Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Εκείνο το πρωί o κύριος Κορντέν, ο μοναδικός γιατρός της μικρής πόλης, ξύπνησε στις έξη παρά τέταρτο. Και ήξερε πως δε θα ξανακοιμόταν, γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε πέσει για ύπνο νωρίς. Αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Γιατί η σκέψη του πήγε αμέσως στο θέμα που εδώ και δυο εβδομάδες τώρα απασχολούσε τη μικρή πόλη στην οποία ζούσε. Και τέτοια θέματα τραβάνε σαν μαγνήτης .
Το θέμα ήτανε η δολοφονία του γέρο-Πέτρου.
Ο γέρο-Πέτρος, ένας εβδομηνταπεντάχρονος ανήμπορος γέρος, που έμενε με μια μακρινή ανεψιά του που τόνε φρόντιζε, βρέθηκε μια μέρα από αυτήν νεκρός, μ’ ένα μαχαίρι στο στήθος του.
Το σπίτι της Κάτιας, αυτό ήτανε το όνομα της ανεψιάς του γέρο-Πέτρου, ήτανε μόλις εκατό μέτρα από το δικό του, στον ίδιο απόκεντρο δρόμο, ένα δρόμο από κείνους τους δρόμους των επαρχιακών γαλλικών πόλεων που θα θεωρούνταν περιττή πολυτέλεια αν φωτίζονταν τις νύχτες.
Οι φήμες έλεγαν πως ο γέρος είχε πολλά λεφτά και πως αυτή ήταν η αιτία της δολοφονίας του, μιας και τα λεφτά δεν βρέθηκαν στο σπίτι του όπου ήταν γνωστό σε όλους ότι τα φύλαγε.

Στην κηδεία του πήγαν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του, πολλοί δηλαδή άνθρωποι, που εκτός από τη λύπη τους για το θάνατό του, είχαν την ευκαιρία να κουτσομπολέψουν και λίγο σχετικά με τα πιθανά αίτια της δολοφονίας και τις λεπτομέρειες του φόνου.
Ο παπάς, αν και ο μακαρίτης δεν πατούσε στην εκκλησία παρά μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, έκανε μια ολοκληρωμένη κηδεία, χωρίς να περάσει καμία ευχή αδιάβαστη και χωρίς να παραλείψει κανέναν μακαρισμό. Ίσως επειδή ήξερε ότι θα καλοπληρωνόταν από τα ανίψια του μακαρίτη. Γιατί η Κάτια είχε και έναν αδερφό, που ήταν ο δάσκαλος του μοναδικού σχολείου της πόλης, και που μάλιστα έχαιρε της άκρας εκτιμήσεως γονέων και μαθητών, αλλά και όλης της κοινωνίας της πόλης.
Ούτε όμως η καλή κηδεία δεν μπόρεσε να σιγάσει τις συζητήσεις που είχαν ανάψει σχετικά με τον φόνο, αντίθετα ο θόρυβος γι αυτόν συνέχιζε την τρελή κούρσα του ανάμεσα και μέσα στα σπίτια, στους δρόμους και στο καταστήματα της πόλης.
Γιατί η πόλη είχε αναστατωθεί και όλοι μόνο γι αυτό μιλούσαν. Όχι τόσο γιατί χάθηκε ένας γέρος έστω άνθρωπος, αλλά επειδή είχε δολοφονηθεί και επειδή ακόμα απόλυτο σκοτάδι κάλυπτε τις έρευνες για τον φόνο, κάτι που πυροδοτούσε πιθανότητες από τις πιο λογικοφανείς μέχρι τις πιο παράδοξες και ανυπόστατες.
Η αστυνομία, αν και η Κάτια ήταν υπεράνω κάθε υποψίας και αν και, όπως όλοι ήξεραν υπεραγαπούσε τον μακαρίτη, δεν παρέλειψε να ανακρίνει και αυτήν. «Για λόγους τυπικούς», όπως έγραψε και η μοναδική εφημερίδα της πόλης, γιατί κανενός η σκέψη δεν πήγε ούτε για μια στιγμή ότι η Κάτια θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση με τον φόνο.
Και το ίδιο ίσχυε και για τον αδερφό της και ανεψιό του γέρο-Πέτρου.
Τα ίδια θα έλεγε και ο κύριος  Κορντέν και για τους δυο τους αν τον ρωτούσε κανείς. Σαν ο μόνος γιατρός της πόλης, είχε γνωρίσει και τους δυο και τίποτε δεν είχε διαπιστώσει στους χαρακτήρες τους, που να μπορούσε να οδηγήσει τη σκέψη στην υποψία όχι μόνο διάπραξης φόνου, αλλά και οποιασδήποτε συμμετοχής τους σε κάτι τέτοιο.
Το μόνο που ήξερε καλά, ήτανε ότι η Κάτια, εκτός από σεμνή και υπεράνω πάσης υποψίας, ήτανε και πολύ όμορφη. Αυτά θα έλεγε, αν και το τελευταίο ίσως δεν ενδιέφερε την αστυνομία.

