Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
XVI19-XVII19

Η δύναμη μου είσαι συ Κύριε κι η βοήθεια μου
Kαι στις ημέρες τις κακές η προστασία μου είσαι.
Σε σε απ’ της γης τα πέρατα θα έρθουνε τα έθνη
Kαι θα σου πουν πως "ψεύτικους θεούς είχανε φτιάξει
οι προγονοί μας και σ’ αυτούς μέσα καλό δεν ήταν".
Μπορεί να φτιάξει ο άνθρωπος θεούς για τον  εαυτό του
Που να μην είναι αυτοί θεοί; "Γι αυτόν εγώ το λόγο
Σαν έρθει εκείνος ο καιρός το χέρι μου θ’ απλώσω
Για να γνωρίσουνε αυτοί τη δύναμη που έχω
Και για να μάθουνε καλά πως "Κύριος" τ’ όνομά μου.

17. Η απατηλή καρδιά

Καταραμένος ο άνθρωπος που σ’ άνθρωπο ελπίζει
Και σ’ άνθρωπο στηρίζεται και μακριά η καρδιά του
Βρίσκεται από τον Κύριο. Σαν άγριος θάμνος θα ’ναι
Που βρίσκεται στην έρημο. Και τα καλά όταν έρθουν
Δε θα τα δει. Και σ’ άγονο κι έρημο ένα μέρος
μιας γης θα μένει αρμυρής που δε θα κατοικείται.
 Κι ευλογημένος ο άνθρωπος που πίστεψε στον Κύριο
 Κι έχει τον Κύριο ελπίδα του. Θα είναι σαν το δέντρο
Που έχει δίπλα του νερά και που μες στη ζωντάνια
Εβύθισε τις ρίζες του. Κι όταν το κάμα θα ’ρθει
Εκείνο δε θα φοβηθεί και πράσινο όλο θα ’ναι
Κι ούτε αβροχιά θα φοβηθεί και όλο θα καρπίζει.
Βαθύτερο είναι η καρδιά στον άνθρωπο απ’ όλα-
Και ποιός θα τήνε γνώριζε; Εγώ ο Κύριος είμαι,
Που δοκιμάζω τις καρδιές και τα μυαλά ’ξετάζω
Και δίνω στον καθένανε αυτό που του αξίζει
Ανάλογα ποιους διάλεξε να περπατήσει δρόμους
Και με τ’ αποτελέσματα που ’χουν αυτά που κάνει.

Η πέρδικα μαζεύει αυγά που αυτή δεν τα ’χει κάνει
Και κελαηδάει δυνατά. Έτσι και κείνος είναι
Που άδικα επλούτισε-στη μέση της ζωής του
 Θα χάσει όλα τα πλούτη του και θα φανεί στο τέλος
Πως ήτανε ανόητος.
Κύριε, ελπίδα του Ισραήλ και η καταφυγή του
Θρόνε ψηλέ τρισδόξαστε, όλοι εκείνοι Κύριε
Που θα σ’ εγκαταλείψουνε θα ’χουν ντροπή μεγάλη.
Όσοι από σε θα φύγουνε στη γη γραμμένοι θα ’ναι,
Γιατί τον Κύριο αφήσανε πηγή ζωής που είναι.

Σώσε με Κύριε να σωθώ. Γιάνε με για να γιάνω
Γιατ’ είσαι καύχημά μου εσύ.

Να που αυτοί λένε σε με "ο λόγος του Κυρίου
Που είναι; Εμπρός! Ας έρθει εδώ!" Όμως εγώ από πίσω
Να ’ρχομαι από σένανε δεν έπαψα κι ούτε έχω
Ζητήσει εγώ τ’ ανθρώπινα. Εσύ καλά το ξέρεις-
Τα λόγια που απ’ τα χείλη μου βγαίνουν, δικά σου είναι.
Μη ξένός γίνεις συ για με και τις κακές ημέρες
Το έλεός σου δείξε μου. Ας κατατροπωθούνε
Εκείνοι που με κυνηγούν κι όχι εγώ. Εκείνοι
Να ’ναι που θα τρομάξουνε κ ι εγώ να μην τρομάξω.
Κακές ήμερες στείλε τους και κατασύντριψέ τους.

Μήνυμα για το Σάββατο.

Αυτά λέει ο Κύριος: "Περπάτησε και στάσου
(συνέχεια)

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΠΑΡΑΞΕΝΟ

"Αντίθετα από σε
εγώ έχω εμορφιάν
το σώμα όπως πρέπει καμωμένο
στα μέλη συμμετρίαν
και πρόσωπον ηδύ
παράξενο το βλέπω
το αγόρι το δικό μου να τραβήξεις".

"Κι αν έχεις εμορφιάν
και πρόσωπον ηδύ
είσαι για την αγάπη
ένα μικρό παιδί-
δεν έχεις κοιμηθεί
όπως εγώ με τόσους
και ποιος θα σου την μάθει
του έρωτα την τέχνην;"
ΑΓΑΠΗ ΧΙΜΑΙΡΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΞΕΙΣ ΛΟΙΔΟΡΕΙΣ

Αγάπη χίμαιρα που υπάρξεις λοιδορείς
που οι φτωχές προσμένουνε από σένα λυτρωμό-
αγάπη χίμαιρα φριχτή, αλήθεια πώς μπορείς
και τέτοιο ένα φέρσιμο κρατείς σκληρό κι ωμό;

Ζωή που πλέκεις φαντασιές για τους θνητούς
πολλές
γιατί τη μεγαλύτερη, τόσο λαχταριστή,
και ποθητή την έκανες που όλοι τη θέλουν, λες
ότι μαζί της κι η χαρά σ' αυτούς θα χαριστεί;

Και πόνε συ, γιατί φορές γελιέσαι τάχα εμπρός
σε κάτι μέγα, που θαρρείς πως ειν’ αγάπη, ενώ
αυτό ειν’ ενός κύματος ο ταπεινός αφρός
που σ’κώνει ένα φάντασμα ορμώντας στο κενό;
ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ

Απαλά σαν περνά
στα μαλλιά της τη χτένα
μαύρη ζήλεια κερνά
και ποτίζει εμένα.

