Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Φώτη προσπάθησα. Δεν θέλει να εκδοθεί. Μια βδομάδα με παιδεύει. Έχω αφήσει στη μέση όλα τα άλλα και ασχολούμαι μόνο μ’ αυτόν. Μα δε θέλει να εκδοθεί.
Προσπάθησα να τον φέρω σε εκδόσιμη μορφή, όμως όλα χαλάνε στη διαδρομή. Είναι ο όγκος του; Είναι τα υπόλοιπα που με πιέζουν; Είναι ο πανικός πως δε θα προλάβω; Όπως και νάναι, η επεξεργασία του σκαναρίσματός του κατάληξε να είναι απαγορευτική για μένα.
Λεπτομέρειες θα σου πω γι αυτά όταν σε δω.
Στα γράφω αυτά επειδή εσύ είσαι που επέμενες να θέλεις να τον δεις και αυτόν εκδομένον. Σήμερα αποφάσισα να παραιτηθώ. Και μένα με είχε και με κρατεί πάντοτε συνεπαρμένον , πίστεψέ με όμως, η προσπάθεια να τον συνεφέρω αποδείχτηκε Σισύφεια.
Τελικά θα κάνω μ’ αυτόν ό,τι έκανα και με την ΠΟΡΝΗ για παρόμοιους λόγους. Θα παραθέσω δηλαδή τα κομμάτια που έχω έτοιμα από τριετίας.
Λυπάμαι που σε στενοχωρώ. Γεια σου.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Φώτη
Οι δέκα πρώτοι τόμοι έτοιμοι. Εκατόν είκοσι βιβλία πάνω στο τραπέζι, τόνα πάνω στάλλο, σαν οβελίσκος πάνω από τον τάφο μου.
Οι δέκα επόμενοι, και τελευταίοι ελπίζω, ετοιμάζονται. Κι ύστερα πιά, έτσι έτοιμους και περιεκτικούς, θα βγω στο πάνω το κατάστρωμα του πλοίου μας και θα τους πετάξω στη θάλασσα. Κι αφού κανένας επιβάτης δεν διαβάζει, ας γίνουν τα βιβλία μου τροφή σκυλόψαρων. Αν και θα προτιμούσα μαρίδες νάτρεφαν ή ιππόκαμπους. 
Έχω σκαλώσει στον Ιερεμία. Ενώ είχα αποφασίσει να μη τον περιλάβω στα άπαντα, η Νανά με μάλωσε: τόσον κόπο έκανες να τόνε γράψεις-πώς τώρα τον πετάς; Ήρθαν στο νου μου οι ώρες που στο γκαζένιο τζάκι δίπλα τον μετάφραζα, με μέταλλα να συγκρούονται τριγύρω και με οπλές ρομπότ να ηχούν σαν μουσικό μοτίβο του νέου, αποιητικού μωρού που αμντρωνόταν, και, από άλλο δρόμο ερχόμενος, συμφώνησα με της Νανάς την απλοϊκή σκέψη. Μα ο Ιερεμίας απαιτεί να μπει στον κομπιούτερ μου περνώντας από σκάνινγκ. Η Νανά με βόηθησε σ’ αυτό. Όμως το σκάνινγκ φέρνει στην οθόνη σου όχι ότι ακριβώς βλέπει, αλλά, εν πολλοίς ότι του κετέβει. Κι άντε τώρα να διορθώσεις εκατό σελίδες πράμα. Τουλάχιστον διασκεδάζω με τις αντιδράσεις της Νανάς καθώς μου υπαγορεύει το σωστό κείμενο, δηλαδή με τα επιφωνήματα έκπληξης και με τα σχόλιά της κάθε φορά που ο θεός απειλεί, ή απαριθμεί τις λεπτομέρειες της εκδίκησής που σχεδιάζει για τους λαούς ή τους ανθρώπους που τον εγκαταλείψανε. Όπως: «τι πράμα ειν’ τούτο;… θεός ειν’ αυτός;… όχι που δεν θα τόκανε κι αυτό…»
Η σύντροφός μου το σκοπό της-πρόθυμη να μου κρατάει αναμμένο τον δαυλό της αναπαραγωγικής διαδικασίας και, εμένα, ένα ερείπιο, εμένα, που
Αν μα μεγάλη έβρισκα λάμα, της ανθρωπότης
πέρα για πέρα θα 'κοβα τον άπονο λαιμό της,
να εξακολουθεί να αρέσκεται να πυροβολώ την αγάπη της για μένα με ατέρμονα αναγεννώμενες συμπαντικές εκρήξεις.
Παιδί ήταν πες όταν τη γνώρισα. Τότε ούτε σαν σκέψη επερνούσε απ’ το μυαλό της άλλο απ’ τη χαρά. Με τα χρόνια άλλαξε. Τότε είχε πρόσωπο τριανταφυλλένιο κι ένα στόμα καλογραμμένο και με χείλη τρυφερά, με προς τα πάνω πάντα τις γωνιές τους. Τώρα, το μέρος το δεξί του στόματος, καθώς αυτή μιλάει ή σκέπτεται, μια κλίση έχει πάρει προς τα κάτω, μικρή αλλ’αρκετή σε κάποιονε να καταλάβει ότι αυτό ακολουθεί τη μέσα της καταρρέουσα ζωή, που ασυμβίβαστη είναι με ό,τι είδε, άκουσε, κι ένιωσε πως υπάρχει γύρω της, με το οποίο κι έπρεπε να ζήσει. Και για την κατάντια της αυτή λίγο κι εγώ πως έχω ένα μερίδιο υπολογίζω.
Μέσα σ’ όλα, η κυρία Δάφνη, που για χρόνια τηρούσε απέναντί μου μια παγερή ουδετερότητα αν όχι ένα καλυμμένο μίσος, ξάφνω, είναι ένας μήνας τώρα, μου δείχνει μια φροντίδα, έναν σεβασμό, μιαν αγάπη θα έλεγα.  Καλόδεχτη. Δεν είναι άσχημη μια τέτια μεταστροφή όταν όλα τραβάνε στο χειρότερο.
Γεια σου. Με περιμένουν άλλοι δέκα τόμοι. Το ολιγότερο. (Ώσπου να τελειώσω, αν παίρνεις και δεν απαντάω και λες τι διάολο, κλειστό τόχει το τηλέφωνο, μην αναρωτιέσαι Φώτη, ναι, κλειστό τόχω.)

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Αγαπητέ «ΑΝΥΠΟΜΟΝΕ ΘΑΥΜΑΣΤΗ»(!), έχω πέσει με τα μούτρα στην έκδοση των ΑΠΑΝΤΩΝ μου. Και καθώς όλα περνάνε από τα χέρια μου, δεν μου μένει λεφτό για τίποτε άλλο. Όταν τελειώσω θα με βρεις και πάλι.
Μόνο, σκαλίζοντας χαρτιά χρόνων, βρίσκω και πράγματα ξεχασμένα, που δε θα ’ταν άσχημο να τα ξαναθυμηθώ και να τα δώσω και στους «ηλεκτρονικούς»
αναγνώστες μου, αν και είναι πρόχειρα και της στιγμής.

Η «Σαντορίνη» είναι από τα του κύκλου «της παρέας» ή αλλιώς «του Μπουλάρα» τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με την Τίνα.
Το «ΨΑΞΕ!» είναι γραμμένο για την αδερφή του Μπουλάρα και εν Αμερική Μούσα μου.
Ο «ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ» γράφτηκε για ένα φίλο συνταξιούχο ιερέα, που για τους άλλους ήτανε το αποπαίδι, ο παράξενος, ο αλλοπαρμένος, ενώ για μένα τα αντίθετα. Ίσως με παρακίνησε να γράψω γι αυτόν η κοινή γνώμη των άλλων για μας.
Η «ΕΛΕΝΗ» ήταν γυναίκα του κυρ-Θιοφάνη, στο χωριό μου. Έφυγε πριν από αυτόν. Εκείνος μετά τον χαμό της κλείστηκε στο Γηροκομείο. Σ’ αυτόν απευθύνθηκαν και οι σχετικοί στίχοι.
Φίλε, «θαύμασέ με»!


ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Φαίνεται έρωτα για μένα
ότι έχει η Σαντορίνη
γιατί όλο με κοιτάει
και το μάτι όλο μου κλείνει.

Μα κι εγώ δεν πάω πίσω
και τ’ ομολογώ: ορισμένως
ειμαι αγιάτρευτα μαζί της
και τρελά ερωτευμένος. 

Αχ βρε Τίνα! Αχ βρε Τίνα!
Σηκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι 
Μεσσαριό και Ακρωτήρι.

Πάμε! Όλα εδώ πέρα
τίναξέ τα στον αέρα
και ας παμε εγώ και συ
για της φάβας το νησί.

Και στο χώμα το ξερό του
να κολλήσουμε σα βδέλλες
και να κάνουμε εκεί πέρα
όσες βάζει ο νους μας τρέλες.

Μια φορά μοναχά ζούμε
και ζωή δεν έχει άλλη
γι αυτό έλα ν’ αφεθούμε
στη μονάκριβή της ζάλη.

Κι ας μας φάει όλο το χρήμα
το Σαντορινιό το κύμα
κι ας θολώσει από δολάριο
το νερό του το καθάριο.

Με το λάγγεμα στα στήθια
κάθε όνειρο αλήθεια
με το κέφι μας γι αφέντη
κάθε βράδυ κι άλλο γλέντι.

Να μεθάμε και μαζί μας
να μεθούνε όλα γύρω
και με σπέρμα το φιλί μας
να καρπίζει κάθε στείρο.


Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σαντορίνη θέλω να ’δω:
Φοινικιά και Μεροβίλι  
Εμποριό και Καρτεράδο.

Να ξελύσεις τα μαλλιά σου
να ζηλέψει το Αιγαίο
και με μια γλυκιά ματιά σου
να το κάνεις πάλι ωραίο.

Στου ηφαίστειου να δώσεις
το νησί ένα φιλί
να μας πει από τα δυο
ποιο το καίει πιο πολύ.

Και να δούμε αν οι κύκλοι
των πανέμορφων Κυκλάδων
πιάνουν μπάζα μπρος στους κύκλους
των δικών σου εμορφάδων.       

Σήκω Τίνα και τραβάμε
κατευθείαν Σαντορίνη-
τ’ αλλα ας παν κατά διαόλου
κι η δουλειά στάχτη ας γίνει.

Άσε μισοτελειωμένα
όσα είχες αρχινήσει-
μας προσμένει εσέ κι εμένα
τ’ ακριβό Κυκλαδονήσι.

Και να μη σταθούμε διόλου!
Συνεχώς-λόγο τιμής-
σαν τους ανεμόμυλούς του
να γυρίζουμε κι εμείς.

Και αν έρημο κανένα     
θα ’βρουμε ξενοδοχείο    
και αν όρεξη για μπάνιο
πιάσει ξάφνου εμάς τους δύο,

να πηδήξουμε τη μάντρα
κι ο Μπουλαρας και η Τίνα
σαν ζευγαρωτά δελφίνια
να χορεύουν στην πισίνα.

Νεσκαφέ σερί για σένα
όπου πάμε θα ζητάω
και τα βράδια αν το γουστάρεις
θα σου φέρνω και κακάο.

Και βαμμένα μες στα αίματα
και πρωτόειδωτα και θεία
θα ’δουμε ηλιοβασιλέματα
σαν τραβήξουμε ως τα Ία.

Πάμε Τίνα! Πάμε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι
Μεσσαρια και Ακρωτήρι.

Τη φορά ετούτη όμως
κοίταξε μην αρρωστήσεις
και στο ραντεβού να έρθεις
μη ξανά καθυστερήσεις,
                        
και μου πεις "θα έρθω Πέμπτη"
και Παρασκευή μου ’ρθεις
γιατί αυτό αν πάλι κάνεις
καρπαζιά θα πέσει ευθύς.

Γιατί όχι τίποτ’ άλλο
μα απ’ της ζήσης τον αθέρα
χάνουμε έτσι-συλλογίσου-
μια ολόκληρη ημέρα.

Και στην τόση μέσα λύπη
της δικής μας εποχής
αν χαθεί χαράς μια μέρα
άντε πάλι να τη βρεις…

Και θα βγάλουμε και πάλι
άφθονες φωτογραφίες      
σε χοτέλια, σε πισίνες,
σε δρομάκια, σε πλατείες.

Και θα τις κοιτάζω κάθε
που η δουλειά θα με κουράζει
και η κούραση αμέσως
τη γωνιά θα μου αδειάζει.

Και μεγέθυνση θα κάνω       
της φωτογραφίας εκείνης
που φιλί στο μαγουλό μου
ένα ολόγλυκο μου δίνεις,

και στον τοίχο θα τη βάλω
στο δωμάτιο που κοιμάμαι
…γιατί θέλω το ποτήρι
που κρατάω να θυμάμαι.

Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι 
Μεσσαριά και Ακρωτήρι.



ΨΑΞΕ!..

Ντόρα Ντόρα ήρθ’ η ώρα
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ ο καιρός
μια νυφούλα λευκοφόρα
να γινείς κι εσύ. Εμπρός!

Α! βρε Ντόρα! α! βρέ Ντόρα!
Α! δεν  είσαι ποια μικρή
κι  η δική σου έφτασε ώρα
κι η δική σου ήρθε γιορτή.

Βρέ  ποιού άρχοντα εγγόνι
και παιδί ποιού  βασιλιά
με ταξίμι μεγαλώνει
τη δική  σου αγκαλιά;

Βρε  ποιο άστρι ποιο φεγγάρι
ποιος λαμπρός αυγερινός
ποιο  πανώριο παλικάρι
θα γενεί  για σε γαμπρός;

Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα να χαρείς!
Της ζωής τα ωραία δώρα
προσφορά δεν  ειν’ διαρκής.

Ψάξε  Ντόρα! Ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα μην αργείς.
Και να ψάχνεις τότε πάψε
όταν μόνο τόνε βρεις.

Ψάξε μέσα στα συρτάρια
ψάξε πάνω στο μπουφέ
Ψάξε μέσα στα φλυτζάνια
του ποτού  και  του καφέ.

Ψάξε μες στη  γειτονιά σου
μες τη πόλη, πα’ στη γη
ψάξε στ’ άντρα τα δικά σου
στη κρυφή  ψάξε πηγή.

Ψάξε Ντόρα μυαλωμένη
ψάξε Ντόρα σοβαρή
η ζωή  δε περιμένει
η ζωή δεν καρτερεί.

Ψάξε σύ! Ψάξε Ντορούλα!
Ψάξε συ ώστε κι εγώ
να γινείς να δω νυφούλα
πρίν να φύγω από δω.

Ψάξε ψάξε-δε μας παίρνει-
ο καιρός φεύγει, περνά
ότι πλούσιο είναι φτωχαίνει
κι ότι νέο είναι γερνά.

Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε μύρο της αυγής!
Ο καιρός είναι το τώρα
και ο τόπος είναι η γης.

Ψάξε δίπλα ψάξε πέρα
ψάξε εδώ ψάξε κι εκεί
ψάξε μέσα στον αέρα
ψάξε μέσα στην βροχή.

Ψάξε στ’ άδειο, στο γεμάτο
στο μεγάλο, στο μικρό
στο επάνω  και στο κάτω
στο πικρό  και στο γλυκό.

