κι ο σπόρος που θα σπείρει να ριζώσει,"
"Μα ούτε συ ουτ' εγώ παιδί ζητάμε να
γεννήσουμε.
Λοιπόν έλα."
"Έρχομαι. Οι ρίζες ας με συχωρέσουνε."
"Τ’ άνθος σου εγώ θα δρέψω μόνο."
πριν τελειώσει ο πόλεμος

-Γιατί γυρίζεις πίσω φανταράκι μου;
Ο εχθρός είναι μπροστά.
-Πάω, προτού τελειώσει ο πόλεμος
να τήνε πάρω λάφυρό μου.
-Να πάρεις ποιάνε λάφυρό σου φανταράκι μου;
-Για την αγαπημένη μου μιλάω.
-Πόλεμος γίνεται, αγάπες συ έχεις στο μυαλό σου φανταράκι μου;
-…Έτσι, που αν σκοτωθώ,
μαζί μου να πεθάνει,
και μαζί να πάμε στο αποχωρητήριο του
σχολείου
όπου δεκατετράχρονα κορίτσια στα
διαλείμματα
παίζουν τον έρωτα με τους συμμαθητές
τους.
-Αχ! Φανταράκι μου! Ο θεός
το τέτοιο φέρσιμο δεν το σχωρνάει..
-Γι αυτό κι αλλαξοπίστησα,
και πέος ένα διογκωμένο
μες σ' ένα σπαρταρώντας δαχτυλίδι αιδοίου
είν' ο θεός μου.
ήλιε χρυσέ

Χρυσέ ήλιε με το χρυσάφι σου κλεμμένο από την καρδιά μου…
Θα σε κλείσω μέσα στο μαύρο της ντουλάπι.
Για πάντα.
Να γίνω ό,τι μου 'χει απομείνει.
Τότε
σε κάθε κενό στροβίλισμά μου
γύρω από τα στήθη της αγαπημένης μου
ο επιμένων δορυφόρος της θα είμαι
που κάποτε θα πέσω πάνω της
με τις κρυφές αχτίδες σου να τήνε κάψω.
Χρυσέ ήλιε με το χρυσάφι σου κλεμμένο από τη χαρά μου…
σανγκουίνι

Να δώσω ένα στην αγάπη μου να τη
ζεστάνω.
Γιατί το χιόνι ως μέσα στην καρδιά της έχει
μπει.

Κάθε του φέτα μια παλλόμενη καρδιά.
Οι ίνες του αίματός του χτενισμένες όλες
προς τη φορά των ζωογόνων του αρτηριών.
Τρέμοντας το κορμί του μαχαιρώνω.
Ο Θεός της αγάπης ας με συχωρέσει.
Πρέπει να δώσω ένα στην αγάπη μου.
Να τη ζεστάνω.

(Της Ρωρερκάρ, Τρίπολη 2004)
σταυροδρόμι

Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά ,αριστερά.
Αυτός που έρχεται λέει: αριστερά, δεξιά.
Και δίκιο δίνεις και στους δυο
αγαθέ πανάρχαιε δικαστή
σε νόμους τέσσερους ακλόνητους
στεριωμένε.
Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου,.
Αινστάιν, ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου.
τ’ αλογάκια

Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό.
Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.
Τ' άλογα στέκουν ανυπόμονα. 
To τρέμισμα κοιτάζω των κλαδιών σου.
Χείλια σου, στήθος και λαιμός
παιχνίδια στου άνεμου το χάδι.
Στο δέντρο χέρι δεν απλώνω.
Τ' άλογα έρωτα οσμίζοντας
φρουμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.
Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι
μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
Αχ! Έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!
Τ' άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελαμένα.
Σφιχτά κλεισμένη μες στο χέρι μου γυρνάς μαζί τους.
Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό.
Μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ' αλογάκια.
σκοπός και μέτρο

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου
φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να
πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
να κλείσω άσε μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου,
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.
Αν, Κύριε

Αν, Κύριε,
ήθελες να φτιάξεις έναν κόσμο
για να γέμιζες το γύρω σου κενό
θα 'ταν όπως ετούτος ο δικός μας;
Μια κούπα θα 'τανε, γεμάτη θλίψη,
με όντα μέσα της
έρμαια σε κάθε κουταλιού ανακάτωμα,
έτσι που ανεμοστρόβιλοι απελπισιάς
να τα τσακίζουν κάθε λίγο;
Και θα τυραγνούσε μιαν άγνοια βασανιστική-
της έννοιας και του προορισμού τους-
το κρίνο, τη λαμπρίτσα και την πέτρα;
Και όλος θα όδευε αυτός ο κόσμος προς το
τέλος του
χωρίς κανείς να ξέρει αν αυτό
μια νέα αρχή για κάτι άλλο θα 'ταν;
Και
Κύριε
θα μας έδινες αυτιά
που την απάντησή σου
στις ερωτήσεις μας αυτές
να μην ακούνε;
Ο ΝΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

-Σε τούτο το χωριό ήξερα ένα νιο τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλα μου;
-Είναι αυτός εδώ, μα η φωνή του
στ' ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ αστέρια με τα λαμπερά τ' αυτιά τους.
Και το φεγγάρι, με το μαντήλι η γη να του κρατάει,
γύρω της αυτό χορεύει.
-Αχ! Και πού τον έχουνε θαμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο μέσα το λευκό καιχρυσαφένιο
και στον λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού.
Η ΜΙΚΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα
ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι
ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά
ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμιού που πάει απ' το βουνό
στον κάμπο.
-Και ποιος είν' ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου
μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.
Μία μικρή παρέκκλιση

Ναι, είναι μια μικρή παρέκκλισις...
αυτός ο τρόπος της γραφής-των παρακάτω ποιημάτων.
Ναι, είναι, όμως η πορεία δεν αλλάζει έτσι κι αλλιώς.
Κι αυτός ο δρόμος στο Χαμό τραβάει.

Να πάω απ’ αυτόν λοιπόν
ή στον ίδιονε να συνεχίσω;
(αυτονοείται πως αν συνεχίσω εδώ
τα νοήματα βαθαίνουν).
Ποιος θα μου πει-ποιος θα μου δώσει μία γνώμη;
Κανένας δε μιλάει.
Μα και να μιλούσε με τι γνώσεις θα γνωμοδοτούσε;

Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα θεέ μου, να κάνω τι;
(Κουράστηκε η καρδιά μου να ζητάει)
Ότι μ' απόμεινε με τα δόντια το κρατώ
για ν' αγοράσω το εισιτήριό μου να περάσω.
Αυτοί όλοι έχουν πράγματα να δώσουνε γι
αντίτιμο.
Δεν τους περνάει από το νου
πως δεν περνούν αυτά εκεί.
Έχουνε σπίτια, βίλλες, κότερα,
στρέμματα ελιές και πορτοκάλια 
ημέρες ξεγνoιασιάς και ηδονής,
εκατομμύρια…

Τύχη αγαθή τέτοιο κάτι να μην αποκτήσω μ'
έκαμε.
Γιατί θα είχα επαναπαυτεί.
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα αυτοί τις νύχτες έχουν ύπνο.
Μα αυτοί λένε με μια σιγουριά: βρέχει.
Μα αυτοί δεν ξέρουν πόσο απέχει ο
άνθρωπος από τον εαυτό του.
Μα αυτοί δεν ακούν τα ρυάκια να μιλούν.
Νιώθουν τη θλίψη των πεσμένων δέντρων;
Έχουν ραγίσει με το κλάμα τους αυτοί
το κρύσταλλο της νύχτας;
Πια με τι γλώσσα εγώ μαζί τους να μιλήσω;
Κι αν τους ακούσω τότε 
τι θα δώσω στους κριτές μου σαν απόδειξη
πως γνώριζα από τότε που εζούσα-
στην τύχη ότι δεν ήμουν αφημένος-
παρά προετοιμαζόμουνα
έστω και μόνο για το δεύτερο
να γίνω άξιος βραβείο;

Λοιπόν, να επεκτείνω την παρέκκλιση;
(Αρκετά εξαρτώνται απ' αυτό)
Θα δω...
ΤΑ ΆΓΙΑ ΤΑ ΧΏΜΑΤΑ

Ελάτε μαζί μου
στης Άγιας Ρωσίας
να πάμε τα χώματα.

Τον αέρα τον κρύο
που πνέει καθάρια
βαθιά ν’ αναπνεύσουμε.

Ελάτε μαζί μου
μακριά από του πλούτου
τη βρώμικη έρημο.

Μακριά από τη χώρα
που είναι για όλους
μι απάνθρωπη Κόλαση.

Μακριά ’π’ των πολλώνε
την άτιμη φτώχεια
που αξαίνει απολέμητη.

Μακριά ’π’ την οδύνη
τη λύπη, το φθόνο
και την εκμετάλλευση.

Ας πάμε στη χώρα
που ανθίζ’ η ελπίδα-
ας πάμε στα ολάνθιστα

χωράφια του Ωραίου:
στης Άγιας Ρωσίας
ας πάμε τα χώματα.

Να ειν’ η δουλειά μας
τραγούδι της Φύσης
και τ’ Άνεμου κύλισμα

να λάμψουν εντός μας
του δίκιου τα φώτα
που τόσο μας λείψανε.

Μαζί να κινούμε
το κάθε πρωί μας
μαζί να δουλεύουμε

μαζί να μοχτούμε
και όλοι να τρώμε
στον ήλιο ομοτράπεζα.

Να πάψουν οι πόνοι
να λείψουν διακρίσεις
και άγρια εκμετάλλευση.

Κοινός ο σκοπός μας
κοινή μας η πίστη
κοινά τα ωφελήματα-

η φτώχεια κι ο πλούτος
να πάψουν να υπάρχουν
και όλοι να ζήσουμε

σε μια κοινωνία
που θα ‘ναι φτιαγμένη
για όλους αδιάκριτα,

χωρίς αδικίες
κατώτερα πάθη
και μίσους ξεσπάσματα.

Στην Άγια τη  χώρα
που λάμπουν πληθώρα
τ’ αγνά τα αισθήματα-

στης Άγιας Ρωσίας
ελάτε μαζί μου
να πάμε τα χώματα!