Όνομα άλλο εάν
της προφέρουν τα χείλια
την ψυχή μου κεντάν
φαρμακόφιδα χίλια.

Αν το χέρι τ’ αβρό
χέρι άλλο ακουμπήσει
στην καρδιά μου θα βρω
σα θα δω χίλια μίση.

Κι αν καφέ ή γλυκό
σ' έναν ξένο προσφέρει
α! τι πιόμα πικρό
με κερνά δεν το ξέρει..

Αλλά μία της λέξη
αν μου πει τρυφερή
να! τα σκότη έχουν φέξει-
κι ήρθαν άλλοι καιροί.

Λες ποτέ δεν υπήρξαν
οι απάνθρωπες ώρες
λες ποτέ δεν ερίξαν
οι ουρανοί μαύρες μπόρες.

Κι όλα ειναι ένα μύρο
και μιας Άνοιξης χνώτο
σαν να ζει εναγύρω
τ’ όνειρό μου το πρώτο

δηλαδή βυθισμένη
στου έρωτά μου τη δίνη
και γλυκά μεθυσμένη,
να χορεύει Εκείνη.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα θεούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ’ τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ’ άρεσε και σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" σ’ ακούω να μου λες,
γιατί αφού θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες θεέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ’ ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Θεούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ’ αυτές που ’χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ   ΚΑΙ  ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου!-
πώς μπορεί μια πεταλούδα
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό
όπου τόσο σ' απωθώ;
-Είσαι γκρίζος-εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.

-Κι εγώ πάντα τραγουδώ.
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό.
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.

-Είμαι εγώ τραγουδιστής
είσαι σύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;

-Ω!  Αταίριαστοι πολύ
‘μεις οι δυο-εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι.
Συ θα το  'χεις για κιβούρι.

-Όμοια ειν'  τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα  αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ-
τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.

-Μια φορά εσύ αν καείς,
η φωτιά μου συνεχής-
αχ!  με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομ'  εφτού-
αχ!  με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια          

Θεέ μου συ που μεριμνάς
για τα φτωχά σου πλάσματα
Και στων ανθρώπων τις πληγές
ω! βάλε καταπλάσματα.

Δε σου ζητούνε και πολλά.
Να τους βοηθήσεις μόνο
να βγούνε όλοι νικητές 
στην πάλη με τον πόνο. 

Στο κάτω κάτω της γραφής 
Σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα σου και συ,
Βολεύονται και κείνοι.
Φώτη σημερα σηκώθηκα μετά τέσσερες μέρες στο κρεβάτι με ψηλούς πυρετούς και ρίγη ως από προστατίτιδας. Αύριο ελπίζω θα μπορώ να γράψω περισσότερα.

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΜΟΛΥΒΊ

Ξέρω: σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα
κι σ’ όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα.
Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο,
που λίγο λίγο αναιμικά θ’ αδυνατίζει,
κι όταν τελείως πια θα ’χεις βυθιστεί
ένα μολυβί βαρύ.

Και ξέρω,
το πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις
καθώς θα ’ρχεσαι:
μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί,
και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο
εξονυχιστικά ερευνητικό
παμφάγο άσπρο.

Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια... και τα ίδια... και τα ίδια...
Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια πράγματα.

Σε βαρέθηκα ήλιε.
ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΣΤΑΣΙΣ.

Κι άλλη μια στάσις.
Πόσο τάχα θα κρατήσει;
Πόσο θα τριγυρίζω άσκοπα κι επώδυνα
ανάμεσα σ’ ενός σταθμού
που δεν είναι ο προορισμός μου
τους θορυβώδεις μικροπωλητές;

Ως πότε μ’ άγνωστους ανθρώπους
άγνωστες κουβέντες θ’ ανταλλάσσω;

Πότε ο σταθμάρχης μου
θα πει απ’ το μεγάφωνο πως φεύγουμε;
Πότε το τράνταγμα θα νιώσω
της εκκινήσεως;
ΛΙΓΩΜΕΝΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στη γιορτή του αη-Λια
τ' άστρα γίνανε φιλιά
και στην Κάτω Παναγίτσα
ουρανός η αγκαλίτσα

Βρε αγαπούλα μου καλή
πώς γλυκαίνεις το φιλί
και πώς κάνεις την αγκάλη
όλο λάγγεμα και ζάλη..

Κι "όχι" πώς ποτέ δε λες
στις βουλές τις πιο τρελές
και τα "ναι" τα λατρεμένα
πώς τρεμίζουν λιγωμένα…

Αχ! μικρή μου αγαπίτσα!
Αχ! στην Κάτω Παναγίτσα!
Αχ! Χαμένη! Κορωμένη!
Αχ! αφροστεφανωμένη!

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Η ΠΡΩΤΗ

Απάνω στο βιβλίο μου
καθώς καθόμουνα στο ηλιοστάσι
μια μύγα ήρθε να διαβάσει.

Τα πόδια της ελύγισε
κι εστάθη λίγο έτσι διπλωμένη
στο διάβασμά της ξεχασμένη.

Κατόπιν εσηκώθηκε
και το σοφό της ξύνοντας κεφάλι
"θεέ μου", είπε, "τέτοιο χάλι

ποτέ δεν το περίμενα:
οι άνθρωποι μοχθούν να μάθουν ό,τι
για μας η γνώση ήταν η πρώτη".
ΘΕΕ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΨΕΥΤΗ

Θεέ γιατί να μη με κάνεις ψεύτη
στις πράξεις, στις ιδέες, στη θεωρία.
Anήλεα η φωνή μου η στεντορεία
σ’ ανθρώπους και σε πράγματα να πέφτει…

Γιατί σ’ απύθμενα να πέφτω βάθη
κάθε φορά το στόμα που θ’ ανοίξω
ζητώντας την αλήθεια να μη θίξω
ούτε με αθέλητα του λογού λάθη;

Γιατί τις πράξεις μου να θέλω δίκιο
και δράση αψεγάδιαστη να διέπει
γιατί το νου μου εμένα να μην τέρπει
λόγος κακός κι ύφος ανοίκειο;

Κι αφού των άλλων κουβαλώ τις τύψεις
αμνός εγώ εν μέσω των λεόντων
κι αφού με στέρησες άλλων προσόντων
και δεν εδέησες να μου χαρίσεις   

χαρίσματα αδίστακτου ατόμου,
τουλάχιστο ας γινόνταν να μπορούσα
το ψέμα το γλυκό να ιστορούσα
όχι σε άλλους μα στον εαυτό μου.
ΕΣΥ…
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Μου’ παν πως ήρθες-τι μ’ αυτό; για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω.
Με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ’ εσέ δοσμένου μου του νου.

Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ.
Σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ.
Έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να ’μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.

Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ.
Όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν’ ιαχή.
Σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει.
Με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.

Εσύ ’σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός.
Στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός.
Είσαι η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά.
Για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.

Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου εσύ και τους χαλάς.

Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..

...Μου’ παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ’ τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να ’ξεραν πως πάντοτε για μένα είσαι εδώ..

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Φώτη είμαι όχι μόνον ερωτευμένος αλλά ευτυχής ερωτευμένος. Η περί ης με πλησίασε σήμερα και με ρώτησε: "Γράφετε;"
Πού το 'μαθε;
Να μη σου λέω βαρετές λετομέρειες, αύριο έχουμε ραντεβού για να της μιλήσω σχετικά με τα γραφτά μου.
Σκέψου. Θα καθίσει στο ίδιο τραπέζι με μένα. Τα υπέροχα μάτια της θα με βλέπουν. Το στήθος της θα κινείται μιλώντας μου. Τα κρινόπλαστα χέρια της θα συμπληρώνουν με τις κινήσεις τους τα νοήματα που η γλωσσίτσα της θα θέλει να μου μεταδώσει. Οι θείες κνήμες της θα χορεύουν μπροστά μου. Τα χείλη αυτά θα μιλάνε σε μένα!
Θέλω κάτι αλλο για να ειμαι ευτυχής; Όχι. Και αν οι κινήσεις της επεκτείνουν το πεδίο τους μέχρι το κρεβάτι μου, ε, τότε, απολύοις τον δούλον σου...

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πάνω στο γράμμα γράμμα
το πρώτο θα σβηστεί.
Πάνω στο θάμα θάμα
το ’να θα ξεχαστεί.

Πάνω στον πόνο πόνος
πα’ στον καημό καημός
διπλά μετράει ο πόνος
διπλά μετρά ο καημός.
(Όταν κλείσεις δέκα χρόνια στην ξενιτιά, δεν υπάρχει παλιά πατρίδα)

«ΕΛΛΑΔΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΟΥ ΗΛΙΟΣ ΑΛΛΟΥ ΔΕ ΛΑΜΠΕΙ…»

«Ελλάδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει…»
Σε περασμένους χρόνους, σε καιρούς αλλοτινούς,
σε μι άλλη γη,
ίσως υπήρχε μία χώρα που την έλεγαν Ελλάδα.
Μα πόσο μακριά από δω; Ποιος ξέρει...
Και πόσο πέρα από το τώρα...
Και επαράδωσε σε μας ο μύθος
αυτή την αίσθηση πατρίδας
φανταστική κι απόκοσμη,
άοσμη και φευγάτη.
Ίσως.
Σα μύθο τη δεχόμαστε και μεις
που δεν πιστεύουμε στους μύθους.





Σα μύθο τη δεχόμαστε και μεις
που δεν πτοούμαστε από μύθους,
Σε περασμένα χρόνια
σε καιρούς αλλοτινούς
λέγεται ότι ζούσαν άνθρωποι εκεί,
που ήσαν φίλοι μας, γνωστοί μας.
Άνθρωποι που μας είχαν αγαπήσει.
Και λέγεται ότι ακόμα υπάρχουνε και ότι
μας αγαπάνε και μας σκέφτονται ακόμα.
Μα ξέρουμε ότι αυτά είναι παραμύθια.
Πως τέτοια χώρα δεν υπάρχει
πως είναι μόνο ένα όνειρο.
Ένα κενό στη φαντασία που πληρώνεται
αυτόματα
με υπολείμματα συμπαντικών αντιπόδων.
Κι οι άνθρωποι του είναι κούφια πλάσματα,
εικόνες απρόσωπες,
πλάσματα ανύπαρκτα, υποθετικά,
καθένας τους μια ατέλεια και μιαν έλλειψη.
Εμείς τουλάχιστον
δεν ξέρουμε καμιά Ελλάδα
και βέβαια ποτέ δεν ήμασταν εκεί
ούτε και φύγαμε απ’ αυτήν
για να 'ρθουμε εδώ. Εμείς
εδώ πάντοτε ζούσαμε
και ζούμε.
ΣΑ ΛΑΒΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Σα λάβα υγρή κι έτσι ζεστή
δεκαπεντάχρονη μικρούλα
βρίσκεσαι μπρος μου αιδώ μεστή
χωρίς ψυχή-χωρίς φωνούλα.

Κι ως με θωρείς γονατιστή
τόσο γλυκιά κι έτσι αγνούλα
λες άλλης είναι οι μαστοί
που σει’ του πόθου η τρεμούλα.

Και ’γω κεντρίζοντας βαθιά
τ’ άλογο που ’χω εντός μου
μ’ όσα η σβησμένη σου φωνή:
"πάρε μου", λέει και :"δος μου",

λύνω την άσπρη σου ποδιά
σε ντύνω με το φως μου
και λεηλατώ και τη σοδειά
και το δεντρί του κόσμου.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Η ΔΡΟΣΙΑ

Η δροσούλα την αυγή-
η καλή δροσιά
μες στη γειτονιά
στάλα στάλα πέφτει.