Ψάξε. Μόνο την τελειότη
μη γυρεύεις τη χρυσή
θα ταν άσκοπο διότι
τέλεια είσαι μόνο σύ.

Όμως έστω μόνο τρία
οπωσδήποτε καλά
ν’ απαιτήσεις, κι αβαρία
μη δεχτείς ποτέ γι αυτά.

Τόσα να ’χει νιάτα, πλούτη
κι ομορφιά, που ούτε αυτή
η ρημάδα η ρίμα ετούτη
να μη δύναται να πει.

Προπαντός μην ξεστρατίσεις
σ’ επιζήμιες οδούς
προσοχή  μη ξαστοχήσεις:
κάλλη! νιότη! χρήμα!-ακούς;

Κι άντε γρήγορα κουφέτα
κι άντε γρήγορα κοκά
κι ένα κέικ  που μια του φέτα
να ζυγίζει  μια οκά.

Κι αντί δώρου άλλου εγώ 
στο γιορτάσι σου-τι κρίμα!
θα σου γράψω μοναχό
και φτωχό κι αυτό, ένα ποίημα.


ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ ΑΠΟΨΕ

Κοιμηθήκαμε απόψε μονάχοι
Και  τόσο μικροί  που  το σπίτι
Μεγαλείο στις πέτρες του εζήτει
Και συντρόφεμα από το στάχυ.

Τεράστια η σκια μας εσκιούσε
Του ζόφου και βαριά η απουσία
Τα μεγάλα της χέρια εκεινούσε
Και μας έραινε απελπισία.

Ένας θόρυβος απ’ το κρεβάτι
Σχίζει ξάφνου  της νύχτας το δίχτυ
Κι αφηνιάζει το ανήσυχο ατι
Που φρουμάζει στο μεσονύχτι.

Είναι η χάλκινη  αδερφή μας
Και ο  ανεψιός μας ο ξένος
Που προσχήματα τη ζωή μας
Πλυμμυρίζουν με ορμή  και μένος.

Σε καιρούς παλιούς λησμονημένοι
Μετρημένοι με άλλον πήχυ
Στο σκοτεινό κάδρο τους κλεισμένοι
Απροσπέλαστοι, γελούν όπως τύχει.

Και το πρωί  τι ήταν εκείνα
τα βαθουλώματα στα στρώματά τους
Και τι φοβέρα επρομήνα
το κρατημένο μίλημά τους…


ΕΛΕΝΗ

Διάβασα στη «ΦΩΝΗ» πως η Ελένη
πέθανε τάχα, λέει, κυρ-Θιοφάνη.
Όμως δε χάνεται και το βαγένι
όταν κρασί θα πάψει πια να βγάνει.

Στη θέση του για παντα αυτό θα μένει
κι έτοιμο να δεχτεί το μούστο θα ’ναι
αυτών που, απ’ τη Μοίρα διαλεγμένοι
μ’ ένα κρασί αλλιώτικο μεθάνε.

Κι έρχεται μες στα γύρω μου σκοτάδια
η φωτεινή κι ανέφελη μορφή της
κι ακούραστα γεμίζει όλα τ’ Αδεια
κι απλά κι αληθινά όλα μαζί της.

Όλο σκυφτή, σαν προσευχή να κάνει
σ’ έναν Θεό απ’ άλλους ξεχασμένον
ή σαν κρατώντας θερισμού δρεπάνι
καρπό να θησαυρίζει ευλογημένο.

Πάντα σκυφτή. Στο σπίτι και στο δρόμο,
στον κήπο, στο χωράφι, στο περβόλι,
σαν να εκράταε δέσμιες στον ώμο
Την Απονιά και την Κακία όλη.

Γι αυτό πονετικός κάθε της λόγος.
γι αυτό κάθε ματιά της καλοσύνη.
γι αυτό ποτέ και μάλωμα ή ψόγος
δε βγήκε από τα δύο της τα χείλη.

Γι αυτό και δε βοσκούσεν η Μοσκούλα
αν δίπλα της δε στέκονταν η Ελένη
(τα ζώα του λογικού δεν είναι δούλα-
με το θεό η ψυχούλα τους δεμένη).

Κι ένιωθες τη φωνή της απ’ την εγνια
λαφριά για λύπες άλλων να τρεμίζει 
καθώς θροΐζει μπόλια μεταξένια
του ζέφυρου το χάδι όταν τη ’γγίζει.

Πάντοτε καθαρό το σπιτικό της
το προκομένο της τόχε χεράκι
κι απ’ το μπουφέ για ξένο ή για δικό της
δεν έλειπε καφές και λουκουμάκι.

Βοηθός του άντρα της κι όχι δυνάστης 
σοφός του σύντροφος και συμβουλός του 
Κόσμου και Σιγουριάς γύρω του Πλάστης
σύμμαχος και ποτέ αντίμαχός του.

Και    πάντα αγαπημένη μ’ όλους γύρω.
Και    παντα αγαπημένη μ' όλα γύρω.
Και    τίποτα γι αυτήν ξένο και στείρο.
Και τ’ Άγιο ευώδαες σιμά της Μύρο.

"Πέθανε" η Ελένη. Τίποτα όμως
γι αυτήν δεν άλλαξε: στην Ευτυχία
δεν οδηγεί κανένας άλλος δρόμος
πάρεξ αυτός που τράβηξε η Αγία.

Κι αν η ψυχή μου καυτερά δυό δάκρυα
έσταξε στ’ άκουσμα της κοίμησης της,
κι αν ως του απείρου αντήχησε τα μάκρια
ο σπαραγμός της άπελπης κραυγής της,

είναι γιατί μ’ Αυτής την απουσία
κι άλλη ανεκτίμητη μια σπίθα ακόμα
έσβησε από τη χόβολη τη θεία
που ’χει απομείνει πα’ στης γης το χώμα.

Και σπίθες πλέον τέτοιες δεν ανάβουν-
όλο μακρύτερα οι άθλιοι ανθρώποι
απ’ το θεό να τρέχουνε δεν παύουν
κι απ’ το θεσπέσιο του το χαροκόπι.

Δεν πέθανε η Ελένη κυρ-Θιοφάνη.
Βαθιά είναι κλεισμένη στην ψυχή μου
(και μέσα κει ο θάνατος δε φτάνει)
με τ’ άλλα πεθαμένα μου-μαζί μου»


Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

25 Ιούνη
Σαν σήμερα πέθανε ο Μάικλ Τζάκσον

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
το τραγούδι-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Κέρβερος

Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει; 

Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη 
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα μπορούσε να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό! 
και πόσες μέσα του απειλές να κρύβει … 

 Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…

«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο 
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ούτε μια κατσαρίδα φέτος. Να σιχαθώ τουλάχιστον.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Φίλε Αντρέα
Την περίοδο αυτή βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι κυκεώνων.  Οι κυκεώνες: υπαρξιακός, οικονομικός, λογοτεχνικός. Όλους αυτούς ήρθε να τους αναμοχλεύσει και να τους δραστηριοποιήσει η επιχειρούμενη έκδοση των Απάντων μου.
Και μεταξύ κομπιούτερ, εκτυπωτή και βιβλιοδέτη παρεμβάλλονται μυριάδες προβλήματα, που η επίλυση όλων και μόνον εγγυάται μια στοιχειωδώς ανεκτή εμφάνιση των Απάντων μου. Η δαπόφαση για κάθε προσπάθεια επίλυσης κάθενός από αυτά τα προβλήματα, είναι δικιά μου.
Θα απαντήσω στο ερώτημά σου κλέβοντας χρόνο από τα παραπάνω, όχι μόνο γιατί εκτιμώ την εμβάθυνσή σου σε λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και για να ξαναβρεθώ για λίγο πάλι σε γνωστά μου λημέρια και έτσι να ανασάνω από τα άγνωστα για μένα προβλήματα στη θάλασσα των οποίων έχω πέσει με σωσίβιο την επιθυμία μου πριν πεθάνω να προλάβω να κλειστώ μέσα στους τόμους των γραφτών μου, που σημαίνει να αφήσω πίσω μου τον κόσμο-το σύμπαν που δημιούργησα.

Να λοιπόν ένας τρόπος και μια θέση από την οποία κοιτάζοντας θα ανέλυα ότι κάνει αυτό το ποίημα να μου αρέσει. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι τρόποι.

Αλήθεια πόσο απελπισμένος είναι ο φίλος μας που ούτε στα όνειρα του να μην έχει πια ελπίδες...
Πόσα πολλά μπορεί κανείς να πει πάνω σε ένα ποιηματάκι πέντε στροφών... Δεν θα εκμεταλλευτώ όμως την επιθυμία που έχεις να με διαβάζεις ώστε να τα πω.
Το ποίημα ρίζωσε σαν μια απλή ερώτηση που μου σφηνώθηκε στο μυαλό κοιτάοντας την πανσέληνο: "πώς να πας να κοιμηθείς-και ν’ αφήσεις το φεγγάρι;.."  Και άπαξ και μου σφηνώθηκε ο πρώτος στίχος στο μυαλό, αυτό δεν άλλαζε πια με τίποτα.
Η δεύτερη στροφή του είναι μια καλή εικόνα και ικανή
μόνη αυτή να δώσει τη μαγεία του φεγγαρόφωτος.
Το "εσύ" στην πρώτη και στην τελευταία στροφή δίνουν
με ένταση και χωρίς αμφισβήτηση τη μόνιμη, προϋπάρχουσα οπωσδήποτε του ποιήματος  κατάσταση, αλληλεπίδρασης τουλάχιστον, του προσώπου του ποιήματος με το φεγγάρι.
Το πρόσωπο αυτό λατρεύει το φεγγάρι για τη θλίψη και
για τη χάρη του (β' στροφή), που αυτό τον
καλεί (γλυκά) να τα απολαύσει (δ΄ στροφή).
Το "απ’ τα ουράνια τέτοιο σώμα" της (δ) στροφής, εκτός από το φεγγάρι σαν ουράνιο σώμα, παραπέμπει και σε σώμα γυναικείο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το δρόμο και για
τέτοια, ερωτική προσέγγιση και ερμηνεία.
Το "απαρνηθείς" σημαίνει βέβαια πως αποποιείσαι κάτι
που σου προσφέρεται. Ώστε δεν θα είχε πρόβλημα το
πρόσωπο του ποιήματος αν προτιμούσε το φεγγάρι από
τη γη, να του αρνηθεί αυτό ό, τι εκείνος θα του ζητούσε.
Αυτό το γεγονός οξύνει και μεγεθύνει την αιτία που
έκανε το πρόσωπο να σκεφτεί την αυτοκτονία (κρατάει
μαχαίρι, θέλει ν’ αφήσει το φεγγάρι, το μόνο φως, θέλει να κοιμηθεί-ας σκεφτούμε εδώ ότι μερικοί άνθρωποι, όπως οι άγιοι, δεν πεθαίνουνε, κοιμούνται), επειδή πρέπει η αιτία αυτή να είναι ισχυρότερη από την απόλαυση του φεγγαριού από ένα λάτρη του.
Η γη πάλι, αν και ντυμένη σαν νύφη (και όχι «νυφούλα», που θα προδιάθετε και το πρόσωπο του ποιήματος αλλά και τον αναγνώστη πολύ πιο ευνοϊκά γι αυτήν), και αν και είναι λαμπρή απόψε, δεν παύει να είναι μαύρη
("μαυρίλα", γ'στροφή), «να έχει για στρώμα το χώμα» και το φιλί της να είναι «αιώνιος ύπνος».
Μεγάλη και η διαφορά αυτή της γης από το
Φεγγάρι-δεν είναι; Η μία «κάτω», το άλλο «επάνω», στα ουράνια, με ό,τι συνειρμούς γεννάει αυτό.
 Ποιος ξέρει τι έκανε το πρόσωπο του ποιήματος να θελήσει να πεθάνει, χάνοντας όλα τα πλεονεκτήματα που του εξασφάλιζε άνετα η αγάπη του προς το φεγγάρι...
Η αλλαγή της αναφοράς του φεγγαριού σαν σελήνης (προτελευταίος στίχος), κάνει τη γη να χάνει ακόμα ένα, το βασικότερο ίσως πλεονέκτημα που είχε μέχρι τώρα μεσα στο ποίημα, δηλαδή το ότι αυτή είναι θηλυκό, ενώ το φεγγάρι ουδέτερο, και το πρόσωπο που μιλάει στο ποίημα είναι σαφώς αρσενικό, άραγε έλκεται από τα θηλυκά.
Τώρα και το φεγγάρι γίνεται θηλυκό, ώστε παύει πια η γη να έχει πιθανότητες να κερδίσει με τη βοήθεια και του φύλου της, το μέχρι πιο πριν αμφιταλαντευόμενο πρόσωπο. Τέλος το πρόσωπο ρίχνει κάτω το μαχαίρι και δε θ’ αγκαλιάσει-δε θα "κοιμηθεί" τη γη. (Ας θυμηθούμε εδώ εκτός από τον ύπνο-θάνατο και τον ύπνο-έρωτα του Μακρυγιάννη).
Μπαίνουμε τώρα σε μια δισημία, με την όχι έντονη εδώ επισήμανση της οποίας, μπορεί να τελειώνει αυτό το ποίημα, που όμως κάνει να αρχίζει μια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση έρωτα-θάνατου, που δε θα μπω σ’ αυτήν.
Μία απόπειρα λοιπόν αυτοκτονίας ακόμα (δεν μας λέει το ποίημα αν και πόσες έχει κάνει ακόμα το πρόσωπο του), που έμεινε απόπειρα.
Και το πρόσωπο δεν πεθαίνει, όχι γιατί βρήκε κάτι πάνω στη γη για το οποίο να αξίζει να ζήσει, αλλά γιατί εξακολουθεί να έλκεται από την ομορφιά του φεγγαριού, να είναι ένας ονειρευτής, αν και άπελπος, ακόμα και σαν ονειρευτής.
Ίσως την επόμενη φορά που το πρόσωπο θα επιχειρήσει να αυτοαναιρεθεί σαν "αντικείμενο", να μην υπάρχει φεγγάρι, και να μην βρεθεί κανείς μέσα ή έξω του που να τον πείσει, με τα λόγια, (με το Λόγο) να πετάξει το μαχαίρι, αλλά να το χρησιμοποιήσει και να "κοιμηθεί" τη γη.-
Γεια σου