Λος Άντζελες 1989



ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Τη στολή της υπηρέτριας φορώντας
Τον γύρω χώρο εξετάζει.

Αυτό το ξύλινο συγκρότημα καλό της φαίνεται
λίγο μετά από δυο μηνών ξεκούραση να ξεμουδιάσει. 
Τα χέρια τέντωσε τ’ ακόμα ναρκωμένα.
Στάθηκε λίγο, αναθυμήθηκε σα σε όνειρο
την ευτυχία των στιγμών εκείνων
όταν πετώντας την ποδιά της πέρα
γυμνή και ολοπόρφυρη πυρώνει:
την ταραχή που φέρνει στους ανθρώπους
τη μελωδία των πυροσβεστικών και των ασθενοφόρων
τις θρηνωδίες… τις κραυγές…
Τι απόλαυση!

Αμέ τα πέρα δώθε των ταλαίπωρων θνητών
που κουβαλούν νερό με κουβαδάκια
λες και να σβήσουν θέλουν μιας φουφούς τα κάρβουνα… 

Όλα έτοιμα για πανδαισία μιας ή δυο νυχτών! 
Από πού ν’ αρχίσει όμως;
Εδώ κάτι σκουτιά…
Εκεί πέρα ξύλα… πυροτεχνήματα πιο κει…
Το κτίριο μιας εφημερίδας παραδίπλα… 

…Λοιπόν…  θ’ αρχίσει από κείνα να ξερά χορτάρια.
Το απολαμβάνει να κοιτάζει έπειτα
να ψάχουν την εστία της να βρούνε …

Μόνο βροχή καμιά
θα ήταν ικανή τη γνώμη της ν’ αλλάξει.
Αλλά  μπα! Τέτιον καιρό βροχή σ’ αυτό το μέρος…
αποκλείεται! Ύστερα
με τον ουρανό καλά τα πάει.

Και τράβηξε για τα ξερόχορτα.

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

ΤΙ ΚΑΛΑ ΘΑ 'ΤΑΝ


Τι καλός θα ’ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
φέρονταν στο σύζυγό της
όπως φέρεται στους ξένους!

Και στους ξένους αν φερόνταν-
τέτοιο αν ήταν το μυαλό της-
όπως τώρα για αιώνες
φέρεται στο σύζυγό της...

Όταν κείνος της μιλούσε
να τον κοίταζε στα μάτια
και το βλέμμα της σε σπάνια
να τον έμπαζε παλάτια.

Σα μπροστά του εμφανιζόταν
να ’τανε σεμνά ντυμένη
σαν η μόνη-σαν η πρώτη
σαν η πάντα ερωτευμένη.

Να του μίλαγε με γλύκα
κι όταν κάτι της ζητούσε
δίχως να σκεφτεί καθόλου
"ναι" μονάχα ν’ απαντούσε.

Γελαστή πάντοτε να ’ταν
και ποτέ αδιαφορία
ή οργή το πρόσωπό της
να μη σκίαζε καμία.

Η ευγένεια και η γλύκα
να ’δεναν στο φέρσιμό της-
δηλαδή με λόγια δύο
θηλυκός να ’ταν ιππότης.

Κι αν τ’ αδύνατα ζητάω
όμως μ’ όλα τα δικά της
έτσι και σε κείνον μόνο
να ’δινε τον έρωτά της.

Τι καλά θα ’ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
έδινε στο σύζυγό της
ό,τι σπαταλάει στους ξένους!
ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ

Mια δυσοίωνη οργή εκπηγάζει
από το σακατεμένο μου κορμί
Πού είναι η γλυκιά η νοσοκόμα;
Μήπως σε λάθος πόλη αποπειράθηκα;
Μη το νοσοκομείο της δεν είναι που
εφημερεύει;
Ή τ' ωράριό της άλλαξε με άλλην
και άλλη κάποια θα μου βγάλει
τα κολλημένα στις λιωτές μου σάρκες
ρούχα,
και άλλη κάποια θα με ακούσει
τη μόνη λέξη που 'μαθα μες στη ζωή να λέω,
και ας την είχα μαθημένα μόνο
για να την ψιθυρίσω στο δικό της μέσα αυτί;
"Πονάτε;"
Ερώτηση γιατρού σε πολυτραυματία
ετοιμοθάνατο...
Σ’ άλλη περίπτωση θα του ’λεγα πολλά. Μα
τώρα
μόνο να πω μπορώ: "Πού είναι ΑΥΤΗ;"
Ο γιατρός στους νοσοκόμους:
"Πιο γρήγορα! Πεθαίνει!”
Σ' ακούω γιατρέ της κακιάς ώρας.
Τα λένε αυτό μπροστά σε κείνον
που αληθινά πεθαίνει;
Ξανά εγώ τη δύναμή μου όλη βάζοντας:
"ΠΟΥ EINAΙ AYTH;"
"Σώπα, Έρχεται"
Ο νοσοκόμος, ανοίγοντας την πόρτα του
χειρουργείου:
«Για ποια λέει;»
Ο γιατρός: "Ποιος ξέρει...

Τότε είναι που δεν άντεξα
και τους άφησα τους αλιτήριους.
Και πήγα εκεί όπου οι λέξεις παύουν να 'χουνε φωνή.
Σιωπή και χιόνι γύρω.
Όχι χιόνι.
Πέπλα πάλλευκα.
Και το σώμα μου ακέριο.
Ώστε ζωή μετά το θάνατο λοιπόν;
Μα τι… μα πώς… μα… να! ΕΚΕΙΝΗ!
Ξεπροβάλλει μέσα από κάτι
σα μιαν αδιόρατη χαραματιά των πέπλων.
Στέκω βουβός σε τέτοια μέσα μια σιωπή
υπερισχύοντας οι καλοί μου τρόποι.
Μα όλη σκούζει η ύπαρξή μου.
Σπάει εκείνη τη σιγή και με φωνή σα μελωδία:
"Μίλα", μου λέει, "εδώ,
μόνο όσοι αγαπούν-μονάχα αυτοί μιλούνε."
"Σ' αγαπώ."
"Λες να μην το ξέρω;"
"Κι εσύ;.."
«Τρελαίνομαι για σένα.»
"Τότε γιατί εκεί με απόφευγες…
όμως τι-κι εσύ είσαι πεθαμένη;"
"Όχι. Ολοζώντανη.  Όπως και συ."
"Εκεί… εκείνος ήτανε ο θάνατος;"
"Ναι"
"Καλά το έλεγα εγώ λοιπόν. 
Αλλ' ας τ' αφήσουμε αυτά.
Γλυκιά μου Ρωρερκάρ θέλω μαζί σου
να κάνω εκείνο που δεν ήθελες στη γη"
"Mη λες δεν ήθελα.
Δεν έπρεπε.
Μα εδώ καταργημένα όλα τα πρέπει.
Και πια μη χρησιμοποιείς ψευδώνυμο"
«Γλυκιά λοιπόν.»
"Ναι. Για σένα. Και για πάντα."
Το χέρι της εσήκωσε
κι ένα βελούδινο ροζ παραπέτασμα
μας απομόνωσε.
Τάχα από ποιον;
Μια κίνησή της άλλη βιαστική
κι ένα κρεβάτι στήθηκε μπροστά μας.
Για μια στιγμή τον πόθο η έκπληξη έδιωξε απ' τα μάτια μου.
To είδε.
Και για να μου δείξει
πως όλα γίνονταν καθώς κι οι δυο τα θέλαμε,
το χέρι μου 'πιασε,
απαλά στο κρεβάτι με οδήγησε
και πλάι μου έπεσε αλαφρά, αφού πρώτα
με μίαν άλλη όλο ανυπομονησία κίνησή της
από τα ρούχα όλα της απαλλάχτηκε.
Και κει, στο κρεβάτι πάνω,
οι δυο μας γίναμε ένα τόσο,
που για τους δυο μας ένας μόνο ανάσαινε.

Σ' έναν ύπνο έπειτα βυθίσαμε
που απ' αυτόν εκείνη μ' έβγαλε
για να με πάρει γελαστή απ' το χέρι
και να με πάει σ' ένα χώρο
απ' όπου βγήκα ολόλευκος κι εγώ
και έχοντας κι εγώ φτερά
λευκά και κείνα κι απαλά καθώς εκείνης.
"Έτσι θα είμαστε οι δυο από δω και πέρα.
Κι έρωτα όλο.
Σαν έμαθα πως έπεσες απ' τον γκρεμό
αφήνοντας κείνο το γράμμα,
δεν άντεξα και νιώθοντάς σε πεθαμένον
ήρθα εδώ αμέσως.
Μα όπως είδα, πρώτη.
Χωρίς εσένα η ζωή θα ήτανε μαρτύριο.
Σε λάτρευα καθώς και συ.
Μα οι συνθήκες εκεί πέρα...
η κοινωνία, τα παιδιά, ο φόβος της αγάπης...
δε γίνονταν ούτε να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.
Μα τώρα έλα,
πάμε στα γλυκά του έρωτα ακρογιάλια
και στις γλυκές του τις πηγές
και στης αγάπης τις γλυκές φωλιές
φτιαγμένες για όσους ένιωσαν πως έρωτας
είναι ο θάνατος ο ίδιος."
"Δε θα χωρίσουμε ποτέ!"
"Εδώ κουτούλη μου δεν έχει χωρισμό.
Εδώ είν' η αιωνιότητα
και όπως μέσα της θα μπεις
έτσι και μένεις…"

...Με σώσανε οι αχρείοι. Τώρα κείτομαι
σ' ένα κρεβάτι πάνω,
ζαλισμένος,
γεμάτος γάζες και ήμερες πληγές.
Δοκιμάζω το χέρι μου-δεν έχει δύναμη να σηκωθεί.
Λίγο πιο ύστερα
που κάπως η αδυναμία κι η ζάλη θα 'χουν φύγει
έρχομαι οριστικά Γλυκιά,
με μαχαίρι
τον άχρωμο σωλήνα κόβοντας του ορού,
έτσι που ολότελα να ξαιματώσω.




ΦΩΤΕΙΝΗ

Πεσμένη με τα ρούχα στο κρεβάτι
με μάτια μισόκλειστα
και προκλητικά γελώντας,
το νεαρό κορμί τανύζει
ανοίγοντας μακριά-
σαν αετός πετούμενος- τα χέρια
προς των αγοριών την πρωινή παρέα.

