Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

άτιτλο

Απρόβλεπτα κι απρόσμενα κύλησε τούτη η μέρα
σα μαγεμένος σίφουνας σα φοβερή κατάρα
βροχές κι ευθύνες φέρνοντας και κρύο έναν αγέρα
και μες στ' αυτιά μου στέλνοντας πρωτόγνωρη μια αντάρα.

Πουθ' ήρθε; Και πότε έφυγε; Πώς οι ώρες της μετρήσαν;
Ποιοι τάχα θεοί ξεψύχησαν και ποιοι εγεννηθήκαν;
Ποίοι τολμηροί κατακτητές φλάμπουρα νίκης στήσαν;
Και πρέπει πλοία κάμποσα στα πέλαο να χαθήκαν.

Σα μια τεράστια έμοιαζε και μαύρη περιστέρα
κι έφυγε δίχως να χρειαστεί εγώ να τήνε διώξω.
Απρόσμενα κι απρόβλεπτα πέρασε τούτη η μέρα.
Και όχι άλλο τίποτε μα μ' άφησε απόξω.

1958
άτιτλο

Τον που βαδίζει μη τόνε λυπάσαι
κι ας έχουνε τα πόδια του πληγές
το δρόμο του ας τον χάνει πότε πότε
ποτέ ακόμα τον σωστό ας μην έβρει.

Και πεινασμένο αν τον δεις ή διψασμένο
κι αν δύναμη του μένει μόνο για να περπατεί
τον που βαδίζει μη τόνε λυπάσαι
όταν μπροστά σου ο δρόμος του τον φέρει.

Μόνο αν τον δεις πολύ να υποφέρει
δοστου, χωρίς αυτός να σου το πει
λίγο νερό να πιεί να ξεδιψάσει
λίγο φαϊ να φάει να στυλωθεί.

Αυτός στην κρύα στάχτη μέσα
η σπίθα είναι του θεού
που κάποτε, ξανά, θα λάμψει.

1958
άτιτλο

Ψυχρά ο καιρός με αγγίζει
και δύσκολα οι νύχτες κυλούν
ο πόνος φριχτά ταλανίζει
κλαμένα τα μάτια σφαλούν.

Θολή παραζάλη τριγύρω
στη μέση εγώ μοναχός
φαντάσματα βάζουν στον κλήρο
των δύο ματιών μου το φως.

Μια σκέψη με σώζει μονάχα
κι αυτή με κρατεί ζωντανόν-
απόψε να ’ρχόσουνα τάχα...
μα όνειρο αυτό μακρινό…

Γι αυτό και απόψε το τέλος
θαρθεί δίχως άλλο-θαρθεί.
Και συ θα ’χεις ρίξει το βέλος
και θα ’χει η ελπίδα χαθεί.

1958
άτιτλο

Περιβολή δεν είναι αυτή
που 'χω' δεν είν' για μένα
να τριγυρνώ μέρα γιορτή
με ρούχα μπαλωμένα.

Θ' αλλάξω ρούχα. Ντεμοντέ
ήμουνα μέχρι τώρα-
θα κάνω αμέσως ντε και ντε
στον εαυτό μου δώρα.

Κοστούμια θα 'χω και παλτά
με δέρμα στους αγκώνες,
θα τα πετάξω τα παλιά
γραβάτες, μπλούζες, ζώνες.

Έτσι θα γίνομαι δεκτός
σε όλες τις παρέες
και θα φαντάζω ζηλευτός
εις τις σεμνές μας νέες.

Κι ίσως ντυμένος έτσι δα
με κέφι και με μόδα
ίσως ν' αλλάξω και μυαλά
και να γυρίσει η ρόδα.

1958
άτιτλο

Ωραία άνθη που 'χει η λεμονιά!
ωραία άνθη κι άσπρα μυρωδάτα!
Του κήπου ευωδά κάθε γωνιά
κι ειν' άνοιξη τα στήθη μας γεμάτα.

Ωραία άνθη. Όμως τι ξινούς
και άσχημους καρπούς που δίνει…
Γι αυτό κι εγώ την παρομοιάζω εκείνη
με λεμονιά και τους καρπούς της με κεινούς.

Αλήθεια όμοια κι ίδια η καλή μου
ενώ ανθός φαντάζει ονειρεμένος
με τυραννά-δε θέλει το φιλί μου
κι αν με φιλήσει φεύγω ξινισμένος.

1958
άτιτλο

Στο τοπικό υποκατάστημα
όλοι υψώσανε ανάστημα.
Λόγια συνέχεια λένε βλάστημα
στης εργασίας όλο το διάστημα.

Μα όλ' αυτά μου είναι ξένα,
Δεν ειν' αυτά διόλου για μένα-
προϊσταμένη διαόλου γέννα
με σαλεμένα της τα φρένα.

Α! Φτάνει πια! Σε μια σπηλιά
θα πάω να ζήσω με πουλιά
και με ζωάκια αγκαλιά-
και θα γεμίζει κι η κοιλιά.

ΣΤΥΛΙΑΝΉ ΑΝΤΩΝΊΟΥ

-Στυλιανή Αντωνίου.
Τι είναι αυτή η Στυλιανή Αντωνίου;
-Χριστός με Όπλο.
Πρόεδρος με Τσίπα.
Λαός Υπεύθυνος.
Τίμιος Πρωθυπουργός.
Ο Καθρέφτης του Μέλλοντός σου.
-Και, η Αντωνίου η Στυλιανή τι κάνει;
-Ξεπλένει την Ντροπή σου.
Μαθαίνει στα Παιδιά της Ανθρωπιάς το Δρόμο.
Ναρκοθετεί την Ύλη με Ιδέες.
Γράφει την Ιστορία όπως της πρέπει να γραφτεί.
-Ε και να κάνω τώρα τι
μ’ αυτή την Αντωνίου τη Στυλιανή;
-Να την υψώσεις Σημαία της Αξιοπρέπειάς σου.
Με Πανιά σου το Παράδειγμά της ν’ αρμενίσεις.
Ν’ ανάψεις στην Αγιοσύνη της Κερί τη Βουλή
και να της κάψεις Λιβάνι-Τσίκνα από των Πλούσιων τα Κορμιά.
Κι αν πάλι δε θα σηκωθείς Δούλε Λαέ,
τουλάχιστο σκυφτός έτσι όπως είσαι
στρέψε σ’ αυτή και ζήτα της συγνώμη
που πάλι τ’ Όνειδος διαλέγεις.

ΕΚΕΙΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

Κάποτε είχα μια αδερφή.
Απρόσεχτη εκάηκε
σε μιας φριχτής τις φλόγες πυρκαγιάς.

Κάποτε είχα μια γυναίκα. Τ’αφρισμένα
τα κύματα την πήραν του Αιγαίου.

Κάποτε είχα ένα γιο. Τόσο λαφρύν
που ένα σκαθάρι τόνε πήρε στη φωλιά του.

Κάποιοι ευφάνταστοι πολύ
μου λέγανε πως είχα κι αδερφό.

Είχα σπίτια. Μου τα πήραν.
Είχα φίλους είχα φίλες
είχα και συμμαθητές.
Μα γοργά μου φύγαν όλοι
με ακούραστα φτερά. 

Τι λοιπόν;
Είμαι μονάχος;

Όχι. Λένε όσοι ξέρουν.

Σαν το χέρι μου απλώσω
και ανοίξω το συρτάρι
τι αιθέρια πλασματάκια
εκεί μέσα είναι βαλμένα!
τι ματάκια φλογισμένα!
τι χειλάκια λαμπερά!
Στη θωριά τι ευτυχία!
Στη φωνή τι ζεστασιά!

Νάτα εκεί τα ποιήματά μου!
Πάντα εκεί!
Πάντα δικά μου!

Κι ούτε φόβο έχω μήπως
μου πετάξουν μακριά μου-
μακριά πετά η καρδιά μου;

Τώρα τώρα τα τοιμάζω
για το πρώτο τους ταξίδι.
Μα, θα πείτε, κι αν σου φύγουν;
Κι αν δε σου ξαναγυρίσουν;

Α! Καλοί μου! Κι αν μου φύγουν
Κι όπου θα ’θελαν να πάνε
Πάντοτε δικά μου θα ’ναι
Και για μένα θα μιλάνε.

Κι αν κανείς με οργή και μίσος
Στη φωτιά θα τα πετάει
Ο καπνός της ως τις άκρες
των συμπάντων θα τα πάει.

Κι αν στης θάλασσας τα βάθη
Θα τα ρίξει να πνιγούνε
Στον αφρό απ’ τα’ αφρισμένα
κύματά της θ’ αντηχούνε.

Κι όσο πιο πολύ μακριά μου
τα καλά μου θα πηγαίνουν
τόσο πιο πολύ κοντά μου-
τόσο μέσα μου θα μένουν. 
γιατί εγώ εκείνα είμαι
και εκείνα είμαι εγώ.
 ΨΑΡΑΔΕΣ

«…ποιος τελευταίος θα γελάσει;»
 Σωρό βγάζει τα ψάρια ο ψαράς
στο Μαλακάσειο Ιχθυοτροφείο.
Προτού τ’ αγκίστρι ρίξει αυτό γεμίζει.
Και ψάρια κουβαλάει στη στεριά
ταϊσμένα με τροφές αντίθετες 
μες σε στενό ένα χώρο σκορπισμένες.

Κι αυτά τα ψάρια απούλητα σαπίζουν.

Στο Καρυωτάκειο Πέλαγο- εκεί έξω
ο κυνηγός ψαράς τραβάει με τη βάρκα του
κι αμίλητος για ώρες καρτερεί
στο κρύο και στη νύχτα.

 Σα φέξει το πρωί 
γυρνάει μ’ ένα ψάρι ή δυο κάθε φορά.

Κι ως να το πάει στο σπίτι του
το τρώνε οι διαβάτες με τα μάτια τους.
ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...

Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.

Το προαιώνιο του ανθρώπου
το όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντοτε όνειρο θα μείνει.

Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του.

Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.

Ο ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ .

Σίγουρος για τον εαυτό του και για της φάρας του τη δύναμη,
όλος περιβαλλόμενος από δικούς.
Δικές του οι εφημερίδες και τα ράδια
δικές του οι τηλεόρασες, τα βήματα.

Έτσι αυτός δεν έχει
πάρα να παίζει τον ευθύ και τον ελεύθερο,
τον καλλιτέχνη και τον ανεξάρτητο, 
και τον κααλόγνωμο να υποδύεται.

Και άφοβα με όλα συμφωνεί,
και δεν αρνείται σε κανέναν τίποτα,
και δείχνεται ανώτερος μικρών πραγμάτων.
και προ παντός
δρόμους καινούργιους πρόθυμος είναι ν' ανοίγει-
με λόγια, ξέροντας πως πράξη δε θα γίνουνε αυτά ποτέ τους.

Έτσι το κέντρο ενός κύκλου είναι
που την περιφέρειά του οριοθετεί
με τις ακτίνες που εκτοξεύει,
ενώ εκείνη, ως τοίχος,
προστασία σ' αντάλλαγμα του δίνει
απ' όποια κακοπάθεια ή μομφή,
που οι βλαπτόμενοι
θα είχαν κάποτε το θάρρος,δημοσία
να προκαλέσουν ή να του προσάψουν.
Και οι εξουσιαστές,αυτόν προτάσσοντας, -πώς να τους πεις κουβέντα;-"
να!",λένε,"πάει μπροστά η χώρα!"

Ωραία που ζουν οι κακοπράγμονες: ανυποψίαστοι πως είναι πεθαμένοι.

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

άτιτλο

Να λησμονώ το θάνατο δε θέλω
καμιά στιγμή της νύχτας ή της μέρας.
Όπως τον μαύρο εκατάτρωγε Οθέλλο
της ζήλειας το πολύμορφο το τέρας
έτσι και μένα θέλω να κατέχει
μονάχα η στιγμή η ευλογημένη
του τέλους
και η σκέψη μου να τρέχει μόνο σ' αυτήν-
για τ' άλλα να 'ναι ξένη.

Ποτέ δε θα ζητήσω ν' αποστρέψω
το νου από του θάνατου την ώρα.
Όταν τη δω μ' αγάπη θα της γνέψω:
έχω καιρό σκοτώσει την Πανδώρα.
Κάθε ημέρα θέλω να μυρίζω
θανάτου ευωδιές εις τον αέρα.
Κάθε ημέρα θέλω να σαπίζω
και να πεθαίνω θέλω κάθε μέρα.

1958
άτιτλο

Λοιπόν οι υποσχόμενοι πολλά το πάλαι νέοι
να 'μαστε ολομόναχοι, μικροί_και προδομένοι
ν' αναπολούμε μια ζωή που διάβηκε χαμένη
συντρίμματα ξοπίσω της αφήνοντας και χρέη.

Να ’μια κι εγώ λοιπόν εδώ το πάλαι ποτε νέος
που τόσα περιμένανε οι άλλοι από μένα
κι εγώ ποτέ μη κάνοντας ποτέ απ’ αυτά ουτ' ένα
σ' άλλους το δρόμο άνοιξα για δόξα και για κλέος.

Να 'μαι κι εγώ λοιπόν εδώ μες στης ζωής το θάμα
την ευτυχία να ζητώ με πόvo και με κλάμα
τους αντιπάλους να μετρώ μ' ένα μονάχα βλέμμα
και σα σκουλήκια ενώ μπορώ άκοπα να τους λιώσω

να τους θωρώ που μ' ηδονή μου πίνουνε το αίμα
τα παχουλά τα χείλη τους γλύφοντας κάθε τόσο.

1958
άτιτλο

Αλύπητα κι ασίγαστα η στιγμή
πα' στη στιγμή χτυπά
και σώνει τη ζωή μας μυστικά.
To θάρρος κι η τιμή
εμπόδιο να σταθούν αδυνατούν
κι ας ήταν κάποτε τα δυο
στολίδι μες στο βιο,
 τώρα στον άνεμο πετούν
και μόνο να κοιτάνε ταπεινά
την τελευταία ηδονή μπορούν
και μια φωνή-σπαραχτικά-
να βγάλουν σαν τη δουν.

1958
άτιτλο

Υπάρχει ένας θεός
Που πάντοτε ξοπίσω το άνθρωπος θα τρέχει
χωρίς ποτέ και να μπορεί
να τόνε φτάσει όμως.
Χρειάζονται στα πόδια του φτερά
που δεν τα έχει.
Και για να φτάσεις το θεό είναι μακρύς ο δρόμος...

1958
άτιτλο

Περιστέρι μου καλό
άνοιξε τ' αυτάκια σου
κι άκου τι θα πω
Μίαν αγάπη έχασα
δος μου τα φτεράκια σου
για να τήνε βρω.


Τη θωριά σου δώσε μου
άσπρο περιστέρι-
ίσως η ομορφάδα σου
πίσω τήνε φέρει.

1958
άτιτλο

Ό,τι κι αν θα μου φέρεις
τώρα που 'ρθες κοντά μou
καλως ηρθες καλή μου
-καλώς ήρθες γλυκιά μου.

Κι αν κοντά σου περάσω
χίλιες όμορφες ώρες
κι αν με πας οε ωραίες
κάποιες άγνωστες χώρες

κι αν ακόμα με πάρεις
και με πας ως τον Άδη
κι αν για πάντα με ρίξεις
μες στο μαύρο σκοτάδι

πάντα θα ’ναι για σένα
ανοιχτή η αγκαλιά μου'
καλώς ήρθες καλή μου
καλώς ήρθες γλυκιά μου.