Μη της παίρνεις τη ζωή
όταν περπατάς-
μη τήνε πατάς
κόσμε δροσοκλέφτη.
ΜΕ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Με εκπομπές πνευματικού περιεχομένου
το τρίτο πρόγραμμα μας προσκαλεί
ν' ανοίξουμε του ραδιοφώνου του καημένου
το προδομένο απ’ την τι-βι κουμπί,

και να γευτούμε κάτι πιο ωραίο
που την ψυχή θα τέρπει αληθινά.
Αλλά και το προσκάλεσμα το νέο
τίποτα το καλό δεν προμηνά.

Πάλι ο εργάτης καιρό δε θα ’χει
πάλι ο υπάλληλος θα βαριεστά
κι ο γεωργός πάλι θα ψάχει
να δει ο σπόρος του αν βαστά.

Και οι γυναίκες οι καημενούλες
μια με την άλληνε θα συζητούν
ή, κουρασμένες νοικοκυρούλες,
θα ψευτοπλέκουν και θα κεντούν.

Έτσι το τρίτο θα παραμένει
σαν απροσπέλαστη βουνοκορφή
που θα ’χει μέσα της βαθιά θαμμένη
χρυσή μια φλέβα, όμως κρυφή.
ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Για λίγο όλοι τον ύπνο τους τον βύθιο αφήκαν
και δραστηριοποιήθηκαν-κινητοποιηθήκαν
για να ιδούν μιαν ολική λέει έκλειψη ηλίου
που θα γενεί στις τέσσερες του Ιανουαρίου.

Όλοι τους εβαλθήκανε μαύρα γυαλιά να φτιάξουν
και δίχως βλάβη των ματιών το θέαμα να κοιτάξουν.
Σελήνης, ήλιου κι αστεριών γνωρίζοντας τις φάσεις
η έκλειψη μια στις τόσες τους θα είναι διασκεδάσεις.

Α! ευτυχείς! που θεωρούν πως είναι μέγα πράγμα
λίγο να δουν να κρύβεται απ' του ηλιού το μάγμα!
Α! ευτυχείς! Δεν ξέρουνε πόσες εσύ εκλείψεις
παντοτινές δημιουργείς σ’ όποιου τη ζήση ενσκήψεις.

Τον ήλιο κρύβεις της χαράς κι όλα τα δερνει η λύπη.
Του ρολογιού, το θάνατο αργομετρούν οι χτύποι
κι όχι του "Τώρα" μοναχά, μα κι οι χαρές του "Αύριο"
μέσα σε σκότος πνίγονται τρομαχτικό και άγριο.

Εκλείψεις άπονης ζωής, χαράς και ηρεμίας,
εκλείψεις κάθε και ψυχής και νου ευημερίας,
εκλείψεις αγαλλίασης, απόλαυσης, ’φροσύνης.
εκλείψεις πάμφωτων νυχτών σε στρώμα έρμης κλίνης.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

ΣΤΑΡΙ ΣΤΟ ΣΑΚΚΙ

Τόσο πολλά είναι μέσα στοn μικρό χώρο
και τόσο κοντά το ’να στ' άλλο, τα πριν
τόσο απλωμένα, που, ασυνήθιστα σ’ αυτό
ασφυκτιούν. Η μέσα τους ζωή
πιεσμένη έτσι, κινδυνεύει
όλη κλείσιμο να γίνει και υπομονή.

Ν' αγαπιούνται, όμως, έμαθαν εκεί.
χωρίς υπεκφυγές. Aλλιώς
θα ξέφευγαν από την ηρεμία του κέντρου τους
και θα έμεναν χωρίς ελπίδα, κάποτε,
σε πεδίο πλατύ να ριχτούνε
και με της γης την ευλογία το πράσινο,
που τώρα σαν σε όνειρο κατέχουν,
να φανερώσουν.
ΟΙ ΩΚΕΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝΕ ΝΕΡΟ ΜΑ ΑΙΜΑ

Οι ωκεανοί δεν έχουνε νερό μα αίμα
και τα φαράγγια βαθιές είναι πληγές
στης γης το σώμα.
Σπυριά κακόφορμα τα όρη και οι λόφοι.

Μια στρογγυλή αρρώστια όλη η γη
που απέλπιδα γυρνάει μες στα χάη
γιατρειά ζητώντας για μια αρρώστια ανίατη.

Εμείς μικρόβια πάνω της
με τ’ άλλα ζώα-τ’ αδέρφια μας μικρόβια-
εμείς μικρόβια πάνω της
το αίτιο του κακού.

Μαζί της ταξιδεύοντας
η γιατρειά θα έρθει
όταν χαθούμε και οι δυο μαζί-
και μείς και κείνη.


ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ’ τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ’ αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω.
Είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.

Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ’ άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.

Είναι που θα ’μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη.
Είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη".
Είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ’ αλαφραίνει
φωνή. Καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.

Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα ’ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη.
Είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Έλα. Το τζάκι αναμμένο στη γωνιά
και η ζεστή φλοκάτη δίπλα του στρωμένη
έλα. Απ' την τόση που ’δειξά σου
αποκοτιά
μέσα μου απόψε ούτε ίχνος πια δεν μένει.


Έλα. Απόψε απαλά θα σου μιλώ
άκρη θα βάλω άλλη όποια θέλησή μου
κι ένα παιδάκι θα 'μαι εγώ μικρό καλό
κι ένα μωρό γλυκούλι εσύ θα ’σαι μαζί μου.

Έλα. Απόψε τα όποια αγγίγματα
την τρυφερότη μοναχά θα υπηρετούνε
απόψε λες νεκρά πως θα 'ναι τα κορμιά
και μόνο οι δύο οι ψυχές μας θα μιλούνε.

Έλα κοντά μου βελουδένια μου κυρά
έλα κοντά μου απαλόφτερέ μου κύκνε
και μες στης λίμνης μας τα ήρεμα νερά
τις απαλές ματιές σου μόνο απόψε ρίχνε.

Δες, τα φουσάτα σα μας βλέπουν του βοριά
φοβούνται με την ηρεμία μας να παλέψουν
καθώς φοβούνται τα πουλάκια το σποριά
κι άπελπα μένουνε ότι καρπό θα γέψουν.