Ακόμα του ύπνου η ζάλη την βαραίνει
και σε ρόδινους ανθούς πάνω
σαν σε ονείρου
νιώθει να είναι αφημένη.
Κι απ' τη μαγεία που σκορπά
κι η ίδια μαγεύεται.

Μια χαραμάδα η ρόμπα η μικρή ανοίγει λίγο,
ίσα για να δοθεί στη φαντασία το μονοπάτι.

Η προσοχή των αγοριών πότε στραμμένη εκεί ’ναι,
πότε ψηλά, στο λαιμό
που σαν κύκνου νωχελικά  στρέφει,
λιγωμένα κινώντας το κεφάλι.

Αυτή κρυφά εντός της
τη βεβαιότητα να θεριεύει νιώθει
για την αξίαπου το κορμί της έχει.
Κι αυτό μια ικανοποίηση της δίνει
και την ευχαριστεί.

Κεραστάρι Αρκαδίας, 1953

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

INSULTING

"Μπούλη you insult the family..."
Τι ρήση απαράμιλλη
και τι γλυκούλα λέξη-
insult - που' χεις διαλέξει...

Έδωσες ένα ράπισμα
στης αγενείας το σάλπισμα
α! έχει μυαλουδάκι
αυτό το κεφαλάκι!

Αλλά, μικρή μου, οι Μπούληδες
ας είναι κι εξυπνούληδες
γραφτό είναι όσο ζούνε
συνέχεια ν' απρεπούνε.

Και ίσως ατοπήματα
και λανθασμένα βήματα
'κείνοι να κάνουν πρέπει
η φωνή σου να μας τέρπει.

Λος Άντζελες 1997
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ

Στον μικρό καναπέ με ανοιγμένα τα πόδια
μου ξαπλώνεις, κι απέ πού να έβρω τα λόγια
ν' απαντήσω σ' αυτά που οι άλλοι μου λένε-
όλα μου όταν καυτά και τα λόγια θα καίνε.

Και που να 'βρω ματιά και αλλού να κοιτάξω
καθώς όλος φωτιά κινδυνεύω ν' αρπάξω.
Τo σορτσάκι ανοι' σαν πουλί τα φτεράκια
κι έχουν κιόλας φανεί κάτι ροζ ανθουλάκια-

προπομποί ταιριαχτοί στον ανθόφυτο κάμπο
με φωνίτσα ζεστή με καλούνε για να 'μπω.
Και στη μέση του να! τη χαράδρα εικάζω
που ευτυχία κερνά σαν Αμάλθειο βάζο.

Α! Σε τι δυνατό λιώνω ο δόλιος καμίνι.
Και  νερό δεν κρατώ και η φλόγα δε σβήνει.
Όταν έρχομαι εδώ-και συχνά δα δεν είναι-
κοριτσάκι μου αγνό τα ποδάκια σου κλείνε

ώστε εγώ να κρατώ το μυαλό μου καθάριο
να μπορώ να σκεφτώ για το χάος του Αύριο.

Λος Άντζελες 1997
ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΙΑ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΩ

Κάθε βραδιά πριν κοιμηθώ
μετράω την αγάπη μου για σένα.
Σημάδι έχω βάλει έναν ανθό
στον τοίχο το δεξό κοντά στη φέννα.

Και πάντοτε έχω πιο ψηλά
το ρόδο κάθε βράδυ να μετρήσω
και τη σκεπή τώρα φιλά
και πρέπει το ταβάνι να γκρεμίσω.

Μα κι αν ποτέ το 'κανα αυτό
αμέσως ο καθείς τότε θα μάθει
πως μου 'χει η μοίρα μου γραφτό
για σε να υποφέρω μύρια πάθη.

Ας μένει η αγάπη μου κλειστή
μ' αυτήνε το δωμάτιο ας γεμίσει
κάθε γωνιά του ας ποτιστεί
μ' έρωτα. Και με πόθο ας γεμίσει.

Έτσι να πάρεις σα θαρθείς
θα έβρεις μαζεμένα χίλια δώρα.
Μόνο σα φεύγεις να θυμηθείς
κι αντίδωρο ένα να μ' αφήσεις Ντόρα.

(Ξέρω, παράταιρα ηχούν-
δε ζουν οι τελευταίοι μου οι στίχοι
είναι που ψέματα μιλούν:
ποτέ δε θα σε δουν αυτοί οι τοίχοι).

Λος Άντζελες 1997
ΆΝΟΙΞΗ ΗΡΘΕ

Άνοιξη ήρθε. Τρέχουνε οι άνθρωποι και πάλι
για να προλάβουν να χαρούν τη βιαστική τη ζάλη.
Μόνον εγώ απ' όλους τους δε βιάζομαι-δεν τρέχω.
Την Άνοιξη για πάντοτε δική μου εγώ την έχω.

Θέλω ευωδιές κι αρώματα και λουλουδάκια σπάνια;
δεν έχω μές στις λαγκαδιές να τρέχω-στα ρουμάνια:
τις ευωδιές, τα λούλουδα και τις χαρές που θέλω
στο εικοσιένα ’κοσιεφτά τα βρίσκω της Covello.

Εκεί όλα της Άνοιξης με καρτερούν τα δώρα
γιατί στο σπίτι το μικρό εκείνο μένει η Ντόρα.
Και σας χαρίζω εγώ βραγιές κι αλέες ανθισμένες
και μυγδαλίτσες φουντωτές με άνθη φορτωμένες.

Άνθη και ρόδα και χαρές κι αρώματα τ' Απρίλη
μέσα στα δυο της βρίσκονται χαρακωμένα χείλη.
Γιορτές και ποθαρώματα και λουλουδάκια πλήθος
στης Ντόρας μου φωλιάζουνε το φιλντισένιο στήθος.

Κι ούτε φοράω φερετζέ στη Ντόρα μου ή βέλο.
Ελάτε αν θελετε κι εσείς στην πάροδο Covello. 
Εκεί, δυο βήματα δεξά απ' τη λεωφόρο Variel
μια πιο αιθέρια μορφή θα βρείτε από του Ariel.

Ελάτε αν θέλετε κι εσείς-ελάτε στην Covello.
Και μη φοβάστε ότι εκεί θα βρείτε έναν Οθέλλο
γιατί όσο το Ντοράκι μου εσείς κι αν θα το δείτε
την όποια χαίρομαι Άνοιξη εσείς δε θα τη βρείτε.

Λος Άντζελες 1997
ΘΟΔΩΡΑ

Θοδώρα-Θοδώρα-Θοδώρα
από ποια πόλη έχεις έρθει κι από ποια χώρα
και μοιάζουν τα δυο σου τα χείλια
με ανθισμένη στο μπαλκόνι μου βουκαμβίλια;

Σε ποιες εποχές περασμένες
θεοί ποιοι άλλοι έχουνε πλάσει τις δυο θλιμμένες
λιμνούλες των δυο ματιών σου-
ποιοι σου χαρίσανε δαιμόνοι τη λάγνα αιδώ σου;

Για να 'ρθεις εδιάβης ποια όρη
λειμώνες τάχα ποιους επέρασες άνθινη κόρη
και μες στην ποδιά σου έχεις φέρει
των ρόδων τα μύρα και του ύψους το κρύο τ' αγέρι;

Λος Άντζελες 1997
Η ΑΥΓΗ ΔΕ ΘΕΛΕΙ

Η αυγή δε θέλει χρώματα άλλα από τα δικά της
για να μας παίρνει το μυαλό το ξεφανέρωμά της.
Δε θέλει ο χρυσοήλιος μας καμιά απ' αλλού
βοήθεια
για να σκορπά στην πλάση μας τα δώρα του τα
πλήθια.

Παράταιρα θα έβγαινε η φωνίτσα από τ' αηδονι
αν τονιζόνταν πιο πολύ δυο της μονάχα τόνοι.
Κι από το δάκρυ, όσο πικρό, που ανθρώπου μάτι χύνει
πιo όμορφο είναι το νερό που μία κρήνη δίνει.

Λίγο πιο μαύρος ο ουρανός κι ο πίνακας χαλάει
μια λέξη κακοταίριαστη το ποίημα δε μετράει
κι όσα κοχύλια ψεύτικα πουλούν στα μαγαζάκια
δε φτάνουν δυο που στις ακτές βρίσκονται
κοχυλάκια

Με τα φκιασίδια μη χαλάς την ομορφιά της φύσης
μη-της αυγής σου της θαμπής μην κρύβεις το
μαγνάδι
αφού ψηλά 'λαφροπετάς μη θες να περπατήσεις'
α! Ντόρα! Στα χειλάκια σου μη βάζεις κοκκινάδι…

Λος Άντζελες 1997
ΘΑ 'ΘΕΛΑ ΟΤΑΝ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ

Θα 'θελα όταν σπίτι σου το βράδυ αυτό θα ’ρθώ
να έβρισκα τ' αδέρφια σου, τη μάνα σου, το θειο σου
μα τ' όραμα απ' το σπίτι σου να 'λειπε το δικό σου-
όλο το δέντρο να 'βρισκα μα όχι τον ανθό.

Κι όταν πού είσαι να μου πουν καθέναν θα ρωτώ
εκείνοι σαν να ήμουνα τρελός να με κοιτάζαν
και κατανόησης ματιές και πονηρές ν' αλλάζαν
πως πάνω απ' όσο έπρεπε θα είχα πιει πιοτό.

Και ύστερα από κάμποσην αμήχανη σιωπή
πως δεν υπάρχει εκεί καμιά να μου 'λεγαν Θοδώρα,
πως πάντοτε στο σπίτι τους ήσαν όσοι είναι τώρα,
και "να!" να λέγαν μεσα τους "πού το ρακί οδηγεί".

Ούτε σταγόνα βέβαια εγώ δε θα 'χα πιει
και όταν καταλάβαινα πως λένε την αλήθεια
ένα μεθύσι χαρωπό να 'νιωθα μες στα στήθια-
τότε μονάχα να 'νιωθα γαλήνη τι θα πει.

Γιατί –α!-ένα όνειρο θα 'σουνα τότε εσύ
που είδα όταν κοιμήθηκα τη χτεσινή βραδιά
κι αν ένα όνειρο χαθεί δεν κλαίει γι αυτό η καρδιά
μόνο μεθάει μ' αληθινής-σπάνιας χαράς κρασί.

