Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

ΟΥΤ’ ΕΝ’ ΑΣΤΡΟ

plaudite, amici, comedia finita est!

Κανένα πλέον δεν προσμένει χέρι
να 'ρθεί στον πυρετό του τον βαρύ
κι ήρεμο κι απαλό σαν περιστέρι
μιαν αύρα να του φέρει δροσερή.

Μιλιά δεν καρτερεί αγαπημένη
των βόγγων να σκεπάσει τη βοή
και κάποιου φως ηλιού δεν περιμένει
να φέρει στη νυχτιά του το πρωί.

Κι οι λέξεις που έψαλλαν ευτυχισμένες
στα θαλερά της ποίησης κλωνιά
ψεύτικες εχαρίζαν οι καημένες
παρηγοριές κι ελπίδες και φιλιά.

Τώρα, ουρανός με δίχως ουτ’ εν’  άστρο
στητός κι αλύγιστος στέκει καθώς
βιγλάτορας που βλέπει πως το κάστρο
το ρίχτει απ' ώρα σ' ώρα ο εχθρός.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Φώτη
α.   Η Γιωργία είναι χάλια. Στο καροτσάκι μονίμως από προβλήματα της ΣΣ, νεφρά που οδηγούν σε αιμοκάθαρση, αναιμία που μόνο με μετάγγιση διορθώνεται προσωρινά. Ο γιατρός της λέει πως αν κάνει εγχείρηση για τη μέση, περισσότερες πιθανότητες έχει να πεθάνει στην εγχείρηση. Με ρώτησε τι να κάνει. Της είπα πως εγώ θα έκανα την εγχείρηση.
Αν πας προς τα εκεί δες την. Σε αγαπάει και θα θαρρέψει.

β. 
Η Α τις δυο τελευταίες μέρες αισθάνεται αδύναμη. Ζήτησε από την μητέρα της στη πατρίδα να την ξεματιάσει. Αυτή κάλεσε εξορκιστή για να λύσει τα μάγια και αυτός είπε ότι θα λυθούν μόνον αν η μητέρα ανάψει εξακόσα κεριά.
Δεν κοροϊδεύω, όλα είναι πιθανά και δυνατά σ’ αυτόν τον κόσμο.

γ. 
Πήγα στον πνευμονολόγο. Είχε πολλούς, έφυγα και ξαναπήγα σε μισή ώρα. Γεμάτος πάλι. Έφυγα οριστικά. Έκατσα στο γωνιακό, πήρα έναν καφέ και απόλαυσα την ημέρα με τον καλό της τον καιρό.
Το δεξί μου πόδι πονάει πάλι και φοβάμαι ότι όπως πέρσι θα μείνω και φέτος στο κρεβάτι για δυο μήνες. Εκτός αν έρθουν χειρότερα. 
Φιλιά στη Ζέτα
Χαιρετίσματα στα παιδιά.
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΚΕΡΙ

Να το κερί. Το βλέπω καθώς λιώνει
φωτίζοντας αχνά την κάμαρά μου.
Κάποιο αόρατο για τη ματιά μου
το κόβει αργά και σταθερά πριόνι.

Και όλο λιγοστεύοντας δω χάμου,
χαρτιά μου δείχνει, ξύλα, ένα κασόνι...
Να τώρα! Του θερμού του η κόρη γάμου
με τ’ οξυγόνο, παύει να ψηλώνει. 

…Δυο λαμπυρίσματα προτού να σβήσει…
και πάει. Για λίγο, σαν μια σκότους δίνη
στο δωμάτιό μου ένας καπνός θα πλέει. 
Όμως η απουσία μόνο θα μείνει
σα φύγω εγώ, πως πέθανα να λέει
χωρίς να έχω τίποτα φωτίσει.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

                          ΑΡΑΓΕ ΠΩΣ

Πώς έτσι εφτάσαμε λοιπόν σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ'  άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή...

Εσμίλεψε το πνεύμα μας όχι του μίσους σμίλη
αλλά της αναντίρρητης κι απλής αποδοχής
όσων κι αν έρχονταν δεινών κι ευφρόσυνα τα χείλη
δε μισανοίξανε παρά για λόγια προσευχής.

Το δρόμο της τον πέρασε η ζωή όχι πατώντας
πάνω στ’ ολόπαχο χαλί της σκέψης της φτηνής
μα σε βουνών τις μυτερές τις πέτρες σκαρφαλώντας
κατ’  από δηώσεις, απειλές, και διώξεις απηνείς.

Εξασκηθήκαμε στα πιο εξαίσια μέρη του όλου
κάθε ημέρα φτάνοντας ψηλότερες κορφές.
Η ορμή μας το προπέτασμα του επουράνιου θόλου
διέσχισε, πίσω αφήνοντας πρωτόγονες μορφές.

Απ’  του νερού κι απ'  της φωτιάς τα χέρια ξεκινώντας
μες στο νερό βρεθήκαμε πάλι και στη φωτιά
όχι στεκάμενοι, αλλά, το μέγα κύκλο κλειώντας
που άγνωστα του βρίσκονται και τέρμα και πρωτιά.

Σε κάθε που φαινότανε να φτάνει καταιγίδα
κι ενώ τη μάχη ετοίμαζε ο μαύρος ουρανός
του έαρος μεις εφέραμε στους ώμους τη χλαμύδα-
κι από ελπίδες ξαστεριάς ο σάκος μας κενός.

Κι ο πόνος για το πάτημα της χλόης και το κλάμα
για του χιονιού το λιώσιμο στην ήσυχη βροχή
αντί ν’  ανοίγουν τον κρουνό στερεύανε το νάμα
του λυτρωμού απ’  την άδικη κι αναίτια ενοχή.

Άραγε πώς εφτάσαμε σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ’  άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή…

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

                    ΟΙ ΟΡΕΣΙΒΙΟΙ

Αν κάποιοι ορεσίβιοι ένα κοχύλι βρούνε
χαρούμενοι το παίρνουνε, στα χέρια το κρατούν
και φέρνοντάς το στο αυτί νομίζουν πως ακούνε
τα μακρινά της θάλασσας τα βύθη να βοούν.

Σαν τη ζωή μου μοιάζει εμένα ετούτο το κοχύλι
απατηλά μηνύματα που πλάθει απ’ τη σιωπή
που σήμα ένα αληθινό ποτέ του δε θα στείλει
και προς το ψέμα πάντοτε το νου θα οδηγεί.

Όμως εκείνοι τ’ όστρακο κραδαίνοντας σαν ξίφος
ολόχαροι το φέρνουνε από αυτί σ’ αυτί
και τη ζωή ερμηνεύουνε με σοβαρό ένα ύφος
ενώ ουτ’ εκείνοι υπάρχουνε ούτε υπάρχει αυτή.
Φώτη 
α.
Το καρέ συμπληρώθηκε.
Έλεγα, ο αυτοτιτλοφορούμενος «γιος» μου μού έχει κάνει όλα τα άλλα, όμως δεν μου έχει κλέψει λεφτά μέχρι τώρα.
Να που έγινε κι αυτό. Μου έκλεψε από τον κοινό μας λογαριασμό εξήμισυ χιλιάδες (6.500) δολάρια.
Αυτά ήταν όλα κι όλα τα λεφτά της σύνταξής μου από το SSN (Αμερικάνικη Κυβέρνηση) για τα χρόνια της σκληρής και αταίριαστης σε μένα δουλειάς που έκανα για δέκα χρόνια εκεί. 
Το πράγμα γίνεται αστείο (ή τραγικό, όπως το πάρει κανείς) αν σκεφτείς ότι τη δουλειά εκείνη την έκανα για να σπουδάσω το «γιο» μου αυτόν.
Και λέω πως το καρέ συμπληρώθηκε, γιατί δεν μου μένει κάτι άλλο να μου κλέψουνε.

β.
Και λίγο κουτσομπολιό: Ο αδερφός της Νλ τα είχε με μια κοπέλα. Χτες τους έπιασε ο πατέρας της κοπέλας στα πράσα και ζητάει από τον νεαρό να παντρευτεί την κόρη του απειλώντας πως αλλιώς θα τον σκοτώσει.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

       ΤΙ ΚΡΙΜΑ!

Βλέπεις τον άντρα αυτό τον κακομοίρη
που πάνω στην ανάγκη του στηρίζεται-
που στην οδύνη του έχει πάνω γείρει;

Κάτω από μια γυναίκα υποταγμένος
πονάει απ’ αυτήν και βασανίζεται
και υποφέρει σαν εσταυρωμένος.

Κάνει ό,τι πει, πηγαίνει όπου τον στείλει,
τον βρίζει, τον χτυπάει με βαναυσότητα-
το άρσεν-ένας δούλος για το θήλυ.

Κι όλα γιατί; Γιατί σ’ αυτόν το βράδυ
τα πόδια της θ’ ανοίξει με οικειότητα.
Τι κρίμα μια ζωή για ένα χάδι...

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Αν σε τρεις ημέρες πρόκειται να χειρουργηθείς και σκέφτεσαι θα ζήσω ή θα πεθάνω στην εγχείρηση.
Και αν σκέφτεσαι αν πεθάνω καλά αν όμως ξυπνήσω ποιος θα με κουμαντάρει τις πρώτες μέρες μετεγχειρητικά;
Και αν λες θα μπορούσα να το ζητήσω από την Α, όμως εκείνη δεν έχει πού να αφήσει το παιδί της και να έρθει, να το ζήταγα από την Αν. αυτή δεν μπορεί να δει τον εαυτό της πόσο μάλλον κι έναν άλλο μαζί, η Ν πάλι δουλεύει και της είναι αδύνατο.
Και αν σκέφτεσαι πως μπορεί να βρεθεί στον ίδιο θάλαμο κάποιος ή κάποια που θα σε προσέξει για μια-δυο μέρες ώσπου να μπορείς να βοηθήσεις κάπως τον εαυτό σου.
Και αν δεν γνωρίζεις καμία άλλη γυναίκα τόσο που να την πλησιάσεις και να της ζητήσεις να κάνει αυτή τα χρέη της νοσοκόμας.
Και αν λες από πριν όχι στη σκέψη να παραγγείλεις μια αποκλειστική νοσοκόμα από τη λίστα των αποκλειστικών του Νοσοκομείου γιατί είναι σαν να παραγγέλνεις φαγητό σε ένα άγνωστό σου φτηνό εστιατόριο που ποιος ξέρει ποιος και με τι χέρια και υλικά το έφτιαξε και προκαταβολικά διανοείσαι τους πόνους που το φάγωμά του θα σου έφερνε από τη διαφραγματοκήλη την παγκρεατίτιδα και την κολίτιδά σου.
Και αν ξέρεις ότι σου είναι αδύνατο να σταματήσεις μια γυναίκα στη μέση του δρόμου και να τη ρωτήσεις κυρία μου πρόκειται να χειρουργηθώ σε τρεις ημέρες, θα είχατε το χρόνο και τη διάθεση να με προέχετε για δυο τρεις ημέρες μετά την εγχείρηση έναντι πολύ καλής αμοιβής φυσικά.
Και αν αναλογίζεσαι ότι οι νοσοκόμες του νοσοκομείου θα έρθουν να σε δουν μόνο αν κάποιος τις ειδοποιήσει ότι πέθανες.
Και αν είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση πως οι σπιτονοικοκύρηδες που μένεις δίπλα τους και που από τις κουβέντες τους στο διάδρομο καταλαβαίνεις πως υπάρχεις και από τους θορύβους που κάνουν χτίζεις τη ζωή σου, αν τους έλεγες ότι πηγαίνεις για μια μεγάλη εγχείρηση θα σου έλεγαν πάρα πολύ ευγενικά ομολογουμένως κύριε τάδε επειδή ανθρώπινα είναι όλα και όλα μπορεί να συμβούν μήπως θα ήταν δυνατό να μας δώσετε ένα ενοίκιο μπροστά και άλλα τρακόσα ευρώ για να καθαρίσουμε το διαμέρισμά σας μετά, από κείνα τα βιβλία;
Και αν πάρεις την απόφαση ότι θα πας στο νοσοκομείο μόνος με ένα ταξί που δεν θα ξέρει αν σε πηγαίνει εκεί για να χειρουργηθείς ή για να επισκεφτείς έναν άρρωστο ή για να δεις μια φιλενάδα σου νοσοκόμα στην ώρα του μεσημεριανού της διαλείμματος.
Και αν μη μπορώντας όλα αυτά, ο νους σου ψάχνει κάποιον γνωστό ή κάποια γνωστή από τις μέρες του δοσίματος και του καλός είσαι όταν όλα πάνε καλά και δεν βρίσκει κανέναν κατάλληλο για να τους πει σε τρεις μέρες χειρουργούμαι χωρίς ο άλλος ή η άλλη να κάνουν ότι δεν σε άκουσαν ή να σου πουν α ναι; κουράγιο, πριν συνεχίσουν να σου μιλάνε για τον πονοκέφαλο που είχαν χτες. 
Και αν λες αδίκως κάνεις αυτές τις σκέψεις γιατί ξέρεις από παλιά ότι δεν υπάρχει κάποιο φωτεινό σημείο στο σκοτάδι της αδιαφορίας και αν αφού εκπλήρωσες και αυτή την αναγκαιότητα αν και όντας σίγουρος πως δεν θα έβγαινε πουθενά κι ότι μόνος σου θα είσαι και τώρα όπως ήσουν πάντοτε, κοιτάζεις μήπως μπορείς να ξεγελάσεις το γιατρό και να ακούσεις από αυτόν κάποια λέξη ανθρώπινη ή μια συμπάθεια στη φωνή και τον παίρνεις για κάτι από την προετοιμασία που τάχα δεν είχες καταλάβει και αυτός σου λέει βιαστικά και ενοχλημένος μα τα είπαμε κύριε τάδε, να τα πούμε πάλι;
Και αν αποκομμένος από την ανθρώπινη κοινωνία πας την προηγούμενη της εισαγωγής σου στο νοσοκομείο και αγοράζεις καινούργιες φανέλες και πιζάμες από το κατάστημα που έχεις πάει δυο τρεις φορές τα τελευταία χρόνια και που ένας σοβαρός και διακριτικός και ευπρεπής άνθρωπος είναι ιδιοκτήτης του και εκείνος αφού σε εξυπηρετήσει αξιόπιστα και γρήγορα και δυσεύρετα ευγενικά, βγαίνοντας  εσύ από το κατάστημά του ακούς απρόσμενα να σε ραίνει λυτρωτικά πίσω σου η ζεστή φωνή του που σαν να τα κατάλαβε όλα σου λέει καλή τύχη, ε τότε φίλε μου, βγαίνοντας από το νοσοκομείο πήγαινε σε ένα μέρος κατάλληλο για προσευχή και προσευχήσου για τα καλλίτερα στη ζωή του του  καταστηματάρχη εκείνου που η κουβέντα του σου έδωσε το σωματικό και το ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσεις όλα τα βάσανα της εγχείρησης και του νοσοκομείου με αξιοπρέπεια.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο ΝΑΥΑΓΟΣ

Είναι ναυαγός.
Γεννήθηκε ναυαγός.
Κι ολοζωής στέλνει μηνύματα
μες σε μπουκάλια:
«μην πλησιάζετε».

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΠΟΥΛΑΚΙ

Χαϊδεψε ο γίγας τ’ ατσαλιού τ’ ατσάλινά του γένια,
στα δυο του πόδια τα χοντρά ωρθώθη τ’ ατσαλένια,
τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε καθώς έσβηνε  να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η απόνετη ατσάλινη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

          ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Αρίζωτοι στη νέα κι απ' την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι,
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι…
και λεν: "η αγαπημένη μας πατρίδα»…
Όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Η ΟΡΝΙΘΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

To βλέπω το μαχαίρι που κρατάς. 
Άνθρωπε σκότωσέ με να με φας.
Το θάνατο αυτόν μου τον χρωστάς.

Κάθε κι εγώ που βγαίνω απ’ το κατώι
χορταίνω απ’ το σκουλήκι που σε τρώει
κι απ’ τη δροσάτη που λιπαίνεις χλόη.

Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά
το θάνατο ο ένας τ’ άλλου να πεινά…
Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά...

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

                       ΝΑ  ΠΙΩ

Ολάνθιστος ήμουν και μ’ έχεις ξεράνει.
Μου έχεις χτυπήματα δώσει σωρό
που αν ήθελα  αρχίσει εδώ να ιστορώ
μεγάλου βιβλίου ο χώρος δε φτάνει.

Μετά τάχα πού από δω θα με στείλεις;
Θα πάω όπου να  ’ναι-θα κάνω ό, τι πεις.
Τα σύνορα εγώ θα διαβώ της Ντροπής.
Το ρόπτρο θα κρούσω της Άθλιας Πύλης.

Αλλά δε θ’  ακούσεις ποτέ παρακάλιο
να βγάλω απ’  τα χείλια ή λόγο πικρό.
Φαρμάκι ή μεγάλο να πιω ή μικρό
μου δώσεις, θα το ’πιω  με ύφος νηφάλιο.

Και όταν στο τέλος θα βγω νικητής
σε όσα μου έχεις γραφτό να τραβήξω
λιθάρι αναθέματος ζωή θα σου ρίξω
κι εγώ θα  ’μαι τότε δικός σου κριτής.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

                       ΔΕΝ  ΕΠΡΕΠΕ

Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι-
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Nανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος

τους αποκοίμιζε. Kι εμείς, ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ’  τα βιβλία ελπίδα.

Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της "ΠΡΕΒΕΖΑΣ" και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.

Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να  ’ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.

Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα-
οι δράκοι μας εσπάραξαν κι αφήσαν μόνο ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη…

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

ΩΡΑΙΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝ’ Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ!    

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    
Και τα όνειρά του τι γλυκά!
Εφιάλτες όχι.
Σκοτεινά όχι κενά. 
Κι όταν μισόυπνος τα μάτια μισανοίγεις
λιόλουστα όλα και φωτεινά.

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    
Σαν άρρωστος να είσαι και στο διπλανό δωμάτιο
κάποιος για σένα ανησυχεί
κι έρχεται όπου να ’ναι
αν αναπνέεις ήρεμα να δει.

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    

(Ποιος είναι σίγουρος ότι κι ο θάνατος
δεν είναι ένας αιώνιος
τέτοιος ύπνος;)