Μα εκτός αυτών που θα έλεγε αν τον ρωτούσαν για την ανεψιά και τον ανεψιό, η συμβολή του στην προσπάθεια εξιχνίασης του εγκλήματος από την αστυνομία επεκτάθηκε και στην ιατροδικαστική έκθεση που έκανε ύστερα από την νεκροψία στο πτώμα. Και όχι για να παινευτεί, όμως θα τολμούσε να πει πως ποτέ δεν είχε γίνει ακριβέστερη και πληρέστερη ιατροδικαστική έκθεση από εκείνην που έδωσε αυτός στην αστυνομία για την περίπτωση της εγκληματικής ενέργειας που στοίχισε τη ζωή στον καλό αυτόν γεράκο.
Η τοπική εφημερίδα πάλι δεν πρόσφερε καμιά καινούργια εκδοχή ή πιθανότητα, πέραν από εκείνες που κυκλοφορούσαν σαν φήμες από στόμα σε στόμα, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις στις μικρές κοινωνίες. Μα και να είχαν πει κάτι του κυρ-Μαθιού, του εκδότη της εφημερίδας, πάλι δεν θα υπήρχαν πολλές πιθανότητες να το γράψει γιατί δεν θα το είχε ακούσει-ήτανε θεόκουφος ο κακομοίρης.
Λέγονταν δηλαδή πως ίσως κάποιος περαστικός από την πόλη να έμαθε για τα λεφτά και να έκανε το κακό φεύγοντας αμέσως μετά. Άλλοι μιλούσαν για κάποιους γύφτους που τελευταία είχαν εμφανιστεί στην περιοχή. Το κουτσομπολιό δεν άφησε απείραχτους ούτε τους γειτονικούς με το σπίτι του μακαρίτη εμπόρους. Ίσως κάποιος από αυτούς να έφυγε για λίγο από το μαγαζί, να πήγε μέχρι το σπίτι του γέρου, να έκανε το έγκλημα και σαν κύριος να ξαναγύρισε στη δουλειά του.

Επίσημα όμως η αστυνομία, η οποία είχε και τον κύριο λόγο στην υπόθεση, δεν είχε ανακοινώσει τίποτε. Ακόμα και οι αστυνομικοί που είχαν έρθει από την πρωτεύουσα για να βοηθήσουν στην διαλεύκανση της υπόθεσης , έφυγαν κι αυτοί χωρίς αποτέλεσμα, και η υπόθεση τελικά κατάληξε στο αρχείο.
Όλα αυτά περνούσαν από τη σκέψη του γιατρού Κορντέν όσο ακόμα μισοξυπνημένος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού του.