1958
άτιτλο

To μεγάλο μυστικό καλά το κρύβουν οι ανθρώποι.
Τα βραδυνά χαρούμενες κάνουν βεγγέρες
τη μέρα εργάζονται, είναι πατέρες,
και μικροί σαν είναι παίζουν τόπι.
Κι ας τους το θυμίζουν όλοι γύρω τους οι τόποι'
εκείνοι απαιτούν,
επιβάλλονται με φοβέρες
παραφροσύνης περνάνε βέρες-
έτσι κρύβουν το μεγάλο μυστικό oι ανθρώποι.

1958

άτιτλο

Εις σε που θλίβεσαι εις την θέαν των ανθρώπων
και βαθέως αισθάνεσαι την οδύνην των απάρθενων πια κοριτσιών
εις σε και μόνον δικαιολογείται
η απόκρυψις της χαράς όταν έλθει.
Συ μόνο που κάθε βήμα σου είναι πόνος έχεις το δικαίωμα
την χαράν δια τον εαυτόν σου να κρατείς
όταν με εν τυχαίον άλμα της  σε φθάνει.
Επειδή γνωρίζεις καλώς ότι ταχέως
θα διαλυθεί
Και ακόμα
ότι ουδείς την πρέπουσαν αξίαν θα της έδιδε
αν του την προσέφερες.

1958
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ

Γεμάτος με θλίψη
και άλλα πολλά
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά.

Μου έχεις σηκώσει
εσύ τα μυαλά
μου έχεις σηκώσει
και άλλα πολλά.

Σε έχασα κι όλα
τα βλέπω θολά-
τα τούβλα, τα βόδια
και άλλα πολλά.

Αν ησουν κοντά μου
θα ήταν καλά
θα κάναμε τρέλες
και άλλα πολλά.

Μα τώρα σ' αφήνω
με μάτια θολά
γκαβά, δακρυσμένα
και άλλα πολλά.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

IΔΙΑ

Μέσα σε βάρκα δε θα μπει
ξανα ποτέ του πάλι
γιατί έναν τρόμο παρευθύς
νιώθει να τον κυριεύει
και μια κρατεί αβάσταχτη
την κεφαλή του ζάλη
καθώς η βάρκα στα μικρά
τα κύματα χορεύει.

Κι αυτή ας λικνίζεται απαλά
στο γαλανό το κύμα-
κάθε της κίνηση μικρή
σεισμός γι αυτόν μετράει
κάθε της βήμα προς τα μπρος
στο θάνατο ένα βήμα
κάθε της τρίξιμο χαμός
και στον χαμό τον πάει.

Και του θυμίζουν ολ' αυτά
της ζήσης του τα πάθη'
ίδια στη ζωή αισθάνεται
να χάνεται-να σβήνει
ίδιων αβύσσων προσμετρά
τ! αμέτρητα τα βάθη
και ίδια ούτε στη ζωή
μέσα μπορεί να μείνει.
ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Μια γειτόνισσά μου
έχει ένα σκυλί
κι όλο το χαιδευει
κι όλο το φιλεί-
φαίνεται η καημένη
τ’ αγαπά πολύ.

Σαν τα δυο της μάτια
το πολυπροσέχει
κι όπου αυτό πηγαίνει
πίσω εκείνη τρέχει
φαίνεται η καημένη 
άλλον πως δεν έχει. 

Τόσο τ’ αγαπάει
που κοιμούνται πλάι
κι άνθρωπος σα να ’ταν
του γλυκομιλάει
ω! Θεέ μου πόσο-
πόσο τ’ αγαπάει…
                          Η ΑΣΧΗΜΗ

H άσχημη εγέρασε-αρρώστησε-πεθαίνει.
Μπροστά της λίγο πριν σβηστεί κι η τελευταία αχτίδα
περνά η ζωή που έζησε μόνη και πικραμένη
χωρίς του έρωτα χαρά-χωρίς χαράς ελπίδα.

Χοροί που δεν εχόρεψε. Αλέες όπου δε ’διάβη.
Χείλια που δεν εφίλησε. Κορμιά που δεν εχάρη.
Ο θολωμένος της ο νους όσο βαθιά κι αν σκάβει
από ευφροσύνη και χαρά δε βρίσκει ουτ’ εν’ αχνάρι.

Αλλά ενώ του λύχνου της η φλόγα τρεμοσβήνει
το που αργοσβήνει  βλέμμα της καθώς πλανιέται πέφτει
σ’ ό,τι γι αυτήν πάντα ήτανε δεύτερη πόνου κλίνη
και πάντα την επότιζε φαρμάκι: στον καθρέφτη.

Και να! Εκεί μία μορφή χαρούμενη αντικρίζει.
Μία γυναίκα όμορφη χαμογελάει εντός του.
Κι από λαμπράδα κι ομορφιά η ύπαρξή της σφύζει
λες κι ένας ήλιος μαγικός τη λούζει με το φως του.

Και πόσοι άντρες γύρω της τήνε ποθούν ωραίοι!
Πως λιώνουν για ένα της φιλί… για ένα θερμό της χάδι!..
Α! Πόσο είναι όμορφη! Τι δροσερά που πνέει
του θαυμασμού τους η δροσιά μες στο ζεστό τo βράδυ…

Η άσχημη επέθανε. Όμως το πρόσωπό της
από χαρά κι από ομορφιά τώρα λαμποκοπούσε
κι από ευτυχία, που το στερνό αυτό χαμόγελό της
για ν’ απλωθεί επάνω του θαρρείς εκαρτερούσε.
ΤΟ ΑΤΥΧΟ


Είχε ανοίξει ένα μαγαζί
κι αυτό πήρε φωτιά. Μαζί
κάηκαν όλα τα λεφτά του
που είχε πάντοτε κοντά του.

Αυτό στα εικοσιδύο του.
Μετά πήρε απ΄ το θείο του
δάνειο χιλιάδες εκατό
κι άνοιξε άλλο, μα κι αυτό

έπεσε έξω. Διόλου δουλειά.
Και το 'κλεισε. Ύστερα πουλιά
με κάποιον άλλον επουλούσε
όμως ο άλλος τον γελούσε.

Κάτι ψευτοεπαγγέλματα
κάτι ύποπτα μπερδέματα
εκαταπιάστηκε μετά
όμως δεν έβγαζε αρκετά.

Τώρα σαράντα ετών φυτοζωεί.
Πώς να την πεις αυτή ζωή…
και μια κυρά που 'χε γνωρίσει
τώρα κι αυτή τον έχει αφήσει.


Ο κύκλος φαίνεται έκλεισε.
Λίγο νωρίς αλλά έκλεισε.
Άνοδο πλέον δεν καρτερεί
αυτό το άτυχο παιδί.
ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ


Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να 'τανε το θέαμα κάτι νέο'
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να 'καναν
και πώς να πούνε
πως όλ' αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.
ΤΟ ΜΕΛΑΝΩΜΑ

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος.
Είπα στα παιδιά του ο πατέρας σας είναι βαριά άρρωστος
να τον πάτε στο γιατρό μήπως και ζήσει.
Τονε πήγαν, γύρισαν, μου είπαν ο γιατρός του έδωσε αλοιφή 
τρεις φορές να βάζει την ημέρα.

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος.
Είπα στα παιδιά του ο πατέρας σας είναι βαριά άρρωστος
Να τον πάτε σ’ άλλονε γιατρό μήπως και ζήσει.
Πήγαν, ήρθαν, ο γιατρός μου είπαν
του δωσε άλλη αλοιφή
τρεις φορές να βάζει την ημέρα.

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος
που το πόδι του πολύ πονούσε.
«Χτύπησα», έλεγε, «σε μια καρέκλα».
Θα τον πάμε στο γιατρό είπαν τα παιδιά του.
Είπα στα παιδιά του ο πόνος είναι απ’ την αρρώστια του
κι ο γιατρός πια τίποτα να κάνει δεν μπορεί.
Να του δίνετε να τρώει ότι θέλει
κι όχι σ’ ό,τι σας ζητάει να μην του λέτε.

Πήγαν, ήρθαν, ο γιατρός μου είπαν
είπε να του δίνουμε να τρώει ότι θέλει
και να μη σε τίποτα του λέμε όχι.

Είχα ένα φίλο που έφυγε από μελάνωμα.
Ήτανε το ’94.
Ήτανε στην Αμερική.
Ήτανε ο πατέρας της Ντόρας.
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Αδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω,που σκοπός
και μέτρο είναι της γήϊνης ζωής σου.
ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αφού περίμενα
περίμενα
περίμενα
και δεν ήρθες

πήρα τηλέφωνο
τηλέφωνο
τηλέφωνο
μία φίλη

κι ότι θα μου ’δινες 
θα μου ’δινες
θα μου ’δινες
με το ζόρι

αυτή μου το ’δωσε
μου το ’δωσε
μου το ‘δωσε
μ’ ένα ρόδο.
ΑΛΙ

Ξέρω κάτι τι
ξέρω κάτι
για την ακριβή
την αγάπη.

Ξέρω κάτι τι
κάτι μέγα
που ούτε οι σοφοί
δε θα λέγαν.

Θλίβει και πονά
και τρομάζει
και τα ιδανικά
όλα σκιάζει.

Όμως θα το πει
τούτη η πέννα
δίχως να σκεφτεί
ούτε εμένα.

Κλείσετε το νου
 να μη νιώσει
το φριχτό παντού
μην προδώσει.

Κι αν το μάτι δει
τα γραμμένα
κάποιος ας του πει
πως ειν’ ψέμα.

Γιατί η καλή-
ζωή να ’χει-
η αγάπη-αλί!
δεν υπάρχει.
Η ΣΑΥΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα
 που μέρες νηστική μένει η καημένη,
για να τραφεί μονάχα περιμένει
μέσα στου καύσωνα τη λαύρα πύρρα,
από μιας θύελλας την αμμοπλημμύρα.
Γιατί με όλα τ’ άλλα είναι ξένη
η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα
που μέρες νηστική μένει η καημένη.
Κι έτσι αφού της έγραφε η μοίρα,
Μέσα εκεί, απ’ την πείνα ρημαγμένη
το κρύο της μ’ αυτά για να θερμαίνει
βρίσκει νεκρά κορμιά-της ζήσης φύρα-
η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα...
ΔΕ ΔΥΝΑΣΑΙ

Την κατάρα βρόντησες κι έβρεξες οργή-
’πανωτές οι συφορές κι η γαλήνη αργεί.
Ρίξε κι άλλον κεραυνό-ρίξε αστροπελέκι
το κορμί που ρήμαξες στο ’να πόδι στέκει.

Ρίξε κακοβούλητε! Ρίξε και τη μαύρη
τη ζωή μου ρήμαξε. Μα ποτέ δε θα 'βρει
δίκιωση η κάκια σου: κι αν θα μ’ εξοντώσεις
ένα πράγμα μόνο συ δε θα μου σκοτώσεις:

Πέρασα από δω κι εγώ! Πέρασα κι εγώ!
Λυώσε με-τα ίχνη μου θα 'ναι πάντα εδώ!
Κι όλους αν τους κόσμους σου πύρινη τους φτιάξεις
λάβα καί τον κόσμο μας τονε ξαναπλάσεις
μόριο από τη λάβα σου θα ’μαι για να σκάσεις-
μ' έπλασες-δε δύνασαι πια vα με χαλάσεις.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΥΓΕΝΗΣ


Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"
Σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".

Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"
Σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".

Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί,

κι ας ήταν η ερώτηση αήθης
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνο φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής.
ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ


Όλοι έχουμε περιόδους μ’ ενδοστρέφεια κι εξωστρέφεια
αναλόγως με τα γούστα κι αναλόγως με τα κέφια.
Πότε λιώνουμε στο κλάμα πότε ακράτητα γελάμε
κι ή μας πιάνει μουγγαμάρα ή ασταμάτητα μιλάμε.

Πότε μέτριο τονε θε ’με τον καφέ πότε γλυκύ.
Να βρισκόμαστε ζητάμε ποτ' εδώ και ποτ' εκεί.
Για τους ίδιους τους ανθρώπους όταν κάποιος μας ρωτά
πότε είμαστε υπέρ τους πότε είμαστε κατά.

Πότε θέλουμε μονάξα πότε θέλουμε παρέα.
Πότε όλα είναι σκάρτα πότε όλα ειν' ωραία.
Και το ρόφημα το ίδιο ή πολύ θα μας αρέσει
ή ζητάμε απ' το γκαρσόνι να το πάρει από τη μέση.

Κι αν θα πεις για τα γραφτά μας, δίχως άλλο είναι καλά.
Μα η διάθεση την άλλη τη στιγμή πάλι χαλά
κι όχι πια-δε μας αρέσουν-τι στιχάκια του συρμού-
δε θα κόψουμε ποτέ μας κεφαλές εμείς Ερμού.

Κι η ζωή μας είναι όλη μια στο κρύο μια στη ζέστη-
ή "Ζωή" θ' ακούς "εν Τάφω" ή θ' ακούς "Χριστός ανέστη".
Κι επειδή χαρά και λύπη δεν κολλούν να κάνουν κράμα
και ο Χάρος θα μας έβρει ή στο γέλιο ή στο κλάμα.

TON OΙKTO

Δε θα μ' αγγίξουνε λοιπόν εμένα της αγάπης
τα χάδια τ' απερίγραπτα που την ψυχή δονούνε.
Λόγια θερμά και τρυφερά ποτέ δε θα ειπωθούνε
για με. Tης προσδοκίας μου της μάταιας ο τάπης

που με φροντίδα περισσή από καιρό έχω στρώσει
και για στημόνι έχει φιλιά κι έχει αγκαλιές για υφάδι
θα μείνει απάτητος. Φριχτό θα μείνει ένα ρημάδι
το δώμα μου που στόλισα μ' ευαισθησία τόση.

Τα παραθύρια του κλειστά θα ’ναι για πάντα όχι ίσως
για να μη βλέπουν μέσα τους τ’ αδιάκριτα τα μάτια
μα ως για τα μικρόσωμα κι αδύνατα πουλάκια
μένει κλειστή κι απρόσιτη μια μακρυσμένη νήσος.

Ποτέ ακριβό ενα άρωμα ωραίας μιας κυρίας
αγορασμένο απ' το ψυχρό Λονδίνο ή το Παρίσι
τη ντελικάτη του οσμή επάνω δε θ’ αφήσει
στο στήθος της εβένινης μικρής μου Βαλκυρίας.

Κι ούτε ποτέ απ’ τα μικρά που τόσο μ’ αναλώνουν
θα με τραβήξει της βαθιάς αγάπης ο μαγνήτης
για να γνωρίσω της χαράς τα μυστικά μαζί της
που ομορφαίνουν τη ζωή και την ψυχή φτερώνουν.

Μόνο θα στέκω εδώ χλωμός και θα μετρώ τις ώρες
που συντροφιά με το κενό θα κάνουν και με μένα
κι αργά αργά θα φεύγουνε σαν άδεια κάτι τρένα
που σ’ ακατοίκητες, ψυχρές, ξένες πηγαίνουν χώρες.

Και πάντα μέσα εγώ θα ζω σε μια φρικτή ρουτίνα
χωρίς καλά να ξέρω πού-πώς έγινε το λάθος
κι ενώ η φύτρα μου ήτανε η φλόγα και το πάθος
στου μηδενός τον όλεθρο πήγαν κι εγώ και κείνα.

