Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Φώτη σήμερα είχα πάει στη θεία του Κρις που τον φιλοξενεί στις διακοπές του εδώ.
Ήταν εκεί εκτός από τον Κρις και τη θεία του και ο άντρας της και ένας ξάδερφος του Κρις από την Αυστραλία με τη γυναίκα του.
Κρις, εξάδελφος και γυναίκα του είναι γέννημα και θρέμμα αμερικάνος ο μεν, αυστραλοί οι δε.
Και οι τρεις τους με έβλεπαν με περιέργεια, σαν ένα άλλο είδος ανθρώπου, του έλληνα. Τρία ζευγάρια μάτια να με κοιτάζουν κατάματα περιμένοντας να μιλήσω για να δούνε τι θα πω, πώς θα το πω, τι κινήσεις θα κάνω μιλώντας.
Οι θείος και θεία του Κρις, αν και έλληνες, γέροντες όντας και βλέποντάς με για πρώτη φορά, με εξέταζαν από πάνω ως κάτω συνέχεια, σαν να ήθελαν να γνωρίσουν και κάτι άλλο πριν πάνε εκεί όπου οι γνωριμίες είναι παρελθόν.
Ο Κρις, που ήταν ο μόνος που με ήξερε καλά, λες και είχε κολλήσει από κείνους, όχι μόνο δεν μεσολαβούσε ώστε να σπάσει με κάποιον τρόπο ο πάγος μεταξύ εμού και των άλλων τεσσάρων, αλλά με έβλεπε κι αυτός ερωτηματικά. Περιμένοντας ίσως να δει πώς θα τα κατάφερνα μόνος μου ή επειδή ήθελε να σπάσει πλάκα μαζί μου; Άγνωστο.
Εγώ τώρα, που ένας μόνο να με παρατηρεί δεν μπορώ να λειτουργήσω, ένιωθα σαν κατηγορούμενος με βαριά κατηγορία, με το φως μάλιστα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο να υποκαθιστά επάξια τα εκτυφλωτικά φώτα που στοχεύουν ανακρινόμενο από έλληνα αστυνομικό ύποπτο.
Πέρασα μια δύσκολη ώρα αισθανόμενος σαν βουβάλι περιτριγυρισμένο από αγριόσκυλα που το κατασπαράζουν όχι με νύχια και με δόντια, μα με βλέμματα. Κατάλαβα τι ήθελε να πει ο Σαρτρ όταν έγραφε ότι η κόλαση είναι για τον καθένα οι άλλοι ή αν θέλεις η κριτική ματιά τους.
Αυτή μου η συνάντηση με τον Κρις σηματοδοτεί και το πέρας της πολυήμερης διαβούλευσής μας γύρω από τα θεσπισμένα ομόλογα.
Μετά από αυτό που μου πήρε τρεις εβδομάδες, ξαναγυρίζω στα καθ’ ημάς.