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

                 ΠΕΡΙ ΑΝΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, υπήρχε μια χώρα πλούσια και ισχυρή.
Λαμπροί δρόμοι, λαμπροί κήποι και αλέες, λαμπρά κτίρια και ανάκτορα. 
Οι άνθρωποι της χώρας ζούσαν ξέγνοιαστοι και γελαστοί.
Η χώρα ώφειλε τον πλούτο της στους ανθρώπους.
Στους ανθρώπους και δικούς της αλλά και στους ανθρώπους άλλων χωρών. 
Οι δικοί της άνθρωποι που βοήθησαν στην ευμάρεια της χώρας ήσαν οι μηχανικοί και οι γεωπόνοι. 
Οι μηχανικοί της είχαν εφεύρει έναν πολύ έξυπνο τρόπο οικοδόμησης κτιρίων και δημιουργίας δρόμων. 
Η εφεύρεση συνίστατο στην μετά θάνατον κατάλληλη επεξεργασία των νεκρών σωμάτων των ανθρώπων άλλων χωρών, ώστε αυτά, μετά την αποστράγγιση του αίματος και των άλλων υγρών τους να καθίστανται συμπαγή και κατάλληλα για την χρησιμοποίησή τους σαν δομικών υλικών.
Αυτή η εφεύρεση βοήθησε στην δόμηση γερών μεγάλων κτιρίων, δρόμων, πλατειών και γενικά κτισμάτων που απαιτούσαν ανθεκτικά, ελαφρά και, πρακτικά άφθαρτα, υλικά. 
Οι γεωπόνοι από τη δική τους μεριά εφηύραν μία σχεδόν αδάπανη μέθοδο εμπλουτισμού των νεκρών ανθρώπινων σωμάτων σε ορμόνες και σε χημικές ουσίες που απαιτούσε η ανάπτυξη φυτών και δέντρων παντός είδους.
Οι άνθρωποι των άλλων χωρών βοήθησαν σε όλα αυτά  μόνο γιατί είχαν γεννηθεί. Η χώρα με τους εφευρετικούς και φιλοπρόοδους επιστήμονες δεν είχε παρά να τους σκοτώνει και ύστερα μετά την κατάλληλη διαμόρφωση να τους χρησιμοποιεί. 
Και αυτό έκανε. Με τον καιρό μάλιστα και για να εξοικονομεί  ενέργεια κατά την αφυδάτωση, εφάρμοσε την εν ζωή αφυδάτωση των υποψηφίων δομικών μονάδων-των ανθρώπων- , κάτι που επιτεύχτηκε στερώντας από αυτούς νερό και τροφή.
Γρήγορα και άλλες χώρες σκέφτηκαν ίδια και συνασπίστηκαν με την πρώτη διδάξασα χώρα ώστε δημιουργήθηκε ένα τραστ χωρών λαμπρών και πλούσιων.
Και οι χώρες αυτές έγιναν τρανές και πολλοί τις ζήλευαν στην υφήλιο.
Και ο πλούτος και η ευμάρεια όλο και μεγάλωναν, επειδή σπουδαίοι επιστήμονες βρήκαν μεθόδους χρήσης των νεκρών και για άλλες ανάγκες. Για παράδειγμα ανακατεύοντας σκόνη από τριμένα ανθρώπινα κόκαλα κατασκεύαζαν σκούπες, μηχανές πλυσίματος, υλικά κατασκευής μέσων μετακίνησης, έπιπλα, τέλος με τον κατάλληλο συνδυασμό όλων αυτών και με την πρόοδο της τεχνογνωσίας έφτιαχναν εργοστάσια, φράγματα, τρυπούσαν βουνά για να συντομέψουν διαδρομές.
Και όλα καλά τραβούσαν για τις πλούσιες και από τον θεό τους ευλογημένες χώρες, ώσπου κάποτε, κάποιοι συγγενείς των νεκρών ανθρώπων-δομικών υλικών, αποφάσισαν να σκοτώσουν αυτοί τώρα μερικούς ανθρώπους των πλούσιων χωρών, θεωρώντας ότι αυτό ήταν κάτι καλό αφού το έκαναν πλούσιοι και λαμπροί άνθρωποι.
Από τις πρώτες προσπάθειές τους όμως αυτοί θεωρήθηκαν άνανδροι, δειλοί, βάρβαροι, τρομοκράτες, θρασύδειλοι, τα συμβαίνοντα σε κάθε επίθεσή τους χαρακτηρίζονταν φρικτά, σοκαριστικά, τραγικά, οι επιθέσεις τους εσκεμμένες και θρασύδειλες ενάντια σε αθώους πολίτες και σε επισκέπτες, και όλοι οι μεγάλοι της κάθε πλούσιας χώρας υπογράμμιζαν ότι οι σκέψεις όλων τους πάνε στα θύματα των άνανδρων επιθέσεων και στους οικείους τους, και πως όλοι προσεύχονται  για τις χώρες στις οποίες κάθε φορά έγινε η άνανδρη ενέργεια.
Και ύστερα από όλες αυτές τις αντιδράσεις τόσων ευλογημένων χωρών, απορίας άξιον είναι για τους ιστορικούς ότι οι άνανδρες επιθέσεις συνεχίστηκαν.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Φίλοι της Πορτογαλίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ και της Αλάσκας ιδιαιτέρως, της Νότιας Αφρικής, της Γαλλίας, της Ουγγαρίας, της Ρωσίας, βέβαια της Ελλάδας αλλά και του υπόλοιπου κόσμου όπου διαβάζεται το μπλογκ αυτό, σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που δεν δημοσιεύω αυτό τον καιρό. Θα με καταλάβετε και θα με δικαιολογήσετε εσείς-εσείς που τα γραφόμενά μου σας κρατούν συντροφιά. Θα με καταλάβετε γιατί είμαι σίγουρος πως συμφωνείτε ότι πρέπει πριν φύγω από αυτή τη ζωή να αφήσω τα γραφτά αυτά κάπου. Ίσως κάποιοι και στο μέλλον να βρουν κάτι καλό σ’ αυτά. Και ακριβώς για να βάλω αυτά τα γραφτά σε μερικά βιβλία μέσα αγωνίζομαι τον καιρό αυτόν. Όταν η δουλειά θα έχει μπει, σύντομα ελπίζω, στο δρόμο της, θα είμαι πάλι κοντά σας. Αλλά το σπαουδαιότερο θα είστε πάλι κοντά μου.
Με αγάπη Γιώργης Χολιαστός

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

31 Μάη-διεθνής ημέρα κατά του καπνίσματος

Ο ΚΑΠΝΙΣΤΉΣ

Για βρογχίτιδα ψοφώ!
Λαχταρώ καρκίνο!
Το τσιγάρο φίλοι μου
όχι-δεν το σβήνω!

Καθαρός αέρας στοπ!
Στοπ στην ευεξία!
Σύνθημά μου σταθερό:
Κάτω η υγεία!

Άγιο μου τσιγάρο εσύ!
Λατρευτέ μου Χάρε!
Έλα και καπνίζοντας
τη ζωή μου πάρε!

Καλλίτερα μιας ώρας
ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια
καθάρια αναπνοή!

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Φώτη γεια.
Μετά και από αυτή την είσοδό μου στο νοσοκομείο, κατάλαβα πως πρέπει να αρχίσω την εργασία για την έκδοση των απάντων μου.
Έτσι την εβδομάδα που πέρασε τρέχω από το πρωί μέχρι το βράδυ γι αυτή τη δουλειά.
Τα βιβλία που θα βγουν τα υπολογίζω πρόχειρα σε δεκαπέντε διακοσασέλιδα.
Και αφού είναι δουλειά που θα μείνει πρέπει να γίνει σωστά.
Αυτό σημαίνει πως κάθε βιβλίο θα ετοιμάζεται από μένα πριν δοθεί στον εκτυπωτή και στη συνέχεια στον βιβλιοδέτη.
Θα πεις αυτή είναι δουλειά που ξέρω πια και έχω μάθει αφού την κάνω για χρόνια. Όμως δεν είναι έτσι. Παλιά ξέρεις πόσο κοπιαστικό ήτανε να εκτυπώνω, να κόβω στη μέση τα άλφα τέσσερα και να τα να κάνω άλφα πέντε, να κολλάω τα τέσσερα κομμάτια άλφα πέντε σε ένα διπλωμένο άλφα τέσσερα και έτσι να τα πηγαίνω για μαζικές φωτοτυπίες. Κουραστική και χρονοβόρα δουλειά, μόνο για νέους και μόνο για τεχνική δουλειά όχι κάποιων αξώσεων.
Τώρα όμως  η εκτύπωση πρέπει να γίνει όχι από ένα μάτσο χαρτιών κολλημένων τόνα στάλλο, αλλά από ένα στικάκι που εγώ θα έχω ετοιμάσει και θα το δώσω έτοιμο για εκτύπωση.
Και η ετοιμασία αυτού του στικακιού είναι που με ταλαιπωρεί όλη την εβδομάδα χωρίς να έχω κάνει ακόμα ούτε το πρώτο βήμα για την ετοιμασία του. (Γι αυτό οι εκδοτικοί οίκοι ητάνε τα μαλλιά της κεφακλης τους για τη δουλειά που κάνουν…)
Άκου πώς έχω μπλέξει.
Στο γουόρντ ετοιμάζω τα κείμενά μου χωρίς δυσκολία-άλλωστε τα περισσότερα είναι ήδη έτοιμα.
Η τεράστια δυσκολία είναι το κείμενο που ωραία ωραία έχω γρέψει στον κομπιούτερ, να μπει σε ένα στικάκι!
Και αυτό επειδή πρέπει η σελίδα Α4 να χωριστεί στην οθόνη σε δύο σελίδες, επειδή πρέπει να οριστούν τα περιθώρια της σελίδας, επειδή πρέπει τα περιθώρια αυτά να μένουν σταθερά ώσπου να τελειώσει η δουλειά, επειδή η σελιδοποίηση πρέπει να είναι έτσι φτιαγμενη ώστε να υπάρχει επικεντροποίηση, αν το λέω σωστά, δηλαδή η αρχή της σειράς στη μια σελίδα να συμπίπτει με το τέλος της σειράς της επόμενης, επειδή πρέπει να προσέξεις να μην προεξέχουν λέξεις ή γράμματα από το σημείο που έχει υπολογιστεί το κόψιμο του φύλλου στο μέγεθος που θέλεις, επειδή… επειδή… Πράγματι, δεν έχει τέλος ο αριθμός των πραγμάτων που μπορεί ενός μόνον από αυτά η έλλειψη ή η λανθασμένη χρήση, να κάνει άχρηστη την έκδοση. 
Να μην πολυλογώ, ξέρεις από κομπιούτερ και θα έχεις καταλάβει ήδη περί τίνος πρόκειται. Και αφού εγώ δεν γνωρίζω από κομπιούτερ παρά μόνο να γράφω σε αυτόν, άρχισα να ρωτώ ειδικούς να μου λύσουν τα προβλήματα που αντιμετώπιζα στην προσπάθειά μου να δημιουργήσω το περίφημο στικάκι.
Πρώτα ήθελα να χωρίσω τη σελίδα Α4 σε δύο σελίδες Α5. Ρώτησα φίλους, δεν ήξεραν. Φυσικό, λέω, δεν είναι ειδικοί. Πήγα σε κάποιον ειδικό με τον κομπιούτερ υπό μάλης. Προσπάθησε, τίποτα. Πάω σε δεύτερο και σε τρίτο. Τζίφος. Ο τελευταίος που πήγα μου λέει εμείς είμαστε τεχνικοί, το θέμα αυτό το γνωρίζουν οι δακτυλογράφοι. Πάω σε δακτυλογράφους και ο τέταρτος μου έφτιαξε αυτό που ήθελα. Δύο σελίδες! Περιχαρής γύρισα στο σπίτι. Και δεν πήγαινα με τα πόδια σε όλους αυτούς γιατι είναι μετρημένα τα βήματα που μπορώ να κάνω κάθε μέρα.  Πήγαινα με ταξί. Σε παρακαλώ να πιστέψεις ότι γράφω, δεν υπερβάλλω. Άρχισα κοιπόν να υποψιάζομαι ότι δεν είναι εύκολα τα πράγματα με τους κομπιούτερς. Σου είχα μιλήσει για την περιπέτεια να βρω άνθρωπο που να μου βάλει σε αλφαβητική σειρά μερικές λέξεις. Από τότε κάτι είχα καταλάβει για τους κομπιούτερς και τις δυσκολίες που συναντάει στη χρήση τους και ο πιο κατατοπισμένος σχετικά με αυτούς. Το σίριαλ λοιπόν συνεχίζεται και ποιος ξέρει για πόσο θα συνεχιστεί ακόμα.
Ο κομπιούτερ μου μέχρι προ τριών μηνών μού υπογράμμιζε με κόκκινο χρώμα κάθε λανθασμένη λέξη που έγραφα. Ξαφνικά σταμάτησε να το κάνει. Και δεν ήθελα να έχω στα γραφτά μου λάθη που θα μπορούσα να αποφύγω. Πήρα σβάρνα λοιπον πάλι τους ειδικούς. Ταξί, λαπτοπ υπό μάλης. Κανείς δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα. Και παραμένει ετσι.
Ίδια κατάσταση με όποιο πρόβλημα των κομπιουτερικών μου προβλημάτων είχα να λύσω για να προχωρήσω.
Έφτιαξα τελος ένα στικάκι, το πάω για εκτύπωση στομεγαλύτερο σχετικό μαγαζί της πόλης, «Α!» μου λέει ο υπάλληλος, είναι δύσκολο να βρω τον τρόπο να τυπώσω έτσι που να βγαίνουν οι σελίδες η μια μετά την άλλη(:!) Να δοκιμάσω όμως.» «Δοκίμασε», δεν μπόρεσε, και επιπλέον μου έδωσε πίσω ένα στικάκι αγνώριστο! Γράμματα μικρούτσικα, περιθώρια αλλα από εκείνα που υπέθεται ότι τα είχα καλά, αλλαγή της θέσης παραγράφων.
Χτες όλη νύχτα παιδευομουν να το ξαναφτιάξω. Όχι πως θα το έκανα καλό, όμως έπρεπε να κάνω κάτι. Σήμερα λοιπόν ξάγρυπνος τράβηξα για ντον δεύτερο μεγαλο εκτυπωτή της πόλης. Δεν είναι σωστά φτιαγμένο μου λέει, να πάτε να βρείτε έναν ειδικό στο γουόρντ  και να του πείτε να «κεντράρει» το κείμενο.  Είναι αυτό δύσκολο; ρωτάω. Αμφιβάλλω αν θα βρείτε κάποιον εδώ, μου λέει.  Αύριο λοιπόν είμαι για άλλο ψάξιμο.
Φώτη, αυτά που σου έγραψα είναι λίγα από όσα έγιναν.
Ελπίζω όμως ότι θα βρω μιαν άκρη, έναν τρόπο έκδοσης των γραφτών μου χωρίς να υποχρεωθώ πάλι να καταφύγω στο «κόβε-κόλλα» που εκτός των άλλων δεν έχει και καλό αποτέλεσμα όσον αφορά στην εμφάνιση των βιβλίων.
Θα μου πεις γιατί θέλω να βγάλω τα γραφτά μου όλα σε βιβλία. Για να υπάρχουν κάπου Φώτη και όταν πάρω το Νόμπελ να μην βασανίζω τους μελετητές και τους εκδότες μου ψάχνοντας να βρουν τι άλλο έχω γράψει εκτός τα γνωστά σε όλους Νομπελοφόρα γραφτά μου.
Για να σε διασκεδάσω λίγο, ας τελειώσω με αυτό που μου πρότεινε κάποιος βλέποντάς με να αγωνίζομαι για όλα αυτά. Μου είπε: γιατί δεν τα αφήνετε όλα σας τα γραφτά στα αδέρφια σας και στα ανήψια σας να τα φροντίσουν; Γύρισα αλλού το κεφάλι για να γελάσω. Όταν ξαναστράφηκα προς αυτόν, νομίζοντας πως δεν είχα ακούσει μου επανέλαβε την ερώτηση. Του είπα σοβαρά: Έχετε δίκιο, αυτό θα κάνω.
Πάρε κανα τηλέφωνο.
Γεια χαρά.
ΥΓ
Από σήμερα είμαι διαθέσιμος και για τα μη επείγοντα.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΠΟΡΝΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

«Εξουσία χωρίς υπευθυνότητα: Το προνόμιο των πορνών σε όλες τις εποχές.»
Rudyard Kipling, 1865-1936, άγγλος συγγραφέας, Νομπελ 1907.