Δε θα μ' αγγίξουν-όχι-εμέ τα χάδια της αγάπης.
Κρύος στο κρύο θα γυρνώ και μαύρος μες στο μαύρο
κι αν ψάξω μίσος μοναχά κι αδιαφορία θα ’βρω
καθώς τον οίκτο θα ’βρισκε αν έψαχνε ο σακάτης.
Ν' ΑΓΚΑΛΙΑΖΑΝ

Πεύκων δάση, αγριοπούλια,
ψηλοκόρυφα βουνά
λαμπροήλιε, αστέρια, πούλια
χίλια θάματα αυγινά,

λάλο ρυάκι, θεία δύση
άνοιξή μου γιορτινή
φθινοπώρου εσύ μεθύσι
καταγάλανοι ουρανοί,

τι κι αν είστε ωραία τόσο
είστε τόσο αλαργινά…
Α! Να γίνονταν ν' απλώσω
τα δυο χέρια τα ορφανά

και πιο τέλεια-και πιο πλέρια
να σας νιώσω-πιο βαθιά…
Α! Ν' αγκάλιαζαν τα χέρια
όσα χαίρεται η ματιά...
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ

Aυτό το δανεικό μικρό βιβλίο
αυτή η ποιητική ανθολογία
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη, την κρύα,

αυτή η φωτερή ανθοπλημμύρα
αυτά τα ονειρικά χερσαία φύκη-
αυτό το άνθος που αναβλύζει μύρα
που βρήκε στη δημόσια βιβλιοθήκη,

ετούτο το μικρό βιβλιαράκι
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε!
τι ανήκουστα θεριά-τι θείοι δράκοι-
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!

Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία
τι κάστρα ουράνια που κρατεί  εντός του
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία
χορτάτες πώς οι ύαινες του νόστου!

Και πώς μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που ’χει κρυμμένα!

Κι όπως με κρύα χέρια αργογυρνάει
τα φύλλα τ’ απαλά σαν περιστέρια
άλλες ματιές το βλέμμα του απαντάει
και βλέπει να σαλεύουν άλλα χέρια.

Κι όλο χαρά τα μάτια τον κοιτούνε,
τα χέρια τρέμοντας τον αγκαλιάζουν,
και τον καινούργιο φίλο για να δούνε
κορμάκια αέρινα τον πλησιάζουν.

Και μέσα κεί αφήνεται και σ’ άλλη
ζωή και κοινωνία φτερακίζει.
Και κει αναστηλώνεται και πάλι,
και πάλι προσπαθεί… και πάλι ελπίζει.

Λος Άντζελες γενάρης 1991
ΠΡΩΙ ΣΤΗ FALLBROOK MALL

Ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια
που έβγαλε σωρό από την τσάντα.

Άσπρη ανάμεσα στις κόκκινες καρέκλες και σοβαρή
ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια.

Το BREAKFAST διπλωμένο πάνω στο τραπέζι
κι αυτή έβαζε σε τάξη τα χαρτιά.

Όταν τελείωσε ήρθε ένας εξηντάρης
κοκκινοπρόσωπος
με ένα καφέ ριγέ κουστούμι
κρατώντας στο ’να χέρι τον καφέ
και τ’ άλλο έχοντάς το μες στην τσέπη
και την πήρε.

Λος Άντζελες Γενάρης 1991
ΞΕΝΟΣ

Κάτι μου λεν όταν με βλέπουν τα δεντράκια.
Τα βράδια όταν μες στ' άλση τους βρεθώ τα σκοτεινά
ψιθυριστά στην ησυχία ακούγονται λογάκια-
κάτι κρυφό η σιγανή φωνή τους μου μηνά.

Κάτι γυρεύουν από μένα οι πετρούλες.
μόνος καθώς στα έρημα και στ' άγρια περπατώ
με απαλές, τραγουδιστές με κράζουνε φωνούλες
που δώρο γλυκοπρόσφερτο στη μνήμη μου κρατώ.

Και το νερό φορές φορές το μούρμουρό του
έτσι καθώς μες στ’ άβαθο ρυάκι του κυλά,
το άρωμα και τη δροσιά του δροσερού του χνώτου
το στέλνει και το σώμα μου χαϊδεύει απαλά.

Αγαπημένα μου τη γλώσσα σας δεν ξέρω
μα μη μ’ αδικοκρίνετε-ψυχή μου, σώμα, νους
δικά σας είναι. Aπό σας κι αν στη μορφή διαφέρω
αντάμα σελαγίζουμε στους ίδιους ουράνούς.

Ξένος εγώ είμαι στους άλλους τους ανθρώπους.
Αυτό εσείς το ξέρετε από μένα πιο καλά.
Κι ας ειν’ αυτό το ποίημα-δεν έχω άλλους τρόπους
η απόκριση στα λόγια σας που ακούω τα πολλά.

To μίλημά σας κι αν δεν ξέρω τι μου λέει
κι αν ίσως σεις δεν ξέρετε το τι σας λέω εγώ
όμως στον Πόνο μου η αγνή ψυχή σας-ξέρω-κλαίει
και, φίλοι μου, στον Πόνο σας, απέραντα πονώ.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
ποτέ της δεν εγέλασε σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α' την κρούσει.

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας για νίκη.
ΟΙ ΑΠΟΜΑΚΡΟΙ

Στο σπίτι όταν μπουν
αφού διπλά πρώτα κλειδώσουνε την πόρτα
ευθύς μετά στο βάθος κρύβονται του δωματίου τους
κι ανήσυχοι ακόμα στην καρέκλα κάθονται
ακίνητοι αναμένοντες ωσότου
κι ο τελευταίος απόηχος
του δρόμου και της αγοράς να σβήσει.

Μετά στα χέρια ένα βιβλίο παίρνουν
και διαβάζοντας
τα φύλλα του απαλά γυρίζουν
μη κάποιος ήχος ανεπαίσθητος
ραγίσει την μονάκριβη
κρυστάλλινη ερημία του σύμπαντός τους.
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΎ ΜΟΥ «ΛΟΓΙΑ»
(Κάτι καταπληκτικό
για το περιοδικό)


Φίλοι και συνδρομηταί
του περιοδικού ετούτου
δεν περίμενα ποτέ
πως του τέτιου του του πλούτου

τόσοι λάτρεις θα βρεθούνε
και πιστοί φανατικοί 
είτε στην Ευρώπη ζούνε
είτε στην Αμερική.

Φίλοι μου λοιπόν καλοί
και απρόσμενα πολλοί
με χαρά σας χαιρετώ
και αμέσως σας ρωτώ:

Πώς το ξέρατε αλήθεια
πως τα τόσα παραμύθια
που εδώ μέσα ιστορώ
πάθος κρύβουν ιερό

και πως σε καιρό λιγάκι
θα ’χε γίνει ξακουστό
και στον κόσμο όλον γνωστό
τούτο το περιοδικάκι;

Γιατί να τι έχει γίνει
όπου άφωνον αφήνει
και κατάπληκτον καθένα
έξω από σας και μένα :

Τα τεύχη αναγκάστηκα τα πρώτα να τα εκδώσω
είκοσι τέσσερες φορές ώστε να δυνηθώ
στη ζήτηση που είχανε για ν' ανταποκριθώ
κι εκατοντάδες έβγαζα από δαύτα κάθε τόσο.
Μου ζήτησαν απ' το Περού κι από την Αρζεντίνα,
απ' το Ιράν, το Πακιστάν, το Λάος και την Κίνα.
Κι από Αυστραλία, Αφρική, Ευρώπη και Ασία,
αιτήσεων ατελεύτητων κατέφθανε σωρεία.
Οι μεγαλύτεροι της γης εκδόται μου ζητήσαν
του έργου μου να έδινα σ' αυτούς τα δικαιώματα
κι ας ήσαν τόσο φορτικοί κι επίμονοι ας ήσαν
"όχι" αναγκάστηκα να πω σε διάσημα ονόματα.
Της Βρετανίας ο βασιλιάς σε κάποιο διάγγελμά του
είχε ένα από τα τεύχη μου πάνω στα γόνατα του.
Ο Πατριάρχης ζήτησε την αποκλειστικότητα
των προσευχών μου να ’χει αυτός σ' όλη την ανθρωπότητα.
Ο Πάπας μ' εκλιπάρησε να λεν για τιμωρία
τα ποιήματά  μου οι πιστοί αντί του ave maria,  
όμως του απάντησα εγώ πως την ορθοδοξία
δε θα την πρόδινα ποτέ με δύναμη καμία.
Η σύνοδος του ΟΗΕ κι η διπλανή του ΝΑΤΟ
εξαίσιο χαρακτήρισαν το στυλ μου το κεφάτο
 και ο Σύρος Άσαντ μου είπε πως αμέσως σταματάει
κάθε του ενέργεια εχθρική και με παρακαλάει
το κάθε νέο τεύχος μου να του το στέλλω εκεί
ώστε να μη το χαίρεται μόνο η Αμερική.
Κι η ΝΑΣΑ μ' ειδοποίησε πως θέλει την άδεια μου
τα «ΛΟΓΙΑ» μου τα όμορφα να στείλει στη σελήνη
να δουν οι σεληνάνθρωποι τι γράφουμ’ εδώ χάμου
και να χαρούν διαβάζοντας σαν γήινοι κι εκείνοι.
"Μα είναι ακατοίκητο" τους λέω "το φεγγάρι 
και άνθρωπος κανείς εκεί το φύλλο δε θα πάρει".
Και μού ’παν εν χορώ:
"μήπως το παίρνει εδώ;"
Και για να μην πολυλογώ και τρέχω και δε φτάνω
στη γη όλοι ορκίζονται στα ποιήματα μου επάνω.
Μόνον ο Μήτρος όταν χτες του είπα όλα τούτα
την ακατέργαστη άπλωσε μεγάλη του χερούκλα
και δίνοντας μου απ' της καρδιάς τα βάθη πέντε φάσκελα
μου είπε "άλληνε φορά να μην κοιμάσαι ανάσκελα!".
ΠΑΡΑΠΟΝΟ
(Ιούλης 2004, Σφοκλέους 3)

Άδειασ’ η πολυκατοικία-
πού πήγατε όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ’ την πόλη.

Δεν φέγγει τώρα φως ούτ’ ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες
φύγαν μανάδες.

Άηχα τις σκάλες ανεβαίνω,
μην ένα χτύπο
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ’ τον κήπο.

Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχετε πάει;
Το μάτι σας χαρές ποιες κι άλλες
τώρα τρυγάει;

Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω
σε σπίτι ξένο.

Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σα να χαράζω
πάνω σε τάφο.
Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ

Εξετάζοντας τον εαυτό του κάθε μέρα
Παρατηρώντας κάθε αντίδραση
Κάθε πτυχή
Κάθε ανασασμό του
Πρόσεξε
Ότι αμέσως πρεπει ν’ αναιρεί
Αυτό που κάθε τόσο διαπιστώνει
Και άλλην αποτίμηση αυτού που είναι
Απ’ αρχής
κάθε φορά να κάνει. 

Έτσι μελετώντας για καιρούς 
Όλο και πιο βαθιά έμπαινε
σε μία σφαίρα μέσα όπου
Η απογραφή όλο και πιο απλή γινόταν
Των συστατικών του, 
Ώσπου τέλος είδε ότι
Ολόκληρος δεν ήτανε παρά
Ένα καθάριο βλέμμα.
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου  πες ποιον δε θα βρω
σα θα  ’ρθω στο χωριό μου;

-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός
πέθανε ψε’ το βράδυ
ένας αγέρας απαλός
τον πήρε ως τον Άδη.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
και πάνω του έτρεχ' αίμα
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
μες στης ζωής το ψέμμα;

-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις
την αγαπητικιά σου
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού
και ψίθυρος του δάσου.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα ’ρθω στα χώματά μου;

-Το στομα ας ήταν σφραγιστό
της μάνας σου της μαύρης
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΙΛΕΣΙΟ

Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Διπλά ειν’ οι άγγελοι ευτυχισμένοι
όταν μπορέσουνε να δουν μιαν άκρη
μονάχα, του χιτώνα του θεού τους.
*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου 
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.
*
Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;
*
Γιατί  μας  έπλασες θεέ  μου  θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι  ας  μην  μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και  για μας το "ευχαριστώ".
*
 Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.     
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
*
Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ κι όχι Εκείνος.
*
Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.
 *
-Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό Του;
Είναι απλό: γιατί εμπειρία καμιά δεν ειχε άλλη.
 *
 Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
Γιατ’ ήμουν πριν ό,τι είναι.
 *
Τί ωραιότερο για ’με
από το να ’ναι ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;
*
Τι ’ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο Θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο Θεός
αυτός ο τόπος ήταν.
*
Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε να γίνουμε και πρέπει.
 *
Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν’ όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
 και τον ίδιο το θεό κι όλα για πάντα.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Σίγουρος για τον εαυτό του και για της φάρας του τη δύναμη,
όλος περιβαλλόμενος από δικούς,
δικές του οι εφημερίδες και τα ράδια
δικές του οι τηλεόρασες,τα βήματα.
Έτσι αυτός δεν έχει πάρα να παίζει τον ευθύ και τον ελεύθερο
τον καλλιτέχνη και τον ανεξάρτητο
και τον καλόγνωμο να υποδύεται.
Και άφοβα με όλα συμφωνεί,
και δεν αρνείται σε κανέναν τίποτα,
και δείχνεται ανώτερος μικρών πραγμάτων
και προ παντός
δρόμους καινούργιους πρόθυμος είναι ν' ανοίγει-
με λόγια, ξέροντας
πως πράξη δε θα γίνουνε αυτά ποτέ τους.
Έτσι το κέντρο ενός κύκλου είναι
που την περιφέρεια του οριοθετεί
με τις ακτίνες που εκτοξεύει,
ενώ εκείνη,ως τοίχος,
προστασία σ' αντάλλαγμα του δίνει
απ' όποια κακοπάθεια ή μομφή,
που οι βλαπτόμενοι
θα είχαν κάποτε το θάρρος,δημοσία
να προκαλέσουν ή να του προσάψουν.
Και οι εξουσιαστές,αυτόν προτάσσοντας, -
πώς να τους πεις κουβέντα;-"να!",λένε,
"πάειμπροστά η χώρα!»

Ωραία που ζουν οι κακοπράγμονες
ανυποψίαστοι πως είναι πεθαμένοι…

ΤΑ ΕΥΩΔΗ

Απ' αυτές φτιαγμένοι για παιχνίδι τους.
Και μας παίζουν.
Και γελούν μαζί μας.
Και το μεγάλο βουβό κύμα ιππεύοντας,
μάς φτάνουν
όσο μακριά κι αν,
από τη θέα τους πάμε.

Αν ήμασταν ανέμελοι παιχνιδιστές και αν
την παλιά ελπίδα δεν ξανανιώναμε
με κάθε νέο κοίταγμά τους,
σαν όπως η σαπίλα
με κάθε καινούργιο θάνατό μας ξανανιώνει,
ω! ευφρόσυνα τότε θα δεχόμασταν τα μικρά
σαν χάδια χτυπήματά τους στις παρειές,
και τη βελόνα
που κάθε τόσο μας τρυπούν
για να δουν αν αιστανόμαστε.
Και θα φορούσαμε μάλιστα μανδύες βαθυέρυθρους
να μας ξεχώριζαν μες στ' άλλα-
τα ευώδη αθύρματα τους.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ

Κάποτε πίστευα οι παροιμίες
πως τη σοφία δείχνουν του λαού.
Όμως θαρρώ επίστευα σ’ αηδίες
κι οτι η σοφία βρίσκεται αλλού.

Λένε πως μια του κλέφτη δυο του κλέφτη
και την κακή του μέρα λένε τρεις.
Μα, κι αν εμένα λόγος δε μου πέφτει-
οι βουλευτές μας τρώνε ολοχρονίς.

Οι ψεύτες και οι κλέφτες, μουρμουρίζουν,
την πρώτη μόνο χαίρονται χρονιά-
Μα οι βουλευτές μας κλέβουν και ψευτίζουν
Από τη μια στην άλληνε γενιά!