Κοίταξε έξω.
Απόλυτο σκοτάδι ακόμα.
Ξαφνικά μια μεγάλη επιθυμία που ένιωσε, έκανε να αστράψει στο μυαλό του μια τρελή όσο και παράτολμη ιδέα.
Έβαλε γρήγορα τα ρούχα του και βγήκε. Έξω δεν ήταν κανένας, όπως άλλωστε ήτανε φυσικό μια τέτοια ώρα σ’ ένα τέτοιο μέρος μιας μικρής πόλης. Σκυλιά γαύγιζαν μακριά. Αργά περπατώντας, έτσι που αν παρ’ ελπίδα τύχαινε να τον έβλεπε κανείς, να σκέφτονταν πως βγήκε για μια μικρή πρωινή βόλτα, έφτασε ως έξω από το σπίτι του μακαρίτη γέρο-Πέτρου.
Η Κάτια έμενε πάλι τώρα στο σπίτι αυτό. Τις πρώτες μέρες μετά τη δολοφονία είχε πάει να μείνει στου αδερφού της, από γυναικείο φόβο να μείνει στο σπίτι εκείνο μόνη της, με την ανάσα του νεκρού ζεστή ακόμα μέσα εκεί. Μετά από λίγες μέρες όμως, ξαναπήγε και έκατσε στο σπίτι εκείνο, γιατί έπρεπε να γίνει μνημόσυνο κάποια μέρα κοντά, και αυτό έπρεπε να γίνει μόνο στο σπίτι του νεκρού και κάποιος έπρεπε να κάνει τις ετοιμασίες. Γυναίκες από τη γειτονιά ή γνωστές του πεθαμένου έκαναν συντροφιά τα βράδια στην Κάτια ώστε να έχει παρέα μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου.

Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.
Κοίταξε δεξιά και αριστερά.
Κανείς.
Έσκυψε, πήρε ένα χαλίκι και το πέταξε στο τζάμι του μικρού παραθύρου του δωματίου όπου ξάπλωνε η Κάτια.
Δεν περίμενε πολύ.
Η πόρτα μισάνοιξε και το πρόσωπό της ανεψιάς του μακαρίτη γέρο-Πέτρου φάνηκε στο άνοιγμα, σαν ένα γλυκό φως που ο κύριος Κορντέν μόνον έβλεπε.
Πλησίασε και αγκάλιασε την Κάτια.
«Τρελός είσαι;» έκανε εκείνη.
«Δεν μπορούσα! Ήθελα πολύ να σε δω!.. Μου έχεις λείψει τόσο!..»
«Μη!..Φύγε!..Θα μας πάρει κανένα μάτι…» του είπε προσπαθώντας να ξεφύγει από την αγκαλιά του.
Τον έσπρωξε ήρεμα μα αποφασιστικά. Τότε μόνο, ακούγοντας τα λόγια της και νιώθοντας το σπρώξιμό της ο κύριος Κορντέν συνήλθε. Το χέρι του πήγε ασυναίσθητα και έστρωσε τα αχτένιστα μαλλιά του.
"Έλα στο ιατρείο να με δεις..."
"Ούτε αυτό γίνεται ακόμα-φύγε..."
"Σαν άρρωστή μου να έρθεις...»
«Κι αν το τολμούσα, ο πόθος μες στα μάτια μου όταν θα ’ρχομαι ή το αδειανό τους όταν φεύγω από κει, θα με προδώσουν σε όποιον με δει...» του είπε αυτή σχεδόν ψιθυριστά κοιτάζοντάς τον απελπισμένα. «Θέλεις λοιπόν να χαλάσουνε όλα; Πήγαινε αγάπη μου. Σε λίγες μέρες θα είμαστε μαζί για πάντα.»
«Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε να έρθω. Πες μου όμως, όλα καλά;»
«Ναι. Κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα. Ούτε που πάει το μυαλό κανενός σε μας. Έκανες την αίτηση;»
«Ναι, χτες έφυγε για το υπουργείο. Τους λέω πως πολύ
κάθισα εδώ και αν δε με μεταθέσουν θα παραιτηθώ.
Καταλαβαίνεις, είτε έτσι είτε αλλιώς σε λίγες μέρες
είμαι ελεύθερος να φύγω».
«Κι εγώ σε άλλες λίγες σε ακολουθώ. Φύγε όμως τώρα!
Πήγαινε!..»
Τη φίλησε βιαστικά:
«Θα έχω στρωμένο το καινούργιο σπίτι μας με τα λεφτά περιμένοντάς σε. Σ’ αγαπώ. Γεια σου.»
«Γεια σου!".
Η Κάτια έκλεισε σιγά την πόρτα στέλνοντάς του πρώτα ένα άηχο φιλί.
Ο κύριος Κορντέν γύρισε με το ίδιο αργό και αδιάφορο βήμα στο σπίτι του.
Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε μια καινούργια μέρα που θα
τον έφερνε ακόμα πιο κοντά στην ευτυχία.