Πώς εκατάντησε κι η Αριστερά!
Το Κου Κου Ε
μοιάζει μονάχα ακόμα αντρίκιο. 

Πώς μία πουτανίτσα γελαστή μπρος στον προστάτη της παρουσιάζεται… 
Πώς μια εκδιδόμενη μπροστά στον πλούσιο υποψήφιο πελάτη χαχανίζει…
Πώς μία πόρνη φτηνή, δουλοπρεπής, βαριοβαμμένη
τρέχει στο κάλεσμα του προαγωγού της
και όλη σειέται και κουνιέται μπρος του πρόστυχα
μη και κανέναν πόθο το χυδαίο φέρσιμό της του ξυπνήσει…
Έτσι προυσιάστηκε ο αριστερός πρωθυπουργός μπροστά στον Ερντογκάν.

Ωραία! Ξέρουμε πως οι τούρκοι
με μια τους κίνηση κάνουνε σκόνη την Ελλάδα.
Ωραία! Ξέρουμε πως η Ελλάδα είναι μηδέν
και η Τουρκία δέκα.
Μα είναι ανάγκη να το δείχνουμε σ’ όλη τη γη;

Ο Ερντογκάν τον έβλεπε
σοβαρός
αξιοπρεπής
αγέλαστος.
Όπως να κάνουν οι ηγέτες πρέπει. 
Μα και με μια δύσκολα που έκρυβε
αηδίας έκφραση στο πρόσωπο
που η διπλωματία τον υποχρέωνε
με κοκοτίτσα μία δίπλα δίπλα να βρεθεί
μαζί της να μιλήσει
και, ακόμα
το βρωμερό της χέρι ν’ ακουμπήσει.

Όμως μη τόσο εναντίον του πρωθυπουργού.
Δίκαιοι ας είμαστε.
Είναι και κείνος σοβαρός κι αμίλητος 
όταν στα πάτρια βρίσκεται τα εδάφη.
Και κει δεν έχει μπρος του μία μόνον πουτανίτσα
μα εκατομμύρια έντεκα από δαύτες
(αν στο νούμερο λαθεύω
είναι που το αποτέλεσμα δεν ξέρω
της τελευταίας μας απογραφής).

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Φώτη ελπίζω σε λίγες μέρες να είμαι εντάξει. Πες και στα άλλα παιδιά πως μέχρι τότε μόνο στα επείγοντα θα απαντώ.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

21 Δεκεμβρίου 1965
Ό   Πρόεδρος   Τζόνσον   υπόσχεται   αμερικανικές  παραχωρήσεις   για   την   διαφύλαξη   της   ενότητας της Δυτικής Συμμαχίας.

22 Δεκεμβρίου 1965   
Ή στρατιωτική χούντα του Ν. Βιέτ Νάμ άψηφά τίς αμερικανικές απειλές για διακοπή της βοήθειας.

23 Δεκεμβρίου 1965   
Ό   Πρόεδρος   Νάσερ   δηλώνει   ότι   θα   εξακολουθήσει  να παρέχει  βοήθεια  στους Κογκολέζους επαναστάτες.

24 Δεκεμβρίου 1965   
Ό Βρεταννός   πρωθυπουργός   προτείνει   την δημιουργία   άποπυρηνοποιημένης    ζώνης    και   τον περιορισμό των εξοπλισμών στη Μ.  Ανατολή.

26 Δεκεμβρίου 1965   
Ή  Μαλαισία  καταγγέλλει  στό  Συμβούλιο  Ασφαλείας νέες επιθετικές ενέργειες της Ινδονησίας.

27 Δεκεμβρίου 1965   
Αμερικανικά  υποβρύχια  εφοδιασμένα  με  πυραύλους Πολάρις αρχίζουν περιπολίες στίς ακτές της Κίνας.

28 Δεκεμβρίου 1965   
Ό   αρχηγός   των   Σοσιαλδημοκρατών   Γκιουζέππε  Σαραγκάτ εκλέγεται  Πρόεδρος της  Ιταλικής Δημοκρατίας στην  21η ψηφοφορία.

29 Δεκεμβρίου 1965   
Ή  Μαλαισία,  ή  Ολλανδία  και  η Ουρουγουάη εκλέγονται  από  την  Γενική  Συνέλευση στο Συμβούλιο  Ασφαλείας του  ΟΗΕ.

30 Δεκεμβρίου 1965   
Χίλιοι   Κινεζόφιλοι   Ινδοί   κομμουνιστές συλλαμβάνονται   με   την   κατηγορία   της   συνωμοσίας στο Δελχί.

31 Δεκεμβρίου 1965   
Το  Συμβούλιο  Ασφαλείας εγκρίνει  μαροκινή πρόταση να  κληθούν τα μέλη του ΟΗΕ να καταπαύσουν κάθε ανάμιξη  στο  Κογκό με  ψήφους 10 υπέρ καί μία αποχή, της Γαλλίας.

1 Ιανουαρίου 1966
-Ο Σοβιετικός Πρωθυπουργός επαγγέλλεται «ενεργό πολιτική Οφέοεως και ειρήνης» για το 1965.
-Ο Πρόεδρος Ντε Γκώλ καλεί τους Γάλλους να άντισταθούν στην αμερικανική οίκονομική διείσδυση.

2 Ιανουαρίου 1966
Ή   Ινδονησία    δηλώνει    δτι    θα   αποχωρήσει
από   τον   ΟΗΕ    μετά    την   εκλογή   της  Μαλαισίας
στο Συμβούλιο  Ασφαλείας.

3 Ιανουαρίου 1966
-Ό   στρατηγός   Άγιούμπ   Χάν   επανεκλέγεται
Πρόεδρος  του Πακιστάν. 
 -Οι  αντάρτες Βιέτ Κόγκ κατατροπώνουν  τέσσερα τάγματα    κυβερνητικού στρατού. 
-Ή Ινδονησία αποχωρεί από τον ΟΗΕ.

4 Ιανουαρίου 1966
Ό Πρόεδρος Τζόνσον καλεί τους ηγέτες της ΕΣΣΔ να έπισκεφθούν τίς Ηνωμένες Πολιτείες και δηλώνει δτι θα περιοδεύσει στην Ευρώπη καί την Λατινική Αμερική μέσα στο 1965. 

5 Ιανουαρίου 1966
Ή Ρουμανική κυβέρνηση υπογράφει σύμβαση με δύο αμερικανικούς οίκους για την ανέγερση πετροχημικών εργοστασίων στο Δέλτα του Δούναβη.
 6 Ιανουαρίου 1966
Ο Ανεπίσημες αμερικανοσοβιετικές συνομιλίες αρχίζουν στη Γενεύη με θέμα τον αφοπλισμό.

7 Ιανουαρίου 1966
Η Δυτική Γερμανία αποφασίζει να διερευνήσει τίς δυνατότητες διαπραγματεύσεων με την Ανατολική Γερμανία με αντικειμενικό σκοπό την ενοποίηση. 

8 Ιανουαρίου 1966
Ο Πρόεδρος της Ινδονησίας απειλεί να υπογράψει συμμαχία με την κυβέρνηση του Πεκίνου.

9 Ιανουαρίου 1966
Η στρατιωτική χούντα παραδίδει την εξουσία στο Ανώτατο Εθνικό Συμβούλιο τού Νότιου Βιέτ Νάμ.

10 Ιανουαρίου 1966
Άνακοινούται ‘ότι οι πρωθυπουργοί της Σοβιετικής Ενώσεως καί της Βρεταννίας θα ανταλλάξουν επίσημες επισκέψεις κατά το 1965.

11  Ιανουαρίου 1966
Ο ούγγρος υπουργός των εξωτερικών επισκέπτεται το Παρίσι.

12  Ιανουαρίου 1966
 Ό Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας κ. Σάτο επισκέπτεται  την  Ουάσιγκτον και  προσφέρει  τη  βοήθεια της χώρας του για να βρεθεί λύση τού προβλήματος τού Βιέτ Νάμ.

13 Ιανουαρίου 1966
Ο πρόεδρος Σοεκάρνο δηλώνει ότι ή Ινδονησία δεν πρόκειται να επιτεθεί κατά της Μαλαισίας.

14 Ιανουαρίου 1966
Ο πρόεδρος Τζόνσον ζητεί από το Κογκρέσσο   3,4   εκατομμύρια   δολλάρια  για   οίκονομική   (2.21)   και στρατιωτική   (1.17)   βοήθεια προς το εξωτερικό.

15 Ιανουαρίου 1966   
Ο  Σέρ Ουίνστων Τσώρτσιλ παθαίνει  εγκεφαλική συμφόρηση.

16 Ιανουαρίου 1966   
Η Κυβέρνηση τού Πεκίνου κατηγορεί την Ινδία  ότι   παραβιάζει  συστηματικά  τον  εναέριο χώρο τού Θιβέτ.

17 Ιανουαρίου 1966   
Η  Κυβέρνηση του  Πεκίνου  ενισχύει  τίς αεροπορικές καί  αντιαεροπορικές της δυνάμεις στα νότια σύνορά της.

18 Ιανουαρίου 1966
Συνέρχεται    στην   Πολωνική   πρωτεύουσα   ή
συμβουλευτική συνέλευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

19 Ιανουαρίου 1966
Αρχίζουν   στο   Ραμπουγιέ   οι   συνομιλίες  του Προέδρου Ντε Γκώλ με τον Καγκελλάριο  "Έρχαρτ.

20 Ιανουαρίου 1966   
Ο   Πρόεδρος  Τζόνσον   αρχίζει   επίσημα   την δεύτερη  περίοδο  της  θητείας του.
ΟΜΦΑΛΗ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΗΣ

Τον εβαρέθηκε-
τον εσιχάθηκε στα πόδια της να τρίβεται
άντρας αυτός
που τόσα κατορθώματα είχε κάνει.
Κι αναρωτιέται 
γιατί πάντα ο έρωτας 
μία σκλαβιά να είναι.

Το σανδάλι της ελαφρά κινεί,
εκείνος τρέμει
μη κι η κυρά του έπαθε κάτι
και στα μάτια υποταχτικά τη βλέπει.
Από βαθιά πολύ έρχεται
η λαχταρισμένη του ματιά
και την υψηλή δική της
ανήσυχη αποζητά.

Τη ρόκα του ωθεί εκείνη ενοχλημένη
και «γνέθε σκλάβε!», του πετά.
Ελαφρά ύστερα κοιμάται
μες στου μεσημεριού το γλυκοκάρωμα
νανουρισμένη απ’ τον μονότονο
και αλαφρόν του γνέσιμου ρυθμό.

Κι όταν ξυπνάει,
βαριά ηδονή γεμάτη,
τα χέρια της χτυπά
και τις δούλες της βραχνά προστάζει
«φέρτε τον μέσα!»
καθώς για το κρεβάτι της τραβά.
                          ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

«Όμορφη που  ’ναι η ζωή!»
κοιτάζοντας τριγύρω λέει.

Μα όταν μέσα του το βλέμμα στρέφει
σε ασχήμια η ομορφιά όλη γυρίζει. Και κουραστικές
αυτές οι μεταπτώσεις είναι
επειδή και το έξω τις δικές του δουλείες χαλκεύει.

Κι αν το έξω σαν το μόνο υπάρχον θεωρήσει
τότε αυτός ανύπαρκτος αισθάνεται.
Αν πάλι το αγνοήσει
ευθύνες τότε αλόγιστα μεγάλες αποδέχεται
και αυτές κάτω από το βάρος τους τονε συνθλίβουν.
Μελαγχολία τότε, απαισιοδοξία,
απόγνωση τέλος το διαλογιζόμενο δίποδο αλώνουν
που στο χαμό άφευγα το οδηγούν.
                             ΕΞΙΛΑΣΜΟΣ

Στον βωμό του Έρωτα πάνω το σώμα του σφαγμένο.
Με νύχια, με δόντια, με σαρκασμούς, με υπονοούμενα,
γυμνές μαινάδες με σάτυρους αγκαλιασμένες
το κατασπαράζουν
για να πάρουν δύναμη 
κι όλο ζωντάνια να ξαπλώνουν σε σεντόνια πάνω
γεμίζοντάς τα με ζάρες-της ψυχής του-
και με σπέρματα- απομιμήσεις του αίματός του.
          ΔΙΑΠΟΡΙΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥ

«Αυτό που εκατομμύρια χρόνια μου ’δωσαν
μου το στερούν εκείνοι.
Τάχα είν’ εκείνοι μεγαλύτεροι απ’ τον Καιρό
ή ο Καιρός ο ίδιος είναι
που εντύθηκε για σάρκα τη συμπυκνωμένη διάρκεια
για απόφαση το Μέλλον και
με δικαίωμα πια
μ’ έκλεισε δω μέσα;»
ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ

Από το καλάθι σας τίποτα δεν πήρα.
Τίποτα δε σας χρωστώ.

Τα μηδενικά σας πήρα
έναν άξονα μέσα τους επέρασα
και πάνω στις ρόδες του το αμάξι της ποίησής μου στερέωσα
να τρέχει σαν κυνηγημένο ελάφι μέσα στο δάσος της αγνοίας σας
που μάτια δεν έχετε να τη δείτε 
γιατί στη θέση τους χάντρες βρίσκονται
και συντροφιά η μια με την άλλη κάνει
όπως Ελλειψη με Έλλειψη συντροφιά κάνουν.
ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Και που γράφουμε στίχους τι;
Και ποιητές αν μας λένε τι σημαίνει;
Από τους άλλους διαφέρουμε γι αυτό;
Μη και για μας κληρονομιά το σκοτάδι δε θα ’ναι;

Και που νώθουμε όταν οι άλλοι αναίσθητοι στα μηνύματα είναι,
και που πλάθουμε στίχους
στη σειρά αραδιαζοντας κόσμους, θεούς, ψυχές,
φαντάσματα κι αυτά δεν είναι  
που μέσα σε θάλασσες από λέξεις 
λέξεις κι αυτά όλα
κολυμπάν;
Και με τις λέξεις άλλο τι 
καθένας προσπαθεί να κάνει
παρά να δείξει την αδυναμία του να εκφραστεί;
Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΣΟΜΠΑ

Φτιαγμένη από μέταλλο γυαλιστερό
με πλέγμα προστατευτικό της ασφάλειάς μας
και της υψηλοφροσύνης της,
δεν ενοχλείται παρά μόνον από τούτο,
πως ευθύς
όταν δεν τη χρειαζονται
τη σβήνουν.

Και αυτό σαν διάλειμμα να το ιδει
της εργασίας της
δεν συγκατανεύει.
Αυτή από εργασία δεν γνωρίζει.
Καθήκον μόνο υπέρτατο θεωρεί
την ιερή συμμετοχή
στου ήλιου την αξία και τη θερμότητα.
Γι αυτό και με τον γήινο διακόπτη
αυτή, 
τελείως ποτέ δεν συμβιβάζεται.