Ως για τον Αύγουστο, ο Αύγουστος Φώτη πέρασε λιώνοντας από τη ζέστη, με ερωτικές επιτυχίες και ερωτικές απογοητεύσεις, δύσκολος και πολυδάπανος.
Την ημέρα ξύπνημα αργά, καφές, λίγο συγύρισμα στο σπίτι, λίγα νέα από τον κομπιούτερ, φαγητό μεσημεριανό φτιαγμένο από μένα για απασχόληση, απόγεμα βαρετό.
Και το στημόνι σε όλα αυτά κυρίαρχο η ιδέα του τέλους. Τι λέω η ιδέα-η θέα.
Αρχίζεις με γεμάτες τις χούφτες σου με άμμο που τον βλέπεις να λιγοστεύει με τα χρόνια, όμως καλύπτει ακόμα ως ένα σημείο το δέρμα των παλαμών σου.
Με τον καιρό, από τις μικρές σχισμές ανάμεσα στα δάχτυλα φέυγοντας οι κόκκοι, αρχίζουν να φαίνονται το θέναρ και οι μεσοφαλαγγικές πτυχές πρώτα του αντίχειρα και κατόπιν του δείχτη.
Περνώντας τα χρόνια εμφανίζονται οι πτυχές και των υπόλοιπων δακτύλων καθώς και οι γραμμές της ζωής, της καρδιάς, της υγείας, της επιτυχίας, της τύχης. Παρατηρείς ότι ακόμα καλύπτονται με άμμο οι γραμμές του Νου και του Έρωτα.
Στη συνέχεια και όλο πιο γρήγορα τα δάχτυλα αδυνατίζουν και παρά την προσπάθεια που κάνεις να κλείσεις τις σχισμές ανάμεσά τους, αυτές όλο μεγαλώνουν.
Τέλος μερικοί κόκκοι έχουν μόνο μείνει πάνω στα επάρματα του δέρματος που καλύπτει τις φάλαγγες των δακτύλων. Και νοιώθεις, όσο και αν ήθελες κάτι τέτοιο, πως ίσως ακόμα δεν είσαι έτοιμος να τινάξεις τα δάχτυλα και να πέσουν όλα μονομιάς από τα χέρια.
Σκέπτεσαι ότι ίσως στα τελευταία εκείνα ψίχουλα κρύβεται το μεγάλο μυστικό, συμπυκνωμένο μέσα σ’ αυτό κάτω από την πίεση των υπόλοιπων ψίχουλων για τόσα χρόνια. Και δεν τινάζεις τα χέρια. Γιατί μπορεί κάθε κόκκος άμμου που έπεφτε από τα χέρια σου, να άφηνε στους υπόλοιπους απομένοντες κάθε φορά την παρακαταθήκη και το καθήκον να τηρήσουν συμπυκνωμένη μέσα τους όλη την ουσία, και ο τελευταίος τελευταίος τους να την αποδώσει γερή και πλήρη και γεμάτη και ανόθευτη.
Και περιμένεις.
Ναι, περιμένεις, όλη όμως αυτή η αναμονή που έχει σκοπός του βίου  γίνει, πρέπει να υποστηριχτεί από τη βεβαιότητα ότι ζεις. Και δεν αρκεί το ανόητο του Ντεκάρτ ότι σκέπτεσαι, αλλά προβάλλει το πανάρχαιο της Γραφής: αναζητάς συντροφιά. Και αυτή δεν θα πέσει στα πόδια σου σαν μήλο ενώ εσύ βρίσκεσαι μονίμως κάτω από μια αγριαπιδιά. Και να το αγριάπιδο: η Ερμιόνη και η Έλσα.
Η Ερμιόνη και η Έλσα, ζωγραφιές από το βιβλίο των επίγειων γνωριμιών του, είναι που βοηθήσανε το γέρο φίλο σου να περάσει τα άζωα βράδια του.
Η Έλσα. Ελληνίδα. Είναι μια δεκαεφτάχρονη που οι άρρενες όλοι της πόλης την έχουν γνωρίσει σεξουαλικά. Δεκατεσσάρων ετών όντας την έδιωξαν από το σχολείο γιατί πουλούσε ναρκωτικά.
Ο αδερφός της, εφτάχρονος, «παίρνει πίπες» σε αξιοσέβαστους κυρίους αντί αμοιβής τριών ευρώ ή ενός σάντουιτς.
Μου τον γνώρισε. Ένα παιδί με χαρακτηριστικά ώριμου άντρα. Μελαψός, σχηματισμένος, εύσαρκος, με βλέμμα αθώο και φοβισμένο μαζί, ένα παιδί φτιαγμένο για τη δουλειά που κάνει. Αν ήμουν παιδόφιλος, θα ήμουν ευτυχής που το γνώρισα.