Λος Άντζελες 1997
ΒΡΟΧΗ ΜΗΝ ΤΟΣΟ ΒΙΑΖΕΣΑΙ

Βροχή μην τοσο βιάζεσαι να σμίξεις με το χώμα.
Τόσες ημέρες πρόσμενες. Λιγάκι στάσου ακόμα.
βάστα βροχούλα λίγο-ακούς; μισή μονάχα ώρα:
χωρίς αδιάβροχο έφυγε από το σπίτι η Ντόρα.

Λος Άντζελες 1997
Α! ΟΜΟΡΦΙΕΣ!..

Α! Ομορφιές και θάματα που 'χει ο απάνου κόσμος!
Του σπίνου το κελάδημα, το κύμα τ' αφρισμένο,
τη ματωμένη ανατολή, το μάτι το κλαμένο,
τ' άρωμα που στο πότισμα σκορπάει το γιόμα ο
δυόσμος...

Τα μούσμουλα, τις φράουλες, τα πρωινά τα σύκα,
το κρύο νερό, του έρωτα τα πείσματα τα πρώτα,
στην κρύα νύχτα τα ζεστά της ερωμένης χνώτα,
της γάτας το γουργούρισμα, των κοριτσιών τη
γλύκα...

Το χελιδόνι του Μαρτιού, τ’ Αυγούστου το
φεγγάρι,
του ρυακιού το μούρμουρο, του λιόντα την
περφάνια,
το θαλασσοφουρτούνιασμα, τα ήσυχα λιμάνια,
της μυγδαλίτσας τ’ άνθισμα, των κοριτσιών τη
χάρη…

Των σταφυλιών των ώριμων την τραγανή τη ρόγα
τα ρόδια, τα φραγκόσυκα, τα μυρωδάτα μήλα,
του πόθου την ανείπωτη φρίκη κι ανατριχίλα,
των κοριτσιών το ξάναμμα, των κοριτσιών τη
φλόγα...

Των ευωδάτων των δεντρών και των ανθών τα
πλήθη,
τα όρη τα ψηλόκορφα, τον καθαρό αέρα,
το πρωινό, τ’ απόβραδο, τη νύχτα, την ημέρα,
το μυστικό του έρωτα στων κοριτσιών τα στήθη...

Κι έχει και μια μικρή μικρή δεκαπενταχρονούλα
που όλα κάνει και γελούν με το χαμόγελό της.
Κι έχει και μια μικρή μικρή που με το δάχτυλό της
βάζει σε ό,τι ακουμπά της Ομορφιάς τη βούλα.

Α! Ο απάνω κόσμος μας τι ομορφάδες που έχει!
Γι αυτό οι ψυχές γαντζώνονται-δε θέλουνε να βγούνε.
Γι αυτό οι πεθαμένοι μας ζητούν να ξαναρθούνε.
Γι αυτό πεθαίνουμε-η ζωή το κάλλος δεν τ’ αντέχει.

Λος Άντζελες 1997
Α! Ωραία!..

εγώ και η ανάπνια μου
μονάχοι περπατούμε
α! ομορφιά της ομορφιάς
α! ωραία των ωραίων
πρώτα πηγαίναμε μαζί
οι δυο εμείς και μια πνοή
α! πι' όμορφη απ' τις όμορφες
πρώτα πηγαίναμε μαζί
δύο εμείς και μια ζωή
τώρα το χνώτο μου απλώ
κι αυτο πλανιέται μοναχό
α! ωραία των ωραίων
τώρα το χνώτο μου απλώ
με το δικό σου δε διπλώ
α! όμορφη των όμορφων
α! των ωραίων ωραια
όλα μου τώρα είναι νεκρά
μόνο η ανάπνια μου πικρά
πριν σβήσει στον αέρα
μιας μου στιγμής παρέα
και μόνο η ανάσα μου
α! ωραία των ωραίων
και μόνο η ανάσα μου
βγαίνοντας απ' την κάσσα μου
κι απ' τ' άψυχο μου σώμα
μου λέει πως ζω ακόμα
α! όμορφη των όμορφων!
α! των ωραίων ωραία!
Τρίπολη 2006
Ο άγιος μου  πατέρας ήταν κουμουνιστής. Εγώ έκανα το καθήκον μου-τον ξεπέρασα. Έφτιαξα την αταξική κοινωνία που ονειρεύτηκε.
Οι τραμπούκοι και οι φασίστες στην Τρίπολη του εικοστού αιώνα χτυπούσαν με ρόπαλα όσους σκέφτονταν. Γι αυτό χτύπησαν τον πατέρα μου.
Οι σημερινοί φασίστες και τραμπούκοι της Τρίπολης προόδεψαν-έγιναν «ποιητές».
Χτυπάνε κι αυτοί, όπως όλοι οι φασίστες όλου του κόσμου και όλων των εποχών, όσους σκέφτονται. Γι αυτό σήμερα χτύπησαν και μένα.
Όσες γενιές κι αν περάσουν οι τραμπούκοι και οι φασίστες της Τρίπολης θα είναι πάντοτε φασίστες και τραμπούκοι.
Είναι το κλίμα; Είναι η απομόνωση από τον άλλο κόσμο που στενεύει τα μυαλά; Είναι τα στενά δρομάκια που κόβουν τη ματιά; Είναι που έτσι αποκομμένοι οι τριπολιτσώτες βράζουν με το ζουμί τους; Είναι που έχουνε μείνει δεμένοι στην ουρά του αλόγου του Κολοκοτρώνη και ό,τι βλέπουνε και ό,τι τρώνε και μυρίζουνε, και ό,τι μόνο γνωρίζουνε είναι ιδέες διακοσίων χρόνων πριν; Είναι όλα τα πιο πάνω μαζί;
Φασισμός είναι έλλειψη φαντασίας. Οι γερμανοί και οι εγγλέζοι δεν έχουνε φαντασία, βαδίζουνε ίσια σωριάζοντας ερείπια στο πέρασμά τους και γίνονται τουλάχιστον κοσμοκράτορες. Οι τροπολιτσώτες βαδίζουνε ίσια και μην έχοντας χώρο ν΄απλωθούνε ποδοπατούνε ο ένας τον άλλονε.


Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΓΟΝΩΝ
(Όταν ο Έβερτ ζήτησε να πληρώνουν οι διαδηλωτές τα δακρυγόνα που χαλάει η αστυνομία για να τους διαλύσει(!)

Θέλουν να τους πληρώνετε τα δακρυγόνα!
Γιατί όχι; Ένας νεκρός τους για καθένα!

Έξω λοιπόν σας θεωρούνε τόσο από την κοινωνία.
Και τάχατες δεν είστε σεις που κιόλας έχετε πληρώσει –
με την απλήρωτη δουλειά,
με το αίμα,
με τους αγώνες σας-
όλα εκείνα τα φριχτά εργαλεία
που ενάντια στο λαό εκείνοι στρέφουν...

Από πλανήτη φαίνεται άλλον σας νομίζουν.
(ίσως γιατί σας άρεσε μέσα να ζείτε
σε πολιτεία μια που η βία κυβερνάει...)

Εχθρούς τους μ΄ άλλα λόγια
κι επίσημα έτσι σας βαφτίζουνε.

Μα μη όποιος φίλος είναι της ειρήνης
της λευτεριάς και της δικαιοσύνης,
εχθρός του βδελυρού δεν είναι κράτους τους;

Πληρώστε τους λοιπόν τα δακρυγόνα-τιμή:
ένας νεκρός τους κάθε δακρυγόνο
κι ένα καμένο υπουργείο κάθε σας δάκρυ!

                               ---

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΑΔΙΑΚΟΠΟ

Όταν εβγήκε με τα ψώνια
(πυκνά τα ολόξανθα
μαλλιά της)
έβαλε κάτω τη σακούλα
(άσπρα τα πόδια τα κομψά της)

και γύρισε και με φωνάζει
(απαλοχάϊδευτη η φωνή της):
"έλα να δεις κάτι αστείο..."
(τα μπλε τα μάτια της μαγνήτης).

Πήγα. Κι ανοίγει τη σακούλα
(σαν να την άνοιξε πνοούλα);
"Κοίτα", μου λέει, "μια πεταλούδα"
(μ' άλλο αυτό ήτανε που 'δα).

Και αστειεύτηκε-μου λέει:
"Πάλι καλά, δε με χρεώσαν…" 
Σηκώθη. Έφυγε. Γι αυτήνε
φεύγοντας όλα ετελειώσαν.

Για μένα ούτε είχε αρχίσει
ούτε και κάτι είχε τελειώσει 
αδιάκοπο είναι το μεθύσι
ώσπου στο τέλος με σκοτώσει.
KASSRA

Αγκαλιασμένοι οι δυο μας-τι ενώνει
τα δυο κορμιά-ποια φλόγα τα πυρώνει
λιώνοντας τ' άλλως άλιωτα τα χιόνια
που την ψυχή θα πάγωναν αιώνια;

Τι άντριωμα να παίρνουν έτσι αντάμα
και τ' άπαυτο αλλιώς παύουνε κλάμα
ποιες δύναμες, χαμένες μοναχές τους
ξαναγεννάν, δεμένες, τις ορμές τους;

Στοιχειά ποια χωρισμένα μες στην Πλάση
έχουν σ’ αυτό το αγκάλιασμα μονιάσει;
Λεπίδα με μανία ποια καρφώθη'
στου Πόνου το κορμί κι αυτό ξαπλώθη;

Ποιοι κόσμοι ευτυχισμένοι να γεννιούνται
στα στήθη δυο ανθρώπων που αγαπιούνται-
ποια θεία να 'ναι κλέη ταιριασμένα
στα δύο μας κορμιά τ' αγκαλιασμένα…
ΤΑ ΒΑΡΕΤΑ

Δε θέλω τις μισόγυμνες γυναίκες του Ιουλίου
που ξεσκεπες ασύδοτα στους δρόμους τριγυρνοΰν
μοιάζουν ατίθασσα άλογα ενός ίπποφορβείου-
άγρια πουλαρόπουλα που άπρεπα προκαλούν.