Κι είν’ η αιτία αυτή που γρήγορα 
με μία μεγαλόπρεπη έκλαμψη 
σαν μιαν επίδειξη πρώτη και ύστατη της δύναμής της
αυτοκτονεί.
ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Αν ήμουνα ζωγράφος θα ζωγράφιζα
την πέτρα με φτερά
τη Λέξη στο θρονί του όντως όντος
και το Θεό υποπόδιο των ποδών μας.

Τη γη μία κηλίδα σε φωτός πελάγη
το δέντρο σαν καρπό, και την ελπίδα
σαn βρώμικη κι αισχρή γρηά μια πόρνη.

Θα ιχνογραφούσα με γραμμές περίοπτες
το βέλασμα του αρνιού το τελευταίο
πριν τη σφαγή,
στη θέση της ψυχής θα έβαζα ένα σώμα
και θ’ απεικόνιζα μ’ ενa άγραφο χαρτί-
και θα ’τανε πολύ και το χαρτί-
την αγάπη.

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

                          ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙ

Μια κούκλα από τις όμορφες τις πλαστικές εκείνες
που τις βιτρίνες των λαμπρών εμπορικών στολίζουν
απέραντα, ασυγκράτητα κι ασίγαστα αγαπώ.
Της το ’πα δε με κράτησε ο φόβος μην ντραπώ
κι ούτ’ έσκυβα τα μάτια μου που αγάπη καθρεφτίζουν
ούτε προτού να της το πω σκεφτόμουνα για μήνες.

Κι εκείνη δεν εμόρφασε μ’ αηδία ή με "λύπη"
και ούτε με παράξενο με κοίταξε ένα βλέμμα
σα να μου λέει: "μπορείς και συ γι αγάπη να μιλάς;
μπορείς και συ αληθινά να ξέρεις να φιλάς;
μπορεί κι εσέ πιο κόκκινο να γίνει σου το αίμα
και της καρδιάς σου πιο γοργοί να γίνουνε οι χτύποι;"

Για ν' απαντήσει μέσα της αμέσως: «βέβαια κι όχι»
και να με διώξει σίγουρη ότι δεν κάνει λάθος.
Μονάχα στέκονταν ορθή ακούοντας σιωπηλά
ενώ άφηνα του λόγου μου το ρυάκι να κυλά
και να της λέει για το άσβεστο που μ’ άναψε το πάθος
στου κόσμου αυτού την άξενη που βρέθηκα την κώχη.

Μια μέρα που τα ψώνια μου θα έχω τελειώσει
απ’ το λαμπρό κατάστημα εκείνο θα περάσω, 
θα βρω τον ιδιοκτήτη του και κει ορθά κοφτά
δίνοντας ακατέβατα όσα μου πει λεφτά
το φως που τη βιτρίνα του στολίζει θ’ αγοράσω
(σα δει το χρήμα πως κρατώ αμέσως θα τη δώσει).

Κι έτσι για πάντα δίπλα μου θα’χω μια αγαπημένη
που όχι σ’ ό,τι της ζητώ ποτέ της δε θα λέει.
Τις νύχτες στο κρεβάτι μας θα πέφτουμε αγκαλιά
όλα όσα μέσα μου κρατώ θα παίρνει τα φιλιά
δε θα γελάει ψεύτικα ούτε ψεύτικα θα κλαίει 
και στις στιγμές τις μυστικές θα ξέρει να σωπαίνει.

Τα βράδια θα γυρίζουμε στις σκοτεινές παρόδους
(τη μέρα αν τήνε βλέπανε μπορεί να μου την κλέψουν)
λίγο για ν’ αναπνεύσουμε αέρα καθαρό-
κι ύστερα αμέσως έρωτα που τόσο λαχταρώ.
Και όλα αυτά όσοι κουτοί αρνούνται να πιστέψουν
της τεχνικής στη σκέψη τους ας φέρουν τις προόδους.

                                                                                   L. A. 11-9-1994
ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ

Το κύπελλο πάνω στέκει στο στρογγυλό τραπέζι.
Και καθόλου στη σκέψη του δεν έχει
πώς να κινηθεί ή πώς, ίσως, να σπάσει.
Και σε όνομα δεν ακούει-δοχείο ή τάσι, ή τσάσκα, ή ποτήρι.

Κόσμοι μέσα του βοούν και σφύζουν και το δονούν,
έτσι σφιχτά καθώς ο ποιητής του
πιεσμένους τους διαμόρφωσε και συμμετρικούς.
Μα δε γνιάζεται ούτε γι αυτούς
και μόνη του φροντίδα έτσι που-αν και άθελά του-
καθορισμένο υπάρχει,
είναι το δικό του σχήμα
σε ο,τι μέσα του χυθεί
απαραιτήτως να δώσει.

Δίνει και παίρνει έτσι το μερίδιο της πραγματικότητας που, προσωρινά βέβαια μόνον
υπηρετεί κι εξουσιάζει.
ΤΟ ΣΩΣΤΟ

«Σ’ αγαπώ», λένε,
και αφήνουν τα φτερά της καταιγίδας 
τα λόγια τους  τ’ αέρινα να πάρει
και μένουν χωρίς ούτε τον ήχο της φωνής τους.

Και άδεια κορμιά πια υποδέχονται τ’ αφρισμένα κύματα
και ανεστραμμένα κελύφη τα πηχτά σάλια τους
σε άσκοπες, άχαρες γιορτές ξερνάνε.

Σε άλλες επιδιώξεις τ’ όνομα δίνεται το αληθινό
και τόσο μπερδεμένο
που νόημα δεν έχει ό,τι ακούγεται
μόνο καταλαβαίνει κανείς πως εκείνο,
το σωστό σύνολο γραμμάτων είναι.

Μια μάσκα να έπεφτε επιτέλους κάποτε!..   


ΤΟΣΟ

Πρόσωπα που μπροστά μου επερνούσατε
και ψεύτικα βήματα ανοίγοντας σαν σε σκηνή θεάτρου,
να με πείσετε πως μόνος δεν είμαι πασκίζατε… 
σκιές που ένα χέρι ζωντάνευε…
ήξερα πως δεν ήτανε για μένα που ερχόσασταν,
αλλά για σας-για να ’χετε ένα θεατή ώστε η παράστασή σας
αμάρτυρη να μη χαθεί.

Το σωστό σας μέτρο όμως δεν είναι αυτό
που εκεί πάνω μορφάζοντας μου δείξατε.
Το σωστό σας μέτρο μέσα μου το κρατώ
και μία μόνη στιγμή από τις τόσες που ξοδέψατε,
μ’ αυτό από σας θα μετρήσω.

Τόσο σας πρόσεξα.
ΟΙ ΓΡΥΠΕΣ

Φύλακες του χρυσού.
Φύλακες.
Και κατά χιλιάδες οι Γρύπες έπεφταν
σε κάθε των μονόφθαλμων Αριμασπών επίθεση
που το χρυσάφι να τους πάρουν θέλαν.

Στους φτερωτούς τους Γρύπες μέσα ποιος
τον έρωτα
 έβαλε για τον χρυσό;
Κανείς. Μόνο που καταλάβαιναν
πως αν δεν τον φυλάγανε αξία δε θα ’χε
κι ούτε αυτοί ονομαστοί στην ιστορία θα μέναν.

Η αξια του χρυσού
αξία στη ζωή τους έδωσε.
Τώρα όλοι ξέρουνε: οι Γρύπες
σκληροί, αδέκαστοι,
πιστοί φύλακες  του χρυσού ήσαν.

Έτσι αξία δίνει καθένας μας σε κάτι
και το τηρεί, και το ευλογεί και το φυλάσσει.
Άλλος χρυσό, άλλος αρχές, άλλος ιδέες.

Καλά ανταμείβουν οι αξίες.
ΔΙΨΩΝΤΑΣ

«Κλείσε το φως!», ακούστηκε.
Το φως δεν ήταν ανοιχτό. Εκείνος όμως
μια κίνηση προς τον διακόπτη έκανε.
Γέλασε με το πάθημά του.
Κοίταξε προς το μέρος απ’ όπου ήρθε η φωνή... κανένας.
Διπλά λοιπόν γελάστηκε.

Τα σκοτεινά γυρίσματα των καιρών
δημιουργούν τέτοιες ακατανόητες καταστάσεις.
Ακατανόητες για κείνους
που πίσω από το αποτέλεσμα λαχανιασμένα τρέχουνε
αίτιο διψώντας, γιατί αλλιώς
να εννοήσουν τη ζωή αδυνατούν . Γι αυτούς
όταν ακούγεται μία φωνή
να έχει μιλήσει κάποιος πρέπει.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Φώτη τρία συμβάντα ή καταστάσεις του εικοσιτετραώρου που που πρέπει να μάθεις. Θα στα πω με συντομία.
Πρώτο.
Κοιτάχτηκα σε ολόσωμο καθρέφτη πρώτη φορά σήμερα μετά από χρόνια. Είμαι χάλια. Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Δήμητρα φέρθηκε όπως φέρθηκε. Έμενα τότε κάτω από τ’ αυλάκι στην Τρίπολη. Η Δήμητρα έμενε στην ίδια πολυκατοικία με μένα και λάτρευε κυριολεκτικά την ποίησή μου. Μια μέρα τη συνάντησα στο δρόμο. Ήταν με κάποιον άλλο. Μου τον σύστησε και είπε στον τύπο με θαυμασμό «δεν ξέρεις τι ποιήματα γράφει!» και αμέσως μετά γύρισε προς εμένα, στράβωσε το πρόσωπό της σε μια έκφραση απέχθειας και συνέχισε δείχνοντάς με στον τύπο «και κοίτα τον πώς είναι…»
Φαίνεται πως από τότε είμαι έτσι. Να μη στα πολυλογώ έτρεξα και πήρα ένα καινούργιο μπουφάν μήπως κρύψει τίποτα.
Δεύτερο.
Διαπίστωσα πως ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΑΖΟΣ. Πώς το διαπίστωσα;
Δυο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, για να μη σου πω δυο μερόνυχτα, αγωνιζόμουν να βρω στον κομπιούτερ μου πώς θα βάλω μερικές λέξεις αυτόματα σε αλφαβητική σειρά. Δεν τα κατάφερα. Είχα καταλήξει πως είμαι χαζός αφού δεν μπορώ να βρω κάτι που ξέρουν ως και παιδάκια πέντε χρονών. Ξαγρυπνισμένος και με πόδια να πονάνε πήρα τον κομπιούτερ υπό μάλης και επισκέφτηκα με τη σειρά έναν ειδικό στα κομπιούτερς, μία κυρία γειτόνισσα που η δουλειά της είναι να δουλεύει τον κομπιούτερ εννιά ώρες την ημέρα επί τριάντα χρόνια και ένα ίντερνετ καφέ. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΙ! Πήγα στο φαρμακείο της γειτονιάς που είμαι πελάτης. Εκεί υπάρχει μια κοπέλα που είναι επαγγελματίας του θέματος και προσωρινά εργάζεται στο φαρμακείο. Έλειπε. Η φαρμακοποιός «ήξερε από αυτά» Προσπάθησε για μισή ώρα. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ! Καταλαβαίνεις, αφού τόσοι άνθρωποι που δεν είναι χαζοί δεν κατάφεραν να το κάνουν, άραγε ούτε κι εγώ είμαι χαζός. Γύρισα σπίτι με ανικανοποίητη την ανάγκη μου αλλά με αγαλλίαση: δεν είμαι χαζός.
Τρίτο.
Χες βράδυ, για να ξεδώσω από την παραπάνω προσπάθεια, βγήκα έξω για μια βόλτα. Στο τραπεζάκι του καφενείου της πλατείας ένας παλιός συνάδελφος. Ενενηκοντούτης αλλά που κρατιέται ακόμα. Το βράδυ είχε έρθει και νύχτωνε γρήγορα. Ομιλίες γύρω, που ακούγονταν σαν να έρχονταν από κάπου μακριά. Ο φίλος μού ανακοίνωσε πως αυτό το καλοκαίρι θα πάει για τελευταία φορά στην ιδιαίτερη πατρίδα του γιατί από του χρόνου, μου είπε, δεν θα μπορεί να οδηγεί γιατί δεν θα βλέπει καλά. Η κοπέλα μέσα στο καφέ έτρεχε να προλάβει τους πελάτες. Δυο μικρούτσικα παιδάκια παίζαν τρέχοντας γύρω μας προφέροντας ακαταλαβίστικες λέξεις. Ένας λατερνατζής πέρασε, το μικρό κοριτσάκι του μας έτεινε το πιάτο για τις δεκάρες μας. Όλα αυτά εκτυλίσσονταν σαν μέσα σε μια χριστουγεννιάτικη νύχτα που μέσα στην ομίχλη της οι λέξεις έρχονταν πνιχτές και τα μάτια έβλεπαν θαμπά.
Και ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πώς, όλα φωτίστηκαν. Όλα. Σαν ένα εξώκοσμο φλας ξάφνω να άναψε. Και μέσα στη λάμψη του, τα είδα όλα. Όλα. Εκεί, λίγο πριν χωρίσουμε με το φίλο και ενώ μιλούσαμε ακόμα.Τα είδα όλα Φώτη. Τα είδα καθαρά και αναμφίβολα. Είδα την αλήθεια Φώτη. Και είδα ένα άδειο Φώτη. Είδα το τίποτα Φώτη. Όλα αφανισμένα. Είδα χαμένα όλα Φώτη. Σαν όσα δήθεν υπάρχουν να μην ήταν παρά εικόνες ασύστατες, φανταστικές, που όμως σε καμιά διάνοια μέσα δεν διαδραματίζονται και που μόνον η ανάγκη για επικοινωνία μας με κάνει να τις χαρακτηρίσω κάπως. Φώτη δεν μας ονειρεύεται καν κάποιος. Ούτε όνειρο δεν είμαστε.
Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
 Στην κόρη της Βάσως Κάθυ με αγάπη

Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω
και να τους πω: "Γιατί ψυχές
μπαίνετε μες στο σώμα;

Ποιο χέρι στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;

Και σεις γιατί την πρώτη σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι ακίνητες κι αμίλητες
δε στέκετε εκεί μέσα

μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά,
μάλαμα και ’φροσύνη-

μόνο το διαμαντένιο σας
το φως γλυκοσκορπάτε-
και  κάθε αχτίδα του χαρά
και λάμψη κι ομορφάδα;"

Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη τα ύψη
των καθαρών τους των κορφών
και μέσα να βυθίσω

στού νου τις πετροκάμωτες
και σκοτεινές χαράδρες
και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την τρανεύει

να του φωνάξω: "Πες μυαλό
κι συ με τη σειρά σου,
ποιος μες στο άδειο το καυκί
σε όρισε του ανθρώπου,

να τρως από την τέρψη του 
να πίνεις τη χαρά του,
κάθε του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις,

κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό
και απαλό κι ωραίο
με τα γαμψά να το ξεσκείς
και μυτερά σου νύχιά-

ποιος στο σερνόμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει στο λεύτερον αητό
πάνω, τον υψικράτη;"

Κι ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι μου λένε, 
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος τα χάη,

και πριν να πέσω να χαθώ,
και πριν ξαναγυρίσω
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι
στο τίποτα από όπου ’ρθα,

φριχτή να βγάλω μια κραυγή
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν
στριγγιά φωνή που ν’ ακουστεί
στα μάκρη των Συμπάντων:

"Ποιος σαδιστής δημιουργός
έπλασε τέτοια αμάχη
και μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού ανίερου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα
πανάθλιο σμιλέψει

και το ζωντάνεψε και μες
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο

ποδοπατάει αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ούτ’ ανθί να δώσει:

Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω."