Η Έλσα ζει με τη μητέρα της η οποία δουλεύει σε ένα εργοστάσιο νυχτερινές ώρες για δεκαπέντε ευρώ τη νύχτα.
Στη ΔΕΗ μόνο χρωστάνε πέντε χιλιάδες ευρώ.
Η Ερμιόνη. Είναι μια δεκαεφτάχρονη επίσης, που «σαν κοπέλα κι εγώ είχα τους φίλους μου», και που «τώρα είμαι ελεύθερη». Κυκλοφορεί με μια έξωμη μπλούζα που κρύβει μόνο τις θηλές από το στήθος της, καπνίζει το ένα μετά το άλλο τσιγάρα που στρίβει μόνη της με ύφος μπλαζέ, στο σχολείο δεν πηγαίνει γιατί την «ψυχοπλακώνει», «δούλευε αλλά σταμάτησε τη δουλειά» γιατί «δεν της άφηνε ώρα για ξεκούραση».
Βρισκόμασταν όλον τον Αύγουστο βραδάκι στις οχτώ-εννιά και πηγαίναμε σε κάποιο από τα πλήθος εξοχικά κέντρα της πόλης-σουβλατζίδικα, ψησταριές, εστιατόρια, καφέ, πετσοκόβοντας έτσι τις οικονομίες μου αφού εγώ πλήρωνα κάθε φορά για αντίδωρο στη συντροφιά που μου πρόσφεραν.
Μαζί τους έφερναν συχνά και κάποια πεινασμένη φίλη τους ή κάποιον περιστασιακό φίλο.
Με κουβέντες χωρίς νόημα και με χυδαία τραγούδια πέρασαν οι βραδιές του Αυγούστου. Και τα γράφω αυτά στον παρατατικό γιατί με το έμπα του Σεπτέβρη φρέναρα τις τέτοιες εξόδους μου για οικονομικούς λόγους.
Τα τηλεφωνήματα και οι προσκλήσεις δεν έχουν ακόμα σταματήσει από τις δυο φίλες μου, που τις βλέπω τώρα μόνο για λίγο κάθε φορά.
Και λέγοντας αυτά Φώτη, σου περιγράφω τη σημερινή νεολαία. Οικογένεια κατά κανόνα μονογονεϊκή, σχολείο όχι, μητέρα ή πατέρας με σκιώδη παρουσία, ξενύχτι μέχρι τις πρωινές ώρες, ύπνος μέχρι τις δύο το απόγεμα.
Για μαγείρεμα φαγητού στο σπίτι ας μη γίνει κουβέντα, έχει εξοστρακιστεί από τη ζωή τους. Δεν ξέρουν να βράσουν ούτε νερό. Τρώνε ό,τι τους κεράσουν οι φίλοι τους στα σουβλατζίδικα ή ό,τι πρόχειρο φαγώσιμο που βρίσκεται στο ψυγείο μπορεί να γεμίσει, αμαγείρευτο, το στομάχι-οι Έλσα και Ερμιόνη παράγγελναν περισσότερο φαγητό από εκείνο που θα μπορούσαν να φάνε κάθε φορά, ώστε το υπόλοιπο να μένει και να το παίρνουν μαζί τους στο σπίτι.
Ό,τι χρήματα τύχει να πέσουν στα χέρια τους πηγαίνουν για καλλυντικά ή ρούχα. Και ένα παράξενο πράγμα: όταν τους δώσει κάποιος ένα χαρτονόμισμα, όσο μικρό ή μεγάλο, λένε ένα ευχαριστώ. Πραγματική χαρά όμως-θα έλεγα ευτυχία-απλώνεται στο πρόσωπό τους όταν κάποιος τους δώσει κέρματα-πολύ μικρότερης αξίας βέβαια από εκείνη ενός χαρτονομίσματος. Γιατί άραγε; Είναι αυτό κατάλοιπο της χαράς  του άγριου-απολίτιστου ανθρώπου όταν οι εξερευνητές τους πρόσφεραν έναν αναπτήρα ή ένα καθρεφτάκι; Μάλλον.
Το σχολείο έχει τοποθετηθεί στα τελευταία ενδιαφέροντά τους. Οι συνεχείς απουσίες και το καθόλου διάβασμα είναι ο κανόνας.
Κάποιοι δάσκαλοι και καθηγητές βρίσκονται και περνάνε πολλούς τέτοιους μαθητές και μαθήτριες στην παραπάνω τάξη. Υποθέτω πως το κάνουν λόγω εντολών από πάνω, για να φαίνεται ότι υπάρχει Παιδεία.
Για ξενύχτι ας μην πω. Η νεολαία μας κοιμάται τις πρωινές ώρες.
Στα λέω αυτά για να είσαι ενημερωμένος(!) επειδή τον περισσότερο καιρό ζεις εκτός Ελλάδας…