Έλα και δώσε μου στο μέτωπο φιλί
κι ένα να δώσω εγώ στ’ αβρό μικρό σου
χέρι
κι ας γίνουμε απόψε αγάπη μου απαλή
ένα που αγνότερο στη γη δε ’φάνη ταίρι.

Έλα. Την ακριβή σου αγνότητα εγώ
με τα ποθόπλαστα γραφτά μου έχω ταράξει.
Μα έλα-σχώραμε και άσε να οδηγώ
και σε και με στης ηρεμίας μας την τάξη.

Έλα καλή μου αφού η Μοίρα το ζητά.
Έλα. Οι άνθρωποι πολύ μικροί μετράμε
μπροστά σε κείνης τα αξεφεύγατα γραφτά
κι «όχι» σε ό,τι πει ας μη της απαντάμε.

Έλα καλή μου κι ακριβή που ομορφιά
γεμίζεις όποιονε κοντά σου πλησιάζει.
Έλα κι ας διώξουμε μακριά την ακεφιά
που και τους δυο μας τελευταία εξουσιάζει.

Έλα που γλύκα από το στόμα σου σκορπάς
κάθε σε γέλιο ή σε μίλημα τ’ ανοίξεις.
Έλα που φως γεμίζει ο τόπος όπου πας-
έλα το δρόμο της αγάπης να μου δείξεις.

Έλα κορμάκι μου απαλό καθώς φτερό,
έλα και γείρε απαλά στην αγκαλιά μου.
Έλα μαλλάκια μου χρυσάφι λαμπερό
φωλιά να κάνεις από κάτω απ’ τα δικά μου.

Έλα χειλάκι άταιρο στην πλάση εντός.
Έλα κι ανέγγιχτο κι αφίλητο θα μείνεις.
Τη μήτρα ποιος θα ετολμούσε του παντός
σε βρόχια έρωτα να μπλέξει κι αέρα δίνης;

Έλα νεράϊδα εφηβικού παραμυθιού
που με τα λόγια σου οι vιοι αποκοιμιούνται
κι όταν το βάρος διώξουν του ύπνου του βαθιού
σ’ αγάπης δρόμο τρέχουνε και ξεπερνιούνται.

Έλα μωρό μου συ γλυκό και τόσο αγνό.
Έλα και η αγνότη σου δεν κινδυνεύει.
Μέσα της ίσκιος της σα να είμαι θα χαθώ
καθώς σκια στης νύχτας χάνεται τα ερέβη.

Γλυκό μου, αξιολάτρευτο, σεπτό μωρό
που γάλα ακόμα εσύ δεν έχεις αποκόψει,
πώς θα σ’ αγγίσω έτσι αβρό και τρυφερό
πώς άτρωτα να δω την όλο φως σου όψη...

Του κόσμου του άσχημου σοφή νικήτρα
εσύ,
πώς όλα γύρω, πέρα, εντός μας
ομορφαίνεις-
σα μάγισσα καλή πώς σκόνη μια χρυσή
σκορπάς τριγύρω σου καθώς μόνο
διαβαίνεις…

Στολίδι εσύ όλου του κόσμου μας λαμπρό
απόψε θα στολίσεις μόνο εμάς τους δύο
και θα ’βρεις μέσα μου και μέσα σου θα βρω
τη φλόγα που κι ανάναφτη διώχνει το κρύο.

Θεία κι ανάκουστη-πανώρια μουσική,
έλα και στ’ άϋλα φτερά σου ανέβασέ μας
και κράτησέ μας όλη αυτή τη νύχτα εκεί
και στου πρωιού τον ερχομό κατέβασέ μας.

Μη τα ίδια σου τα μάτια αγάπη μου αγαπάς
στρέψε και δίπλα σου-θα δεις εκεί εμένα
να σ’ ακλουθώ πιστά όπου ήθελε με πας-
μη αυτά τα μάτια σου για με τ’ αφήνεις ξένα.

Προσκέφαλο να! κάνω εγώ πολυαπαλό
Την έρμη δίχως σου χεριών μου την αγκάλη
και πάνω του απαλά να γείρεις σε καλώ
Σαν μεθυσμένη από ουράνια θεία μια ζάλη.

Γλυκιά μου με ό,τι έχω πάνω μου αγνό
μ’ αυτό μονάχα σα θα ’ρθεις θα σε σκεπάσω
καθώς πουλάκι ανυπεράσπιστο μικρό
σκέπει απ’ όλα τα κακά το πλούσιο δάσο.

Με απρόσμενα δειλές ματιές θα σε κοιτώ
μη κάποια πλέον θαρρετή θα σε προσβάλει
και στα δυο χέρια μου έτσι δα θα σε κρατώ
καθώς κρατεί ο ουρανός το άστρινο σάλι.

Στο στήθος σου θα βλέπω εγώ μόνο το φως
που μου φωτάει ανεμπόδιστο το μάτι-
πόθους απόψε αυτό-να πω δεν ξέρω πώς
Πιο ωραίο θα το μποδίζει να γεννάει κάτι.


Τα πόδια σου απόψε θα 'χουν σκεπαστεί
με μιας αγνότητας τα ευφρόσυνα τα ρούχα
και θα ’χει απόψε από μέσα μου χαθεί
το που ως τα χτες άγριο για κείνα πάθος που ’χα.

Τα όμορφα τα μάτια σου θα με φωτούν
και θα με λούζουν απαλά-δε θα τυφλώνουν
όπως το θες απόψε όλα θα γινούν
και όλα ήρεμα τριγύρω μας θ' απλώνουν.

Η γη στο χάος απορημένη θα σταθεί
και θα θαμάξουν πάνω της οι γύρω τόποι
τους δυο μας βλέποντας κανείς να μην
ποθεί
μόνο να λάμνουμε μες σ’ ένα φωτοκόπι.

Κι εσύ θα είσαι στη δική μου αγκαλιά
σαν που όλα όσα βλέπουμε είναι μες στη φύση.
Και όλα συ θα ’χεις ξεχάσει τα παλιά
που τόσο σ’ είχανε καλή μου ταλανίσει.

Έλα καλή μου. Ο πόθος άφαντος-να, δες,
κι όλα προσμένουν ήσυχα τον ερχομό σου.
Απόψε όλες οι νεράιδες οι καλές
τον δρόμο ετοίμασαν καλή μου τον δικό
σου.
……………………….
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)
XV14-XVI18
θα πάνε από Θάνατο με βάσανα που θα ’ρθει.
 Και ούτε θα τους κλάψουνε και ούτε θα θαφτούνε.
Πάνω στο πρόσωπο της γης παράδειγμα θα μείνουν.
Θηρία, κι όρνια θα τους φαν. Μαχαίρι θα τους κόψει
Και από πείνα θα χαθούν".
Αυτά λέει ο Κύριος: «Μην πας γι αυτούς να κλάψεις
Και στην κηδεία τους μην πας. Ούτε να τους πενθήσεις.
Επήρα την ειρήνη μου απ’ το λαό αυτόνε.
Και δε θα τους θρηνήσουνε κι ούτε θα κάνουν πένθους
Χαραγματιές στο δέρμα τους, κι ούτε θα ξυριστούνε.
Και ούτε όπως γίνεται όταν κανείς πεθάνει
Παρηγοριάς θα κάψουνε ψωμί. Και δε θα δώσουν
Να πιεί κανείς παρηγοριάς ποτό για τη μητέρα
Ούτε για τον πατέρα τους.
Και σε συμπόσιο δε θα πας κοντά τους να καθίσεις
Για φαγητό και για πιοτό. Γιατί ο Κύριος λέει, 
Του Ισραήλ ο θεός, αυτά: Ιδού! Απ’ αυτό τον τόπο
Κι απ’ τη δική σας τη γενιά, παίρνω από μπροστά σας
Και παύω εγώ κάθε φωνή χαράς και ευφροσύνης.
Και κάθε μια παύω εγώ φωνή γαμπρού και νύφης.
Και όταν στο λαό αυτόν θα πεις αυτά τα λόγια
Κι αυτοί σε σένα όταν πουν: γιατί αυτά ο Κύριος
Ορίζει τα κακά για μας; Ποια κάναμε αδικία
Και ποια αμαρτία κάναμε στο θέλημά ενάντια
Του θεού και του Κυρίου μας;  Σ’ αυτούς εσύ πες τότε
Γιατί οι πατεράδες σας μ’ άφησαν, λέει ο Κύριος,
Και πίσω απ’ άλλους τρέχανε θεούς-τους προσκυνούσαν
Και τους υπηρετούσανε. Και μένα εγκαταλείψαν.
Και ούτε που τηρούσανε το νόμο μου. Σεις πάλι
Πιότερο απ’ τους πατέρες σας έχετε αμαρτήσει.
Ακολουθεί καθένας σας εκείνο που του λέει
Η πονηρή του η καρδιά. Και δε με υπακούτε.
Κι από τη χώρα αυτή εγώ σ’ άλλη θα σας πετάξω
Που δεν την ξέρετε ουτ’ εσείς ούτε οι προγονοί σας.
Και θα δουλεύετε εκεί σ’ άλλους θεούς. Κι εκείνοι
Δε θα ’χουν έλεος για σας.
Γι αυτό λέει ο Κύριος Ιδού! Έρχονται ημέρες
Που δε θα λένε τότε πια "ζει ο Κύριος" που ’χει βγάλει
Έξω από την Αίγυπτο του Ισραήλ τα τέκνα,
Μα "ζει ο Κύριος", αυτός που έξω έχει βγάλει
Τους απογόνους του Ισραήλ απ’ του Βορρά τη χώρα,
Κι απ’ όσες χώρες θα ’ναι αυτοί εκεί εξορισμένοι.
Και θα τους βάλω πάλι αυτούς να μείνουνε στη γη τους
που έδωσα στους πατέρες τους.
Ιδού! Πολλούς θα στείλω εγώ ψαράδες", λέει ο Κύριος,
 Κι αυτούς θα τους ψαρέψουνε. Κι ύστερα απ’ τους ψαράδες
Πολλούς θα στείλω κυνηγούς για να τους κυνηγήσουν
Απάνω σ’ όλα τα βουνά, πάνω σε κάθε λόφο
Ως μέσα στις βραχότρυπες. Γιατί όλους τους τους δρόμους
Βλέπουν εμέ τα μάτια μου, και τ’ αδικήματά τους.
Αδύνατο είναι να κρυφτούν απ’ τα δικά μου μάτια.
Και τότε θα πληρώσουνε διπλά για τις κακίες
Και για τις αμαρτίες τους. Γιατί έχουνε τη γη μου
Με των αισχρών τους πράξεων μολύνει τα ψοφίμια 
Και με τις ανομίες τους έχουν καταπατήσει
Τον κλήρο που τους έδωσα".
(συνέχεια)
ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΝ

Το πλοίον τρέχει απτόητον απ’ τα κύματα.
Η θάλασσα ας γυρεύει θύματα.
Eίναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.

Ο πλοίαρχος φλυαρεί με μια κυρίαν.
Oι ναύτες τραγουδούν στην πρύμνη
κι οι επιβάτες κάτω διασκεδάζουν.

Μ’ αυτό το πλοίον τίποτα δεν έχουν
να φοβηθούν-
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.
ΔΕ ΘΑ ΦΥΓΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Δε θα φύγω τη μοίρα των κοινών των ανθρώπων
κι η κατάληξη θα ’ναι της αθλίας ζωής μου
και θα είναι η ύστατη ζωοδότρα ελπίς μου
να ταφώ σ’ αναπαύσεως χλοερόν ένα τόπον.

Των μικρών των ανθρώπων δε θα φύγω τη μοίρα
ξεχασμένος απ’ όλους εις στο τέρμα του βίου
σ’ ενός βρώμιου θα στέκω και στενού καφενείου
κάποια θέση ενώ θα ’ναι όλες άδειες τριγύρω.

Των άσημων ανθρώπων θ’ ακλουθήσω τα ίχνη
το μικρό μου το βήμα δίχως αύριο θα σέρνω
κάθε μέρα το σώμα πιο πολύ θα το γέρνω
ως να γίνει ένας δείχτης που το χώμα να δείχνει.

Των μυριάδων χιλιάδων κι εγώ θα ’χω την τύχη
σαν κι εγώ να ’χω ζήσει μια χαμένη ζωή
και θ’ αφήσω σαν όλους τη στερνή μου πνοή
με τον ίδιο εκείνων μετρημένο τον πήχη.

Απ' τα δίχτυα του ολέθρου ίσως μόνο με σώσουν
κάποιοι ανώριμοι, στείροι και παρείσακτοι στίχοι
που θα χτίσουνε γύρω μου κάτι απόρθητα τείχη
τα κρυφά νοήματα τους αφού πριν φανερώσουν.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ’ ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σαν φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.

Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε.
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα. Πάτα λαφριά σιγή μου.
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τήνε ξυπνάτε.
Έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ

Στις άσχημες γυναίκες που η μοίρα
τους όρισε αγέλαστη μια ζήση
που μένουν τα όνειρά τους πάντα στείρα
κι ο ήλιος τους γνωρίζει μόνο δύση'

στις άσχημες γυναίκες που τον πόνο
για σύντροφο πιστό τους έχουν πάντα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω
αυτή τη λυπημένη μου μπαλάντα.

Σ’ αυτές κανείς δε στέλνει ωραία δώρα
και ποιήματα θερμά κανείς δε γράφει.
Φορέματα γι αυτές δε φτιάχνει η μόδα
κι είν’ άφωτοι τα μάτια τους δυο τάφοι.

Ο πόθος τις θερίζει κάθε βράδυ
προσεύχονται για έστω μια θωπεία
ελπίζουν όμως άδικα-το χάδι
γι αυτές το ερωτικό μια ουτοπία.

Παράσιτα που ζουν λησμονημένα
σ’ ανθένιο μοσχομύριστο φυτώριο
γράμματα με βιασύνη στριμωγμένα
σε κάποιου τετραδίου το περιθώριο.

Μπροστά τους ξεχωρίζουνε δυο δρόμοι:
αυτός της θλιβερής κι ανούσιας ζήσης
μακριά από τους ανθρώπους και ακόμη
μακριά ’π’ του έρωτα τις συγκινήσεις,

κι εκείνος της πικρής της επαιτείας
για χάδια που ποτέ τους δε θα βρούνε
ενώ τα σιγανά της ειρωνίας
τα γέλια, μες στ’ αυτιά τους θα ηχούνε.

Ανέραστες και φρούδες ερωμένες
μια κρύα σαν τις άλλες θα πεθάνουν
νυχτιά, με τις παλάμες απλωμένες
προς έναν ουρανό που δε τον φτάνουν.

Και πάνε στην αφάνεια και στη λήθη-
κανένας μια κυρία δε θυμάται
που μόνη στη ζωή της εκοιμήθη
καθώς και τώρα αξύπνητα κοιμάται.

Αυτά τα λίγα λόγια τα θλιμμένα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω.
Κι ας μη σκεφτούνε άδικα για μένα-
κι εγώ στον ίδιο πόνο αργολιώνω.

Κι αφού δεν τους εχάρισαν για δώρα
οι θείοι ποιητές αθάνατα έπη
οι άσχημες γυναίκες θα 'χουν τώρα
την άσχημη μπαλάντα που τους πρέπει.
ΣΥ ΤΡΥΠΗΣΕΣ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΣΤ' ΑΓΚΑΘΙΑ

Συ τρύπησες το χέρι σου στ' αγκάθια
κι επόνεσε το χέρι μου ευθύς.
Παθαίνω του κορμιού σου όλα τα πάθια
όπου είσαι κι όπου ήθελε βρεθείς.

Αλλ' αν είναι δικοί μου οι πόνοι σου όλοι
δεν είναι του κορμιού σου οι χαρές. 
Θολώνεις της χαράς το περιβόλι
τις πίκρες σου μου δίνεις καθαρές.

Σε άλλονε χαρίζεις το φιλί σου
σε άλλον τις γλυκές σου τις ματιές
για κείνον οι χαρές του παραδείσου
της κόλασης για μένα οι φωτιές.
ΑΝΟΙΞΗ ΦΕΤΟΣ
(CAL L. Α. ΕΡΙΛΉ)

Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί έχεις στα μαλλιά
εκείνη την κοκάλινη αγκράφα τη μελιά
που βάζει στα μαλλάκια της όταν φυσάει αέρας.
Γιατί έχεις δέσει στο λαιμό γιρλάντα από χαρτί-
κοινό χαρτί όπως έβαλε κάποιαν ημέρα αυτή
κι όλο το σπίτι έλαμπε και μάλωνε ο πατέρας.

Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί έχεις τη ματιά
στοχαστική. Γιατί φοράς μια μπέρτα καφετιά
και γιατί όλα γίνονται στη φύση όπως προστάζεις.
Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί το γιορτινό
φουστάνι της εντύθηκες, το ροζ, το φωτεινό.
Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί πολύ της μοιάζεις.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Αρχίζουν οι ολυμπιακοί αγώνες. Εκατομμύρια άνθρωποι θα παρακολουθήσουν να δουν αν κάποιο δίποδο θα πηδήξει έναν πόντο ψηλότερα από άλλο ή θα τρέξει μια απόσταση σεχρόνο ένα δευτερόλεπτο λιγότερο από κάποιον άλλον.
Αύριο όλοι αυτοί θα μυξοκλαίνε για τα παιδιά που πεθαίνουν από πείνα και θα κυνηγάνε «τρομοκράτες».
ΝΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Του χωρισμού των έφθασεν η μέρα.
Αδύνατον να πάνε παραπέρα.
Το ένιωθαν καλά-το τέλος είχε φθάσει.

Χωρίσανε το βράδυ με αοριστίες
για τη συνάντησιν την επομένην
"τηλέφωνο θα πάρω κάποια μέρα..."
"θα περιμένω-ναι-εξάπαντος..."

Μα ήξεραν πως έλεγαν κενά-
ούτε αυτός θα έπαιρνε, ουτ' εκείνη
στ’ ακουστικό θ' ανέμενε όπως πρώτα.

Είναι μια μέθοδος καλή κι αυτή
γι ανθρώπους ευαισθήτους
να χωρίζουν.
ΧΤΕΣ ΒΡΑΔΥ Ο ΥΠΝΟΣ ΔΕ Μ' ΕΠΑΙΡΝΕ

Χτες βράδυ ο ύπνος δε μ' έπαιρνε,
στη σκέψη μου είχες χωθεί
o πόνος κοντά του με γύρευε
ολόκληρος του είχα δοθεί.

Επάνω σερνόμουν στο στρώμα μου
σαν κάποιος που κρίμα βαρύ
παιδεύει. Και ήταν το στρώμα μου
βαριά φυλακή τρομερή.

Και είναι αλήθεια-αμάρτησα.
Στο δείλι εχτές το μελί
τις πίκρες σου όλες τις άρτυσα
και δεν σου επήρα φιλί.
ΕΛΑΤΕ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε-
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.

Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.

Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα-
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.

Και ούτε που ζητάω τη γλωσσίτσα της
ν’ ακούσω θέλω μόνο μια λεξίτσα της.
Ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν’ αγγίσω.

Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ’ όμηροι
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.

Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.

Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε:
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.
-ΠΟΥΛΙ ΛΑΛΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΛΑΔΕΙΣ

-Πουλί λαλείς και κελαδείς
για της αγάπης πάθη.
Μα έλα, ξέρεις να μου πεις
τι είναι η αγάπη;

-Ειν’ εν’ απότομο, βαθύ,
αγύριστο φαράγγι
μέσα όποιος έμπει θα χαθεί-
μαύρο τον τρώει κοράκι.
ΚΑΜΜΕΝΟ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.

Απ’ τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.

Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.

Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα ’μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Θεέ μου συ που μεριμνάς
Για τα φτωχά σου πλάσματα
Και στων ανθρώπων τις πληγές
Ω! βάλε καταπλάσματα.

Δε σου ζητούνε και πολλά
Να τους βοηθήσεις μόνο
Να βγούνε όλοι νικητές
Στην πάλη με τον πόνο.

Στο κατω κάτω της γραφής
Σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα σου κ εσύ,
Βολεύονται κι εκείνοι.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΥΛΑ


Όταν το σούρουπο μεστώνει
και πριν ακόμα γίνει βράδυ
τις θείες νότες της απλώνει
μια μουσική γλυκιά σαν χάδι.

Πέφτει απαλά σαν τη δροσούλα
μες στη σιωπή της γειτονιάς μου
καθώς ανέγγιχτη νυφούλα
σε γιορτινό κρεβάτι γάμου.

Και με τρυπά σαν νοσταλγία
και με πονεί σαν ερωμένη
η μαγική της μελωδία
που στον αέρα είναι χυμένη.

Μήπως του Πάνα η φλογέρα
και του Απόλλωνα η λύρα
ξεπροβοδίζουν την ημέρα
χαρίζοντάς της τέτοια μύρα;

Μήπως σε με που δε με ξέρει
τη θαλπωρή από το θέρο
και τη γαλήνη από τα’ αστέρι
στέλνει η καλή που δεν την ξέρω;

Ή μην ο αγέρας απ’ τα μάκρη
σοφός ως έρχεται του κόσμου
του ταξιδέματος το δάκρυ
και τη χαρά σταλάζει εντός μου;

Α! Του σπανίου τους του κάλλους
γνώστες δεν ειν’ αυτοί οι ήχοι-
από ποιητές φύγαν μεγάλους
κι ήρθαν σε με να γίνουν στίχοι.
«O Carsilago de la Vega, ποιητής (1503-1536), παντρεμένος με τη Donna Elena, αλλά πάντοτε ερωτευμένος με την πορτογαλίδα κυρία επί των τιμών της βασιλίσσης, donna Isabel Freire…»



O CARSILAGO DE LA VEGA

O Carsilago de la Vega
όπου αξίωμα είχε μέγα
είχε για νόμιμη γυναίκα
τη Donna Elena.

Μα ήταν πάντα ερωτευμένος
 με τη ’sabela ο καημένος
που ’λειπε πάντοτε στα ξένα-
τα πικραμένα.

Κύριε Vega τι απαίσια
τι φοβερή υποκρισία-
ποιητής εσύ πώς το μπορούσες
και απιστούσες;

Και πάλι πες μου σε καλό σου
τι σκαρφιζόταν το μυαλό σου
τόσο μακριά που τις κρατούσες
όταν αργούσες;
ΓΙΑ ΚΕΙΝΗΝΕ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όπως υμνούσαν οι προφήτες
πριν γεννηθεί Αυτός τον Κύριο
και του μοιράζαν τις εσθήτες
και του προλέγαν το μαρτύριο

έτσι γι αυτήνε τραγουδούσαν
οι ποιητές των πριν αιώνων-
τα όμορφά της κάλλη υμνούσαν
κι απ’ τον δικό της λιώναν πόνο.

Κι ας τραγουδούσαν κάποια Τζούλια
μια Βεατρίκη-μια Ελοϊζα-
όμως των στίχων τους τα γιούλια
μόνο για κείνηνε ανθίζαν.

Αυτή η έξήγηση ειν’ η μόνη
που όλα σ’ αυτήν τέλεια ταιριάζουν
όπως στον πλάτανο οι κλώνοι
και τα πουλιά που εκεί κουρνιάζουν.

Γι αυτό κι αδιάφορον μ’ αφήνει
της ποίησής μου το άθλιο χάλι
αφού υμνητές της έχουν γίνει
τόσοι ποιητές πολύ μεγάλοι.
Τελικά όλοι οι έλληνες δημοσιογράφοι είαι καπιταλιστικά σκυλιά που υπακούνε και προστατεύουν όποια εξουσία επιβάλλεται στην Ελλάδα κάθε τόσο από το Καπιταλιστικό Κέντρο.