Μα ούτε τότε απόκριση
θα έπαιρνα καμμία.
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία

ο αντίλαλος απ’ τις τρανές
φωνές μου που θα ’ρχόνταν
από μακριά κι από βαθιά
κάπου, σαν όπως φτάνει

στ’ αυτιά μας το υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.

                      L. A. 1995  

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΘΥΜΩΝΤΑΣ

Όπως κάτι λέξεις που με τον καιρό ξεχάστηκαν
και σαν θα τις ακούσουμε μένουμε για λίγο αμίλητοι
θυμώντας έξαφνα όσα πήρανε μαζί τους,
έτσι και Σύ, Ώρα Γεμάτη, τη συνείδηση
με τον αστραπιαίο,τον μοναδικό,
τον απόκοσμο ήχο Σου δονείς.

Και η ακοή μας συνταράζεται,
και φέρνει μες στα δέντρα της ψυχής πουλιά
και σκιόφως, και ανεμοψιθυρίσματα άλλα,
του καιρού που χαμένοι ήμασταν-
τότε που η άγρυπνη ελπίδα και η λίγη μας ευχαρίστηση
χτυπούσαν αδύναμα φτερά
στο δόκανο πιασμένες της ρυτιδιασμένης Σου επιφάνειας-
ανάμεσα σε δυο πτυχές της
που νερό δεν έβρισκαν ν’ αναταχτούν.

ΣΕΡΒΙΟΣ ΣΟΥΛΠΙΚΙΟΣ

Ζηλεύω τον ύπνο σου Σέρβιε Σουλπίκιε.

Ω! Τι ωφέλιμο! Ο ύπνος να είναι ο ψεύτικος,
βαθύτερος απ’ τον αληθινό!
Ω! Να μπορούσε κανείς τα μάτια του
μπροστά στην άλλην όψη της ζωής
-την ανυπόφορη-να κλείνει!
Μα τέτια πού πουλάν υπνωτικά;
Που σχήματα να μην υπάρχουν τότε άλλα
πέρα απ’ όσα’
τα μάτια τ’ ανοιχτά βλέπουνε μόνο... 

Ω! Ο κόσμος σου Σέρβιε Σουλπίκιε
ο τόσο ξέχωρος απ’ τους δικούς μας
που πάνω στο προσκέφαλο
σαν ένα μυρωδάτο κρίνο τον θάνατο αφήνει!

Και το πως έχεις μάτια
και ξυπνητός όταν θέλειςείσαι
αυτό πιότερο τον θαυμασμό μας μεγαλώνει
επειδή τυφλός αν ήσουν
φρούδα θα ήταν τότε η σοφία σου.
ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ

Ενώ αυτή ακίνητη και σαν μαρμαρωμένη έβλεπε,
η ανέραστη θεά 
με κινήσεις αργές 
θεϊκές 
το τόξο της τέντωσε,
και στο στήθος της τόξεψε.

Το βέλος
στα νωπά
που ακόμα Θησέα και βεβήλωση μυρίζαν χάδια,
βούλιαξε πρώτα,
ύστερα τον θώρακα σαν φύλλο δάφνης διαπέρασε,
και στο σιωπηλό έριξε χάος την Ερωτευμένη.
JULIE: WHAT DO I…WHAT I AM?
(from augyst strinberg’s «MRS JULIE»)

Μη μου χαρίσεις λουλουδάκια και τραγούδια
μη με στολίσεις με ποιημάτων τις στροφές
κι ούτε ζητώ να με συγκρίνεις με αγγελούδια
ούτε με χάρες ανοιξιάτικες κρυφές.

Μην ηγηθείς για το χατίρι μου λεγεώνων
μην ως του κόσμου συ την άκρη οδηγηθείς
σ’ ένα μικρούλι «σ’ αγαπώ» αρκούμαι μόνον
που έτσι απλό κι έτσι βαθύ συ θα μου πεις.

Μη με γεμίσεις με χρυσάφια και ασήμια
όρκους μην παίρνεις που δεν έχουνε ψυχή
με του ερωτά σου μη με πνίγεις τα ταξίμια
μη με ποτίζεις με γλυκόλογων βροχή.

Ένα μικρούλι «σ’ αγαπώ» ν’ ακούσω θέλω
και κράτα εσύ κάθε σου άλλον θησαυρό
γιατί αν αυτό δε θα μου πεις…τ’ είμαι δεν ξέρω
ούτε και πρόκειται ποτέ μου να το βρω.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο άνθρωπος είναι συμπύκνωση πόνων
κι ανώνυμη μια η ζωή ειν’ εταιρεία
που είναι το έργο της ένα και μόνον,
να σπάσει τον άνθρωπο στ’ απλά του στοιχεία.

Βαριές οπλισμένη, αξίνες, ξινιάρια,
σπαστήρες, λοστούς, δυναμίτες, φαγάνες,
το όλο οικοδόμημα κάνει λιθάρια
που παίρνουν σειρά για τις μαύρες χοάνες.

Και βλέπουν ένα ένα τους πόνους
και λένε οι άνθρωποι: «α! δε θα ’ν’ άλλος»
μα πριν σταματήσουν ακόμα να κλαίνε
καινούργιος τους βγαίνει ένας πόνος μεγάλος.
GABRIEDA MISTRAL
        (1889-1957)

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει.

Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.
               ΣΩΖΟΥΣΑ

Όταν περνώντας το στενό στόμιο
στην ευρυχωρία βρέθηκαν
απλώθηκαν γύρω. Μερικοί
κάρφωσαν ένα ξύλο, του ’βαλαν χορδές.
Άλλοι εζύμωναν, ψαρεύαν.
Κλωστές άλλοι ταιριάζαν
βότανα βρίσκαν, σπίτια χτίζανε.
Τέλος καθένας κάτι όριζε
και ψηλά το σήκωνε σα λάβαρο
ή σαν θυρεό
ή σαν θεωρία
ή σαν σώζουσα πίστη.

Κι έτσι προχωρώντας πλατυνόμενοι, ξάφνω
μπροστά σ’ ένα στενό στόμιο
πάλι βρέθηκαν.
Και καθώς πίσω
έρχονταν κι άλλοι ανεμίζοντας πανιά
και άτρομα βαδίζοντας,
και καθώς άλλο να διαλέξουν δεν μπορούσαν
χώθηκαν πάλι μες στο στόμιο το στενό
συμπυκνωνόμενοι.
29 ΑΠΡΙΛΗ,ΗΜΕΡΑ ΧΟΡΟΥ

Χορός! Το σώμα γίνεται αγέρας
και νότα χαρωπή στο φως της μέρας.
Και στρέφει, και λυγίζει, και πετάει.
Κι η Λευτεριά του νου μαζί του πάει.

Χορός! Ο χορευτής τα σκότη σχίζει
και άϋλος-σαν πνεύμα-φτερακίζει!
Χορός! Του Θεού ένα δώρο στους ανθρώπους
που πέρα κάνει βάσανα και κόπους!

Και το χορό αν χορεύει νιος λεβέντης
της γης και τ’ ουρανού ειν’ αυτός αφέντης.
Κι αν λυγερή κοπέλα τον χορεύει,
τους άντρες όλους γύρω της παιδεύει.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

                    ΤΟΤΕ...

Γυρίζω μες στην πόλη αυτή και ψάχνω.
Για να ’βρω τι; Δεν ξέρω να το πω.
Και λέω: δύναμη θα πρέπει να ’χω-
ακόμα για πολύ θα περπατώ...

Κάποτε κάτι πέτρες αντικρίζω
που η θέα τους με κάνει και σκιρτώ.
Τότε λιγάκι-μα του κάκου-ελπίζω:
κάτι άλλο μοιάζει να ’ναι που ζητώ.

Πιο πέρα μιαν αυλή χορταριασμένη
τα θαμπωμένα μάτια μου θωρούν
μ’ ακόμα η ψυχή είναι μουδιασμένη-
και τώρα τα φτερά της δεν πετούν.

Γνωστά τοπία βλέπω, παλιά κτίρια
που μένουνε ακόμα ζωντανά 
δρόμους με στοματάκια ακούω μύρια
στ’ αυτια μου να μιλούν τα ορφανά.

Μα ουτε τότε η ψυχή δε λέει
ν’ αρχίσει τον τρελό της το ρυθμό
και ο αγέρας πνιγηρός ως πνέει
κάτω απ’ τον ουρανό τον σκυθρωπό

μου λέει: «θα ψάχνεις άραγε ως πότε;
Φτάνει. Ποτέ δε θα το βρεις αυτό.
Γυρεύεις το παιδί που ήσουν τότε-
γυρεύεις τον αγνό σου εαυτό».
                  TO ΓΡΑΜΜΑ

Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις
να το κλείσεις στον φάκελο
που απορεί γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.

Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.

Να γράψεις ένα γράμμα.

Κι όταν τελειώσεις και τον φάκελο σφραγίσεις
να τονε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά
λικνίζοντας στον αέρα τον καπνό του
που εσύ τον αναπνέεις.
Και οι λέξεις του
στο αίμα σου αίμα πάλι να γίνονται
και στην ψυχή σου ψυχή.

Και αύριο
εκεί που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δεν θα έχει περάσει
να σκεφτείς «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».

Και να πάρεις πέννα και χαρτί,
και
σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.

     ΟΙ ΟΡΧΙΔΕΕΣ ΕΧΟΥΝ

Oι ορχιδέες έχουν ένα άνθος
που μοιάζει με το θήλυ κάποιου εντόμου.
To άρρεν κατακλύζεται από πάθος
στη θέα αυτού του θαύματος του εγχρώμου

νομίζει ότι βρήκε ερωμένη
κι αμέσως φλογερά την αγκαλιάζει.
Σα φεύγει, στο κορμί του κολλημένη
του λουλουδιού η γύρη αναγαλλιάζει.

Με μια λοιπόν στενή συνεργασία
οι όρχεις oι ερωτύλοι κι η ορχιδέα
(θα έλεγα με μιαν ανθοβασία)
φυτά μας προμηθεύουν πάντα νέα.
          ΜΙΑ ΚΑΤΑΡΑ

Μία κατάρα του ’χει ορίσει
πίκρα να δίνει στους ανθρώπους.
Πάντα και σ’ όλη του τη ζήση
παντού-στης γης όλους τους τόπους.

Μα όσο λυπάται και πονάει
κι αυτός μ’ αυτή του τη συνήθεια
τόση χαρά και καρτεράει
να πλημμυρίσει του τα στήθια

όταν οι μέρες του σωθούνε
και οι κακίες όπου κάνει.
Aλήθεια πόσοι θα χαρούνε
σα θα ’ρθει η ώρα να πεθάνει...
                        Η ΡΙΖΑ

Ζω μες στα σκότη. Στα υπόγεια βύθη.
Σκουλήκια λασπωτά με τριγυρίζουν.
Και κάθε ώρα που ’ρχεται με βρίσκει
όλο και πιο στο χώμα να βυθίζω.

Όμως ψηλά, πάνω απ’ το μαύρο χώμα,
πλέοντας μες στο φως και στον αέρα
πανευτυχής υψώνεται ο ανθός μου.
          ΜΑΣ ΤΡΑΒΟΥΝ

Στην αρχή είμαστε σε μια βάρκα.
Σκύβοντας δε βλέπουμε νερό.
Σχήματα από ανθρώπινη σάρκα
ξεχωρίζουμε με τον καιρό.

Ύστερα ύφαλα και καρίνες
βλέπουμε κοιτάζοντας ψηλά
και ήρεμα ασταμάτητες δίνες
μας τραβούν όλο πιο χαμηλά.
                   ΤΟ ΠΡΑΟ

Χαμένες στου νου τα βαθιά τα υπόγεια
χαμένες μακριά απα’ στην άπλα της γης
κι αυτές κι όσα δε μου ψιθύρισαν λόγια
κι αυτές κι οι κενές τους ματιές οι αναιδείς.

Πώς μάκρυναν έτσι οι σκιες των Πραγμάτων-
οι άνθρωποι, οι τόποι, το Τώρα, το Εδώ...
πώς έχει θαμπώσει η υφή κι η έννοιά των
κι εγίνη η θωριά τους θολή, αναιμική…

Να είναι που τάχα όσο πάω γερνάω
και λιώνει το σώμα και μένει η ψυχή
και τώρα αρχινάν τα δικά της τα μάτια
να βλέπουν; Τα μάτια!.. Φαιδρά που αντηχεί!...
Γιατί στου τρανού Μηδενός τ’ άγια πλάτια
το Τίποτα βρίσκεται μόνο το πράο.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ

Κάποτε, παλιά, έπεσα.
Χτύπησα.
Μάτωσα.
Πόνεσα.
Φώναξα-κανένας δε μ’ απάντησε.

Σκιες περνούνε δίπλα μου.
Με σπρώχνουν.
Πέφτω πάλι και πάλι.
Έτσι είναι ο κόσμος τους.
Οι Καιροί σπέρνουν, οι Πόνοι θερίζουν.

Δε γεννήθηκα.
Κατάρα και Οργή με πλάσσνε
κι όταν η ώρα ήρθε
με φανέρωσαν.
Ο ουρανός Πέτρα.
Η Πέτρα Άβυσσος.
Ο Μεγάλος Προστάτης μ’ έριξε στον κόσμο γυμνή-
τη μόνη αλήθεια ανάμεσα στα ψέματα.

Περπατώ σαν πράγμα.
Είδωλα μ’ αγγίζουν.
Η Νύχτα με παίρνει και με πάει.
Η μέρα με ξερνάει κάθε πρωί μέσα στα παλιά της
εμέσματα.

Ξέρω. Βαθιά μου ξέρω.
Από το Δέντρο μαζεύω τα άνθη μόνη εγώ.
Τα μυστικά όλα γνωρίζω.
Περιβάλλω το Θείο όπως η φλούδα του το
βαλανίδι.
To Ανώτατο
χαλίκι κάτω από τα πόδια μου.
Βλέπω όπου κανείς δέν υποψιάζεται.
Είμαι μπροστά.
Είμαι Πρώτη.
Εγώ-η τελευταία.
Στέλνω το Φως και φωτίζω κάθε φορά κάτι.
Αυτό
τότε
υπάρχει.
Στην κορυφή όπου στέκω φαίνονται όλα: το Χάος, η Ντροπή, ο Φόβος η Απελπισία,.
Ο θεός από τον ουρανό του προσεύχεται σε μένα.