Μου αρεσουν oι σε ολόζεσχα ρούχα χειμώνα κρύου
μυστηριακές κι ολόθερμες γυναίκες τυλιγμένες
που λες σ' ονείρου ζουν θωριά κρυφόπλεχτου και θείου,
από το κάθε αντρικό βλέμμα καλοκρυμμένες.

Που σε φορέματα ζεστά τυλίγουν το κορμί τους
κι ανείπωτα θα το χαρείς όταν μαζί τους πας
στου δωματίου σου τη ζεστή φωληά κι εκεί μαζί τους
εδώ κι εκεί τα βαρετά πια ρούχα τους πετάς.
   ΒΑΡΥΣ

Γυναίκες ποταμός. Κι εγώ στην όχθη
να μην μπορώ ούτε νυχι να ογράνω.
Οι χάρες του μακραίνουν σαν τις φτάνω.
Βαρύς εντός μου ο πόθος εμαζώχτη.

Τ’ αυτιά μου ηδονικοί τρυπούνε μόχθοι
που αντηχάει το ρέμα τ’ αφροπλάνο.
Και μ’ αμποδά’ η λαχτάρα ν’ ανασάνω
οι ερωτογόνοι ως με τυλίγουν ρόχθοι.

Άθλιος... με ρήμαξε αυτό το ρέμα.
Νεκρές οι ελπίδες μου κείτονται χάμου.
...Πάλι... μπορεί-κι ας μουγκανίζει το αίμα
που χάνει τη γιορτή-μπορεί η σειρά μου
γι άλλην, τρανή γιορτή να με φυλάει:
ποιος ξέρει αυτό το ρέμα πού τραβάει...
ΤΟ ΜΑΡΆΚΙ ΜΟΥ

Το βλέμμα μου στο στήθος του
σα θα γυρίσω
το λάγνο μάτι σβήνει του
το κορακίσο.

Αν κάτι στο αυτάκι του
θα ψιθυρίσω
το αίμα του σπέρμα γί-
νεται ταυρίσ’ο.

Κι όταν στο πόδι μου
το χέρι βάλει
το κιλοτάκι του
αμέσως βγάλει

και με ολόφλογο
τώρα το μάτι
βραχνά ψελλίζει: «πά-
με στο κρεβάτι!»
ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ

Πώς δεν πετάς έτσι αιθέρια που είσαι;
Ακίνητη πώς μένεις κι ως οι άλλες
Κι εσύ δεν ταξιδεύεις ηλιαχτίδες;
Πώς, καθιστή εσύ, εμέ ανεβάζεις
Σε ουρανών αγνώστων μου τα ύψη;
Τι μεταμόρφωση κι αυτή του Ήλιου!
Τι ενανθρώπιση κι αυτή του Θείου!
Πώς έτσι με κοιτάζεις σαν ευδία
Και σαν ελπίδα μέσα στο Χαμό;

Με τι το πρόσωπο να παρομοιάσω;
Με τι τα μάτια μοιάζουνε να πω;
Το στόμα, που του ροζ είναι ο αθέρας;
Τις ροδοπόρφυρες, με τι.παρειές;

Ω! Που με τίποτα στη γη δε μοιάζεις!
Ω! Με τη διάφανη μορφή Γυναίκα!
Ω! Πλάσμα όπου μετέωρον αφήνεις
Τον άτυχον όπου ήθελε σε δει!
Ω! Νοημάτων συ μεστών Ιδέα!
Ω! Βεατρίκη! Απαντοχή ενός Δάντη-
Τι, πες μου, από μένα εσύ ζητάς;

Γραμμές ποιες σύσμιξαν και περιγράψαν
Σύνολο τέτιο μες στο φως πνιγμένο;
Σκιάσεις ποιες το βάθος έχουν δώσει
Στου ονείρου το κορμί που βλέπω εμπρός μου;
Σοφό ένα βλέμμα ποιος έχει έτσι πλάσει
Που μέσα του το Άπειρο να κλει;

Με κίνδυνο για πάντα να τον χάσω
Το νου μου βάζω τώρα κατά μέρος
Και την ψυχή καλώ για να σε νιώσει
Και τη λαχτάρα την ποιητική.
Μα δες-αδύναμες κι οι δυο μού είναι
Να σε αδράξουνε και να σε πουν...
Ω! Ποιητή μου! κάτι πιο μεγάλο,
Μια Φαντασία απ’ τη δική σου άλλη,
Έχει ανάλγητα δουλέψει εκεί!

Μα κι αν τους μέλει έτσι όλα θα μείνουν
Κι αν μεις οι δυο δε σμίξουμε ποτέ,
Τόσο όμως δέσιμο και τόσο ταίρι
Δικό σου με δικό μου απά’  στη γη,
Όχι, δε γίνεται-θα ιερουργήσει
Σε Τόπους άλλους-σ’ άλλες Εποχές.
Κάπου, σε κάποιο άλλο ίσως Σύμπαν,
Σε άλλου ενός τα πλάτη ουρανού,
Εκεί του Έρωτα για μάς  θ’ ανάψει
την πιο μεγάλη που κρατεί φωτιά
Κι άσβυστη από τότε αυτή θα μείνει
Όσο υπάρχει κάτι να καεί.

Ίσως να είσαι τότε συ μια Δύση
Μενεξελιά και φούξια κι αργυρή
Κι εγώ στην αγκαλιά σου συννεφάκι
Ροδόχρωμο απ’ την πύρα την πολλή.
Ίσως λουλούδι να ’σαι μυρωμένο
Κι η μέλισσά η μόνη να ειμ’ εγώ
Κι όλο το νέκταρ σου το φλογισμένο
Με όλο μου το είναι να τρυγώ.
Κι αν άστρο γίνεις μες σ’ ουράνια χάη
Το δίπλα σου ίσως άστρο να ’μια εγώ
Και αν  βουνού γινείς εσύ κορφούλα
Χιόνι να σε σκεπάζω εγώ λευκό.
Κι αν στόμα,το γλυκό φιλί σου να ’μαι.
Κι αν χρυσορόδι, ο μπρούσκος σου χυμός.

Κάτι απ’ όλα-ή ίσως κι όλα-τότε
Εσύ θα είσαι μοναχά κι εγώ.
Εμείς η Πλάση, εμείς αστέρια κι ήλιος
Εμείς κι ο Έρως ο μοναδικός.
Και πάντοτε θα μένουμε ενωμένοι
Σα δυο παιδιά όπου στα σκοτεινά
Φοβούνται, κι αγκαλιάζονται σφιχτούλια.
Και να! το φόβο ούτε πια θυμούνται. 
Κι η τωρινή χαρά θα μοιάζει λύπη
μπρος στη μεγάλη εκείνη τη Χαρά.

Γυναίκα ζάχαρη,γυναίκα μέλι,
Γυναίκα μαρμελάδα εσύ γλυκειά,,
Ποιο να σε χαίρεται άραγε στόμα,
Τραπέζι ποιο λαμπρύνεις πρωινό,
Να πάω χαρτοπετσέτα του να γίνω
Που χείλη πάνω της θα σκουπιστούν…

Γλυκειά γυναίκα, Χάρης πεμπτουσία,
Γλυκειά γυναίκα στο λιοπύρι σκια,
Γλυκειά γυναίκα ονειρομαγεία,
Γλυκειά γυναίκα Ίμερου τροφή,
Πήγαινε κρύψου σε ανήλιον πύργο
Πήγαινε μείνε σ’ έρημου μονιά.
Ώστε κανένας πια να μη σε βλέπει
Και κανενός το νου να μην πλανάς
Και κανενός ζωή να μην παιδεύεις
Και πια κανένανε να μην πονάς.
Έτσι ίσως εξιλέωση να έβρεις
Για όποια μου έχεις φέρει δυστυχιά.
...Μα πάλι, όσοι άλλοι κι αν σωθούνε,
ποια τάχα θα εβρισκόνταν ζυγαριά
που μ’ έναν ποιητή να τους μετρήσει-
αχ! ποιητή ενού η δυστυχία,
σκοτώνει όλης της Πλάσης τη χαρά!

         -----
Στο φίλο μου το Γιάννη-το αλβανάκι του Βιβαριού

   ΕΜΕΙΣ ΟΙ «ΞΕΝΟΙ»...

Γιάννη μου, ξέρεις τάχατες
γιατί σε αγαπάω
κι αν μία μέρα δε σε δω
άκεφος τριγυρνάω;

Είναι γιατί όπως είσαι συ
σ’ αυτό το μέρος «ξένος»,
έτσι κι εγώ είμαι απ’ αλλού-
από πιο μακριά φερμένος

Και αν εσύ ’σαι Αλβανός,
εγώ όχι από χώρα
αλλά απ’ αστέρι μακρινό
εδώ έχω έρθει τώρα.

Κι εδώ-το βλέπεις-όλοι τους
το ’χουνε καταλάβει
κι όλοι με αποφεύγουνε
σαν το νερό το λάδι.

Και ως ποτέ μου δε ζητώ
ούτε ό,τι μου ανήκει,
της μοναξιάς της πρόσκαιρης
θα είναι όλη η νίκη.

Γι αυτό και, Γιάννη, σ’ αγαπώ-
γιατί εμάς των δυο μας
όλ’ οι άλλοι απεχθάνονται
το χνώτο το δικό μας,

που και την καλημέρα τους
με ζόρι θα την πούνε
και σα μας βλέπουν θα γυρνούν
ή θα λοξοδρομούνε.

Λες Γιάννη πως το χώμα αυτό
το ’φτιαξε ο θεός για κείνους
κι όχι για όλους-μελαψούς,
μαύρους, λευκούς, κιτρίνους...

Ως και στο μώλο μόνοι μας
μιλούμε όλη την ώρα.
Οι άλλοι κι οι άλλες μακριά
λες μην κολλήσουν ψώρα.

Είμαστε «ξένοι» Γιάννη μου.
Για σκέψου... εμείς... ξένοι...
εμείς που μ’ όλα νιώθουμε
δικοί κι αδερφωμένοι...

Και τα κορίτσια πρόσεξες
πόσο μακριά μας μένουν;
Ούτ’ ένα «γεια σου» δε μας λεν-
κάνουν πως δε μας βλέπουν...

Μα δεν πειράζει φίλε μου.
Την παιδική ψυχή μας
εκείνα δεν την έχουνε.
Κι αυτή ’ναι η τιμή μας.