Και το σακούλι το γεμίζουν με τη μια
κι όχι μαζεύοντας φασούλι το φασούλι.
Κι αν δεν αλλάξουμε λέω μυαλά,
από κεινούς θα φαγωθούμε ούλοι…
ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Ανοίγω το ραδιόφωνο
ακούω ψαλμουδιές.
Το κλείνω. Λέω κάτι καλό
άλλο θα βρω ορισμένως.
Το ξανανοίγω- μα για γκολ
ακούω και κλωτσιές
και για κυνήγι μου μιλά
με πάθος και με μένος.

Κυνήγι, μπάλα, ψαλμουδιές
τα ερτζιανά γεμάτα.
Θεός μπεκάτσες και φουτμπόλ
το ράδιο μου αλώνουν
και μεταξύ τους ολ’ αυτά
φτιάχνουνε μια σαλάτα,
που τ’ άντερά σου, αν τη φας,
θλιμμένα σε μαλώνουν.

Η μοίρα το ’χει φαίνεται
της άμοιρης Ελλάδας
να μην αντέχουν σοβαρό
τίποτα οι κάτοικοί της
και με μανία και βουλιμιά
να τρώνε φασουλάδα
ενώ φαγιά λαχταριστά
γεμάτος ο πλανήτης.
ΑΓΙΑ ΘΗΡΕΣΙΑ
(στο άγαλμα του κήπου Νοσοκομείου-Λος Άντζελες)

Σαν ύπερος σε στήμονες ανάμεσα
η κεφαλή της Αγίας προβάλλει.
Τα χέρια παράλυτα κρέμονται κάτω.

Η Αγία σε Έκσταση. Ο Έρωτας
και άλλην αν ήθελε να δώσει έκφραση
σε πρόσωπο,
δεν θα μπορούσε,
άλλην από αυτήν 
που της Αγίας ολοκληρωτικά το πρόσωπο κατέχει.

Και που είναι η Αγία μαρμάρινη
καλλίτερα έτσι η Μεγάλη Άφεση δείχνει:
Μαρμάρινο και Αιώνιο
μέσα από το μισάνοιχτο στόμα Της
και τα δυο περνούνε
και την ύλη της καταργούν.

Άυλη: έτσι να μένει.
ΕΝΤΟΜΟ

Να ’μουν ένα έντομο
απ’ αυτά που ζούνε
για να ζευγαρώσουνε
λίγο πριν χαθούνε.

Να ’ταν όλη μου η ζωή
μια ετοιμασία
για την με τ’ αντίθετο
φύλο συνουσια.

Κι όταν ένοιωθα έτοιμο
κι έτοιμη κι εκείνη
στη γλυκειά του Έρωτα
να ’γερνα την κλίνη

και στην άφατη ηδονή
του έρωτα επάνω
η πνοή μου να κοπεί-
κι έτσι να πεθάνω.

ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η Δείλια των Συμπάντων
και ο Ανεύθυνος των Ουρανών
βρεθήκανε πάνω στη γης μια μέρα.
Εκείνη τρέμοντας σε κάθε αγεροφύσημα
κι Εκείνος έχοντας ξεχάσει και γιατί ήρθε.

“Έτσι ως τρέμουνε μ’ αρέσουνε τα στήθια σου” της είπε.
«Φοβάμαι», είπε αυτή,
«ως και τις μύγες που πετάνε.
Πάρε με στην αγκάλη σου και ’σύχασέ με»

«Έτσι όπως σ’ έχω εδώ κλεισμένη
κι έτσι που τίποτα να κάνουμε δεν έχουμε άλλο
τι θα ’λεγες ν’ αφήσουμε παιδί ένα ’δώ;»
Αυτός της είπε.
«Αν έτσι θέλεις ναι. Μα φύλαγέ με
από τις σκιες κι από της χλόης το πράσινο.»

Και τηνε σφιχταγκάλιασε αυτός
πόθο γεμάτος, τετοιον,
που οι φοβισμένες μόνο οι γυναίκες
στον άντρα τον εγωιστή γεννούνε.

Και μήνες ύστερα εννιά
γεννήθηκε το έθνος των ελλήνων.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Μετά από κάθε πλύσιμο
Πρέπει να βάλει στη σειρά και πάλι
Τα πράγματα που από το τρέμουλο της πλύσης
Ανακατεύτηκαν επάνω στο πλυντήριο-
Μπουκάλια, καλαθάκια, περιοδικά…

Συνηθισμένος είναι
Γιατί έτσι και μετά από κάθε τράνταγμα
Που τα χτυπήματα της ζωής του φέρνουν
Πρέπει στη θέση τους κάθε φορά να ξαναβάζει
Συνήθειες, πεποιθήσεις, συναισθήματα, ιδέες…

Δε γίνεται αλλιώς.
Κι ας ξέρει,
Κι ας το βλέπει,
Πως πριν καλά καλά την ταχτοποίηση τελειώσει
Έχουν αρχίσει άπλυτα καινούργια να σωρεύονται.
Ο ΑΓΙΟΣ

Κείνο το εικονοστάσι.
Με το σοβαρό του αγίου πρόσωπο.
Κάθε βράδυ το καντήλι του αναμμένο.

Μητέρα
με ωδίνες μεγάλες
σα το Πεπρωμένο να γεννούσες
τόνε γέννησες;

Τα μάτια του, όταν σε πρωτόδαν, πες μας
ήταν σαν το Άδολο να καθρέφτιζαν;
Και σαν στο Μακρινό να βυθίζαν έμοιαζαν
που πίσω του πολύ
είχε
για να ’ρθει εδώ
αφήσει;

Κι όταν για πρώτη του φορά κοιμήθηκε,
ποιου τάχα Χρέους πνοή
στ’ όνειρό του ήρθε και
σαν Μοίρα
την Αγιοσύνη τού όρισε
και το Μαρτύριο;
                      Η ΓΛΩΣΣΑ

Γλώσσα του Όμηρου και της Σαπφώς..
Γλώσσα του νερού και του ελάτου..
Γλώσσα του γκιώνη… του κορυδαλλού…
Ελληνική, κρίνε λευκέ, γλώσσα σωστή του ανθρώπου,
έτσι σου μέλλεται λοιπόν να σβήσεις απ’ τον κόσμο;

Το μέγα της το στόμα η Ευρώπη
θ’ ανοίξει το βαρβαρικό-
τευτονικό και φραγκικό και ουννικό και σλάβο
και σαν οπώρα να ’σουνα
ως τη στερνή σου λέξη θα σε καταπιεί;

Έτσι
σιγά σιγά απ’ τα στόματα
και λίγο λίγο απ’ τα βιβλία θα σε βγάλει
αυτών που σε μιλούσαν μέχρι τώρα
κι ένα πρωί θα ψάξουν ως και στην ψυχή τούς
κι ούτε και μέσα κει δε θα σε βρούνε.

Ελληνική, αγαπημένη γλώσσα
ο τελευταίος αυτός τότε θα είναι
και ο τελειωτικός ο θάνατος σου.
Σκάβοντας τότε πια κανείς στο χώμα
σάρκες θα βρίσκει στην αρχή από σένα
μισολιωμένες και σαθρές
ύστερα κόκαλα λευκά
και ξάστερα
και λεία
και θ’ απορεί κρατώντας τα στο χέρι
τι να ’ναι αυτά…
και κάτι θα γρυλλίζει
πριν πάλι σαν ανάξια τα πετάξει.

Μα να θρηνώ γιατί;
Γιατί να κλαίω;
Μην ένα τέλος όλα δεν τα βρίσκει;
Μη και το φως στης Ντόρας μου τα μάτια
κι εκείνο κάποια μέρα δε θα σβήσει
και μήπως κόκκαλα δε θ’ απομείνουν
απ’ το λαχταριστό τώρα κορμί της;

Γιατί λοιπόν να κλαψουρίζω; η ωραιότη
στο χρόνο μπρος ασήμαντη-μηδέν στην αιωνιότη.
Λοιπόν ας πάψω να θρηνώ
λες και μπορούσε κάποιος να μ  ακούσει.

Εμπρός Ευρώπη!
Πριν και συ να λιώσεις
κάτω απ’ το πέλμα της Ασίας
να! Εδώ η γλώσσα!
Γυμνή όπως το φως και η αλήθεια
κι όπως παρθένα πρώτη νύχτα γάμου
στέκεται εμπρός σου άοπλη και πράα.
Λιώστηνε με το κάρο της προόδου-
του τέκνου η φροντίδα πάντα η πρώτη
ο θάνατος δεν είναι του πατέρα;
Γράψε την ιστορία σου Ευρώπη.
ΤΑΊΡΙΑΓΜΑ

Αυτός
έψαχνε να ’βρει μια γυναίκα
να της υποταχτεί.
Εκείνη
κοίταζε για έναν σκλάβο.

Βρέθηκαν.
Και ταιριάξαν απολύτως.

Χαράμι πήγαν οι λάμπρές σπουδές του. Αντίθετα
η αμορφωσιά εκείνης εθριάμβευσε.

Της γνωριμιάς τους την ημέρα κιόλας
τον φόρτωσε όλες τις βαλίτσες της,
κι έτσι άθλιον κάνοντάς τον,
έβαλε μες στην τσέπη του το χέρι της
και πήρε είκοσι χιλιάδες
«για ν’ ανοίξει μαγαζί.»

Άξιοι της τύχης τους κι οι δυο.
ΤΟ ΞΑΝΑΖΩΝΤΆΝΕΜΑ ΤΗΣ ΜΆΡΩΣ

Χτες ξαναζωντανέψαμε τη Μάρω.

Δυο γέροντες –παιδιά μαζί της τότε-
και μια γρiά –καλή της φιλενάδα-
σκυμμένοι πάνω απ’ την παλιά φωτογραφία
με τ’ άσπλαχνα της μνήμης μας τα νύχια αρπάξαμε
και ζώσα πάλι φέραμε κοντά μας
την χρόνια πριν για μας χαμένη κόρη
με τα μεγάλα της τα μαύρα μάτια
και το λεπτό σαν σανιδένιο της κορμί
με τα δυο στήθη τα μικρά και πετρωτά
να ξεπηδούν απ’ το κλουβί του θώρακά τους.

Δεν τόλμησα να τ’ αγγίσω ούτε χτες.
Το άφησα για όταν όλοι πάλι θα βρεθούμε
παιδιά
σε κάποιας γειτονιάς ξανά τη ζέστα
με όλα ίδια
πλην του δισταγμού,
που αυτός μονάχα
(που τόσα εδώ κάτω μας κρατεί)
τότε θα λείπει.
ΦΟΒΟΤΑΝ ΜΗ ΤΟΥ ΠΑΡΩ ΤΑ ΛΕΦΤΑ
   
…και μετά θα περάσω από την Τράπεζα, του είπα.
Μου λέει, άλλαξα Τράπεζα.
Σε ποιαν πήγες; του λέω.
Σε άλλη, μου λέει.

Τον σκότωσα αμέσως με το πιστόλι μου.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
(ΤΟΥ ΓΥΖΗ)

Τι θαμασμό γεμάτα μάτια
που τα παιδιά έχουν ανοίξει!
Τάχατες τι χρυσά παλάτια
το παραμύθι έχει δείξει;

Θα σκοτωθεί ο δράκος ή όχι;
Και η πριγκίπισσα θα ζήσει;
Α! Σ΄ άλλη τέτοια μία κώχη
δεν έχει άνθρωπος πατήσει.

Καλή γιαγιά,τόσες ψυχούλες
που από Το στόμα σου κρεμώνται
τόσες ψυχές που έχεις δούλες
σ΄όσα απ΄τα χείλια σου ακουγώνται,

λυπήσου τες και χάρισέ τους
την ευτυχία που καρτερούνε-
το παραμύθι τέλειωσέ τους
όπως, οι αγνούλες μας, ποθούνε.

Μία ζωή έχουν μπροστά τους
για δυστυχία και για πόνο.
Από τα χείλια της γιαγιάς τους
την ευτυχία ας έχουν μόνο.

Μα όμως όχι! Καμιά λύση
Στην ιστορία σου δε θα δώσεις.
Και το μαγκάλι δε θα σβήσει.
Το γνέσιμο δε θα τελειώσεις.

Όλα αιώνια έτσι θα ΄ναι
καθώς ο Γύζης τα ΄χει πλάσει.
Λαχταριστά θα σε κοιτάνε
Κάθε αγόρι και κοράσι.

Λαχταριστά κι εμείς ζητάμε
Μέσα στον πίνακα να μπούμε
Λίγα απ΄  τα μάγια που μεθάμε
Και που αυτός κρατεί, να βρούμε.

Μ΄αδύνατο είναι (κι;)  αυτό να γίνει.
Κι ίσως αυτό της Τέχνης να ΄ναι
Το μυστικό: όσα μας δίνει
Άφταστα πάντα να μετράνε.
ΈΝΑ «ΓΕΙΑ ΣΟΥ»...
(Ρωρερκάρ)

Και τι να σου ‘λεγα για μένα
που δε γνωρίζεις;
Όλα στα μάτια μου ειν’ γραμμένα
που συ ορίζεις.

Με τι άλλο ν’ άγγιζα τ’ αυτιά σου;
όλα τ’ ακούνε-
μες σ΄ ένα ολόπικρό μου «γειά σου»
όλα μου ηχούνε.

Μονάχα να σου ψιθυρίσω
λόγια έχω χίλια
στ’ αυτί σου όταν θ’ ακραγγίσω
τα δυο μου χείλια.

Αυτό! Ποτάμια όχι μεγάλα
που όλα πνίγουν
μα νερο-άχνες, στάλα στάλα
τρύπες που ανοίγουν!
ΤΙ ΚΑΛΑ ΘΑ 'ΤΑΝ


Τι καλά θα ‘ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
φέρονταν στο σύζυγό της
όπως φέρεται στους ξένους!

Και στους ξένους αν φερόνταν-
τέτοιο αν ήταν το μυαλό της-
όπως τώρα για αιώνες
φέρεται στο σύζυγό της...

Όταν κείνος της μιλούσε
να τον κοίταζε στα μάτια
και το βλέμμα της σε σπάνια
να τον έμπαζε παλάτια.

Σα μπροστά του εμφανιζόταν
να 'τανε σεμνά ντυμένη
σαν η μόνη-σαν η πρώτη
σαν η πάντα ερωτευμένη.

Να του μίλαγε με γλύκα
κι όταν κάτι της ζητούσε
δίχως να σκεφτεί καθόλου
"ναι" μονάχα ν' απαντούσε.

Γελαστή πάντοτε να 'ταν
και ποτέ αδιαφορία
ή οργή το πρόσωπό της
να μη σκίαζε καμία.

Η ευγένεια και η γλύκα
να 'δεναν στο φέρσιμό της-
δηλαδή με λόγια δύο
θηλυκός να 'ταν ιππότης.

Κι αν τ΄ αδύνατα ζητάω
όμως μ' όλα τα δικά της
έτσι και σε κείνον μόνο
να 'δινε τον έρωτά της.