Κάποτε ,παλιά, έπεσα.
Και ρίζωσα και υψώθηκα θεόρατη πάνω απ’ Όλα.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΞΕΝΙΤΕΙΑ

Όπως πετρώνει το τσιμέντο
που φτιάχνουν οι χτίστες
(το ’δα μια μέρα στο Τολέντο
που χτίζαν τις πίστες

στων ταυρομάχων τις αρένες),
κι όπως η λάβα
φόρμες ταιριάζει πετρωμένες
με χρώματα μαύρα

(κάνοντας έτσι και πτυχώσεις
στης γης το δέρμα),
ίδιο ένα πέτρωμα θα νιώσεις
στο νου και στο αίμα

όταν στα χόρτα καθισμένος
που η Άνοιξη εγέννα
ταλαιπωρείς συλλογισμένα
μπλοκάκι και πέννα.

Απαραιτήτως βέβαια πρέπει
(νομίζω δεν το είπα)
άδεια από χρήμα να ’ναι η τσέπη
και να ’σαι στις ΗΠΑ.
            ΜΑΣ  ΕΙΠΕ

Μας είπε πως η κόρη της σκοτώθηκε
σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Η φωνή της χωρίς πνοή και χρώμα ηχούσε
σαν κάτω από τη γη να ’ρχόνταν. Και σαν
τα εικοστρία χρόνια της σκοτωμένης κόρης της
να προστεθήκαν στα δικά της,
έτσι τα πόδια έσερνε ως περπατούσε
λες ξάφνου έγινε πολύ γριά.
Και καφέ μας έφτιαξε με άλλα χέρια.

Μ’  ας πάει να λέει και να κάνει.
Την κόρη αυτήνε δεν την είχαμε ποτέ μας δει
άραγε κόρη δεν υπήρξε.

Ας πάει να λέει και να κάνει.
               ΟΥΤΕ  ΔΩΡΟ

Τόσο ανάξιος έμπορος ήμουν εγώ λοιπόν
που δεν επάτησε ποτέ κανείς στο μαγαζί μου
και το μεγάλο απόθεμα των τόσων υλικών
ακόμα ακέριο κι άθικτο μένει στην κατοχή μου;

Τόσο αδέξια ήτανε η δική μου τακτική
και τόσο διέφερε πολύ από αυτήν των άλλων
που όλοι προτιμούσανε και πήγαιναν εκεί
και αδιστάκτως μάλιστα και αυθορμήτως μάλλον;

Τόσο δεν ήθελε λοιπόν κοντά κανείς να  ’ρθει
στο χώρο που είχα όλη μου απλώσει την πραμάτεια
κι όταν την άπλωσα ήμουνα σαν λούλουδο που ανθεί
και τώρα βάζο αλάβαστρο που κείτεται κομμάτια;

Και τώρα που αποφάσισα να δώσω δωρεάν
τα πλούτη που αδιάθετα μου πιάνουνε το χώρο
στο κάλεσμά μου οι άνθρωποι φεύγουνε ως εάν
από εμέ δε θέλουνε να πάρουν ούτε δώρο.
      ΕΝ’  ΑΨΥΧΟ   ΚΟΥΦΑΡΙ

-Ποιος εισ’  εσύ που  ’ρθες εδώ
 στο σπίτι μου απόξω
 και περκαλείς γονατιστός
 την πόρτα να σ’  ανοίξω;

-Είμαι αυτός που ως τα χτες
 αγάπη σου ζητούσα
 κι εσύ δεν καταδέχοσουν
 ούτε να με κοιτάξεις.

-Εσύ  ’χες μάτια σκοτεινά
 πώς λάμπουν έτσι τώρα;
 εσύ  ’χες άσχημη θωριά
 και τώρα είσαι ωραίος.

 Πρώτα τα χείλια σου ήτανε
 στεγνά και μαραμένα
 κι ως χτες που σ’  ήξερα ήσουνα
 γέρος κοκκινοτρίχης.

-Χτες βράδυ στην απόκρυφη
 την αγορά επήγα
 και την ψυχή μου έδωσα
 για ομορφιά και νιάτα.

 Τρεις μέρες θα  ’μαι όμορφος
 τρεις μέρες θα  ’μαι νέος-
 τρεις μέρες-και την τέταρτη
 άσχημος πάλι-γέρος.

-Βάγια Βαγιώ Βαγιούλα μου
 κλείσε τα παραθύρια
 την πόρτα διπλασφάλισε
 κι άμα ρωτούν για μένα

 να λες πως είμαι άρρωστη
 με πυρετό μεγάλο
 κι ότι τρεις μέρες μοναχή
 πρέπει να μείνω τάχα.

 Τρεις μέρες-και την τέταρτη
 έλα να με βοηθήσεις
 να διώξουμ’  ένα γέρικο
 εν'  άψυχο κουφάρι.
    ΜΑΖΙ  ΤΟΥΣ

Μαζί με το σώμα
ο θάνατος παρασύρει
όλες τις λέξεις τις επιούσιες και επικλινείς
και όλες τις λέξεις
τις μη επιούσιες και μη επικλινείς.

Ύστερα, ούτε ο αέρας που πριν
αυτές γέμιζαν δε μένει
ούτε η ηχηρή προφορά
ούτε η αίσθηση του νοήματός τους.

Μαζί τους παίρνουν όλες τις πηγές τους
και βυθίζονται
αφήνοντας λευκή την επιφάνεια
για καινούργιες ψευδαισθήσεις.
         ΝΑ  ΖΗΣΟΥΜΕ

Στα στενάκια μας κλεισμένοι
στριμωγμένοι, διπλωμένοι
ανασαίνουμε
κέφι κι ώρα για κραιπάλη
δεν αφήνει η βιοπάλη
και πεθαίνουμε

ζαρωμένοι στο καυκί μας
και στην ώρα την κακή μας
διπλοκλείδωτοι.
Αχ και πότε θα ξανοίξει
και για μας-να μας αγγίξει
πρωτοείδωτη

μία νέα αλέγρα ζήση`
μακριά να μας κρατήσει
απ’  τα χώματα
ν’  απλωθούμε-ν’  ανοιχτούμε
στα ξενύχτια να ριχτούμε
και στα πιόματα…

να φουσκώσουνε τα στήθια
φλόγα όλο κι όλο αλήθεια 
ν’ αψηφήσουμε
τα μικρά και τιποτένια
και χωρίς καμία ένια
πια να ζήσουμε.
                                   ΜΕΛΙ
                 
Περνάν οι τουρκογύφτισσες να παν στο πανηγύρι.
Οι φούστες ανεμίζουνε. Oι μπούστοι αφροφουσκώνουν.
Aνάλαφρο περπάτημα τα ποδαράκια απλώνουν
και μια δροσιά ξεχύνεται στο καυτερό λιοπύρι.

Περνάν οι τουρκογύφτισσες κι όπου το μάτι γείρει
βλέπει χεράκια μελαψά σαν πλόκαμοι ν’ απλώνουν
και κόρφους ασημόχρυσους που πόθους ξεσηκώνουν-
πόθους που μοιάζανε νεκροί και που φαντάζαν στείροι.

Πετράδια ψεύτικα τ’  αυτιά και το λαιμό στολίζουν
κι έρωτες στα μαλλάκια τους τα μαύρα παιχνιδίζουν
κι όταν το λάστιχο κορμί ξεδιάντροπα λυγάνε
μοιάζουν θεές της ηδονής και της χαράς αγγέλοι
που αν τα δροσάτα χείλια τους δαγκώσεις στάζουν μέλι
και ζαχαρένιες σαϊτιές τα μάτια τους πετάνε.
SIEN WITH CIGAR IN WHITE
DRESS SITS NEXT TO STOVE
ON THE FLOOR 
(Van Gogh)

Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου-
δίπλα στη σόμπα καθιστή, επάνω στις σανίδες,
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.

Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου, 
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ηλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του ανθρώπου.

Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
Μόνη συντρόφια μες σε δυο σκελετωμένα χέρια
ένα τσιγάρο αμήχανα που στέκεται, σαν βέλος
που πεθαμένα τόξεψε-νεκρά δυο περιστέρια;

…Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δεν σου ’κλεψε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει. Μα ως για μας, για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΞΕΡΟΝΤΑΣ

Αύριο, λέγανε.

Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ.
Μόνο τα χτες ερχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο
όλο και πιο πυκνά
όλο πιο κοντινά
τόσο που δεν τα προλαβαίνανε
όπως οι εργάτριες στα εργαστήρια της ζαχαροπλαστικής
δεν προλαβαίνουν με χρυσόχαρτο να ντύσουνε
τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή σοκολατάκια.

Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε.
Να πούνε χτες το αύριο
να σβήσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το
να προχωρήσουνε πιο γρήγορα...

Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα
τα χτες τούς φτάσανε ως το λαιμό
και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε
ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί
ξέροντας όμως τώρα πια
πως αύριο δεν υπάρχει.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις
είναι χρυσάφι, αν με αξιοπρέπεια
στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο τη φορέσεις.

Αρκεί στις ειρωνίες να μην κιοτέψεις
και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς 
μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος
και μεγαλοπρεπής
ως βασιλέας.

Τότε, κάποιος, που ξαφνικά θα καταλάβει,
με σεβασμό μπροστά σου θα υποκλιθεί.
Και ύστερα
θα τον ακολουθήσουν ένας ένας
οι άλλοι όλοι-
πια θα είσαι βασιλιάς.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά του.
Ε και λοιπόν;
Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο.
Και ο βοσκός χτυπώντας με τη ράβδο του το χώμα.

Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα.
Ε και λοιπόν;
Και ο μονάχος μ’ ένα ω.
Και το κορίτσι μ’ ένα ε.

Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ.
ΧΑΜΕΝΟ

Ήρθε τα μεσάνυχτα καθαρά και χωρίς αμφισβήτηση
βγαίνοντας μέσα από κάτι γράμματα και μαγνητοταινίες.

Μιλάω για την αίσθηση πως είσαι μόνος-
καλίτερα ότι πάντα ήσουν μόνος και δεν το ’ξερες.

Και πίσω από την αίσθηση αυτή ακολουθούσε
η οριστική γνώση της πληρότητας
και της αυθυπαρξίας.

Κατάλαβα πια πως ό,τι είχα μαζέψει ως τότε
ήταν απόλυτα δικό μου
κι ό,τι είχα χάσει
οριστικά χαμένο ήταν.
         ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ποτέ μου δεν απόκτησα
σπίτι στη γη επάνω.
Μα έχω σχέδια πολλά
για όταν θα πεθάνω.

Θα 'χω ένα σπίτι τότε εγώ
που όλα θα χωράει.
Η γη σαν μια πετρούλα του
μικρούλα θα μετράει.

Ήλιους θα έχω λαμπερούς
για φώτα' και τα βράδια
όχι φτηνούς πολυέλεους
μα ολόγιομα φεγγάρια.

Αντίς χαλιά, στο πάτωμα
θα στρώνω Γαλαξίες.
Κομήτες μες στα βάζα μου
θα έχω για γαζίες.

Κι αν χρειαστώ και της βροχής
τις δροσερές σταγόνες
ωραία νεφελώματα
θα βρέχουν για αιώνες.

(Και θα 'χω για ενθύμιο
φυλάξει σε μιαν άκρη
απ' τη ζωή που 'ζησα 'δώ
μιαν αδικιά-ένα δάκρυ).

Πάρκα του και δωμάτια
αλλέες, σοφίτες, κήποι,
θα 'χουνε όλα τα καλά-
τίποτα δε θα λείπει.

Και στην κρεββατοκάμαρα-
θυμάμαι, ας μην το είπα-
θα 'χω σε μια γωνία της
κομψή μια μαύρη τρύπα.
ΤΟ ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ

Κάποιες φορές αιστάνομαι
σαν μελανοδοχείο
που κάποια πέννα μέσα του
βουτώντας ταχτικά
μαύρα αραδιάζει γράμματα
πάνω σε άσπρη κόλλα-
μαύρα αραδιάζει γράμματα
σε φύλλα ολολευκά.

Και κάποια μέρα μέσα μου
η πέννα σα χωθεί
μελάνι άλλο δε θα βρει
θε’ να ’χουνε σωθεί
οι στάλες της ολόμαυρης
κι ολόστιφης ζωής μου
και κάποιο χέρι νευρικό
θα σπάσει το γυαλί μου.
                   PINK PEACH   TREES
                           (Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς,  χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να  ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’  αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα  ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’  την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".
    ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝ

Όσους κι αν γνωρίσω ανθρώπους
(γνωριμιές που παν χαμένα),
όλοι τους ή κι ένας ένας
κάτι θέλουν από μένα.

Αλλά τη στιγμή την ίδια
κι ο θολός δικός μου ο νους
ξέρει πως το δίχως άλλο
κάτι θέλει από ’κεινούς.

Μα ουτ’ εγώ τι θέλω λέω
ούτε αυτοί τι θένε λεν
κι όλος ειμ’ εγώ ένα «όχι»
κι αυτοί όλοι είν’ ένα «δεν».

«Δεν» και «όχι» που ανοίγουν
τα ολομαύρα τους φτερά
και σκοτώνουν όποιας γνώρας
ελπιδότροφη χαρά.

Και για τον καιρό αφού πούμε
και για την πολιτική
στη μονιά του πάει καθείς μας
και ξανά μένουμε εκεί.

Και την κάθε μέρα έτσι-
άρνηση γεμάτοι ζώντας
και τα «θέλω» του ο καθένας
μέσα του σφιχτά κρατώντας,

σ’ ένα μνήμα μπαίνουμε όλοι
μαύρο, κρύο και μοναχό,
με τα «όχι», νεκροθάφτη,
κι άξιον του τα «δεν» βοηθό.
                                    ΠΕΣΜΕΝΟΣ

Πεσμένος στη καρέκλα του μ’  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δε δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’  αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.
ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
(1184 π.Χ: Οι Έλληνες καταλαμβάνουν την Τροία,
στην οποία εισέρχονται χρησιμοποιώντας τον Δούρειο Ίππο.)

Του κάκου την καταστροφή η Κασσάνδρα
είδε μες στ’ άλογο να κρύβεται.
Του κάκου ο Λαοκόοντας και οι γιοί του συμβουλέψαν.

Οι τρώες δεν τους δώσαν σημασία.

Ήταν γιατί ο Σίνων πειστικός εδείχτη;
Ήταν γιατί άδειο το στρατόπεδο από αχαιούς να δούνε
σκέψη στην τόση τους μέσα χαρά δεν εχωρούσε;
Ή τάχα μία βούληση ασύνειδη
εκβιαστικής προαγωγής της Μοίρας
για να χτιστεί απ’ τον Αινεία η Ρώμη;

Ότι κι αν ήταν, με τιμές μεγάλες
μπάσανε τ’ άλογο στην πόλη μέσα.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

24 ΑΠΡΙΛΗ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΖΩΑ
(στίχοι για παιδιά)

Εδώ δεν ξέρω φίλοι τι να πω.
Κι εγώ πολύ τα ζώα τ’ αγαπώ.
Μα όμως αγαπώ και τους ανθρώπους.
Ν’ αποφασίσω-όχι-δεν έχω τρόπους.