Όσο για μένα, βοηθώντας  την Υπηρεσία αλλά και σπρωγμένος από την συνειδητή τάση μου για εξομοίωση με την αθλιότητα, έχω, αφότου γυρίσει στην Ελλάδα, γνωριστεί στενά με δεκάδες οικογένειες μεταναστών και συμφάγει με υπερδιακόσιους νηστικούς μετανάστες, από αυτούς που γέμιζαν παλιότερα επαιτώντας τους δρόμους τις πλατείες και τα λιμάνια.
Στα πλαίσια αυτών των καταστάσεων έχω μπει σε υπόγειες τρώγλες, σε ετοιμόρροπα άχρηστα κτίρια ενοικιαζόμενα από «τυχερούς» ιδιοκτήτες προς τρία ευρώ το άτομο τη βραδιά, έχω βρεθεί σε χώρους όπου στοιβάζονταν σε μια αίθουσα τριάντα τετραγωνικών σαράντα μετανάστες, έχω βεβηλώσει διαδρόμους ύποπτων ξενοδοχείων όπου κοιμόνταν αποκλειστικά γυναίκες, έχω βρεθεί σε καταγώγια όπου χρήστες ναρκωτικών επί το έργον συναλλάσσονταν με βαποράκια, έχω γνωρίσει από κοντά και σε βάθος πόρνες και πορνεία, κλέφτες, σεξουαλικά διεστραμμένους, αλλά και απλά παράξενους, ιδιόρρυθμους, ακοινώνητους, περιθωριακούς εκ πεποιθήσεως ανθρώπους.
Ήταν η πλευρά των αλλοδαπών όπου επιλεκτικά εγνώρισα, αφήνοντας στην πάντα τους αλλοδαπούς που ήσαν «καλοί οικογενειάρχες», «αξιοπρεπείς» κύριοι, γενικά τους βολεμένους αλλοδαπούς.
Τώρα οι περισσότεροι αλλοδαποί που πιο πάνω σου περιέγραψα έχουν φύγει λόγω κρίσης.
Τη θέση τους παίρνουν σιγά σιγά αλλά σταθερά ημεδαποί όμοιοί τους. Και κατ’ ανάγκην με τέτοιους νταραβερίζομαι πια. Κι αν τελευταία έχω περιορίσει τα νταραβερίσματά μου με αυτούς τους τύπους, το που ξαναγύρισα κοντά τους για λίγες εβδομάδες δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Και αυτοί-αυτές- με τις οποίες έκανα παρέα αυτό τον καιρό, είναι ίδιοι-ίδιες- με κείνους, μόνον που ακόμα προσπαθούν να τηρήσουν τα προσχήματα ψευδόμενες και εξευτελιζόμενες περισσότερο από αυτή τους την προσπάθεια.  Η Έλσα για παράδειγμα διακηρύσσει με κάθε ευκαιρία σε όποιον δεν την ξέρει, ότι ο πατέρας της έχει πολλά λεφτά στην Τράπεζα και ότι κάθε καλοκαίρι πηγαίνουν οικογενειακώς διακοπές στο Παρίσι.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι το καλλίτερο σημάδι ότι πηγαίνουμε χρόνια πίσω, όταν φωτιζόμασταν με λάμπες πετρελαίου, όταν «γυρίζαμε» τα ρούχα μας για να φαίνονται καινούργια, όταν το κρέας ήταν πολυτέλεια.
Μα αρκετά. Να σ’ αφήσω.
Ελπίζω γρήγορα να αποτοξινωθώ από αυτόν τον μήνα της… κραιπάλης και να ξαναπέσω στην «ευεργετική ρουτίνα» της ανιαρής καθημερινότητας. Για τώρα, σιγουρεύω πως δεν «παραστράτησα» ανεπιστρεπτί, μαθαίνω στις πουτανίτσες μου ότι δεν ήτανε αυτές η ζωή μου αλλά μόνο μια παραφυάδα της που κιόλας ξεραίνεται, και ταιριάζω τις αλυσίδες μου με τα σημάδια που κάθε μια αλυσίδα έχει αφήσει στα χέρια, στα πόδια, στην ψυχή, στην υπόληψη, στη χαρά μου έτσι, ώστε οι ίδιοι κρίκοι να ξαναταιριάσουν στα γνωστά δικά τους εντυπώματα -δεν υπάρχει καιρός ούτε για αλλαγή αλυσίδων.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΙΠΟΛΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1821
(Στους ξενητεμένους αρκάδες για τη συνεστίασή τους).