Τι καλά θα 'ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
έδινε στο σύζυγό της
ό,τι σπαταλάει στους ξένους!
Αρκεί να ξέρεις

Ντύσε όπως θέλεις την επιθυμία
Βάλτης φορέματα φτηνά ή επιτηδευμένα
βάλτης αρώματα λεπτά ή όπως των πορνών
(ντύοτηνε ακόμα μ' ένα φόρεμα "αγάπης"
αν τόσο είσαι διεφθαρμένος)
βάλτηνε να ξαπλώσει στη βρωμιά τη γουρουνίσια
ή στη χλιδή παράδωσέ την-
αυτά ποικίλλουνε κατά τις περιστάσεις
και τις δυνατότητες του καθενός
Αρκεί να έχεις πάντα στο μυαλό σου
πως η Επιθυμία είναι μια κι η ιδια πάντα
είτε τη ντύσεις έτσι είτε αλλιώς
εδώ είτε αν τη βάλεις είτε παραπέρα.
Αρκεί να ξέρεις ότι όλα αυτά είναι ψιμύθια φτιασιδώματα και τσιριμόνιες
κι ότι η Επιθυμία στέκει από κάτω τους
αλύγιστη ασυμβίβαστη και πάντα καθαρή-
λίγο αηδιασμένη μόνο από τα μασκαρέματα-
αρκεί να ξέρεις ότι κάτω απ' όλα αυτά στέκει ο πόθος
όπως μια τίγρις πεινασμένη στέκει κάτω από μια χούφτα χαρτοπόλεμο.
Αρκεί να ξέρεις...


ΤΙ  ΜΑΣ  ΛΕΣ 

Κι αν περνώντας απ'  το πλάϊ
καλημέρα δε μας λες
τι μας λες
τι μας λες

κι αν ξεχνάς κάτι κουβέντες
που ελέγαμε τρελές
τι μας λες
τι μας λες

κι αν εσύ γελάς σαν κλαίω
κι αν γελάω εγώ σαν κλαις
τι μας λες
τι μας λες

αν εσύ με διώχνεις μία
με γυρεύουνε πολλές
τι μας λες
τι μας λες.
TO ΖΕΥΓΟΣ (μπήκε)

Εικοσιοχτώ Ιούλη, βράδυ.
Μια αποκάλυψη!
Από Γιώτα Βήτα προς Κέννεντυ βαδίζοντας,
στο ύψος της πλατείας,
ένα ζευγάρι εβρέθηκε μπροστά μου.

Μεσόκοποι.
Ψηλός ευθυτενής και σοβαρός εκείνος
με πίσω του δεμένα απλά τα χέρια,
μπλούζα και παντελόνι ευπρεπή,
αμίλητος, στητός,
με βάδισμα ένα ευγενικό.

Εκείνη δεξιά του,
σεμνά κι αέρινα να τον κρατεί αγκαζέ,
ντυμένη πεντακάθαρο ένα ταγεράκι
ούτε φτηνό ούτε ακριβό.
Ίδια κι αυτή σεμνή και σοβαρή,
λίγο κοντύτερη από κείνον
καλοφτιαγμένη,
βαδίζοντας άλλο χωρίς,
παρά τα πόδια μόνο να κινεί.

Ένα ζευγάρι
βγαλμένο απ’ τις παλιές τις παιδικές εικόνες.
Ένα ζευγάρι
που έχοντας τις τυπικές
τελειώσει υποχρεώσεις της ημέρας
για βόλτα βγαίνει,
σοβαρό και υπεύθυνο,
συνειδητά αποφεύγοντας τον συμφυρμό του
με σύγχρονους μπλαζέ
ή φωνακλάδες,
ή με κεινούς
που είτε κατά ζεύγη ή μόνοι
τσαλαπατάνε την κοσμιότητα
το δρόμο ετοιμάζοντας
που θα βαδίσει πάνω του
το άσκοπα κι ασύνειδα μοντέρνο.

Κι αμίλητοι-αλήθεια,
μια φράση μόνο,
μια λεξούλα,
κι όλη θα χάνονταν η εικόνα η μαγική.

Σίγουρος είμαι: στο σπίτι γυρνώντας
θα φορέσουν τις πιζάμες τους
θα φιληθούνε καληνύχτα
και στο κοινό μεγάλο τους θα πέσουνε κρεβάτι
σκεφτόμενοι πριν κοιμηθούν
ότι να κάνουν ίσως πάλι δε θα πρέπει
μια τέτοια βόλτα σ' ένα πλήθος μέσα
που τόσο αβάσταχτα έχει αλλάξει.

Με βία εσυγκράτησα
την ξαφνική μου πεθυμιά να προσπεράσω,
πίσω να στραφώ,
κι αφού έτσι αντιμέτωπός τους έρθω,
να τους ειπώ το πόσο με συντάραξεν
η εικόνα των αυτή.

Μα η δειλιά, ή όπως θέτε πέστε το αλλιώς,
το βήμα μου εκράτησε.
Ή πάλι ίσως φοβήθηκα μη δω στα πρόσωπά τους
το βάρος των αλλοτινών καιρών
και την ευθύνη
που πάραυτα θα μ' εξουθένωνε.
Και καθυστέρησα το βήμα ως να τους χάσω.

Εκείνα που περίπου θα τους έλεγα όμως,
τα γράφω εδώ.
Γιατί τι διάολο άλλο τήνε θέλουμε την ποίηση
αν οχι μέσα της για να ξερνάμε
ό,τι εντός μας κρατημένο θα μας σκότωνε;
ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ


-Ζω σαν λαθρεπιβάτης. Με το φόβο κάθε στιγμή πως θα με πιάσουν. Κρύβομαι όσο μπορώ. Λέω ναι σε ό,τι μου ζητάνε. Μερικές φορές φέρομαι σκληρά. Είναι για να δείξω πως είμαι ένας απ’ αυτούς.
-Ναι.
-Στην Αμερική ήμουν στο στοιχείο μου. Έδειχνα το φόβο μου. Εκεί ήμουν ο πραγματικός μου εαυτός.
-Ναι.

*

-Δεξιά και αριστερά του δρόμου ήσαν σταματημένα αυτοκίνητα. Αυτός οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα όπισθεν και σταμάτησε απότομα δίπλα σε ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Το κοριτσάκι που καθόταν στη θέση του συνοδηγού έβγαλε το κεφάλι του έξω και φώναξε στο δίπλα τους αυτοκίνητο: «Η θεία θα ‘ρθει με μας!» Το αυτοκίνητο ξεκίνησε το ίδιο απότομα και χάθηκε στη στροφή.
-Ναι.
-Ο οδηγός φορούσε σκουλαρίκι. 
-Ναι;
-Ναι. Όταν εγώ μάθαινα, φορούσαν σκουλαρίκι οι κακές γυναίκες. Τώρα φορούνε και οι καλοί άντρες.
-Ναι.

*

-Οι συγγενείς μου μού έκλεψαν τα λεφτά μου, το αυτοκίνητό μου, το σπίτι μου.
-Ναι.
-Και έκαψαν τα ποιήματά μου.
-Ναι.
-Μετά ένωσαν τα χέρια τους σε ένδειξη αγάπης και με τα ελεύθερα πόδια τους με χτυπούσαν. Έπεσα κάτω. Με έφτυσαν και με ποδοπάτησαν.
-Ναι.
-Εγώ που δεν ξέρω παρά μόνο να μιλάω τους είπα: «Τελειώσατε μαζί μου;» «Ναι», μου είπαν. «Κι εγώ μαζί σας».
-Ναι.

*

-Χτες είπα μόνο: «Μια τυρόπιτα παρακαλώ», όλη την ημέρα.
-Ναι.
-Αν δεν ήξερα την τιμή θα ρωτούσα ακόμα: «Πόσο κάνει;»
-Φυσικά.
-Μερικές μέρες, ιδίως εκείνες που δεν βγαίνω καθόλου έξω, διαβάζω δυνατά. Έτσι δεν κινδυνεύω να ξεχάσω να μιλώ.
-Και να μην μπορείς να πάρεις ούτε τυρόπιτα.
-Θα μπορώ. Θα τους τήνε δείχνω.
-Σωστά.

 *

-Όλα.
-Ναι.
-Για μένα αυτό ήταν ο κανόνας. Και καθώς κανένας δεν μου είπε ότι αυτά δεν συμβαίνουν στη ζωή αλλά μόνο στον κινηματογράφο, συμπέρανα ότι , αν θέλω μια γυναίκα, πρέπει να την παντρευτώ.
-Ναι.
-Μόνο όταν, στον κινηματογράφο πάλι, κάποιος γνώριζε μια γυναίκα και την φιλούσε ενώ δεν είχε σκοπό να την παντρευτεί, τότε ο κηδεμόνας μου δίπλα μου σχολίαζε: «Τον παλιάνθρωπο!» Λοιπόν , έμαθα πως όποιος γνωρίζει (fil;hseiq)μια γυναίκα χωρίς να έχει αποφασίσει πρώτα να την παντρευτεί, ήτανε παλιάνθρωπος.
-Ναι.
-Από τότε ήμουν προορισμένος να δυστυχήσω.
-Ναι.

*

-Αν υπήρχε αγάπη δε θα χρειάζονταν το ένστικτο της μητρότητας.
-Ναι.
-Όλοι αγαπούν όλους μέχρι που να βρεθούνε κοντά τους. Τότε η αγάπη δίνει τη θέση της σε ό,τι ήταν από την αρχή κρυμμένο μέσα τους-στο μίσος.
-Ναι.
-Αν μπορούσε, θα σκότωνε κανείς όλους τους ανθρώπους, εκτός από κείνους που χρειάζεται να τον υπηρετούν.
-Ναι.
-Ο Χριστός πρέπει να ήταν σαδιστής. Ήρθε στον πλανήτη του μίσους και μίλησε για αγάπη.
-Ναι.

*

-Όταν ο θάνατος φοράει μάσκα, λέγεται ύπνος.
-Ναι.
-Όταν την βγάζει, είναι ο θάνατος.
-Ναι.

*

 -Ήμουνα στο δωμάτιο με τη Ντίνα. Ξάπλωσε στο φάρδος του κρεβατιού, σήκωσε στην ανάταση τα  χέρια, μισάνοιξε τα πόδια της και με κοίταξε. Σηκώθηκα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο κηδεμόνας μου. «Τι κάνετε σεις εδώ;», είπε άγρια.
-Ναι.
-Μιαν άλλη φορά ήμουν στο δωμάτιο με τη Θωμαϊδα. Της έδειχνα μαθηματικά. Το δυσανάλογα μεγάλο για την ηλικία στήθος της πίεζε το πάνω κουμπί της μπλούζας της. Είχε κοκκινίσει. Άπλωσα το χέρι μου. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο κηδεμόνας μου. Μας κοίταξε άγρια. «Τι κάνετε σεις εδώ;», είπε.
-Ναι.
-Όταν, φοιτητής πια ήμουν με την Ηρώ στην παραλία, δε χρειάστηκε να έρθει ο κηδεμόνας μου να με μαλώσει. Ήταν ήδη εκεί και τότε, και σε κάθε τέτοια στιγμή της ζωής μου.
-Ναι.
-Γι αυτό τον μισούσα πάντοτε.
-Ναι.

*

-Η Δύση, μετά από αιώνες θρησκευτικής και κοινωνικής καταπίεσης, έκανε την επανάστασή της, έκλεψε, ρήμαξε, καλοπέρασε.
-Ναι.
-Και ξαναγυρνάει στον μεσαίωνά της.
-Ναι.
-Σειρά έχουν η Κίνα και η Ινδία. Και μετά ποιος ξέρει τι περιμένει τους ανθρώπους…
-Ναι.
              
*

-Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου θα ήσαν ευκαιρίες αν δεν είχε υπάρξει ο Χριστός.
-Ναι.

*

 -Τα κάγκελα του μπαλκονιού απαγορεύουν στο σώμα μας να πέφτει, δεν απαγορεύουν όμως και στη σκέψη μας να πέφτει.
-Ναι.

*

-Αφού η αιωνιότητα υπήρξε σαν ιδέα, υπάρχει και πραγματικά.
-Ναι.
-Και αφού δεν τη βλέπουμε όσο ζούμε, τη νιώθουμε την τελευταία στιγμή της ζωής μας.
-Ναι.
-Γι αυτήν και ζούμε.
-Ναι.

*

 -Βλέποντας γύρω και ακούγοντας, μαθαίνουμε ένα απειροελάχιστο ποσοστό γεγονότων ή συμβάντων στο όποιο διάστημα του χρόνου.
-…Ναι.
-Και λέμε ότι είμαστε πλήρως ενημερωμένοι.
-Ναι.
-Λένε ή γράφουν ότι το καλλίτερο κρασί βγαίνει στο τάδε χωριό του τάδε νησιού. Όμως το λένε αυτό χωρίς να έχουν δοκιμάσει τα κρασιά όλων των χωριών όλων των κρατών της γης-για να περιοριστούμε σ’ αυτήν.
-Ναι.
-Και την ελάχιστη αυτή ενημέρωση χρησιμοποιώντας, εκόντες ή άκοντες, σαν πρόφαση, αποκοπτόμαστε από την παγκόσμια κοινότητα, περιοριζόμενοι σε ό,τι οι φτωχές μας αισθήσεις μας δίνουν.
-Ναι.
-Και μαθαίνουμε να επιδιώκουμε την τέτοια ενημέρωση, νομίζοντας ότι έτσι γεμίζοντας το χρόνο μας, εκπληρώνουμε το καθήκον μας σαν άνθρωποι…
-Ναι…
-…ξεχνώντας ότι η γνώση της παγκόσμιας κοινότητας είναι το πρώτο βήμα για τον προορισμό μας, που είναι  η ιδεατή αποχώρηση από αυτό τον κόσμο και το άνοιγμά μας στο σύμπαν.
Ναι.

*

-Έχουν γραφτεί απίστευτα πιο πολλά βιβλία από όσα σήμερα υπάρχουν.
-Ναι.
-Οι λόγοι που αυτά δεν υπάρχουν σήμερα είναι δύο. Ο ένας είναι πως δεν κρίθηκαν άξια από τις κρατούσες κάθε φορά κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις να διατηρηθούν. Ο άλλος είναι ότι όσοι τα έγραψαν δεν είχαν την οικονομική δύναμη να τα κυκλοφορήσουν.
-Ναι.
-Απόδειξη για τον πρώτο λόγο είναι τα βιβλία των προσωκρατικών φιλόσοφων που καταστράφηκαν ή «θάφτηκαν» από τον Πλάτωνα και τους ομοίους του, καθώς και τα εβραίικα βιβλία που κυκλοφορούσαν κατά εκατοντάδες την εποχή της συναρμολόγησης της Παλαιάς Διαθήκης που
 δεν κρίθηκαν άξια να μπουν σ’ αυτήν και χάθηκαν.
-Ναι.
-Εκτός από τα παραπάνω βιβλία όμως, υπήρξαν πολλοί άνθρωποι στην εγγράματη ιστορία της ανθρωπότητας που ενώ είχαν λαμπρές ιδέες και μπορούσαν, εντούτοις  δεν έγραψαν βιβλία.
-Ναι.
-Υπήρξαν ακόμα άνθρωποι με λαμπρές ιδέες που έζησαν όταν δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η γραφή.
-Ναι.
-Τα βιβλία λοιπόν που σήμερα προβάλλονται σαν αποκτήματα της ανθρωπότητας, είναι τα σκουπίδια εκείνα που η οικονομική ολιγαρχία και η βλακεία των ανθρώπων -που εκείνη ανά τους αιώνες καλλιεργεί- έχουν διασώσει και μας τα προβάλλουν σαν τέτοια, ενώ τα εκατομμύρια των προοδευτικών βιβλίων έχουν οριστικά χαθεί ή δεν γράφτηκαν ποτέ.
-Ναι.
-Το ίδιο ισχύει και για τις Τέχνες.
-Ναι.

*

-Αν οι επιστήμονες ανακαλύψουν γιατί ο εμμηνορροϊκός  κύκλος των γυναικών  διαρκεί όσο οι φάσεις του φεγγαριού, τότε δεν θα έχει μείνει τίποτε αναπάντητο.
-Ναι.

*

-Κατηγορεί κάποιος εκείνον που έχει έντονη σεξουαλική ζωή, επειδή αυτός δεν μπορεί να την έχει, ή γιατί την έχει και κατηγορώντας εκείνον κατηγορεί τον εαυτό του.
-Ναι.
ΔΙΑΠΙΣΤΏΣΕΙΣ
Δεν ξέρω γιατί έχω μια χαρά
που ήρθε το Μνημόνιο
αρσενικό σαν να ’μουνα
που βλέπει αντιμόνιο.
Είναι γιατί ο κόσμος πια
διόλου δε διασκεδάζει
και γενικά κάνει ζωή
που στη ζωή μου μοιάζει-
χωρίς παρέες δηλαδή,
χωρίς χορούς και γέλια,
χωρίς το θέρος διακοπές
κι ουρά κάτω απ’ τα σκέλια;
Ναι. Πράγματι. Αυτό είναι. Ναι.
Χωρίς αμφιβολία
για τη χαρά που μου ’χει ’ρθει
αυτή ’ναι η αιτία:
πως τώρα ξεκομμένος πια
απ’ τον κόσμο δε μετράω
κι έχω παρέες ταιριαστές
όπου κι αν πλέον πάω.
Μόνο και ακοινώνητο
που πια δε θα με λένε
και που όλοι για τη μοίρα τους -
εγώ όπως κλαίω- κλαίνε.
Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ

Μια λιτανεία είναι να γίνει.
Θανάτου κρέπια μαύρα γκρενά
θ’ αργοθροϊζουν ως θα περνά
από μπροστά μου η μακάβρια κλίνη.

Μαυροντυμένοι λειψανοφόροι
θα προχωρούνε με το κουτί
κι αμέσως πίσω θα περπατεί
χαροκαμένη μοναχοκόρη.

Θάλασσα γύρω τα νεκροκέρια
τη μαύρη νύχτα θ’ αχνοφωτούν
σ’ ανώφελο ένα θ’ αργοκινούν
σταυρό οι άφωνοι πιστοί τα χέρια.

Και θα πλανιέται μες στον αέρα-
πώς μες στο σκότος αναρριγώ
μέσα στο φέρετρο μην ειμ’ εγώ;-
μια παραζάλη και μια φοβέρα.

Εν’ αγριοκρίνο αδέρφι κόψε
ως η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί
και μύρισέ το-πες μιαν ευχή:
μια λιτανεία γίνεται απόψε.

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

(από ΤΑ ΛΟΓΙΑ)
Μήτρος και Γιάννος συζητούν και τα δικά τους λένε
κι οι έξυπνοι μ’ αυτά γελούν και οι ανόητοι κλαίνε

-Γιάννο μου είδες το χαμό που στην Τουρκία γίνεται;

-Το είδα Μήτρο. Μπράβο τους. Ως κι αίμα είδα χύνεται.

-Και μπράβο τους το λες αυτό; Με κοροϊδεύεις Γιάννο;..

-Είναι λεβέντες… τι άλλο θες να πω ή τι να κάνω;

-Γιάννο μου τάχα σοβαρά μιλάς ή αστειεύεσαι;

-Εγώ μιλάω σοβαρά. Αστεία συ μάλλον φέρεσαι
μ’ αυτή την αγανάκτηση που σ’ έχει πλημμυρίσει
και στάζει από πάνω σου σα χαλασμένη βρύση.

-Μα Γιάννο μου λες λεβεντιά την ανυπακοή;

-Ωχ! Αυτό ήτανε λοιπόν κι ήρθες πρωί πρωί;
Καλά το εκατάλαβα… Θεέ μου τι χρωστάω
τέτοια ν’ ακούω σαν ξυπνώ πριν κάτι πιω ή φάω…

-Γιαννάκο μου για μένα λες τι στο θεό χρωστάς;..
Για μένα λες δε σ’ άφησα να πιεις κάτι ή να φας;
Μα κι αν για μένα τα ’χεις πει, Γιαννάκο μου πώς ξέρεις
τι θα σου πω, ώστε προτού τ’ ακούσεις να υποφέρεις;

-Μητρούση μου με σήκωσες κι εδώ μ’ έχεις στημένο
άπλυτον και αφάγωτον κι αγουροξυπνημένο
να με ρωτάς αν ξέρω τι ν’ ακούσω έχω από σένα…
Μα όσες βλακείες Μήτρο μου μού έχεις ειπωμένα
λεπτά αν τις είχα χάλκινα πάμπλουτος θα ’μουν τώρα.
Μα όμως Μήτρο μου καλέ σ’ αυτήν μέσα την χώρα
ο πιο καλός ο φίλος μου είσαι και δε σ’ αλλάζω
γιατί όσο και αν γύρω μου ελπίζοντας κοιτάζω
άλλον καλλίτερο άνθρωπο από σε δεν έχω βρει.
Που αν και από λογική δεν χαμπαρίζεις γρυ
μα ούτε δόλος μέσα σου υπάρχει ούτε κακία
και κάνει αυτό να ’ναι ανεκτή όποια κι αν λες βλακεία.

-Γιαννάκο μου σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Και αν με λες κατά καιρούς βλάκα και κουτομόγια
εγώ ούτε κάκια σου κρατώ ούτε και σου θυμώνω
γιατί αυτό από σένανε που εγώ ζητάω μόνο
το έχω πάντα-δηλαδή βήμα για να μιλάω
λέγοντας ό,τι μέσα μου αν το κρατήσω σκάω.
Είδες λοιπόν τι αμυαλιά τους τούρκους νέους δέρνει
και πώς από τη μύτη της δεμένους λες τους σέρνει
που για μι ασήμαντη αφορμή αμέσως ξεσηκώνονται
και φωνασκούν και σπάζουνε, σκοτώνουν και σκοτώνονται;
Αντί να κάθονται ήσυχα κι ωραία στη γωνιά τους
μ’ ένα τσιγάρο σέρτικο και με τη φραπεδιά τους
και να σκορπούν τα χρήματα που ο μπαμπάς τους δίνει
αυτοί τους δρόμους παίρνουνε και ότι θέλει ας γίνει.
Δεν έχουν μέσα τους ντροπή;.. Σηκώνουνε κεφάλι
στον εκλεγμένο απ’ το λαό ηγέτη… τέτοιο χάλι!
Και όλο και πληθαίνουνε μέρα με την ημέρα-
τι λέω μέρα, νύχτα πες, γιατί αυτή η χολέρα
τη νύχτα βρίσκει πιο καλά να κάνει ό,τι κάνει
να καίει καταστήματα, να λεηλατεί, να σπάνει…
κι απ’ όλα πιο χειρότερο με την αστυνομία
να πολεμάει λες κι εχθρή αυτή ήτανε καμία
και όχι φίλη κι αυτουνών και καθ’ ενός πολίτη.
Και αν καμιά δεν άνοιγε από τις μάχες μύτη
θα μπόρειγαν να διορθωθούν τα πράγματα. Μα τώρα…
με τρεις λεβέντες νεαρούς στου Χάροντα τη χώρα…
Γι αυτό με βλέπεις Γιάννο μου να είμαι συγχυσμένος.
Γιατί αν κι όντας έλληνας με τούρκους είμαι ξένος
μα όμως είναι γείτονες και φίλοι κι όσο να ’ναι
η γειτονιά και η φιλιά στη γη πολύ μετράνε-
αν κάτι μες στο σπίτι μας κακό κάποιο θα γίνει
πρώτοι δε θα προστρέξουνε βοήθεια μας εκείνοι;
Μα-οι άθλιοι- αντί να κάτσουνε καθένας στη γωνιά τους
και να υπακούν μ’ ευλάβεια τον όποιον άρχοντά τους,
αυτοί εξεγείρονται. Γιατί; μα όποια κι αν ειν’ η αιτία
τέτοια ποτέ δε θα ’πρεπε να κάνουν φασαρία.
Δες τους δικούς μας. Τους καλούς, συνεσταλμένους νέους
που αρκούνται στην ανάμνηση του πρωτινού των κλέους
και ό,τι και να κάνουνε ο Σαμαράς κι οι άλλοι
αυτοί σκυμμένο πάντοτε κρατούνε το κεφάλι
και το πολύ πολύ όταν δυο κάπου συναντηθούνε
τότε για την κατάσταση δυο λόγια θα ειπούνε.
Κι αυτό ήτανε. Ούτε φωνές ούτε χαζά αιτήματα
ούτε συλλαλητήρια μ’ αλλόκοτα συνθήματα.
Γιατί γνωρίζουν πως αυτοί που είναι στην κυβέρνηση
και γνώση της κατάστασης έχουνε μα και θέληση
τα τόσα τα προβλήματα να λύσουνε της χώρας
που ούτε ένα τέταρτο δεν κάθονται της ώρας
μονάχα αγωνίζονται και τρέχουνε συνέχεια
του έλληνα για να διώξουνε τη μισητή ανέχεια.
Κι αν είναι άνεργοι ε τι; Κάνουν υπομονή!
Τι θα ’βγαινε με σπάσιμο, με φλόγες και φωνή;
Και αν δεν έχουνε ψωμί ούτε κι ελιά να   φάνε
αυτό θα πει πως θα ’πρεπε τα μαγαζιά να σπάνε;
Και βλέπουν και τους αρχηγούς των άλλων των κομμάτων
να βγάζουν λόγους στη Βουλή υπέρ των αδυνάτων
μα ούτε αυτοί να τριγυρνούν στους δρόμους σαν ρεμάλια
και ούτε να προτρέπουνε τους νέους  σε τέτοια χάλια.
Και μάλιστα του ΣΎΡΙΖΑ ο πρόεδρος πουέξω βγήκε
κι αν μέρος πήρε σε πορεία όποια μπροστά του εβρήκε,
μα στην Ελλάδα ούτε καν αυτός διανοείται
να θίξει τα ευ κείμενα. Και ας κατηγορείται
από οπαδούς του μερικούς πως στους Αμερικάνους
επήγε και πουλήθηκε. Κανείς αυτούς τους χάνους
δεν τους ακούει. Απλώς να! αν πήγε ως εκεί πέρα
ήταν γιατ’ ήθελε πολύ ν’ αλλάξει τον αέρα!..
Μα τόσην ώρα Γιάννο μου ασταμάτητα μιλάω
ενώ με βλέμμα με θωρείς εσύ… θα ’λεγα πράο.
Αυτό θα πει Γιαννάκο μου πως διόλου δε σ’ εξόργισα
αν κι όταν ήρθα πως αυτό θα γίνονταν ενόμισα.
Τι γνώμη έχεις Γιάννο μου; Όλα καλά δεν τα ’πα;

-Το πιο καλό είναι που ’βαλες πλέον στο στόμα τάπα.
Κι αφού ό,τ’ είχες να ειπείς, το ’πες, ε! τράβα τώρα.
Κι εγώ τα όσα έχεις πει θα τα κρατώ σα δώρα-
δώρα που η βλακεία σου, η δίχως χαλινάρι
όπου βρεθείς κι όπου σταθείς τα ρίχνει κι όποιον πάρει…

-Γιαννάκο μου σ’ ευχαριστώ το χέρι που δε σήκωσες
και πάνω στο κεφάλι μου βαρύ δεν το απίθωσες.
μα φεύγω γιατί σκιάζομαι μη τώρα που στο θύμισα
μου δώσεις μια… αν και θαρρώ πως λίγο την πεθύμισα…

-Μήτρο μου χρήση θα ’κανα της φάπας της αγίας
μα όχι σ’ έναν οπαδό- βλάκα έστω -της μη βίας

-Γιάννο μου γεια κι ευχαριστώ… τα λέμε πάλι αύριο…

-Γεια σου… αλλά να μη βιαστείς… τα λέμε και μεθαύριο…

                                ----------------
MIKPA
Δίχως τον ήλιο το ρολόγι μας θα 'τανε
μια παράξενη συσκευή
άγνωστο σε τι χρησιμεύουσα
πέρα από την ικανότητα του κατασκευαστή
να τοξεύει.

*
Χρωματιστά γονίδια αναπτερώνουν το ηθικό. Προσβλέπουμε σ' αυτά
και ευελπιστούμε
για χρωματιστές θύελλες το ολιγότερο.
*
Είμαι στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού
με μια κυρία συνοδηγό.
Φορώ το μουστάκι μου, γίνομαι κουνέλι
και χειρονομώ.
Ύστερα βγάζω το μουστάκι.

*

Κρούμιο κρανίο το κύπελλο πάνω στο τραπέζι.
To χαρτί κιτρίνισε άγραφο.


*

Η γάτα μου δεν υπάρχει.
To μαρτυρεί η ράχις της όταν κυρτούται-
ίδιο ανάστροφο ύψιλον.

*
Ενα λεπταίσθητο είμαστε και φρούδο εργαλείο που η ανυπόμονη άγνοια επάνω του ξεσπά παιδιού, που παίζοντας, κολλά τα μέρη μας τα δύο
για λίγο έτσι μας κρατεί-κι απέ μας ξανασπά.
*

Τα όνειρά μας ψάχνουμε που χάθηκαν να βρούμε.
Βαδίζοντας ακούγονται κατ' απ' τα πέλματά μας
Ήχοι που κάνουν σπάζοντας εκεί τα όνειρά μας.
Κι εμείς συνέχεια ψάχνουμε.-.συνέχεια προχωρούμε.

*


Δηλαδή αν δεν υπήρχε η βαρύτης
ο ελέφας θα πετούσε σα σπουργίτης'
και φτερά δε θα φυτρώναν-για φαντάσου-
στους αλόγινους τους ώμους του Πηγάσου…

*

Μετά την αγάπη
πρέπει να διαφυλάξουμε τις μάσκες
για την επόμενη φορά.

*


ΛΕΣΛΥ
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω μα πρόπερσι ανταλλάξαμε ιούς.


*


Και τώρα ας γυρίσω το χαρτί
στην άγραφη πλευρά του'
και τώρα ας γυρίσω τη ζωή
στην όψη του θανάτου.

*

Κι αν ακόμα Προμηθέας Δεσμώτης ήμουν τα σπλάχνα μου δε θα επαρκούσαν
για τόσες μεταπτώσεις.

*

To σούρουπο έρπον καταφθάνει.
Ανύποπτα
αμετάτρεπτα
κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου.

Βάλτε με μέσα σ' ένα βαθύ
πουκάμισο κίτρινο
και δώστε μου μια ζώνη χορταρένια-
αμέσως γίνομαι Πρόδρομος Ιωάννης
και γυρίζω τον κόσμο δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.

*

Κάθε Κυριακή πρωί οι άντρες ανεβάζουν τα παντελόνια τους,
οι γυναίκες αφήνουνε τη φούστα τους να πέσει στη θέση της
και παν στην εκκλησιά όπου μ' ευλάβεια ευχαριστούνε και δοξάζουνε τον Κύριο.

*

Μετά 'πο τόσα ηδύποτα
μας έδειξε ξετσίπωτα
τα κάλλη της τ' ανείπωτα-
εγώ δεν είδα τίποτα.

*

Καμιά φορά δεν ειν' νερό οι χοντρές σταγόνες
που μανιασμένα μαστιγώνουνε τη γη
αλλά τα δάκρυα των φτωχών που από αιώνες
συνάζονται και πέφτουνε απάνου μας μ'
οργή.

*

Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή προτού ο ήλιος να έχει βγει. Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο και φλογερό.

*
Οι σκέψεις που στριμώχνονται εντός μου
σαν ρόγες σταφυλιών ωριμάζουν'
και σκούρκοι απάνου τους διψασμένοι βόσκουν.

*

Αμφιβολία δε στέκει μια-τέκνα είμαστε δικά σου.
Κοίτα, δε βλέπεις μέσα μας Αδάμ τη μοναξιά σου;

ΘΑΛΑΣΣΑ

Η ψυχή της είναι η ψυχή μας.
Το μυστήριο στη θέα της μας πνίγει. 
Στο φως του κόκκινου του φεγγαριού
λάμπουν οι στάλες των κυμάτων της
ως πρωινή δροσιά στα βρόχια θεόρατης αράχνης.
Σαν μητριά τάχα ή σαν μάνα μας μας βλέπει;

Ατελείωτη.
Ατελείωτη.
Ατελείωτη σαν θλίψη.

Σαν τους καθρέφτες της περιβλημένοι
Αυτήν ό, που κοιτάζουμε θωρούμε.
Αυτή το αίμα μας
Αυτή η φωνή μας
Αυτή η ανάσα κι ο παλμός μας.

Κοίτα πώς πάνω στα κυματιστά λαγόνια της
τ’ άσπρα φαντάσματα των καραβιών πλανιούνται.

Ατελείωτη. Ατελείωτη κι αγνώριστη.
Τέτοια μια κλήρα ποιος μας όρισε;
Και ποιος
Από της απεραντοσύνης της την τυραννία θα μας απαλλάξει;

Μα και στον θάνατο ακόμα μέσα
στα ταραγμένα βάθη της οι σκιές μας θα κυλιούνται 
προσδοκώντας κάποτε πάλι
σαν τάχα λυτρωμό,
απέξω,
ζωντανοί να την θωρούμε.
ΠΡΩΙ

Μέσα απ’ την παγωμένη ομίχλη του κήπου 
με το βήμα του παφλασμού της θάλασσας συντονισμένη
η μυρωδάτη ελπίδα του τριαντάφυλλου έρχεται
να ξεπλύνει τα μάτια από το δάκρυ.

Μέσα στην προαιώνια αθωότητα του πρωινού
ο ουρανός ακόμα μαραμένος,
ακόμα κοιμισμένη η φωνή του αηδονιού,
θολές ακόμα από μυστήριο οι ψυχές.

Το νέο πρωινό έφτασε
πίσω του συντρίμμια αφήνοντας το ειδύλλιο
της νύχτας και του θάνατου.
Από το παιδικά άδολο πρόσωπό του
μυριάδες πιθανότητες ευτυχίας εκπηδούν.
Το μέλλον χρωματίζει τις παρειές του
και το χαμόγελό του
ανυστερόβουλο
σε όλα πλέρια χαρίζεται.
Και στο χέρι του το κουβάρι κρατεί
του χαρταετού ήλιου
που κιόλας
χρωματιστός ξεπροβάλλει
πίσω από θάλασσες και όρη.
ΠΟΙΗΣΗ

Μία σελίδα άγραφη.
Ο ηθμός του νου επάνωθέ της
διάτρητος φύλακας της παρθενίας της.

Από την προϊστορία του αίματος 
ως τρομαγμένα φαντάσματα της νύχτας
ή ως εφήμερα έντομα του χρόνου
ιδέες ξεπηδούν και ίπτανται στου δωματίου τον χώρο
σε πράγματα πάνω σκουντουφλώντας-παλαιά πορτραίτα,
σκελετούς λυρικών γερακιών, χάρτινα τριαντάφυλλα.

Απ’ όλες κάποια
τυχαίνει να περάσει τον ηθμό
κι αφήνει το ίχνος της στο άσπιλο λευκό.
ΟΙ ΑΠΟΜΑΚΡΟΙ

Στο σπίτι όταν μπουν
αφού διπλά πρώτα κλειδώσουνε την πόρτα
ευθύς μετά στο βάθος κρύβονται του δωματίου τους
κι ανήσυχοι ακόμα στην καρέκλα κάθονται
ακίνητοι αναμένοντες ωσότου
κι ο τελευταίος απόηχος
του δρόμου και της αγοράς να σβήσει.

Μετά στα χέρια ένα βιβλίο παίρνουν
και διαβάζοντας
τα φύλλα του απαλά γυρίζουν
μη κάποιος ήχος ανεπαίσθητος
ραγίσει την μονάκριβη
κρυστάλλινη ερημία του σύμπαντός τους.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Απλόχερα το σκότος σκορπισμένο
μες στο μικρό το καμαράκι
που μέσα του αποθήκευαν τα ξύλα-
τα πυρομαχικά για την αντίσταση
στον άλλο τους εχθρό: το κρύο. 

Μ’ αυτά για σκηνικό
μπροστά στο ανύποπτο παιδί φάνηκε ο Θεατρώνης
βικτωριανά ντυμένος ρούχα.

Παρουσιάστηκε κι ευθύς
άρχισε να μιλάει.
Προλόγισε το έργο
για συγγραφέα μίλησε
για σκηνοθέτη κι ενδυματολόγο
για ηχητικά και οπτικά εφέ
για μουσικούς, για υποβολείς, για ιμπρεσάριους…
Κι έλεγε και σταματημό δεν είχε.

Η ώρα πέρασε και πέρασε.

Τα παιδικά τα βλέφαρα εβάρυναν.
Ώρα για ύπνο.
Κι ως το μικρό το καμαράκι είχε γεμίσει
με σκηνικά του έργου που ούτε η πόρτα
δεν άνοιγε για κάποιον να ’βγει έξω,
πήγε και ξάπλωσε σ’ ένα κρεβάτι
που στη σκηνή βαλμένο ήταν επάνω.

Τα λόγια μπλέκοντας του θεατρώνη
με τις δικές του ιδέες
πριν κοιμηθεί σκεφτόνταν το παιδί:
«Άραγε μη το έργο είναι μονόλογος;
Ή τάχα ο πρόλογος είναι το έργο;
Κι έτσι κι αλλιώς η υπόθεση ποια είναι;
Ποιο το τέλος του;»

Μα ενώ του κλείνανε τα μάτια
και η φωνή του θεατρώνη όλο αλάργευε,
οι σκέψεις του όλες έσβησαν και οι αισθήσεις του
τίποτε πια δεν του ζητούνε.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τα στόματα κουράστηκαν.
Τα μάτια μάταιες γέμισαν εικόνες.
Τα πόδια
σαν μέσα σε χιονοθύελλες να περπατούν
τα τελευταία βήματα βαριά σέρνουν.

Είναι η ώρα των ψυχών.

Μέχρι τώρα εκείνες σώπαιναν
μέσα στους κρινένιους κήπους τους.
Τώρα δοκιμάζουν τα φτερά τους
όπως πουλιά φυλακισμένα. 
Για να θυμηθούν. 

Τα σώματα νιώθουν το σάλαγό τους
ακούγοντας το τραγούδι της δροσοπηγής
ή ένα μεθυσμένο από φως πρωινό θυμώντας.

Κι όταν αυτές πετάξουν
εκείνα μένουν άδεια
σαν παιδιά όταν το παραμύθι τελειώνει.
ΠΡΟΣΩΠΑ

Τα πρόσωπα.
Παντοδύναμα.
Μια κομψή μύτη
γκρεμίζει έθνη.
Μια μικρή σύσπαση του πάνω χείλους
γεννάει αυτοκρατορίες.
Μια ματιά τους
ανεπιθύμητων σωρεία εξολοθρεύει.

Τα πρόσωπα.
Επιπόλαια.
Λένε Εγώ
και κάτι άλλο μ’ αυτό
που άγνωστο τους είναι
εννοούν.

Και όταν ο Αιώνιος έρθει,
Αυτός,
ο χωρίς πρόσωπο,
και ορθός κι ακίνητος 
σαν σύνορο άγνωστης χώρας
στη σκοτεινή εμπρός είσοδο σταθεί,
τα πρόσωπα προς αυτόν στρέφουν
και προς αυτόν υποτακτικά τραβούν.

Και μέσα στο σκοτάδι ως ξανοίγονται
αδύναμα
σαν μέγα πλήθος από φθορές,
η θάλασσα της σιωπής
τα πνίγει μες στα κύματά της.
ΤΡΟΜΟΣ

Όταν μιλούν οι άνθρωποι τρομάζει.
Βλήματα γι αυτόν οι λέξεις
και ο λόγος
όπλο εκηβόλο από τα τελειότερα.

Και σκέφτεται:
«Μη τόσο αρχέγονος εγώ έχω μείνει
κι η κατοικία μου το Άναρθρο είναι;
Και όμως
οι κραυγές προτιμότερες θα ήσαν
να τραβούν ίσια στον αρχαίον ορίζοντα: 
ένας ψίθυρος για την αγάπη,
ένας γρυλισμός συγνώμης για τη χαρά,
 μια οιμωγή για το αύριο,
αντίς τα στρογγυλεμένα
πληγές γεμάτα λόγια
που την ψυχή πάντοτε βρίσκουν.
Έτσι και ο μέσα μας ουρανός δεν θα μάτωνε
Και το δαχτυλίδι της ευτυχίας μας
θα το φορούσαμε ακόμα
καθώς οι ζέβρες τις γραμμώσεις τους
και την περηφάνια τους οι αετοί.»
ΚΑΠΟΤΕ

Κάποτε είχα μια αδερφή.
Απρόσεχτη εκάηκε
σε μιας φριχτής τις φλόγες πυρκαγιάς.

Κάποτε είχα μια γυναίκα. Τ’αφρισμένα
τα κύματα την πήραν του Αιγαίου.

Κάποτε είχα ένα γιο. Τόσο λαφρύ
που ένα σκαθάρι τόνε πήρε στη φωλιά του.

Κάποιοι ευφάνταστοι πολύ
μου λέγανε πως είχα κι αδερφό.

Είχα σπίτια. Μου τα πήραν.

Είχα φίλους είχα φίλες
και συμμαθητές.
Μα γοργά μου φύγαν όλοι
με ακούραστα φτερά. 

Τι λοιπόν;
Είμαι μονάχος;

Όχι, Λένε όσοι ξέρουν: 
Σαν το χέρι μου απλώσω
και ανοίξω το συρτάρι
τι αιθέρια πλασματάκια
εκεί μέσα είναι βαλμένα!
τι ματάκια φλογισμένα!
τι χειλάκια λαμπερά!
Στη θωριά τι ευτυχία!
Στη φωνή τι ζεστασια!

Νάτα εκεί τα ποιήματά μου!
Πάντα εκεί!
Πάντα δικά μου!

Κι ούτε φόβο έχω μήπως
μου πετάξουν μακριά μου-
μακριά πετά η καρδιά μου;

Τώρα τώρα τα τοιμάζω
για το πρώτο τους ταξίδι.
Μα, θα πείτε, κι αν σου φύγουν;
Κι αν δε σου ξαναγυρίσουν;

Α! Καλοί μου! Κι αν μου φύγουν
Κι όπου θα ’θελαν να πάνε
Πάντοτε δικά μου θα ’ναι
Και για μένα θα μιλάνε.

Κι αν κανείς με οργή και μίσος
Στη φωτιά θα τα πετάει
Ο καπνός της ως τις άκρες
των συμπάντων θα τα πάει.

Κι αν στης θάλασσας τα βάθη
Θα τα ρίξει να πνιγούνε
Στον αφρό απ’ τα’ αφρισμένα
κύματά της θ’ αντηχούνε.

Κι όσο πιο πολύ μακριά μου
τα καλά μου θα πηγαίνουν
τόσο πιο πολύ κοντά μου-
αξεχώριστα-θα μένουν. 
Γιατί εγώ εκείνα είμαι
και εκείνα είμαι εγώ.

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙ

Πώς τρέχουν οι εβδομάδες σα νερό
Που πάνω απ’ το κεφάλι μου κυλάει!
Και πώς να σταματήσω δεν μπορώ
Το τάχος τους που σαϊτα ίδια πάει!

Κι όποια περνάει δε θα ξαναρθεί-
Τέρας που τρώει το ίδιο το κορμί του...
Κι όποια περνάει δε θα ξαναρθεί-
Και πάω στο χαμό κι εγώ μαζί του...

ΠΡΟΒΑ ΤΖΕΝΕΡΑΛΕ
                               (6-3-2002)

Κόρινθος. Κέντρο νέων. Κολιάτσου.  
Παράσταση θεατρική.
Με την ψυχή μου του παλιάτσου
βρέθηκα Πέμπτη βράδυ εκεί.

Και να! σωστή σκηνοθεσία!
Και άξιες να! ηθοποιοί!-
η ανθένια να! η πεμπτουσία
που σέρα θάλπει βορινή!

Κι ήταν τα θεία τ’ άνθη που είδα
(και που ως αυτά δεν έχω δεί):
Γιοχάνα Ζάϊκερ-γερμανίδα!
Κλαούντια Λόκχερ-ιρλανδή!

Και παρηγόρια η ψυχή μου
ήβρε η παντέρμη και πικρή
που ό,τι μού στέρησε η ζωή μου
μήτε σ’ αυτές δεν έχει ερθεί.
ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Μες στη νύχτα
μια μυρωδιά καμένου στον υγρό αέρα.
Έμοιαζε
σαν από τις ρίζες του φωτιά να πήρε
το δέντρο του θεού και οι χυμοί του ατμίσανε.

Σε κύκλους που όλο και μεγάλωναν
μια λάμψη απλωνόταν που δεν ήξερες να πεις
αν ήτανε από τη φωτιά
ή αν ήταν οι φωνές οι τρομαγμένες
των πουλιών
που καίγονταν στα δέντρα πάνω.
Και παντού στρέφοντας
Καυτές ανάσες ένα τεράστιο στόμα να βγάζει έβλεπες,
τη θέρμη μεγαλώνοντας
και φρίκη και απελπισιά τις νοτερές
νυχτερινές ποτίζοντας τις ώρες.
ΣΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Κουτί της τηλεόρασης
μάτι μεγάλο ανοιγμένο
στου σπιτιού μας τα δωμάτια μέσα,
ποιες
εσένα,
μάτι μεγάλο πολυχρώματο,
κατάρες σε μοιράνανε
μέσα στα σπίτια τα ελληνικά
ανοησία και αποβλάκωση να φέρνεις,
και πώς
παιδί εσύ της άμμου
και των ηλεκτρονίων και των δεντρών,
τέτοιες ανέχεσαι βρωμιές
ανίερες κι απάνθρωπες και ποταπές
να μεταδίνεις;

Τη φτώχεια μας δε βλέπεις και τη δυστυχία;
Πρέπει να τις ποτίζεις με δακρύβρεχτα,
γελοία  «έργα»
και με απόψεις ανθρωπόκτονες
που την ανθρώπινη τη νόηση βιάζουν;
Και πρέπει τη ζωή
σ’ ένα δωμάτιο να περιορίζεις,
αντί σ’ όλη τη γη να την απλώνεις;
Πρέπει τους νέους να ξεκουτιαίνεις και τους γέρους
σε τάφο να τους κλείνεις πριν πεθάνουνε;
ΝΥΧΤΑ ΣΙΩΠΗΣ

Νύχτα σιωπής ανάστερη
πατώντας στης βροχής τις λίμνες
έρχεται ακροπατώντας και θρονιάζεται
ως στα κόκαλά μου μέσα.

Φίλοι περαστικοί τα σύγνεφα
παίρνουν το σχήμα του σταυρού και φεύγουν
ανάερα λάμνοντας
μαύρο στο μαύρο μέσα-
στο χάος τ’ ουρανού.
ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΩ

Δεν έχω εγώ γυρίσματα δεν ξέρω παραμύθια.
Είμαι γεμάτος πείσματα κι έχω ατσαλένια στήθια.
Είμαι ο νέος του Κόμματος που το αίμα του κοχλάζει-
του κόκκινού του χρώματος το βελουδένιο ατλάζι.
Το δίκια έχω για οδηγό παθιάζομαι για κείνο
για την ισότητα εγώ και τη ζωή μου δίνω.
Δεν έχω αφέντη να τρυγά τον ίδρω μου. Δεν έχω
παπά, σαν άμυαλος πιστά ξοπίσω του να τρέχω.
Με τους ανθρώπους σύντροφος και με τη φύση ένα,
όχι εκκλησάς επίτροπος όχι διαβόλου γέννα.
Κι όσοι μπροστά μου στέκουνε αυτό ας ξέρουν μόνο:
έχω μυαλό να σκέφτομαι και χέριασ νσ σκοτώνω.

Αθήνα, 1968
ΣΑΜΠΩΣ ΑΔΙΑΦΟΡΗ

Γυμνή στο κρεβάτι
κι ατάραχη ακόμα δείχνεται
κινήσεις κάνοντας νωχελικές.
Κι ας ψαύει αυτός
και ας φιλεί
κι ας βασανίζει ακόμα
την τροφαντή σφιχτή τρομώδη  σάρκα.

Αυτή ατάραχη.
Κι όλα τα δέχεται σάμπως αδιάφορη
και ως σε κάποιαν άλλη να συμβαίνουν...

Όμως καθώς
τα χείλη του το στήθος της πλησιάζουν
ξάφνου ολόκληρη αυτή ακινητεί
σαν λέαινα πριν ορμήσει σε ζαρκάδι.   
Κι όλη η ζωή στα μάτια της μαζεύεται
που τώρα εποπτεύουν
αν και ακόμα μόνο  με την άκρια τους,
απ’ όλα γύρω της τα χείλη μόνο αυτά.

Κι όταν το στήθος της εκείνα αγγίσουν
κι απ’ την πηγή της ζωής γύρω κλειστούν
η λέαινα τινάζεται κι ορμά
χωρίς πια προφυλάξεις και ντροπές.

Και το ζαρκάδι
γρήγορα βρίσκεται νεκρό κάτω απ’ το βλέμμα της
που τώρα είναι νίκης θρίαμβο γεμάτο.
ΜΕ ΛΑΘΟΣ ΜΕΤΡΟ

Μου έδωσαν ένα παράξενο βραβείο.
Πετράδια έναν αμφορέα γεμάτο
που κανείς δεν ξέρει αν είναι αληθινά
ή από κείνα
τα ψεύτικα
που τα παιδιά με κείνα ξεγελούν.

Κι αν είναι αληθινά,
τότε άδικα ξοδεύτηκαν γιατί
βραβείο αν άξιζα για κάτι
είναι αυτό
παιδί αμεγάλωτο πως έχω μείνει.


ΜΥΡΑ ΤΕΧΝΗΣ

Τ’  «αδέρφια» μου στίχους μου κάψανε.
Και βρώμισε ο αέρας.

Του Καρυωτάκη η σπιτονοικοκυρά
Στην Πρέβεζα
Μου είπε πως
Όταν εκείνος πέθανε
Πέταξε τα χαρτιά που βρήκε μες στο δωμάτιό του
Γιατί δεν ήξερε πως ήσαν ποιήματα.

Δεν τα ’καιγε να ευωδιάσει ο κόσμος;
Να οσφραινόμαστε οι άνθρωποι εσαεί
Μύρα Τέχνης
Ευωδιές Πόνου Ανθρώπων και Πραγμάτων
Κι ανάσα θάνατου να μας μυρώνει…
 ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΙΛΕΣΙΟΥ

 Η ψυχή αείζωο πνεύμα πέρα από το χρόνο
είναι.
Ήδη ζει μες στο κορμί μας την αιώνια της
ζωή.

Γάλα το ανθρώπινο. Κρασί το Θείο.
Χαρά σ' όποιονε πιει κι από τα δύο.


Αγάπη ο Θεός καί δεν μπορεί παρά να
αγαπάει.
χωρίς "γιατί" θ' αγάπαγες και συ Θεός αν ήσουν.


Ο σοφός μέσα στη θλίψη και τον πόνο, δε
λυπάται.
Ούτε καν παρακαλάει να ξεφύγει από κει
μέσα.



Η σταγόνα είναι θάλασσα
τη θάλασσαόταν πέσει.
Πώς η ψυχή δε θα 'ναι Θεός
όταν στο Θεό θα πάει;


Αν εκμηδενιστεί ο Θεός, εγώ θα πάω πάλι
εκεί που ήμουνα προτού Εκείνος να με πλάσει.


Είναι ο θεός ο μουσικός κι εμείς τα όργανά του.
Και ο καθένας μας ηχεί από το Πνεύμα Εκείνου.


Απ' τον πόλεμο η ειρήνη. Απ' τον πόνο η
χαρά.
Κι η κατάρα της ζωής μας ευλογία θα γενεί.


Θες με μια κίνηση να δεις μπροστά σου
ν' απλώνεται ο Παράδεισος ο ίδιος;
Στρέψε το πρόσωπο σου από τον κόσμο.


Άνθρωπε, γίνε κάτι πιο από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.


Γιος του θεού είμαι κι εγώ. Και κάθομαι δεξά Του.
Και μέσα μου τη σάρκα Του και την ουσία Του βλέπει.


 Γιατί μας έπλασες Θεέ μου θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι ας μην μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και για μας το ευχαριστώ.


Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα Του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;


Η άβυσσος μου του Θεού την άβυσσο απαντάει.
Στέκουν κι οι δυο διστακτικές-βαθύτερη ποια είναι;



Πότε τον κόσμο έφτιαξε ο Θεός;
Τη μέρα που γεννήθηκα.


Τόσο ωραίος ειν' ο Θεός
ώστε ο ίδιος πάντα
με τη δική Του ομορφιά
εκστασιασμένος είναι.


Σα μια πηγή είναι ο Θεός
Ρέει τρυφερά προς τα έξω
μα εντός Του κείται ολόκληρος.


Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δε βλέπεις
φταις σεις κι όχι Εκείνος.


Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται,
γιατ' ήμουν πριν ό,τι είναι.


Τί ωραιότερο από 'μέ
για να 'ναι ο ίδιος ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;


.Ο Θεός είναι ό,τι τρώω κι ό,τι πίνω
γιατί ένα είμαι κομμάτι Του κι εγώ.


Τι ήταν στον τόπο αυτόν προτού ο Θεός τον κόσμο πλάσει; Τότε ο ίδιος ο Θεός αυτός ο τόπος ήταν.


Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε πρέπει και να γινούμε.


Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν' όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
και τον ίδιο το Θεό κι όλα για πάντα.
(χωρίς τίτλο)

Ο προορισμός μου είναι μήπως γλέντι και τραγούδι;
Μήπως η ζωή μου όλη από νιο ξεπεταρούδι
μέχρι να γεράσωε είναι πώς να κλέψω και ν'αρπάξω
ή είναι τάχα όσα σπίτια πιο πολλά μπορώ να φτιάξω;

Μήπως είναι των χρημάτων των πολλών η συλλογή,
μήπως είναι να σωρεύω πλούτη-στρέμματα σε γη;
Μήπως είναι και ν'αρπάζω απ' τους άλλους τους ανθρώπους
το φάί, ή να γελώ τους με χιλιάδες δόλιους τρόπους;

Ίΐ να στέλλω αστυνόμους να χτυπάν όσους ζητάνε
να δουλέψουν και να 'δρώσουν για να κάτσουνε να φάνε;
Τάχα είναι αδιαφορία γα όσα γύρω μου συμβαίνουν,
όπως τα παιδιά από πείνα που στον Άδη κατεβαίνουν;

Ή ο φόβος είναι τάχα της ζωής μου ο ακοπός-
να σιωπώ για όσα βλέπω σν να ήμουνα τυφλός:
Μήπως είναι σ' εκκλησίες τη ζωή μου να περνώ
και ακούοντας παπαδίσιες θεωρίες να γερνώ;

Να κυλιέμαι είναι ίσως μες σε βούρκο ηδονής……
…………(υπόλοιπο χαμένο)

Τρίπολη 1954
«ΈΝΑΡΞΙΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ» 
(ΣΙΝΕ-ΑΥΡΑ)

Έναρξη τον Οκτώβρη.
Μα μερικοί θα 'χουν πεθάνει.
Το έργο-το ίδιο κάνει-
καλό άλλος θα το 'βρει

κι άλλος θα κάνει σχόλια.
Οκτώβριο θ' ανοίξει 
μα πόσοι θα 'χουν λείψει...
πόσους τα μαύρα βόλια

ταυ μαύρου τον θανάτου
θα 'βρουν' και πόσοι
στη ζάλη τους την τόση
θα πάν κοντά του.

Μα νέα βλαστάρια
το φως θα γεμίσει
στους κάμπους θ' ανθίσουν
νέα χορτάρια.

Στους αγρούς που μένουν
άγονοι και νεκροί
τώρα χρυσοί καρποί
τον τρύγο περιμένουν.

Καινούργιο σινεμά
και θεοί καινούργιοι.
Αθώοι και κακούργοι,
σερίφης που κρεμά,

Ωραίες και μαγκάκια
θα βλέπουν στο πανί
καινούργιοι νεαροί
με γυριστά μουστάκια.

(Τρίπολη, 1956)
Είναι κάτι μαύροι

Είναι κάτι μαύροι από την Αφρική
που στο απέναντι μου πανδοχείο μένουν
και σαν κάτι πάντα λες και περιμένουν
δεν κινούν να φύγσυν-πάντοτε ειν' εκεί.

Στου πεζοδρομίου τις στενές τις πλάκες
σιγοπερπτούνε και βροντογελούν
δύο δυο με λόγια άγνωστα μιλούν
και τραγούδια λένε που μιλούν γι αγάπες.

Με τους μαύρους μοιάζω-περιμένω κάτι
που ποτέ δε θα 'ρθει-και να καρτερώ
τόσο έχω μάθει που για να το δω
σαν πεθάνω θα 'χω ανοιχτό το μάτι. 

Πειραιά-Νοταρά και Μπουμπουλίνας-, 1970
ΨΗΛΑ ΣΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ
Ψηλά στις κορφές τραγούδια πετούνε τραγούδια ανασαίνουν ψηλά στις κορφές.
Καθάριες φωνές στα όρη μιλούνε στα όρη ανεβαίνουν καθάριες φωνές.
Τραγούδι ρυακιού στη γη κατεβαίνει στα σκότη κυλάει τραγούδι ρυαακιού.
Πουλιού η φωνή τη φύση ομορφαίνει στ' αστέρια μιλάει πουλιού η φωνή.
Ψηλά στις κορφές τργούδια πετούνε τραγούδια ανασαίνουν ψηλά στις κορφές.

Τρίπολη, 1957

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΜΑΡΩ

Τραβάει το κατσίκι της κι αυτό πισωγυρίζει
χόρτο μοσκομυρίζει και .ξελιγώνεται.
Τα βάζει με την τύχη της που αντί κυρία να 'ναι-
γι αυτήνε να πονάνε- πρωί σηκώνεται

και τρέχει να βοσκήσει στον κάμπο ξένα γίδια,
τ' άγρια να τρώει απίδια γυμνούλα να γυρνά.
Αχ! άλλο εν αντέχει θα κατεβεί στην πόλη
καί τη ζωή της όλη ωραία θα περνά.

Με μόδες θα περνάει με κρέμες και κραγιόν
κολιέ και μενταγιόν θα'χει φανταχτερά
και κάτι που μεθάει καθώς το σκέφτεται
(γι αυτό προσεύχεται) καπέλλο με φτερά.

Κεραστάρι, 1955



Julie: what do I…what I am?
(from Augyst Strinberg's "Mrs Julie")

Μη μου χαρίσεις λουλουδάκια και τραγούδια
μη με στολίσεις με ποιημάτων τις στροφές
κι ούτε ζητώ να με συγκρίνεις με αγγελούδια
ούτε με χάρες ανοιξιάτικες κρυφές.

Μην ηγηθείς για το χατίρι μου λεγεώνων
μην ως του κόσμου συ την άκρη οδηγηθείς
σ' ένα μικρούλι "σ' αγαπώ" αρκούμαι μόνον
που έτσι απλό κι έτσι βαθύ συ θα μου πεις.

Μη με γεμίσεις με χρυσάφια και ασήμια
όρκους μην παίρνεις που δεν έχουνε ψυχή
με του έρωτά σου μη με πνίγεις τα ταξίμια
μη με ποτίζεις με γλυκόλογων βροχή.

Ένα μικρούλι "σ' αγαπώ" ν' ακούσω θέλω
και κράτα εσύ κάθε σου άλλον θησαυρό
γιατί αν αυτό δε θα μου πεις…τ' είμαι δεν ξέρω
ούτε και πρόκειται ποτέ μου να το βρω.
Gabrieda Mistral, 1889-1957

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη'
γι αυτόν υπήρχες γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ωμο θ' ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που 'χαν και σένανε φλογίσει

Και της εδόθης' ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ακούω το ξεφτισμένο
πράσινο θρόισμα του φουστανιού της
στις στριμωγμένες τις καρέκλες.
Ακούω το ήσυχο ανάδεμα του κουταλιού στην κούπα του καφέ.
Ακούω την κουρασμένη της φωνή
που παραγγέλνει country gravy.
Eίναι η φωνή ανθρώπου που απόκαμε
απ' τις πολλές προσπάθειες και πια
τα όπλα του απωθεί και παραδίνεται
και στέκει τώρα σαν ξερό φύλλο του φθινοπώρου
γέρας του πρώτου που θαρθεί αγέρα.
Ακούω τις μονόλογες
ευγενικές της απαντήσεις
στήν προσποιητή πολυλογία της waitress.
Ακούω τους ήχους του σπασίματος της φρυγανιάς
σαν πέταμα πουλιού από κλαδάκι σε κλαδάκι.
Ακούω ένα "yes"
ένα "of course...thank you..."
Ακούω το άψυχο, βιασμένο της χαμόγελο
καθιερωμένο εδώ
που κλείνει την ανώφελη κουβέντα-
γέλιο ανεπαίσθητο… σαν ψίθυρος...σαν άχνα...

Θα φύγω
δίχως να στρέψω προς τα 'κεί
το βλέμμα ή το κεφάλι'
φοβάμαι
όταν γυρίσω να τη δω
πως κιόλας δε θα υπάρχει.
ΜΑΤΑΙOΣ ΚΟΠΟΣ

Γυρίζω μες στην πόλη αυτή και ψάχνω.
Για να 'βρω τι; Δεν ξέρω να το πω.
Και λέω: δύναμη θα πρέπει να 'χω-
ακόμα για πολύ θα περπατώ...

Κάποτε κάτι πέτρες αντικρίζω
που η θέα τους με κάνει και σκιρτώ.
Τότε λιγάκι-μα του κάκου-ελπίζω:
κάτι άλλο μοιάζει να 'ναι που ζητώ.

Πιο πέρα μιαν αυλή χορταριασμένη
τα θαμπωμένα μάτια μου θωρούν'
μ' ακόμα η ψυχή είναι μουδιασμένη-
και τώρα τα φτερά της δεν πετούν.

Γνωστά τοπία βλέπω, παλιά κτίρια
που μένουνε ακόμα ζωντανά'
δρόμους με στοματάκια ακούω μύρια
στ' αυτια μου να μιλούν τα ορφανά.

Μα ουτε τότε η ψυχή δε λέει
ν' αρχίσει τον τρελό της το ρυθμό
και ο αγέρας πνιγηρός ως πνέει
κάτω απ' τον ουρανό τον σκυθρωπό

μου λέει: "θα ψάχνεις άραγε ως πότε;
Φτάνει. Ποτέ δε θα το βρεις αυτό'
γυρεύεις το παιδί που ήσουν τοτε-
γυρεύεις τον αγνό σου εαυτό".

Σπάρτη 2000