Καθείς ας απαντήσει μοναχός του
στο μέγα θέμα αυτό που στέκει εμπρός του.
Μη με ρωτήσετε-δεν έχω γνώμη.
Ίσως Θεός αν γίνω... μα όχι ακόμη...
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου  πες ποιον δε θα βρω
σα θα  ’ρθω στο χωριό μου;

-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός
πέθανε ψες το βράδυ
ένας αγέρας απαλός
τον πήρε ως τον Άδη.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
και πάνω του έτρεχ' αίμα
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
μες στης ζωής το ψέμμα;

-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις
την αγαπητικιά σου
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού
και ψίθυρος του δάσου.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα ’ρθω στα χώματά μου;

-Το στομα ας ήταν σφραγιστό
της μάνας σου της μαύρης
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.

                         L. A. 12 Μάη 1987

   ΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σαν πρόσωπα μου μοιάζουνε
τα φύλλα των βιβλίων
που σοβαρά κοιτάζουνε
αυτούς που τα διαβάζουν.
Άλλοτε άλλα μοιάζουν
με πρόσωπα αγίων
που βλοσυρά κι αμίλητα
μετράν την αμαρτία, 
άλλοτε με αφίλητα
πρόσωπα κοριτσιών
που βόλτα ομαδόν
βγήκανε στην πλατεία.
Κι έκπληξη άλλα μοιάζουνε
να ‘χουνε ή απορία
καθώς θωρούν να ψάχουνε
μέσα τους κάτι όντα
με ανύπαρκτα προσόντα
για τέτοιαν ιστορία.

ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ

Στο κελί όπου κλεισμένος είσαι
υπάρχει μυστική μια πόρτα
που ανοίγοντας σε δίνει έξω
στων Πραγμάτων τον κόσμο.

Υπάρχει μια πόρτα.

Μπορεί
σκέφτεσαι
κάποιο κουμπί να την ανοίγει.
Ή πάλι να προσμένει μία λέξη να ηχήσει
και συντρίμμια
στη δόνηση που εκείνη θα της φέρει
να σωριαστεί.

Και σηκώνεσαι
και τον τοίχο ψηλαφάς
και λέξεις μαγικές γυρεύεις.

Όμως μόνο ακινησία
και σιωπή αν γίνεις
η πόρτα όχι μόνο, μα και οι τοίχοι
θα γκρεμιστούν
και όλα τότε
φως και ζωή θα είναι.
             ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Όταν λοιπόν θα πάω στην Αθήνα
και θα 'μαι εκεί κοντά τους ένα μήνα
τα’ αδέρφια κάτι εμείς να πούμε πρέπει
το φως αμίλητα να μη μας βλέπει.

Λοιπόν ας πούμε όσα στριμωγμένα
μέσα μας βρίσκονται καιρό θαμμένα-
καθείς αυτό στον άλλο το χρωστά
έτσι που ζούμε χρόνια χωριστά.

Απ’ όσα κλει’ η καρδιά και η ψυχή μας
κι η δίψα όσα ποθεί η αδερφική μας
ας δώσουμε όσα πρέπει να δοθούν.
...Μα όχι,αυτά δεν πρέπει να ειπωθούν…

Του νου ας πούμε τότε τα παιχνίδια
της φαντασίας τ’ άσωστα παιχνίδια
τα όνειρα που πλαντούνε στη σιωπή.
...Μα ποιος ακούει τέτια αν ο άλλος πει…

Να λέγαμε για πάθη και για μίση;
Καθείς τον άλλο θα παρεξηγήσει.
Ισορροπία έτσι μια λεπτή
σε τέτοια δεν αντέχει κριτική...

Για ποίηση-που να ’ναι ξορκισμένη;
Όλων τα λέκτρα η σεπτή δεν χλιαίνει.
Για το ηλιοφώς τη φύση που μισεί;
Λόγο ποιος θα 'στεργε τέτοιον θρασύ;

Μα να! Ας πούμε για Φιλοσοφία!
Για Τέχνες! Για των άστρων την πορεία!
Τα τέτοια μάλλον λέγονται ευχερώς.
...Όμως κανείς μ’ αυτά είναι ανιαρός...

Λοιπόν στην πάντα τα απαγορευμένα.
Ας πούμε κάτι απ τα συνηθισμένα-
για χόμπυ, για συνήθειες, για δουλειές,
για γνωριμίες νέες και παλιές...

Ναι! Αυτά θα λέγαμε ανυπερθέτως
αν αιστανόμασταν κάπως ανέτως.
Μα κάτι άλλο και την ώρα αυτή
να γίνει από κάποιον θα βρεθεί….

Καλά. Κάτι θα βρούμε. Υπάρχουν τόσα.
Δεμένη δε θα μένει έτσι η γλώσσα.
Δε θ’ απομείνουμε βουβοί εντελώς.
...Ορίστε! Ο καιρός είναι καλός!
Ακόμα η γλώσσα κι άλλο θες να τρέξει;
Αμέσως: αύριο μάλλον θα βρέξει!...


                                                               L. A. 23-5-1997
           Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕ!

Σ' ευχαριστούμε Θε’ που πήγες κι έδεσες
στο άρμα του Φαέθοντα τη σφαίρα του Ηλίου.
Σ’ ευχαριστούμε Θε’ μου που μας έδωσες
τη ζέστα την ανήλεη-τη φλόγα του Ιουλίου.

Σ’ ευχαριστούμε Θε’ μου που δε γίνεται
κλεισμένοι μες στα σπίτια μας ολόημερα να ζούμε-
που πρέπει μες στην άσφαλτο που ψήνεται
τη μέρα οπωσδήποτε μια δυο φορές να βγούμε.

Κι απέ Θεέ την Πρόνοια Σου δοξάζουμε
και μύρια ευχαριστήρια Σου ψάλλουμε Κοντάκια
που όταν μέσα μπούμε ξεδιψάζουμε
μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό που ξεχειλάει παγάκια.

                                 K. A.   Ιούλιος 1989              
ΝΕΚΡΟΚΕΡΙΝΗ

Σ’ αυτό τον τάφο που άνοιξαν
οι κάτοικοι οι πρώτοι
μες στα υγρά του σκότη
τι να ’κρυψαν-τι να ’ριξαν;..

Ποτέ μου δεν εζήτησα
να γίνω τυμβωρύχος
μ’ αφού το θέλει ο στίχος
τον τάφο τον εσύλησα.

Μέσα η Αγάπη κλείνονταν.
Mε βιάση πεταμένο-
με σύρματα δεμένο
τ’ αβρό κορμάκι εκείτονταν.

Kι αντίς γι αγάπη αέρινη
που ήξερα εκεί πέρα
βρήκα σ’ αυτή την ξέρα
μια Αγάπη νεκροκέρινη.

Στ’ άσαρκο πλάϊ λείψανο
το σώμα μου ξαπλώνω…
μα πάλι μένει μόνο
και πάλι αξεδίψαγο...

              L. A. 1-9-87
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ

Αυτό το δανεικό μικρό βιβλίο-
αυτή η ποιητική ανθολογία –
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη και κρύα-

ετούτο το βιβλίο που επήρα
εχτές στη Δημοσία βιβλιοθήκη-
ετούτη η φωτερή ανθοπλημμύρα-
αυτά τα ονειρικά χερσαία τα φύκη-

ετούτο το μικρό βιβλιαράκι,
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε!
τι ανήκουστα θεριά! τι θείοι δράκοι!
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!

Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία-
τι κάστρα μαγικά κρύβει εντός του!
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία-
χορτάτες πώς οι ύαινες του Νόστου!

Και πώς μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που 'χει κρυμμένα...

Καθώς με κρύα χέρια ξεφυλλίζω
τα φύλλα τ’ απαλά σαν περιστέρια
εντός του άλλα πρόσωπα αντικρίζω
και βλέπω να σαλεύουν άλλα χέρια.

Και τρέμοντας τα χέρια μ' αγκαλιάζουν
κι ολόχαρα ματάκια με θωρούνε
και άϋλα κορμάκια πλησιάζουν
το φίλο τον καινούργιο για να δούνε.

Και μέσα τους αφήνομαι και σ’ άλλη
ζωή και κοινωνία φτερακίζω
και κει αναστηλώνομαι και πάλι
και πάλι προσπαθώ... και πάλι ελπίζω...

                               L. A   18-6-1991

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Καλώς τηνε. Κάθισε. Και πριν απόλα να σε ευχαριστήσω που διάλεξες την ημέρα του βιβλίου για να έρθεις και ν’ αρχίσουμε τη δουλειά. Κατά δεύτερο λόγο να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κυρία Κοντού που σ’ έστειλε. Μου είπε ότι ξέρει τι είδους κοπέλα μου χρειάζεται και ότι θα μου την έβρισκε. Και το έκανε. Δε θέλει πολλά ένας άνθρωπος στην ηλικία μου για να καταλάβει κάποιον μόνο βλέποντάς τον απέναντί του. Η έκφραση του προσώπου, το σχήμα του στόματος, η στάση του σώματος, ο τρόπος που μπήκες στο δωμάτιο, η χροιά, η ένταση και η ηρεμία της φωνής σου σωστά αξιολογημένα, τα μάτια σου που για μια στιγμή κοίταξα μέσα τους, είναι υπεραρκετά στοιχεία για κάποιον που διαθέτει παρατηρητικότητα, λογικό και διαίσθηση για να εννοήσει με τι άνθρωπο έχει να κάνει.
Κάθισε.
Όταν έμαθες για μένα της είπες πως δε θέλεις χρήματα γι αυτό που θα κάνεις εδώ. Εγώ θα σου δώσω ότι μπορώ. Και αν βρίσκεσαι εδώ ώρες φαγητού, θα σου προσφέρω ένα πιάτο από το φαγητό της ημέρας μου.
Ακόμα θα σου προσφέρω τη γνώρα ενός άλλου κόσμου. Τη γνώση μάλλον ότι υπάρχει κι άλλος κόσμος εκτός από τον γνωστό για όλους. Ο δικός μου κόσμος είναι αυτοί οι τέσσερες τοίχοι που βλέπεις με ό,τι κλείνουν ανάμεσά τους. Είναι ο κόσμος των βιβλίων. Είναι ο κόσμος της ποίησης και της φιλοσοφίας. Εδώ το χρήμα είναι οι λέξεις και τα εργοστάσια είναι το Χαρτί, το Χέρι και το Μολύβι όλα κι όλα. Αυτά παράγουν συνεργαζόμενα όλα τα απαραίτητα για τη ζωή προϊόντα. Η ενέργεια για όλα τους είναι το ταλέντο, ένας ήλιος όχι με υδρογόνο και ήλιο, αλλά που είναι φτιαγμένος από σκέψη, στοχασμό και φαντασία.
Όσο βρίσκεσαι μέσα εδώ καλά θα είναι για τη δουλειά μας να ξεχνάς τον έξω κόσμο.
Η διάρκεια που θα έχει η δουλειά μας θα είναι για σένα ένα ταξίδι ενός μηνός στον κόσμο που αγαπάς και που επιθυμείς να πας χωρίς να το έχεις καταφέρει μέχρι τώρα.
Σου δόθηκε αυτή η ευκαιρία με όσα σου είπε η κυρία Κοντού και συ δεν την άφησες να χαθεί.
Και ήρθες.
Πάντοτε ήθελα να πάω στο Παρίσι. Δεν τα κατάφερα. Εσύ ήρθες στο δικό σου Παρίσι. Και αν δεν δεις όλα τα μικρά και μεγάλα, κρυφά και φανερά θαύματά του, και αν δεν το ρουφήξεις όλο,  όμως θα γευτείς κάτι από το δικό σου Παρίσι με το ακροχείλι σου. Φτάνει η γεύση που για λίγο θα απλωθεί στη γλώσσα σου μετά από αυτή την στιγμιαία επαφή για να μπορείς να λές πώς είδες το Παρίσι και για να το ανακαλείς στη μνήμη σου όποτε επιθυμείς, θυμώντας τη γεύση εκείνη, όπως δεν ξεχνάς την γεύση του κρπουζιού  όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και όπως θυμάμενη το άρωμα του καρπουζιού ξεχύνεται μέσα σου το καλοκαίρι όλο, έτσι και από δω και ύστερα θα γεμίζεις με το Παρίσι μας, αναθυμώντας τον ένα μήνα που θα περάσουμε μαζί.
Εκείνο που θα κάνουμε είναι να βάλουμε σε τάξη το χάος των χαρτιών που βλέπεις ολόγυρά σου, παναπεί να βάλουμε σε τάξη τη ζωή μου. Ταξινόμηση και καταγραφή όλων των γραφτών μου. Τελειώνοντας θα έχουμε βάλει σε μια σειρά όλον αυτό τον όγκο ασπρόμαυρων επιφανειών που είναι η περιουσία μου, όλων αυτών που έκανα στη ζωή μου περιγράφοντάς την.
Ξέρεις, αυτό δεν το κάνω για εκείνους που θα μπουν στο δωμάτιο αυτό όταν εγώ θα λείψω. Όχι. Εκείνοι, ο σπιτονοικοκύρης δηλαδή, θα μπει μέσα με μια καθαρίστρια, θα δει τα χαρτιά και τα βιβλία,  θα στραβώσει τα μούτρα του και την ψυχή του και θα ψιθυρίσει «τι στο διάολο είναι όλα τούτα;» και μετά δυνατά στην καθαρίστρια «πέταξέ τα όλα αυτά στα σκουπίδια. Αύριο θέλω να είναι το δωμάτιο καθαρό!» Και η καθαρίστρια αυτό ακριβώς θα κάνει. Όχι λοιπόν για κανέναν άλλο παρά για μένα. Μαζί εδώ οι δυο μας θα βάλουμε Τάξη στο Χάος. Και μετά από αυτό θα κρατώ όμορφα ταχτοποιημένα τα πεπραγμένα μου και έτοιμος να τα δείξω στον πρώτο που θα μου πει «Για δείξε μου τι στο διάολο έκανες εκεί κάτου;» Γιατί τι να του έλεγα; «Ψάξε και δες μόνος σου»; Αυτός δεν θα έχει χρόνο να ψάξει εκεί που έχω ασφαλισμένα τα γραφτά μου-και τόσο μακριά αλήθεια-, αυτός θα θέλει να του δείξω τη δουλειά μου εκεί και τότε. Θέλει μασημένο φαί. Γιατί πίσω θα περιμένουνε κι άλλοι για εκτίμηση. Μια ατέλειωτη σειρά. 
Λοιπόν… Με συγχωρείς, δεν σε ρώτησα αν θέλεις έναν καφέ, ένα ποτήρι νερό πριν αρχίσουμε. Όχι; Καλά. Λοιπόν βλέπεις εκείνη τη στοίβα;.. Όχι αυτή, δεξιά… πιο δεξιά… αυτή! Φέρτην εδώ.
Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ

Εξετάζοντας τον εαυτό του κάθε μέρα
Παρατηρώντας κάθε αντίδραση
Κάθε πτυχή
Κάθε ανασασμό του
Πρόσεξε
Ότι αμέσως πρεπει ν’ αναιρεί
Αυτό που κάθε τόσο διαπιστώνει
Και άλλην αποτίμηση αυτού που είναι
Απ’ αρχής
κάθε φορά να κάνει. 

Έτσι μελετώντας για καιρούς 
Όλο και πιο βαθιά έμπαινε
σε μία σφαίρα μέσα όπου
Η απογραφή όλο και πιο απλή γινόταν
Των συστατικών του, 
Ώσπου τέλος είδε ότι
Ολόκληρος δεν ήτανε παρά
Ένα καθάριο