Εικοσιένα. Της Σκλαβιάς το μάτι φοβισμένο.
Οι έλληνες σηκώθηκαν.  Ανταρεμένο το αίμα
κοχλάζει μες στις φλέβες τους. Το πολυπικραμένο
από χαρά της Λευτεριάς λαμποκοπάει το βλέμμα.

Τ’ άγριο κοπάδι έτοιμο. Μόνο ο μπροστάρης μένει
που με σοφία περισσή με γνώση και με κρίση
τάξη θα βάλει στην ορμή που γύρω του πληθαίνει
και τιμονιέρης θα γενεί το σκάφος να οδηγήσει.

Και να! Βροντή ακούγεται από την Καλαμάτα:
"Καπεταναίοι την Τρίπολη! Την Τρίπολη!» φωνάζει.
Η Ιστορία διπλόσφιξε την πέννα όπου εκράτα
και το χρυσό μελάνι της με βιάση ετοιμάζει-

του Γέρου άστραψε η φωνή-κοντά ειν’ ο αγώνας
κι η νίκη ακόμα πιο κοντά.  Ό,τι αυτός αρχίσει
αίσιον έχει τελειωμό. Ετούτος ο αιώνας
σαν το μαργαριτάρι του τ’ όστρακο θα τον κλείσει.

Και όπως τ’ αγριόσκυλα κυκλώνουν τη δαμάλα
κι όλο στενεύουνε τον κλοιό προτού να της ορμήσουν
έτσι κι ο Γέρος του Μοριά τα παλληκάρια τ’ άλλα
τα οδηγάει τ’ αδύνατα μαζί του να τολμήσουν.

Και Πιάνα κι Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Χρυσοβίτσι,
Λουκά, Λεβίδι, Τσιπιανά, Βαλτέτσι και Πικέρμι
τα βήματα είναι του θεριού πριν στην τουρκιά χιμήσει
και πάθει ό,τι της έγραφε η μοίρα της η έρμη.

Στρατολογεί η Καρύταινα πολεμιστές γενναίους
φωτιά οι μπαρουτόμυλοι παίρνουν της Δημητσάνας
η άσβεστη η ενθύμηση του πρωτινού της κλέους
ο νικηφόρος γίνεται κάθε ψυχής παιάνας.

Και να! Οι νέοι του Μοριά σπαθί στη μέση ζώνουν.
Μοσκοβολά η αγνότη τους κάμπους, βουνά, ρουμάνια.
Κι οι αρχηγοί τους, διαλεχτοί των διαλεχτών, υψώνουν
παλληκαριάς ανάστημα που φτάνει ως τα ουράνια.

Από την Αλωνίσταινα Δημητρακοπουλαίοι.
Από το Αρκουδάρεμα Καρέλης, Κλης, Αδάμας.
Της Πιάνας οι Πετρόπουλοι κι οι Κωσταντοπουλαίοι.
Οι τρεις οι Ζυγοβιτσινοί: Ρίζος, Μπεγλής, Καρδάρας.

Ροϊνό: Αναγνωστόπουλος. Βυτίνα: Κακλαμάνος.
Νεμνίτσα: Αναγνωστόπουλος. Περθώρι: Πουρναραίοι.
Καρύταινα: Σπήλιος Λουκάς. Στον Καρδαρά ο Πάνος
Κι απ’ τον Άγιο-Βασίλειο οι δυο Δεληγιανναίοι.

Δάρα: ο Κολιός Μπακόπουλος, ο Γιάννης Παπακώστας
κι ο Γιώργης ο Λαμπρόπουλος. Πικέρμι: ο Κοκκώνης.
Απ’ το Στενό: Μπακόπουλος. Κάψα: Σκουντριάνος Κώστας.
Κι απ’ το Περθώρι ο ήρωας κληρικός: ο παπα-Γιώργης.

Απ’ τα ωραία Τσιπιανά: οι αντρείοι Ρεβελιώτες.
Πέρα, από τα Μαγούλιανα: οι Παπαγιαννοπουλαίοι.
Και ο Σέκερης: ο αρχηγός μες στους τροπολιτσιώτες
με τη λεβέντικη ψυχή δόξας δροσιά να πνέει.