Και θα ’ναι το εισιτήριο
αυτό, για μας, να μπούμε
στα αιθέρια και στα ιδανικά
που εκείνα δεν μπορούνε.

Την «ομορφιά» τους τη φθαρτή
λοιπόν καλά ας κρατήσουν-
μιας κι έτσι λίγο που κρατεί
θα σβήσει πρι’ να σβήσουν.

Μα εμείς την αιωνία μας
αγνή ψυχή κρατούμε.
Αυτή ολόλευκη θα ζει
κι όταν αυτά χαθούνε.

Και με αυτήν παρέα μας
θα γέψουμε μεις Γιάννη
χαράς κι αγάπες κι ηδονές
που ανθρώπου νους δε φτάνει.
           ΓΙΑΝΝΗ, ΒΟΗΘΕΙΑ!

(Στο οχτάχρονο αγαπητό απ’ όλους αλβανάκι, που έκανε δουλειές, βόλτες και θελήματα πάνω σ’ ένα ποδήλατο-στη μασκώτ του Βιβαριού, που περηφανευόταν για τις «γκόμενες» που είχε «κατακτήσει»)

Ρε Γιάννη τόσες γκόμενες για πες μου πού τις βρήκες-
που τους αρέσουν μάλιστα οι όσες τους κάνεις γλύκες;
Και πού τις πας και κάνετε τα όργιά σας κάθε μέρα
που για τις τσάρκες σας κανείς δεν ξέρει εδώ πέρα;

Κι αν φίλος σου δεν ήμουνα όλα να μου τα πεις
αυτά δε θα τα μάθαινε Βιβαριανός κανείς.
Μα μου τα ξέρασες προχτές που μπόσικο σε βρήκα
και σ’ όλες των ερώτων σου τις λεπτομέρειες μπήκα.

Κι αφού ονόματα να πω δε θέλεις, δεν τα λέω.
Μα ότι γκόμενες πολλές έχεις, δεν ειναι νέο.
Όλοι το ξέρουνε καλά ότι στ’ ωραίο Βιβάρι
δε σου ξεφεύγει θηλυκό. Κι ο διάολος να με πάρει,

αν έχω μάτι κλείσει εδώ, για τόσους μήνες τώρα
να σκέφτωμαι με τι άραγε τις καταφέρνεις δώρα.
Πες μου ρε Γιάννη τι τους λες και δούλες σου τις κάνεις;
Και πώς το ψήσιμο αρχινάς; Και πώς το αποκάμεις;

Φαίνεται το ποδήλατο τα θηλυκά τραβάει
και πάνω ανεβαίνουνε κι αυτό όπου πας τις πάει.
Γι αυτό εξαφανίζεσαι συνέχεια από την πιάτσα;
Πας κάπου και στα γρήγορα βολεύεις τη ραγγάτσα;

Κι «όχι» καμμιά πώς δε σού λέει ρε Γιάννη από τις τόσες,
όχι πουλάδες μοναχά, ου μην αλλά και κλώσσες;
Φίλος σου είμαι Γιάννη μου. Πες μου το μυστικό σου
Και-κάτι που δε γίνεται-θα γίνω πιο δικός σου.

Και μη μου πεις τα νιάτα σου κι η ομορφιά που έχεις
πως κάνουνε τις γκόμενες να τρέχουν όπου τρέχεις,
γιατί αυτά τα ’χα κι εγώ μα ούτε μύγα μου ’ρθε-
μόνο έτρωγα χυλόπιττες πάντοτε κι απ’ ολούθε.

Ή μη μου πεις πως άλλαξε τώρα η κοινωνία.
Άλλοι και τότε είχανε-μόνο εγώ καμμία.
Πες μου ρε Γιάννη φίλε μου ώστε προτού πεθάνω
να μάθω-μη και κάτου εκεί ρωτάω και δε φτάνω...

Λοιπόν κανόνισε αύριο,στου αη-Λια το πανηγύρι
προτού τελειώσουν του χορού οι φτερωμένοι γύροι
να μου ειπείς τα κόλπα σου τ’ ακαταμάχητά σου
για να ’μαι και...γκομενικώς πλέον εγώ κοντά σου.

Και θα σου πω και τ’ όνομα εκείνης που γουστάρω
για να μου πεις τα ειδικά τα μέτρα που θα πάρω-
έτσι που αυτή στα σίγουρα και μένα ν’ αγαπήσει
(μιας κι οπωσδήποτε κι εσύ την έχεις... κανονίσει).

Να μάθω τι να της ειπώ, και πώς να τη γελάσω
που να μη μείνω πάλι εγώ, ο φίλος σου!, στον άσσο...
Κι όταν τη ρίξω τότε πια, γεμάτος μ’ ευτυχία
θα δίνω και στους γύρω μου λίγα απ’ αυτήν ψυχία.

                Βιβάρι,16-7-07
                               ΜΕΓΑΛΟ

Τα  Χριστούγεννα δεν αντέχονται χωρίς αγάπη.
Πάει να πει με δίχως φαντασία.
Το ίδιο όπως κι η ζωή.

Γι αυτό
κάτι άλλο μεγάλο ζητάς.
Και στρέφεις τα μάτια σου
στου δωματίου τον τοίχο.
Σηκώνεσαι,
τον πλησιάζεις
και με διάπλατα ανοιχτά τα χέρια
τις παλάμες σου επάνω του κολλάς.
Θα γίνω άραγε...

Θα γίνω άραγε ποτέ τόσο μεγάλος
που να πάψω να ονειρεύωμαι;

Θα ΄ρθει καιρός που τ΄άλογα
θα ΄χουνε χάσει τα φτερά και θα πατούνε
γερά στη γη;

Που τα ρυάκια δε θα μουρμουρίζουνε τραγούδια
τρυφερά κι ανείπωτα στιο κύλισμά τουςκ
κι αμίλητα και άχρωμα θα τρέχουν τα νερά;

Που τα χωράφια θα ΄ναι χρήσιμα
για να μας τρέφουν μόνο
και τ΄αγριολούλουδα εντός τους περιττά;

Κι άραγε θα ΄ρθει ο καιρός τα δυο σου χείλη
να ΄ναι δυο χείλη μόνο,και τα δυο
εξαισια σου τα μάτια
δυο μάτια να ΄ναι μόνο
γαλανά;
ΈΝΑ «ΓΕΙΑ ΣΟΥ»...

Και τι να σου ‘λεγα για μένα
που δε γνωρίζεις;
Όλα στα μάτια μου ειν’ γραμμένα
που συ ορίζεις.

Με τι άλλο ν’ άγγιζα τ’ αυτιά σου;
Όλα τ’ ακούνε-
μες σ΄ ένα ολόπικρό μου «γειά σου»
όλα μου ηχούνε.

Μονάχα να σου ψιθυρίσω
λόγια έχω χίλια
στ’ αυτί σου όταν θ’ ακραγγίσω
τα δυο μου χείλια.

Αυτό! Ποτάμια όχι μεγάλα
που όλα πνίγουν
μα νερο-άχνες, που στάλα στάλα
τρύπες ανοίγουν!

Τρίπολη 15-6-05-το καφενεδάκι στο Συνοικισμό.

Εγώ: "Αύριο πάω Πάτρα! Τι θέλετε από κει;"
Άννα: "Λουκούμια!..Αστειεύομαι βέβαια..." (δεν αστειευόταν)
16-6-05. Παίρνω μερικά λουκούμια από Πάτρα να τα φάμε όλοι μαζί.
17-6-05. Να μη γράψω κι ένα συνοδό ποιηματάκι που να μιλάει για την ομορφιά της Άννας, να της το δώσω μαζί με τα λουκούμια; Να γράψω.


ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΙΑ
(για την Άννα, αν και της παραπήγαινε.
Μα ήτανε ανάγκη να νιώσω ζωντανός)

Ξέρω-θα με ρωτήσεις γιατί πήγα
και λουκουμάκια σου 'χω φέρει λίγα.
Γι αυτό και την απάντηση γραμμένη
την έχω από τα πριν ετοιμασμένη.

Καθώς παραξενιές έχουμε όλοι
σ' όποια κι αν ζούμε της πατρίδας πόλη
έτσι κι εγώ για γούστο και καπέλο
να τι παράξενα είχα πάντα "θέλω":

Στη ζήση αυτή μου ήθελα την άχαρη
να δω τη ζάχαρη να τρώει ζάχαρη.
Να δω τη γλύκα γλύκα να δαγκώνει
κι η μία από την άλληνε να λιώνει.

Nα δω ήθελα κλεισμένο ένα λουκούμι
σ' ένα γλυκύτερο απ' αυτό λαγούμι
και προσωπάκι ένα ευτυχισμένο
σαν από έρωτα λες λιγωμένο.

Να δω την ομορφιά που μας μαγεύει
να μη μιλάει αλλά να μας νεύει
καθώς τα δυο χειλάκια τα γραμμένα
θα 'ναι με ζάχαρη πασπαλισμένα.

Και τέλος γιατί θέλω στη γυναίκα
που σ' ομορφιά και χάρη παίρνει δέκα
κάτι κι εγώ να δώσω που ως τα τώρα
μονάχα κλέβω απ' αυτήνε δώρα.
     ΕΞΩ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ
Τρώγαμε στο «Ελίτ».
Η Άννα κλαμπ σάντουιτς επήρε.

Ξάφνω μπροστά μας
Όμως χωρίς να πλησιάσει το τραπέζι μας 
εστάθηκε ένας μαύρος
αδύνατος, κοντός, αξύριστος, ρακένδυτος, λερός,
μ’ ένα παιδάκι ίδιο μ’ αυτόν
παρακαλώντας.

Ο ευγενικός ο σερβιτόρος με την πεντακάθαρη στολή
τον είδε και πλησίαζε για να τον διώξει.
Είδε μια κίνηση όμως απ’ την Άννα
και στάθηκε πίσω από τους ζητιάνους  περιμένοντας.

Η Άννα πήρε το ένα τέταρτο απ΄ το κλαμπ της
και μ’ ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο
και με μια κίνηση στοργής
στο μικρό το πρόσφερε παιδάκι.

Αυτό το πήρε
κι έφυγαν αμίλητα οι δυο τους.

Ο σερβιτόρος γύρισε στο πόστο του.

        ΣΤΟ (ΑΓΝΏΣΤΟΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΟΣ)
        ΚΟΡΊΤΣΙ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΚΤΙΡΙΟ  
            
       Δε θα μιλήσω για το τέλειο σώμα
       που από Φειδία σμίλη εβγήκε λες,
       γιατί ντροπής θα παίρναν τότε χρώμα
       του αβρού κι αγνού προσώπου του οι γραμμές.

       Μον’ θα μιλήσω για την καλωσύνη
       που,ως μύρο τ’ άνθος,γύρω του σκορπά,
       και για την θεία ευγένεια που αναδίνει    
       όταν μιλά, ή όταν, σεμνό, σιωπά.

       Και ούτε το θεσπέσιο θα εξυμνήσω
       το χαμογέλιο του το ιδανικό-
       γιατί ό,τι πω γι αυτό θα το αδικήσω:
       μεγάλοι ποιητές χρειάζοντ’ εδώ.

       Όταν, στης Επανάληψης τη ζάλη,
       στη γη πάλι ο Πετράρχης ξαναρθεί
       τέτιο χαμόγελο αυτός ας ψάλλει-
       αυτός, αν το μπορέσει, ας το ειπεί.

       Όσο για με, όταν ανθεί μπροστά μου,      
       τη μοίρα την πικρή μου ευχαριστώ,
       που ενώ την καθεμιά πήρε χαρά μου
       το θάμα φέρνει εμπρός μου τώρα αυτό.

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΚΛΙΝΤΟΝ ΛΟΥΙΝΣΚΥ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΙΚΑ ΛΟΥΙΝΣΚΥ

Όταν η Μόνικα ήρθε στην Καλιφόρνια για να δει τον πατέρα της, τα «ΛΟΓΙΑ» δε χάσανε την ευκαιρία να της πάρουν συνέντευξη.
Υποβλήθηκα σε έξοδα και ταλαιπωρία, όμως για την ενημέρωση των αναγνωστών του ένα μεγάλο περιοδικό δεν τα λογαριάζει αυτά. Αναφέρομαι στη μετατροπή που έκανα στο σχήμα του γραφείου μου. Έβαλα εργάτες να του φάνε τις γωνίες και να το στενέψουν λιγάκι έτσι ώστε να πάρει το σχήμα του αυγού. Γιατί η Μόνικα μου δήλωσε πως μονό σε ωοειδές γραφείο θα έμπαινε. Και αυτή ήτανε ευτυχώς η μόνη αν και η ανυποχώρητη αξίωσή της.

Και να η συνέντευξη:

ΛΟΓΙΑ (Λ)
Δεσποινίς Λουίνσκυ καλημέρα σας.

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ  ΛΟΥΙΝΣΚΥ (ΔΛ)
Καλή σας  μέρα.
Λ
Πρώτα θέλω να σας    ευχαριστήσω που  δεχτήκατε  να μιλήσετε  στα «ΛΟ ΓΙΑ».
ΔΛ
Είναι  που  μ’ αρέσουνε  τα λόγια. Όπως  το φαγητό, το  βουρτσάκι  που καθαρίζω  τα δόντια μου, γενικά ότι  μου γεμίζει   το  στόμα.
Λ
Σας καταλαβαίνω.
 ΔΛ
Ευχαριστώ.
Λ
Μπορείτε να μου πείτε ποιες ακριβώς ήταν οι σχέσεις σας με τον
Πρόεδρο Κλίντον;
 ΜΛ
Δεν είχαν τίποτα το επιλήψιμο.
Λ
Συγνώμη, σας είναι δυνατό να μιλάτε δυνατότερα και λίγο πιο καθαρά;
ΔΛ
(δυνατότερα) Είναι καλύτερα έτσι;
Λ
Ναι, ευχαριστώ. Μπορείτε να επαναλάβετε την τελευταία πρόταση σας παρακαλώ; Δεν την καλοάκουσα.
ΔΛ
Είπα, είναι καλύτερα έτσι;
Λ
Όχι αυτή, την προηγούμενη.
ΔΛ
Είπα πως η σχέση μου με τον Πρόεδρο δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο.
Λ
Ω! Επιλήψιμο!
ΔΛ
Μάλιστα.
Λ
Δηλαδή άδικα σας κατηγορούν;
ΔΛ
Βεβαίως.
Λ.
Περί   τίνος  ακριβώς  πρόκειται ; Τι   είναι   που  παρεξήγησαν  οι  αμερικανοί;
ΔΛ
Τι να σας πω... Κι εγώ καλά καλά δεν ξέρω… Εγώ είχα πιάσει δεκαοχτώ φίλους όταν πήγα στο Λευκό Οίκο… Όχι, συγνώμη, δεκαεφτά, ο ένας δε με είχε διαπεράσει. Έτσι το λέμε ευγενικά στην Αμερική… Δεκαεφτά. Ήτανε κάπως λίγοι και ο μεγάλος πόθος μου ήτανε να μεγαλώσω τον αριθμό όσο μπορώ πιο γρήγορα και να τον κάνω όσο μπορώ πιο μεγάλο. Γιατί καταλαβαίνετε, δεν ήθελα να με κοροϊδεύουν οι φιλενάδες μου. Τέλος πάντων, είχα αυτό το όνειρο κι εγώ όπως κάθε κοπέλα της ηλικίας μου. Και ζήταγα δουλειά, γιατί έτσι είναι ευκολότερο. Και ζητώντας ζητώντας, πήγα και βρήκα ένα φίλο ενός φίλου του κυρίου Προέδρου μας. Αυτός αφού με πέρασε, με σύστησε στο φίλο του Προέδρου Βέρνον Τζόρνταν. Αυτός με πέρασε και με σύστησε στον Πρόεδρο. Με πέρασε κι αυτός…
Λ
Σας πέρασε ο Πρόεδρος Κλίντον;
ΔΛ
Και βέβαια. Πώς αλλιώς θα δούλευα στο Λευκό οίκο αν δε με είχε περάσει;
Λ
Μα εσείς είπατε προηγουμένως ότι αυτά που λέγονται για τις σχέσεις σας με τον Πρόεδρο Κλίντον είναι όλα ψέματα.
ΔΛ
Και βέβαια είναι ψέματα. Το ξαναλέω.
Λ
Μα τώρα μόλις είπατε ότι ο Πρόεδρος σας πέρασε.
ΔΛ
Ναι. Με πέρασε.  Μέσα στο γραφείο του. Και ο κύριος Τζόρνταν με πέρασε. Μέσα στο γραφείο του κι αυτός. Και ο φίλος του φίλου του κυρίου Προέδρου.
Λ
Δεν καταλαβαίνω.
ΔΛ
Και τι δεν καταλαβαίνετε;
Λ
Πρώτα λέτε ότι δεν είχατε σχέσεις με τον Πρόεδρο και ύστερα λέτε ότι ο Πρόεδρος σας πέρασε.
ΔΛ
Ω! Τώρα κατάλαβα. Παρεξηγήσατε-είδατε πώς δημιουργούνται οι παρεξηγήσεις;  Ο κύριος Τζόρνταν με πέρασε στο γραφείο του και συζητήσαμε για να μου βρει δουλειά. Όπως και ο άλλος κύριος με πέρασε  στο γραφείο του. Πού θα συζητούσαμε, στο διάδρομο;
Λ
Τώρα κατάλαβα. Στο γραφείο τους σας πέρασαν για να συζητήσετε..  Και ο κύριος Πρόεδρος σας πέρασε στο γραφείο του!
ΔΛ
Όχι. Αυτός με πέρασε στα αρχεία του.
Λ
Σας παρακαλώ δεσποινίς Λουίνσκυ, είναι δυνατόν να μιλάτε λίγο πιο καθαρά;
ΌΛ
Μάλιστα. Όπως θέλετε. Εγώ σε ότι μου ζητάνε δύσκολα λέω όχι. Είναι κάτι που δεν ακούσατε;
Λ
Ναι. Πού σας πέρασε είπατε ο κύριος Πρόεδρος;
ΌΛ
Στα αρχεία του. Δηλαδή στα αρχεία του Λευκού Οίκου.
Λ
 Ω!
ΌΛ
Καταλαβαίνετε, δημόσια υπηρεσία είναι, δεν μπορούσα να μπαίνω εκεί χωρίς να είναι όλα εν απολύτω τάξει. Ο Πρόεδρος τα προσέχει πολύ αυτά, δε θέλει να δημιουργούνται σχόλια…
Λ
Συνεχίστε παρακαλώ.
ΔΛ
Με πέρασε λοιπόν, καθίσαμε στις πολυθρόνες και αρχίσαμε να μιλάμε. Μου λέει τι δουλειά θέλεις; Του λέω γραμματέας, μου αρέσουν τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα. Μου λέει προτιμάς να δουλεύεις στα επάνω συρτάρια ή στα κάτω; Του λέω στα κάτω. Γιατί, καταλαβαίνετε, θέλω να βλέπω τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα καθώς εισέρχονται και εξέρχονται για να έχω πλήρη ενημέρωση. Αν δεν τα βλέπω πώς θα τα ενεργώ; Ενώ στα πάνω συρτάρια αυτό είναι δύσκολο. Σου κόβεται ο λαιμός.  Μου λέει λοιπόν ο κύριος Πρόεδρος, και μένα μου αρέσουνε τα κάτω συρτάρια. Παραξενεύτηκα. Του λέω, υπήρξατε κι εσείς γραμματέας; όχι μου λέει,  αλλά βλέποντας τόσες γραμματείς τόσα χρονια, έχω κατασταλάξει σε μια γνώμη.  Ξαναπαραξενεύτηκα. Μετά μου λέει θα σε βολέψω, αλλά θέλω να είσαι κι εσύ καλή μαζί μου. Του λέω θα βάλω τα δυνατά μου. Και σηκώθηκα να φύγω. Και δε θα είχε δημιουργηθεί καμιά ιστορία, αλλά όταν έφτασα στην πόρτα, ο κύριος Πρόεδρος άρχισε να απαγγέλει από πίσω μου στίχους:
«Το στόμα ανάβει τη φωτιά,
το στόμα τήνε σβήνει,
κι αποκαΐδια ο λαιμός
και στάχτες καταπίνει.»
Μόλις το άκουσα, έμεινα.
Λ
Τι εννοείτε;
ΔΛ
Έμεινα. Δεν έφυγα. Τόσο πολύ μου άρεσαν αυτοί οι στίχοι. Είναι οι πιο αγαπημένοι μου στίχοι από το πιο αγαπημένο μου ποίημα του πιο αγαπημένου μου ποιητή.
 Λ
Ποιου ποιητή;
ΔΛ
Του Λονγκ Φέλλοου. Αγγλος.
Λ
Ω!
ΔΛ
Ναι. ΄Εμεινα λοιπόν. Ανακαλύψαμε έτσι την πρώτη εκείνη ημέρα πως ο Πρόεδρος κι εγώ είχαμε κοινή την αγάπη μας για την ποίηση. Αυτό τα δημιούργησε όλα. Γιατί συζητώντας για ποίηση, καθόμασταν με τις ώρες στο γραφείο του.
Λ
Μάλιστα. Λοιπόν;
ΔΛ
Λοιπόν, μιας και καθόμασταν τόσες ώρες μαζί, πεινάγαμε. Κι αφού πεινάγαμε, τσιμπάγαμε κάτι κιόλας.
Λ
Πήρατε δηλαδή τη δουλειά.
ΔΛ
Την πήρα και τη δουλειά και όλα.
Λ
Με συγχωρείτε αν καμιά φορά σας διακόπτω, αλλά το κοινό του "ΛΟΓΙΑ" είναι ευαίσθητο σε ό,τι μπορεί να υποδηλώνει έστω και υπόνοια για ύπαρξη σεξουαλικών σχέσεων ανάμεσα σε σας και στον Πρόεδρο. Ύστερα είναι μια καλή ευκαιρία αυτή σας η συνέντευξη σε μας, σε ένα μεγάλο περιοδικό με παγκόσμια κυκλοφορία, να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας και να βουλώσετε τα στόματα.
ΔΛ
(γέλιο)
Όπως μου βούλωνε εμένα το στόμα ο κύριος Πρόεδρος.
Λ
Τι εννοείτε δεσποινίς Λουίνσκυ;
ΔΛ
Τρώγαμε σας είπα. Ε, ο Τζίμης ξέρετε πόσο περιποιητικός είναι…
Λ
Ο Τζίμης!;
ΔΛ
Εννοώ ο κύριος Πρόεδρος. Ξέρετε, ποτέ δεν ήθελε να τον λέω κύριε Πρόεδρε. Μετά, είσαστε μορφωμένος άνθρωπος και …
Λ
Ευχαριστώ.
ΔΛ
Παρακαλώ. Και ξέρετε πως  το φαγητό φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Τέλος πάντων, όλο περιποίηση ήτανε ο Τζίμης-ο κύριος Πρόεδρος. Φάει και φάει το πήγαινε. Ε, κι εγώ, για να μη φανώ αγενής, έτρωγα. Γι αυτό είμαι και παχουλή. Πρέπει να χάσω λίγα κιλά. Λοιπόν τι λέγαμε… Α, που τρώγαμε. Του είχα υποσχεθεί βλέπετε κιόλας πως θα κάνω ότι μου ζητάει κι είχα κι αυτόν το λόγο να τρώω όταν μου το ζητούσε.
Λ
Αν σας είναι δυνατό μην επεκτείνεστε δεσποινίς Λουΐνσκυ αν δε σας ρωτάω, γιατί δε θα τελειώσουμε ποτέ. Και για μια πρόταση παρα πάνω που λέτε εσείς, μου κόβονται τα χέρια εμένα στη γραφομηχανή.
ΔΛ
Ώστε λέω πολλά;
Λ
Όχι δεσποινίς Λουίνσκυ, το θέμα είναι που ζητάει να λέει κανείς πολλά...
ΔΛ
Το αγοράζω αυτό (γέλιο)… όπως λέμε και στην πατρίδα μου…
Λ
Τώρα πέστε μου δεσποινίς Λουίνσκυ, τι τρώγατε με τον Πρόεδρο;
ΔΛ
Ω, διάφορα. Πρόχειρα πράγματα. Κανένα σάντουιτς, καμιά σαλατούλα, κανένα χοτ-ντογκ, πατάτες τηγανητές… Εμένα μου άρεσε το χοτ ντογκ. Κι από το χοτ ντογκ το λουκάνικό του πιο πολύ. Πολλές φορές παραμέριζα τα δυο κομμάτια του ψωμιού που κρέμονται από κάτω κι έτρωγα μονό το λουκάνικο.
Λ
Δεν κρέμονται δεσποινίς Λουίνσκυ, περιβάλλουν το λουκάνικο.
ΔΛ
Αναλόγως. Τέλος πάντων, ας μη σας μπερδεύω με λεπτομέρειες και μου ζητάτε πάλι εξηγήσεις... (γέλιο) μου άρεσε το λουκάνικο.
Λ
Το ήξερε αυτό ο κύριος Πρόεδρος;
ΔΛ
Το ήξερε. Μάλιστα κάναμε και παιχνίδια μ’ αυτό.
Λ
Δηλαδή;
ΔΛ
Να, επειδή μου άρεσε το λουκάνικο, ξέρω όλες τις μάρκες που κυκλοφορούν στην αγορά. Και περηφανεύομαι γι αυτό, και περηφανευόμουν και στον Τζίμη γι αυτό. Εκείνος δε με πίστευε. Του είπα λοιπόν -και είναι αλήθεια-πως μόνο με τη μυρωδιά
και με τη γεύση, χωρίς να το δω, μπορώ να πω τι είδους λουκάνικο είναι το καθένα. Μου λέει την άλλη φορά θα φέρω ένα λουκάνικο να το φας χωρίς να το δεις και να μου πεις τι μάρκα είναι. Παιχνίδι, καταλαβαίνετε…
 Λ
Και έφερε;
ΔΛ
Έφερε και έφερνε. Και μου ’λεγε όταν ερχόταν η ώρα του παιχνιδιού: Κλείσε τώρα τα μάτια και άνοιξε το στόμα. Ε, σε λίγο είχα βρει τι είδους ήτανε.
Λ
Το βρίσκατε πάντοτε;
ΔΛ
Ναι, δε με είχε βρει καμιά φορά αδιάβαστη ο Πρόεδρος(γέλιο).
Λ
Το  πιστεύω. Τι  άλλο  έχετε  να πείτε  σχετικά;
ΔΛ
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Αυτό ήταν όλο. Τώρα γιατί απ’ αυτή την απλή
ιστορία ο κόσμος βγάζει ό,τι παραμύθια θέλει, αυτό δεν το καταλαβαίνω.
Λ
Ας ελπίσουμε πως η συνέντευξη αυτή θα βοηθήσει ώστε η αλήθεια να
γίνει κτήμα όλων και να πάψουν οι κατηγορίες εναντίον σας.
ΔΛ
Ας ελπίσουμε, αν και δεν το πιστεύω. Ο κόσμος πιστεύει πάντοτε το
κακό. Όμως επειδή σας συμπάθησα μ’ ενδιαφέρει εσείς να με πιστέψετε.
Λ
Εγώ σας πιστεύω απόλυτα. Αυτό μπορώ να σας το βεβαιώσω.
ΜΛ
Σίγουρα;
Α
Σιγουρότατα.
ΔΛ
Αν   θέλετε  μπορείτε  να  με  δοκιμάσετε  κι   εσείς  ώστε   να έχετε ιδίαν πείραν. Έχετε κανένα λουκάνικο;
Λ
Εγώ  έχω λουκάνικο. Εσείς  έχετε  τηλεφωνική   επικοινωνία με κάποια Λίντα;
ΔΛ
Ναι, τα λέμε καμιά φορά.
Λ
Ε, τότε, ας αφήσουμε τη δοκιμή. Ίσως αργότερα…
ΔΑ
Όπως θέλετε. Όταν αποφασίστε τηλεφωνήστε μου: 3333331 .
Λ
Θα το ’χω υπ’ όψη μου. Και   μιας  και   μιλάμε  για  τηλέφωνο, ο Πρόεδρος  σας τηλεφωνούσε;
ΔΛ
Ω, ναι. Όταν δεν μπορούσαμε να βρεθούμε και ήθελε να με δοκιμάσει,
με έπαιρνε στο τηλέφωνο και με δοκίμαζε τηλεφωνικά. Μου  περιέγραφε   το  λουκάνικο κι  εγώ  μόνο  με  την  περιγραφή έπρεπε  να  τον   ικανοποιήσω.
Λ
Να ικανοποιήσετε τι ;
ΔΛ
Την περιέργεια του να δει αν θα το ’βρισκα. Η αν θέλετε το θαυμασμό του και τη χαρά του. Γιατί το έβλεπα, τον ενθουσίαζε και τον γέμιζε χαρά το παιχνίδι μας. Κάθε φορά που το ’βρισκα, γινόταν άλλος άνθρωπος. Μπορώ να πω εκείνες τις στιγμές ήταν ευτυχισμένος.
Λ
Πρέπει να νιώθατε και σεις ευτυχισμένη που κάνατε ευτυχισμένο τον Πρόεδρο.   
ΔΛ
Αισθανόμουν κι   εγώ αλήθεια πολύ  ευτυχισμένη.
Λ
Και μια τελευταία ερώτηση δεσποινίς Λουίνσκυ.
ΔΛ
Παρακαλώ. Μου είστε τόσο συμπαθής, που θα μπορούσα να μιλάω για
ώρες μαζί σας.
Λ
Ευχαριστώ. Μιλάτε πολύ καλά τα ελληνικά-πού τα μάθατε;
ΔΛ
Μου τα ’μαθε ο Στεφανόπουλος.
Λ
Σας ευχαριστώ πολύ δεσποινίς Λουίνσκυ για τον πολύτιμο χρόνο
σας.
ΔΛ
Κι εγώ σας ευχαριστώ. Κρατήσατε το τηλέφωνό μου;
Λ
Το ’γραψα.
ΔΛ
(γελάκι)
Δε μ’ αρέσουν τα μελάνια.
Λ
Στο μυαλό μου.
ΔΛ
Ω!
(γέλιο)
Γεια σας.
Λ
Γεια σας δεσποινίς Λουίνσκυ.