Αλλά και τ’ Αγιωργίτικα δε λείψανε και κείνα-
εβγήκαν από μέσα τους οι τρομεροί Σβωλαίοι.
Τον Ταμπακόπουλο έδωσε ακόμα η Βυτίνα.
Όλοι αυτοί, άντρες μεστοί άλλοι, και άλλοι νέοι,
     
στο κάλεσμα ετρέξανε του Γέρου Μωραϊτη
και ορκιστήκανε σ' αυτόν όλοι να υπακούνε
ώστε όχι μέσα στων τούρκων μόνο να μπουν τη μύτη
αλλά και στην Τροπολιτσά μαζί του για να μπούνε.

Και πάρθηκε η Τρίπολη. Και η αρχή αυτή ’ταν
του Αγώνα που οδήγησε στη λευτεριά του Γένους.
Γιατί όσα εδώ γινήκανε προς την Ευρώπη εβγήκαν
και να γνοιαστούν εκάμανε για μας, όλους τους ξένους.

Το πιο γερό τους στο Μοριά οι τούρκοι κάστρο εχάσαν,
το που ο Γέρος είχε φάει σκαμπίλι επληρώθη,
την πρώτη τους οι έλληνες βαθιά πήραν ανάσα
κι οστά και σάρκα επήρανε του ελληνισμού οι πόθοι.

Την Τάπια και την Κάρτσοβα και το Μαηθανασάκο
ορμητήριά του τα ’κανε ο Γέρος μες στη μάχη
που εκοψοκεφάλιασε τον τούρκικο το δράκο
ώστε η Ελλάδα σήμερα τη λευτεριά της να ’χει.

Για βόλτα σήμερα εμείς σ' αυτά τα μέρη πάμε.
Και καλά κάνουμε. Αλλά, πρέπει αυτή τη μέρα
τη σκέψη μας να στρέψουμε σ’ αυτούς που τους χρωστάμε
πως απ’ τους τούρκους λεύτερο ανασαίνουμε αγέρα.

Και περηφάνια νιώθουνε δίκια οι τροπολιτσώτες
γιατί η τρανότερη ήτανε της Τρίπολης η φλόγα
στην πυρκαγιά που ο Παλαιών Πατρών άναψε τότες
που στα ιερά Καλάβρυτα το Σηκωμόν ευλόγα.

Λοιπόν καλή διασκέδαση φίλοι κι ο θεός να δώσει
ό,τι καλό σε όλους σας εδώ στα μαύρα ξένα.
Και τώρα το ποτήρι του καθείς σας ας σηκώσει
και το κρασί του ας το πιει στη γεια του Εικοσιένα.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

                 ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ’ αεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού ένα αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

        Ο ΠΥΡΓΟΣ

Δεν ξέρω ποιο πλοίο εδώ μ’ έχει αφήσει
μα ξέρω καλά-θα ’ρθει πάλι μια μέρα
και κάποιος τον πύργο να δει θα ζητήσει
που θα ’πρεπε να ’χτιζα σε τούτη την ξέρα.

Γι αυτό μόλις πάτησα το πόδι μου επάνω
σε τούτο το ανάχωμα, με πάθος και ζήλο
τον πύργο μου άρχισα αμέσως να χτίζω
στοιβάζοντας σίδερο και πέτρα και ξύλο.

Μα κάθε που είχα σχεδόν τελειώσει
ενός μανιασμένου αέρα το πείσμα
φυσώντας με πάθος και δύναμη τόση
εγκρέμιζε ως κάτω τ’ ωραίο το κτίσμα.

Το ύψος θα είναι μικρό της ποινής μου;
Μεγάλο; Το χρέος μου θα εξοφλήσει;
Θα ειν’ αδυσώπητος κριτής ο κριτής μου;
Μετρούν τα συντρίμμια στην όποια του κρίση;

Κι ενώ ζοφερές κάνω πάντα προβλέψεις
για του δικαστή μου το αλύπητο μέτρο
φορές συλλογιέμαι-παιχνίδια της σκέψης...-
μη χτίστηκε ο πύργος μου κι εγώ δεν τον βλέπω;

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

     ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ

Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό
τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο
το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή
κι ό ήλιος με τις ακτίνες του μας σκοτώνει.

Εμείς με ύφος γιορταστικό
τον κόσμο μας υμνούμε το σπάνιο
τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή
και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη.